ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
12 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.A.
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Γ. Καρατσιόλη (κα) για Χ. Ματθαίου (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Δημητρίου (κα) για Ρ. Προδρόμου (κα) Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 28.06.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «Λ.Δ.Κ.»), την οποίαν εγκατέλειψε στις 15.07.2019 και στις 17.07.2019 αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των μη ελεγχόμενων. Στις 17.07.2019 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία και στις 30.07.2019, πραγματοποιήθηκε πρώτη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου για τον προσδιορισμό της ηλικίας του. Ακολούθησαν ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας του, στα πλαίσια των οποίων κρίθηκε ως ανήλικος. Ακολούθως, στις 17.09.2019 διεξήχθη δεύτερη συνέντευξη στον Αιτητή προκειμένου να εξεταστεί το αίτημά του για οικογενειακή επανένωση του με τον θείο του, ο οποίος διαμένει στο Παρίσι. Ακολούθησε η τρίτη και κύρια συνέντευξή του στις 09.06.2023 από λειτουργό της EUAA (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Στις 14.06.2023, ο Λειτουργός υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε στις 28.06.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 29.08.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.08.2023. Την εν λόγω απόφαση αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή[1]. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.
Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πρωτεύουσα Κινσάσα και όταν ήταν παιδί δεν είχε ποτέ ταξιδέψει μακριά μόνο κάποιες φορές στην Brazzaville. Δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Swahili, είναι ελεύθερος και χωρίς παιδιά. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι δεν έχει αδέλφια, ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν 13 ετών ενώ η μητέρα του βρίσκεται στη ζωή, διαμένει με τον πατριό του και αντιμετωπίζει νοητικά προβλήματα. Ισχυρίστηκε ότι έχει ένα θείο στη Γαλλία ο οποίος κάποτε τον βοηθά οικονομικά. Ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι μουσουλμάνος. Ακολούθως, δήλωσε ότι πήγαινε στο σχολείο αλλά όταν ο πατέρας του απεβίωσε, ο ίδιος πήγαινε στο mosque school για 5 σχεδόν χρόνια. Ερωτηθείς εάν είχε εργαστεί στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Υποστήριξε ότι αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα μέσω κατεχομένων.
Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ότι διέμενε μαζί με τη μητέρα του, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αντιμετώπιζε προβλήματα κατάθλιψης. Όπως δήλωσε, περίπου έξι μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τέλεσε νέο γάμο με τον πατριό του, γεγονός που, κατά τον ίδιο, επιδείνωσε σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσής του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ήταν έμπορος και διέθετε σημαντική οικονομική επιφάνεια. Υποστήριξε ότι η περιουσία του πατέρα του είχε καταχωριστεί στο όνομά του και ότι ο πατριός του, γνωρίζοντας το γεγονός αυτό, επιχείρησε να μεταβάλει την ιδιοκτησία της περιουσίας προς όφελός του. Σύμφωνα με τον Αιτητή, επειδή ο ίδιος αρνήθηκε να συναινέσει σε κάτι τέτοιο, ο πατριός του άρχισε να τον κακομεταχειρίζεται, διακόπτοντας την παροχή τροφής και ασκώντας σωματική βία εις βάρος του. Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε εκμυστηρευθεί τα περιστατικά αυτά στον ιμάμη της κοινότητάς του, ο οποίος επιχείρησε να τον βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα. Ωστόσο, όπως υποστήριξε, ο ιμάμης δεν ήταν σε θέση να τον στηρίξει περαιτέρω, καθώς φοβόταν τον πατριό του. Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατριός του επιδίωκε να θέσει υπό τον έλεγχό του την περιουσία του πατέρα του και ότι είχε αρχίσει να τον απειλεί. Ερωτηθείς τι θεωρεί ότι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατριός του θα μπορούσε να του προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για άτομο με μεγάλη οικονομική δύναμη και επιρροή.
Στο πλαίσιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων που τέθηκαν από τον Λειτουργό, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατριός του άρχισε να διεκδικεί την περιουσία του πατέρα του περίπου έναν μήνα μετά τον γάμο του με τη μητέρα του. Ερωτηθείς ποιος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της εν λόγω περιουσίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι γνώριζε δύο ή τρεις φίλους του πατέρα του που εργάζονταν μαζί του, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιος εξ αυτών ήταν υπεύθυνος για τη διαχείρισή της. Διευκρίνισε, πάντως, σε σχετική ερώτηση, ότι η μητέρα του δεν ήταν υπεύθυνη για την περιουσία του πατέρα του.
Όταν ρωτήθηκε με ποιο τρόπο ο πατριός του επιχείρησε να μεταβάλει το όνομα στο οποίο ήταν καταχωρισμένη η περιουσία του πατέρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατριός του ήταν άτομο με οικονομική επιφάνεια και επιρροή και, ως εκ τούτου, μπορούσε να πράξει ό,τι επιθυμούσε. Παρά ταύτα, ανέφερε ότι για την αλλαγή του ονόματος απαιτείτο και η παρουσία του ιδίου.
Ακολούθως, επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι προηγουμένως είχε αναφέρει πως ο πατριός του τον χτυπούσε. Ερωτηθείς πόσες φορές είχε υποστεί σωματική βία, ο Αιτητής δήλωσε ότι κάθε φορά που ο πατριός του τού ζητούσε να εκτελέσει κάποια εργασία και ο ίδιος καθυστερούσε — όπως, για παράδειγμα, να καθαρίσει τα παπούτσια του — εκείνος άρχιζε να τον χτυπά. Πρόσθεσε ότι ο πατριός του έβρισκε πάντοτε κάποια αφορμή για να τον κακοποιεί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατριός του τον χτυπούσε με ζώνη σε διάφορα σημεία του σώματός του.
Ερωτηθείς κατά πόσο είχε απευθυνθεί στην αστυνομία για να καταγγείλει τη συμπεριφορά του πατριού του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι ο πατριός του τον είχε απειλήσει πως οποιαδήποτε καταγγελία προς την αστυνομία θα στρεφόταν τελικά εις βάρος του. Επανέλαβε δε ότι ο πατριός του ήταν πρόσωπο με επιρροή και δύναμη.
Σε ερώτηση αναφορικά με το όνομα του πατριού του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ονομαζόταν Ibrahim, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει το επώνυμό του. Δήλωσε επίσης ότι διέμενε μαζί του για περίοδο περίπου έξι ετών, από το 2013 έως το 2019.
Στη συνέχεια, επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι στην αίτησή του για διεθνή προστασία είχε αναφέρει πως ο πατριός του επιχείρησε να τον βιάσει μία έως δύο φορές. Κληθείς να περιγράψει λεπτομερώς τα περιστατικά αυτά, ο Αιτητής ανέφερε ότι σε μία περίπτωση, ενώ είχε επιστρέψει στο σπίτι πεινασμένος, περίπου τρία λεπτά μετά την άφιξή του ο πατριός του τον προσέγγισε και άρχισε να τον αγγίζει στο πίσω μέρος του σώματός του. Σύμφωνα με τον ίδιο, αντέδρασε χτυπώντας τον στο χέρι και στη συνέχεια διέφυγε. Δήλωσε ότι δεν θυμόταν ακριβώς όλες τις λεπτομέρειες του περιστατικού, ωστόσο θυμόταν ότι συνέβη στο καθιστικό του σπιτιού.
Ερωτηθείς εάν είχε καταγγείλει τις εν λόγω απόπειρες βιασμού στην αστυνομία, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι το μοναδικό πρόσωπο στο οποίο είχε εκμυστηρευθεί τα περιστατικά αυτά ήταν ο ιμάμης. Περαιτέρω, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλο μέρος της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε ότι θα βρισκόταν μόνος, χωρίς οικονομικούς πόρους, γεγονός που θα καθιστούσε την επιβίωσή του ιδιαίτερα δύσκολη. Πρόσθεσε ακόμη ότι, κατά την άποψή του, θα ήταν εύκολο για τον πατριό του να τον εντοπίσει. Τέλος, ερωτηθείς εάν επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω στη συνέντευξή του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή, ο Λειτουργός EUAA διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής του και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο οποίος και έγινε αποδεκτός. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον πατριό του Αιτητή ο οποίος ήθελε να αναλάβει τον έλεγχο της περιουσίας του πατέρα του Αιτητή και συνήθιζε να κακομεταχειρίζεται τον Αιτητή. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε.
Συγκεκριμένα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο Λειτουργός εκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από έλλειψη λεπτομέρειας και συγκεκριμένων στοιχείων. Όπως επισημάνθηκε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι διέμενε με τον πατριό του στην ίδια οικία, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το επώνυμό του και, όταν ρωτήθηκε σχετικά, περιορίστηκε στην αναφορά του μικρού του ονόματος, Ibrahim. Ο Λειτουργός θεώρησε εύλογο να αναμένεται από τον Αιτητή να γνωρίζει το επώνυμο του πατριού του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διέμεναν μαζί για χρονικό διάστημα έξι ετών, από το 2013, όταν ο πατριός του τέλεσε γάμο με τη μητέρα του, μέχρι το 2019, όταν ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Περαιτέρω, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς πληροφορίες ούτε αναφορικά με το επάγγελμα του πατριού του, καθώς, όταν ερωτήθηκε σχετικά, περιορίστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς ότι επρόκειτο για άτομο με δύναμη και επιρροή. Ομοίως, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές του Αιτητή σχετικά με την περιουσία του πατέρα του στερούνταν σαφήνειας και συγκεκριμένων στοιχείων. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, εξ όσων γνώριζε, ο πατέρας του ενδεχομένως να κατείχε δύο κατοικίες, ενώ πρόσθεσε ότι είχε δει αντίγραφα εγγράφων που αφορούσαν την περιουσία, στα οποία, όπως ανέφερε, αναγραφόταν το όνομά του. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε πως είχε δει τα εν λόγω έγγραφα, ο Λειτουργός έκρινε ότι θα αναμενόταν να διαθέτει πιο συγκεκριμένη γνώση σχετικά με τη φύση και την έκταση της περιουσίας αυτής. Επιπλέον, όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της περιουσίας, ο Αιτητής ανέφερε αόριστα ότι, λόγω της ανηλικότητάς του, δύο ή τρεις φίλοι του πατέρα του είχαν αναλάβει τη διαχείρισή της. Ο Λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, περιοριζόμενος στον γενικό ισχυρισμό ότι τα εν λόγω πρόσωπα εισέπρατταν τα ενοίκια και τα παρέδιδαν στον πατέρα του.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί κακομεταχείρισης από τον πατριό του, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι οι σχετικές αναφορές του Αιτητή ήταν περιορισμένες και γενικές. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατριός του τον χτυπούσε με ζώνη κάθε φορά που δεν συμμορφωνόταν με τις εντολές του. Όταν κλήθηκε να παραθέσει παραδείγματα, ανέφερε ότι σε περίπτωση που ο πατριός του του ζητούσε να καθαρίσει τα παπούτσια του και εκείνος δεν το έκανε, τότε τον χτυπούσε. Ωστόσο, όταν ζητήθηκε να αναφέρει επιπρόσθετα παραδείγματα κακομεταχείρισης, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί, επικαλούμενος το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει. Ο Λειτουργός σημείωσε ότι, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο των φερόμενων περιστατικών, θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα παραδείγματα της κακομεταχείρισης που επικαλέστηκε. Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία για να καταγγείλει τη φερόμενη κακοποίηση, ισχυριζόμενος ότι ο ιμάμης του τον είχε προειδοποιήσει πως ο πατριός του ήταν ισχυρός και ότι κανείς δεν θα πίστευε τους ισχυρισμούς του.
Περαιτέρω, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής υπήρξε ασαφής και ασυνεπής όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τους ισχυρισμούς του σχετικά με την απόπειρα βιασμού από τον πατριό του, όπως αυτοί είχαν αναφερθεί στην αίτησή του για διεθνή προστασία. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατριός του επιχείρησε να τον βιάσει μία έως δύο φορές, περίπου δύο χρόνια μετά τον γάμο του με τη μητέρα του. Όταν κλήθηκε να περιγράψει τα περιστατικά αυτά, ανέφερε ότι σε μία περίπτωση επέστρεψε στο σπίτι για να φάει κάτι, ενώ δεν βρισκόταν κανείς εκεί· λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ο πατριός του και άρχισε να τον αγγίζει στο πίσω μέρος του σώματός του. Σύμφωνα με τον ίδιο, αντέδρασε χτυπώντας το χέρι του πατριού του και κατόρθωσε να διαφύγει. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να παράσχει σαφή περιγραφή για το δεύτερο περιστατικό, δηλώνοντας ότι δεν το θυμόταν.
Επιπλέον, ο Λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένες χρονικές αναφορές για τα φερόμενα περιστατικά, περιοριζόμενος στον ισχυρισμό ότι συνέβησαν περίπου δύο χρόνια μετά τον γάμο της μητέρας του με τον πατριό του. Σε σχέση με τη δεύτερη φερόμενη απόπειρα βιασμού, οι δηλώσεις του κρίθηκαν από τον Λειτουργό ως γενικές και ασύνδετες. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη, ο Αιτητής ανέφερε ότι υπέθεσε πως ο πατριός του θα προσπαθούσε να τον βιάσει εκ νέου, επειδή είχε ήδη επιχειρήσει να το πράξει μία φορά και ο ίδιος είχε καταφέρει να διαφύγει. Ο Αιτητής αιτιολόγησε την υπόθεσή του αναφέροντας ότι «είναι κάτι φυσιολογικό, όπως όταν κάποιος σε χτυπήσει μία φορά, τη δεύτερη φορά το αντιλαμβάνεσαι και είσαι έτοιμος να το αποφύγεις». Ωστόσο, σε μεταγενέστερη ερώτηση δήλωσε ότι ο πατριός του δεν επιχείρησε τελικά να τον βιάσει ξανά.
Τέλος, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε αναφέρει τις φερόμενες απόπειρες βιασμού στη μητέρα του ή στην αστυνομία, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Δήλωσε ότι δεν το αποκάλυψε στη μητέρα του επειδή αισθανόταν οίκτο για εκείνη, ενώ δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία διότι, όπως ισχυρίστηκε, ο πατριός του τον είχε προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε καταγγελία θα στρεφόταν τελικά εις βάρος του.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ουσιώδους ισχυρισμού 2 δεν τεκμηριώθηκε.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι η βία κατά παιδιών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι διαδεδομένη και εκδηλώνεται σε διάφορα περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας[6], ενώ παράλληλα καταγράφεται περιορισμένη παρέμβαση των αρχών σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας[7]. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ο πατριός του επιδίωκε να αποκτήσει την κυριότητα της περιουσίας του πατέρα του συνιστά προσωπική οικογενειακή διαφορά, η οποία δεν δύναται να επιβεβαιωθεί μέσω εξωτερικών πηγών. Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη συνοχής και σαφήνειας στις δηλώσεις του Αιτητή, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί παρενόχλησης και κακομεταχείρισης από τον πατριό του δεν τεκμηριώνονται.
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίφθηκε.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα να αντιμετώπιζε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα.
Κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στη ΛΔΚ δεν χαρακτηριζόταν από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ως σαφείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο λειτουργός ασύλου.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι ο πατριός του επιδίωκε να θέσει υπό τον έλεγχό του την περιουσία του και ότι συνήθιζε να τον κακομεταχειρίζεται, φρονώ ότι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, όπως αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του Λειτουργού, κρίνεται συνολικά ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με το εφαρμοστέο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο. Ο Λειτουργός προσδιόρισε με σαφήνεια το αντικείμενο της εξέτασης, ήτοι τον ισχυρισμό περί ενδοοικογενειακής διαφοράς περί περιουσίας, σε συνδυασμό με βίαιη/κακοποιητική συμπεριφορά και ισχυρισμούς περί σεξουαλικής παρενόχλησης του. Περαιτέρω, αιτιολόγησε συγκεκριμένα τα σημεία στα οποία η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ασάφεια, έλλειψη ειδικότητας και ασυνέπεια, ιδίως ως προς βασικά εξατομικευτικά στοιχεία του φερόμενου δράστη, ως προς την περιουσιακή διαφορά και τον τρόπο εκδήλωσής της, καθώς και ως προς τις περιστάσεις, τον χρόνο και τη συγκεκριμενοποίηση των φερόμενων επεισοδίων κακομεταχείρισης και των ισχυριζόμενων απόπειρων βιασμού.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, είναι και η δική μου εκτίμηση ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή κρίνεται αυτοτελώς ως εσωτερικά αναξιόπιστος, καθόσον δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις συνοχής, ειδικότητας και λογικής αιτιώδους συνάφειας που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιόπιστου ισχυρισμού διεθνούς προστασίας.
Λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη ότι ο Αιτητής ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο των συνεντεύξεων και ότι, κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι δηλώσεις ανηλίκων πρέπει να εξετάζονται με αυξημένη ευαισθησία και με χαμηλότερες απαιτήσεις ως προς το επίπεδο λεπτομέρειας. Ωστόσο, ακόμη και υπό το πρίσμα αυτό, η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις ελλείψεις και ασυνέπειες που δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην ηλικία του. Ειδικότερα, επισημαίνω τα ακόλουθα:
Πρώτον, ως προς τον ίδιο τον φερόμενο δράστη, ο Αιτητής δήλωσε ότι διέμενε με τον πατριό του για περίοδο περίπου έξι ετών, από το 2013 έως το 2019. Παρά ταύτα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το επώνυμό του, περιοριζόμενος στο μικρό όνομα “Ibrahim”, ούτε μπόρεσε να παράσχει σαφείς πληροφορίες ως προς το επάγγελμα ή τη δραστηριότητά του, πέραν γενικών ισχυρισμών ότι επρόκειτο για πρόσωπο με «δύναμη» και «επιρροή». Παρότι η ηλικία του Αιτητή δικαιολογεί έναν βαθμό περιορισμένης γνώσης, η πλήρης αδυναμία παροχής βασικών πληροφοριών για πρόσωπο με το οποίο συμβίωνε επί μακρόν και από το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, προερχόταν ο κεντρικός κίνδυνος, αποδυναμώνει την πειστικότητα του ισχυρισμού.
Δεύτερον, η εκδοχή του σχετικά με την περιουσία του πατέρα του παραμένει ασαφής και γενική. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του ενδεχομένως να κατείχε δύο σπίτια και ότι είχε δει αντίγραφα εγγράφων στα οποία αναγραφόταν το όνομά του. Παρά ταύτα, δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τη φύση ή την έκταση της περιουσίας, ούτε να εξηγήσει με σαφήνεια ποιος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείρισή της. Περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι δύο ή τρεις φίλοι του πατέρα του ασχολούνταν με τη διαχείριση της περιουσίας λόγω της ανηλικότητάς του, χωρίς να μπορεί να κατονομάσει τα πρόσωπα αυτά ή να περιγράψει τον ρόλο τους. Η έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με ένα ζήτημα που παρουσιάζεται ως η βασική αιτία της σύγκρουσης με τον πατριό του υπονομεύει τη συνοχή της αφήγησης.
Τρίτον, ως προς την κακομεταχείριση που ισχυρίστηκε ότι υφίστατο, οι αναφορές του Αιτητή παρέμειναν γενικές και περιορισμένες. Ο ίδιος ανέφερε ότι ο πατριός του τον χτυπούσε με ζώνη όταν δεν συμμορφωνόταν με τις εντολές του, παραθέτοντας ως παράδειγμα το ενδεχόμενο να καθυστερήσει να καθαρίσει τα παπούτσια του. Ωστόσο, όταν κλήθηκε να δώσει επιπρόσθετα παραδείγματα ή να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Παρότι λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του κατά τον χρόνο των γεγονότων, η περιορισμένη συγκεκριμενοποίηση των περιστατικών δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εικόνας ως προς τη συχνότητα, τη σοβαρότητα και την εξέλιξη της φερόμενης κακοποίησης.
Τέταρτον, ο ισχυρισμός περί απόπειρας βιασμού παρουσιάζει επίσης ασάφειες και εσωτερικές ασυνέπειες. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατριός του επιχείρησε να τον βιάσει μία έως δύο φορές, περίπου δύο χρόνια μετά τον γάμο της μητέρας του. Εντούτοις, μπόρεσε να περιγράψει ουσιαστικά μόνο ένα περιστατικό, στο οποίο ο πατριός του τον άγγιξε στο πίσω μέρος του σώματός του και ο ίδιος κατόρθωσε να διαφύγει. Ως προς το δεύτερο περιστατικό, δήλωσε ότι δεν θυμόταν τι είχε συμβεί, ενώ σε μεταγενέστερη ερώτηση ανέφερε ότι ο πατριός του δεν επιχείρησε τελικά να τον βιάσει ξανά. Η αδυναμία σαφούς και συνεκτικής περιγραφής των περιστατικών αυτών, σε συνδυασμό με την έλλειψη χρονικού προσδιορισμού, μειώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ανέφερε ότι κατήγγειλε τα περιστατικά αυτά σε οποιαδήποτε αρχή, ούτε ότι τα κοινοποίησε στη μητέρα του, επικαλούμενος αφενός οίκτο προς εκείνη και αφετέρου φόβο ότι ο πατριός του, λόγω της επιρροής του, θα μπορούσε να στραφεί εναντίον του. Η εξήγηση αυτή παραμένει γενική και δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν την πραγματική δυνατότητα του πατριού να επηρεάζει τις αρχές ή να αποτρέψει οποιαδήποτε καταγγελία.
Σε επίπεδο εξωτερικής αξιοπιστίας, αναγνωρίζεται ότι διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, στις οποίες παρέπεμψε και ο Λειτουργός (βλ. ερ.97) επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη συχνότητα περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας κατά παιδιών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και τη συχνά περιορισμένη παρέμβαση των αρχών σε τέτοιου είδους διαφορές. Ωστόσο, ο πυρήνας του ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι η συγκεκριμένη περιουσιακή διαφορά με τον πατριό του και οι ειδικές περιστάσεις της φερόμενης κακομεταχείρισης, δεν δύναται να επιβεβαιωθεί μέσω εξωτερικών πηγών. Υπό το φως των σημαντικών ασάφειων και ασυνεπειών που εντοπίζονται στην αφήγησή του, η γενική επιβεβαίωση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί για να ενισχύσει την αξιοπιστία των συγκεκριμένων ισχυρισμών του.
Κατά συνέπεια, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη την ανηλικότητα του Αιτητή κατά τον χρόνο των συνεντεύξεων, η συνολική αφήγησή του δεν παρουσιάζει το απαιτούμενο επίπεδο συνοχής και συγκεκριμενοποίησης ώστε να θεωρηθεί αξιόπιστη. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ως προς την εσωτερική και εξωτερική του αξιοπιστία και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως αξιόπιστη πραγματική βάση για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται.
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[8]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[9] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[10], προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Kinshasa, από την οποία προκύπτει ότι o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[11] Στην ετήσια έκθεση του 2026 του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2025 στη Λ.Δ.Κ., καταγράφεται πως «η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανθρωπιστική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό επιδεινώθηκαν σημαντικά το 2025 λόγω παραβιάσεων των νόμων του πολέμου και άλλων καταχρήσεων στην ανατολική περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των επιθέσεων εναντίον αμάχων από την ένοπλη ομάδα Alliance of Democratic Forces (ADF) που συνδέεται με το ISIS και των συγκρούσεων μεταξύ της ένοπλης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και των ενόπλων δυνάμεων του Κονγκό. Οι εχθροπραξίες στις επαρχίες North and South Kivu και Ituri οδήγησαν στη δολοφονία χιλιάδων αμάχων, στην παράνομη αναγκαστική εκτόπιση πληθυσμών και σε άλλες παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, από ένοπλες ομάδες.»[12]
Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔK από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe». Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa». Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή.[13]
Εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή (Kinshasa), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά του Λειτουργού κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω ότι, όσον αφορά στην Kinshasa, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 13.02.2026), καταγράφηκαν 51 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 60 θάνατοι.[14] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[15].
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει η ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ούτε προκύπτει ότι υφίσταται τέτοια ένταση αδιάκριτης βίας ώστε ο Αιτητής, λόγω της απλής παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή, να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, ο οποίος κατά τον χρόνο των συνεντεύξεων ήταν ανήλικος, χωρίς ωστόσο να προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή ειδικές ανάγκες προστασίας. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι έχει ολοκληρώσει τη βασική του εκπαίδευση, είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και δεν αναφέρθηκαν προβλήματα υγείας ή άλλες περιστάσεις που να περιορίζουν ουσιωδώς την ικανότητά του να διαβιώσει στη χώρα καταγωγής του.
Επιπλέον, από τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή προκύπτει ότι διαθέτει, έστω και περιορισμένο, οικογενειακό και υποστηρικτικό δίκτυο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η μητέρα του διαμένει στην Kinshasa μαζί με τον πατριό του, ενώ δεν ανέφερε την ύπαρξη άλλων συγγενών στη χώρα καταγωγής. Παράλληλα, δήλωσε ότι διατηρεί επαφή με θείο του (αδελφό της μητέρας του) ο οποίος διαμένει στη Γαλλία και ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, τον στηρίζει κατά διαστήματα οικονομικά. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν στερείται πλήρως οικογενειακής ή κοινωνικής στήριξης.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι δεν έχουν προβληθεί ούτε προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου ατομικά χαρακτηριστικά ή συγκεκριμένες περιστάσεις που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής, λόγω της προσωπικής του κατάστασης, θα εκτεθεί σε αυξημένο ή εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ικανό να αντισταθμίσει το επίπεδο της γενικής κατάστασης ασφάλειας στην περιοχή, σύμφωνα με την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα εκτίμησης του κινδύνου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] www.unicef.org/drcongo/en/what-we-do/child-protection
[7] USDOS-US Department of State 2020 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 30 March 2021
[8] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[9] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[10] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[11] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]
[12] HRW - Human Rights Watch: World Report 2026; Democratic Republic of Congo,
https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]
[13] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,
01/07/2025,σελ.4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]
[14]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 13.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19.02.2026]
[15] City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο