ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
16 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
F.O.O.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Ταχέρ Μπενέτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Α. Χατζηιωσήφ (κα) για Αντ. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 26/07/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 01/08/2024 μέσω επιστολής ημερομηνίας 31/07/2024, και με την οποίαν έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (στο εξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως κατωτέρω:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 19/04/2022, παραλαμβάνοντας στις 20/04/2022 τη σχετική βεβαίωση υποβολής της εν λόγω αίτησης. Ακολούθως, ο Αιτητής κλήθηκε, με επιστολή ημερομηνίας 19/05/2023, η οποία του απεστάλη ταχυδρομικώς, να παραστεί σε προσωπική συνέντευξη στις 21/06/2023. Εντούτοις, δεν προσήλθε κατά την προκαθορισμένη ημερομηνία, ενώ ούτε κατέστη δυνατή η τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του.
Ως εκ τούτου, στις 27/06/2023 ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση–Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή, λόγω της μη παρουσίας του στην προσωπική συνέντευξη για εξέταση της αίτησής του. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε αυθημερόν από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου και αποφασίστηκε το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 16Β, εδαφίων (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 27/06/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε σχετική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στις 27/09/2023.
Στη συνέχεια, στις 20/03/2024, ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, δυνάμει του άρθρου 16Ε του περί Προσφύγων Νόμου. Κατ’ εφαρμογή της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 16Ε(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ο φάκελος του Αιτητή επανανοίχθηκε αυτομάτως.
Ακολούθως, στις 20/07/2024 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 22/07/2024 ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση–Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στις 26/07/2024, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.
Στις 31/07/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο την 01/08/2024.
Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή στις 30/08/2024.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας αρκετούς λόγους ακύρωσης, χωρίς ωστόσο αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με την ίδια γενικότητα και αοριστία προβάλλει αρκετούς λόγους ακύρωσης και μέσω της γραπτής του αγόρευσης, όπου στην ουσία αναπαράγει και επαναλαμβάνει, επιγραμματικά, τους λόγους ακύρωσης που προωθεί δια του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι το αίτημα ασύλου εξετάστηκε επιμελώς. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν, με παραπομπές στα σχετικά σημεία της εισηγητικής έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, ότι διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα και ότι λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή. Επιπρόσθετα, υποβάλλουν ότι πραγματοποιήθηκε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής στη χώρα καταγωγής του. Τέλος, υποστηρίζουν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στον Αιτητή.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η συνήγορος που εκπροσώπησε τον Αιτητή κατά τη δικάσιμο της 20/10/2025, κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση του διοικητικού φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούνταν μέσω της γραπτής αγόρευσης, πλην εκείνων που αφορούν τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας εκ μέρους του αρμόδιου διοικητικού οργάνου. Συγκεκριμένα, επεσήμανε την παράλειψη των Καθ’ ων η Αίτηση να εξετάσουν τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι είναι φορέας της Ηπατίτιδας Β. Κατά συνέπεια, οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί θεωρήθηκαν ως αποσυρθέντες και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση των έστω γενικών ισχυρισμών που προβάλλουν οι συνήγοροι του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας, λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010)
Περαιτέρω όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ελλιπούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης, ως αναφέρθηκε ήδη. Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414). Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στο φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου δύναται να συμπληρωθεί από το διοικητικό φάκελο (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν του λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Από τα στοιχεία του φακέλου θα πρέπει να μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την απόφαση που λήφθηκε (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και δεν αμφισβητούνται, ο Αιτητής είναι ενήλικας υπήκοος Νιγηρίας.
Κατά την καταγραφή της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του ανήκε σε μία ομάδα με την ονομασία «Igolo» (“masquerade cult group”), στην οποία αναμενόταν να τον διαδεχθεί μετά τον θάνατό του ως πρωτότοκος υιός. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η εν λόγω προσδοκία είχε ως αποτέλεσμα να δέχεται απειλές κατά της ζωής του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, αφού επέζησε από απόπειρα δολοφονίας εις βάρος του, αποφάσισε να πωλήσει τη φάρμα του και να αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του, υποβάλλοντας αίτηση για διεθνή προστασία.
Στο πλαίσιο του αιτήματός του για επανάνοιγμα του φακέλου του, ο Αιτητής επανέλαβε τον ανωτέρω λόγο και πρόσθεσε ότι έχει διαγνωστεί με Ηπατίτιδα Β, προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα από δημόσιο νοσοκομείο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του την πόλη Ndiagu Akpaka της πολιτείας Ebonyi. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι νυμφευμένος και έχει πέντε τέκνα, τα οποία διαμένουν στην Ndiagu Akpaka. Σε σχέση με την ευρύτερη οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2015, ενώ η μητέρα του διαμένει επίσης στην Ndiagu Akpaka μαζί με τους δεκατρείς αδελφούς και τις δέκα αδελφές του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι διατηρεί συχνή επικοινωνία με την οικογένειά του.
Όσον αφορά το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος πανεπιστημίου από το έτος 2006 και ότι ομιλεί Αγγλικά, Ngbo και Igbo. Σε σχέση με την επαγγελματική του πείρα, ανέφερε ότι εργαζόταν ως δάσκαλος στο σχολείο του χωριού Ezzamgbo της πολιτείας Ebonyi από το 2009 έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι είναι φορέας της Ηπατίτιδας Β και ότι παρακολουθείται από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.
Όσον αφορά τους λόγους που τον ώθησαν να αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε τον ίδιο ισχυρισμό που είχε προβάλλει και στις αιτήσεις του, υποστηρίζοντας ότι εγκατέλειψε τη χώρα του αφού αρνήθηκε να αναλάβει την προαναφερθείσα θέση στην ομάδα, επικαλούμενος τις χριστιανικές του πεποιθήσεις, και ότι στο πλαίσιο αυτό επέζησε τριών αποπειρών κατά της ζωής του, γεγονός που τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.
Στη συνέχεια, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η ισχυριζόμενη δίωξή του ξεκίνησε το 2015, μετά τον θάνατο του πατέρα του, όταν αρνήθηκε να τον διαδεχθεί στην προαναφερθείσα ομάδα, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί απειλές.
Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες επιθέσεις που δέχθηκε, ανέφερε ότι αυτές έλαβαν χώρα εντός της πολιτείας όπου διέμενε. Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο εγκατέλειψε τη χώρα επτά χρόνια αργότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι επιθέσεις συνεχίζονταν έκτοτε, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι συνολικά δέχθηκε τρεις επιθέσεις. Ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε στον Αιτητή ότι κατά την αρχική του αίτηση είχε αναφερθεί μόνο σε μία επίθεση, ωστόσο ο ίδιος το αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι είχε αναφερθεί σε τρεις απόπειρες επίθεσης εναντίον του.
Κληθείς περαιτέρω να εξηγήσει πώς οι φερόμενοι διώκτες του δεν είχαν επιτύχει τον σκοπό τους, δεδομένου ότι ο Αιτητής εξακολουθούσε να διαμένει στην οικία του μαζί με την οικογένειά του χωρίς να κρύβεται, ο ίδιος ανέφερε ότι η τελευταία και πιο σοβαρή επίθεση σημειώθηκε το 2021 και είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο χωρίς τις αισθήσεις του, όπου νοσηλεύτηκε για περίοδο τριών έως τεσσάρων εβδομάδων. Μετά το περιστατικό αυτό, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία.
Ακολούθως, ερωτήθηκε σχετικά με τα αδέλφια του και δήλωσε ότι ο πατέρας του είχε συνάψει συνολικά τρεις γάμους.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση που δεν καταστεί μέλος της εν λόγω οργάνωσης, θα κινδυνεύσει να θανατωθεί για τον προαναφερθέντα λόγο. Παράλληλα, ανέφερε ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Εν συνεχεία, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της έκθεσης–εισήγησής του, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή και ο δεύτερος τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από μέλη ομάδας λατρείας, της οποίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν μέλος και ο πατέρας του.
Σε σχέση με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός έγινε αποδεκτός, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, ενήλικος, καθώς και τα στοιχεία που αφορούν τη σύνθεση της οικογένειάς του. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι κατάγεται από την πόλη Ndiagu Akpaka της πολιτείας Ebonyi, η οποία αποτελεί και τον τόπο συνήθους και τελευταίας διαμονής του, καθώς και όλα τα σχετικά στοιχεία που αφορούν την εκπαίδευση και την επαγγελματική του δραστηριότητα στη Νιγηρία. Περαιτέρω, έγινε αποδεκτό και το γεγονός ότι είναι φορέας της Ηπατίτιδας Β.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός απορρίφθηκε κατόπιν αξιολόγησης της αξιοπιστίας του. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική και προσωπική αφήγηση, ούτε να αιτιολογήσει με σαφήνεια τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Οι δηλώσεις του παρουσίασαν αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και χρονική ασυνέπεια, ιδίως ως προς τον χρόνο έναρξης των προβλημάτων του, τον αριθμό των επιθέσεων που φέρεται να υπέστη και τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα.
Ειδικότερα, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα ξεκίνησε το 2015 και ότι εγκατέλειψε άμεσα τη χώρα μετά από απόπειρα δολοφονίας, τελικώς προέκυψε ότι αναχώρησε το 2022, δηλαδή επτά έτη αργότερα. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του περί πολλαπλών επιθέσεων δεν επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της αίτησής του, στην οποία γίνεται αναφορά σε μία μόνο επίθεση. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν δεν ήραν τις εν λόγω αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να τίθεται εν αμφιβόλω η αξιοπιστία του αιτήματός του.
Περαιτέρω, ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι από το 2015 δεχόταν συνεχείς επιθέσεις και ότι υπήρξαν τρεις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του από μέλη της εν λόγω ομάδας λατρείας, εντούτοις για τα επόμενα επτά έτη διέμενε στο οικογενειακό του σπίτι χωρίς να κρύβεται και εργαζόταν κανονικά στο ίδιο σχολείο. Επιπλέον, παρότι κατά τη συνέντευξη ανέφερε σοβαρή επίθεση τον Μάιο του 2021, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε ως αποτέλεσμα τη νοσηλεία του και αποτέλεσε τον λόγο της φυγής του από τη χώρα, το περιστατικό αυτό δεν αναφέρεται στην αρχική του αίτηση, όπου απλώς δηλώνεται ότι διέφυγε από απόπειρα δολοφονίας και εγκατέλειψε άμεσα τη χώρα καταγωγής του.
Επισημάνθηκε επίσης από τον αρμόδιο λειτουργό ότι, ακόμη και χρονολογικά, οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ευσταθούν, δεδομένου ότι η αναχώρησή του πραγματοποιήθηκε σχεδόν ένα έτος μετά την τελευταία ισχυριζόμενη σοβαρή επίθεση, ήτοι στις 02/03/2022, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του αιτήματός του.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός κατέγραψε ότι πρόκειται για ισχυρισμό προσωπικού χαρακτήρα, για τον οποίο τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό διαθέσιμο τεκμήριο. Καταλήγοντας, συνεπώς, στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, επί τη βάσει του αποδεκτού ισχυρισμού του αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε, κατόπιν έρευνας σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία και ιδίως στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, καθώς και κατόπιν αξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν εντοπίζονται εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι, βάσει των προβαλλόμενων ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και της διενεργηθείσας αξιολόγησης κινδύνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων (α) και (β) του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αναφορικά με την αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων της παραγράφου (γ) του άρθρου 15 της εν λόγω Οδηγίας, ο λειτουργός επισήμανε ότι, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Ebonyi της Νιγηρίας, ήτοι στην περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, και λαμβάνοντας υπόψη και τα προσωπικά του χαρακτηριστικά, δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ο Αιτητής να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθόσον η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια.
Ως εκ τούτου, ο λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και ως προς τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των σχετικών νομοθετικών προνοιών και αφού μελέτησα επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού όσο και τα όσα προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή κατά την ενώπιόν μου διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, που αφορά τα προσωπικά του στοιχεία, το γενικό του προφίλ, τη χώρα καταγωγής του και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, συμφωνώ με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο γέννησης και τελευταίας συνήθους διαμονής την πολιτεία Ebonyi.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από μέλη της ομάδας λατρείας «Igolo», της οποίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ήταν μέλος και ο πατέρας του, θα συμφωνήσω και πάλι με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και θα υιοθετήσω την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση.
Προς τούτο παρατηρώ ότι οι απαντήσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξη ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού χαρακτηρίζονται από ασάφεια, έλλειψη επαρκών πληροφοριών και λεπτομερειών, καθώς και από απουσία ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, επισημαίνονται τα ακόλουθα:
Ως προς την περιγραφή της ομάδας «Igolo», ο Αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε ουσιαστική ή συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με τη φύση, τη δομή ή τη λειτουργία της εν λόγω ομάδας, ούτε εξήγησε τον ρόλο που φέρεται να είχε ο πατέρας του σε αυτήν ή τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος θα έπρεπε να τον διαδεχθεί. Η έλλειψη βασικών πληροφοριών για έναν ισχυρισμό που βρίσκεται στον πυρήνα του αιτήματός του αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Ως προς την περιγραφή του προβλήματος με την εν λόγω ομάδα «Igolo», οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν ασαφείς και αντιφατικές. Κατά τη συνέντευξή του ανέφερε ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2015 και ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία έπειτα από τρία περιστατικά επίθεσης. Ωστόσο, στην αρχική του αίτηση είχε καταγράψει ότι εγκατέλειψε τη χώρα μετά από ένα μόνο περιστατικό (βλ. ερυθρά 2 και 56 – 2Χ Δ.Φ.). Περαιτέρω ασάφεια δημιουργείται από το γεγονός ότι, ενώ ισχυρίζεται πως τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2015, δήλωσε ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του στις 02/03/2022, ήτοι επτά έτη αργότερα. Κληθείς να διευκρινίσει την εν λόγω ανακολουθία, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι επιθέσεις ήταν επαναλαμβανόμενες και συνολικά τρεις (βλ. ερυθρά 58 – 3Χ και 54 – 3Χ Δ.Φ.).
Σε σχέση με τον αριθμό των επιθέσεων, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι και στην αίτησή του είχε αναφερθεί σε τρεις επιθέσεις, όπως και στη συνέντευξή του. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται από την ίδια την καταγραφή στον διοικητικό φάκελο, όπου γίνεται αναφορά σε ένα μόνο περιστατικό (βλ. ερυθρά 56 – 2Χ, 53 και 2 Δ.Φ.), γεγονός που δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Περαιτέρω έλλειψη ευλογοφάνειας εντοπίζεται στο γεγονός ότι, ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι από το 2015 δεχόταν συνεχείς επιθέσεις και ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο, εντούτοις δήλωσε ότι συνέχιζε να διαμένει κανονικά στην οικογενειακή του οικία και να εργάζεται στο ίδιο σχολείο, χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα προστασίας ή να αλλάζει τόπο διαμονής. Κληθείς να εξηγήσει πώς οι φερόμενοι διώκτες του δεν είχαν επιτύχει τον σκοπό τους, ήτοι να τον σκοτώσουν, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεχόταν επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, με τη σοβαρότερη να λαμβάνει χώρα τον Μάιο του 2021, μετά την οποία μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε για τρεις έως τέσσερις εβδομάδες (βλ. ερυθρό 53 – 3Χ Δ.Φ.).
Περαιτέρω ασάφεια και αντίφαση προκύπτει από το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν είχε αναφερθεί στην εν λόγω νοσηλεία κατά την καταγραφή της αρχικής του αίτησης, όπου περιορίστηκε να δηλώσει ότι διέφυγε από απόπειρα δολοφονίας και εγκατέλειψε τη χώρα. Κληθείς να εξηγήσει την παράλειψη αυτή, δήλωσε ότι κατά την καταγραφή της αίτησης δεν είχε εισέλθει σε λεπτομέρειες (βλ. ερυθρό 53 – 3Χ Δ.Φ.). Η εξήγηση αυτή δεν κρίνεται ικανοποιητική, καθότι δεν αποσαφηνίζει επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά και δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες ως προς το τι ακριβώς συνέβη. Επιπλέον, παρατηρείται και χρονική ανακολουθία, δεδομένου ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το τελευταίο περιστατικό έλαβε χώρα το 2021, ενώ η αναχώρησή του από τη Νιγηρία πραγματοποιήθηκε το 2022.
Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνται εσωτερικής συνοχής και ευλογοφάνειας, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, συμφωνώ με την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση ότι πρόκειται για ισχυρισμούς προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίοι στηρίζονται αποκλειστικά στις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν άμεσα από ανεξάρτητες εξωτερικές πηγές. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής τους συνοχής με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη σχετική νομολογία, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση του Εφετείου επί έφεσης κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, αρ. 18/2023, Ferdinand Ebele Ewelukwa v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/10/2024[1].
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει κατά πόσον από διαθέσιμες εξωτερικές πηγές προκύπτουν πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη της ομάδας «Igolo» στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Κατόπιν σχετικής έρευνας, διαπιστώθηκε ότι σε διαθέσιμη πηγή του έτους 2023 η «Igolo» παρουσιάζεται όχι ως ομάδα λατρείας, αλλά ως κοινότητα, η οποία μάλιστα φέρεται να έχει ερημώσει έπειτα από επιθέσεις που δέχθηκαν τα ίδια τα μέλη της. Σύμφωνα με την εν λόγω πηγή, οι επιθέσεις στρέφονταν εναντίον της συγκεκριμένης κοινότητας, με αποτέλεσμα πολλοί γονείς να αποφεύγουν να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο για λόγους ασφάλειας[2].
Περαιτέρω, από την ίδια πηγή προκύπτει ότι η παρουσία της «Igolo» καταγράφεται στην πολιτεία Edo[3] της Νιγηρίας και όχι στην πολιτεία Ebonyi, από την οποία ο Αιτητής δηλώνει ότι κατάγεται και όπου τοποθετεί τα περιστατικά που επικαλείται.
Τα πιο πάνω στοιχεία έρχονται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο οποίος χαρακτήρισε την «Igolo» ως «masquerade cult group», δηλαδή ως ομάδα λατρείας με επιθετική δράση, ενώ οι διαθέσιμες πηγές δεν επιβεβαιώνουν τέτοιο χαρακτήρα. Αντιθέτως, οι πληροφορίες που εντοπίστηκαν κάνουν λόγο για περιστατικά επιθέσεων εναντίον της ίδιας της κοινότητας «Igolo» και όχι για επιθετική δράση εκ μέρους της.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι εξωτερικές πληροφορίες όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν τον πυρήνα των ισχυρισμών του Αιτητή, αλλά παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς τη φύση της εν λόγω ομάδας και τη γεωγραφική τοποθέτηση των σχετικών γεγονότων. Κατά συνέπεια, πλήττεται και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή περί δίωξής του από την ομάδα «Igolo».
Επομένως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτός, καθότι κρίνεται αναξιόπιστος για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι, γενικά, είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αξίωση για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται με ουσιαστικό τρόπο και με επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αυτή εδράζεται. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγουμένως της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αίτησής του.
Συναφώς, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως έλλειψη σχετικών στοιχείων. Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του και το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, καθώς και το γεγονός ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητάς του, φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μία γνήσια προσωπική εμπειρία αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του (βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57).
Ωστόσο, οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του Αιτητή δεν προσδίδουν στον εν λόγω ισχυρισμό την αναγκαία βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία του. Αντιθέτως, η πληθώρα αντιφάσεων στις απαντήσεις του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και οι ασάφειες που παρατηρούνται κατά την προβολή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης απορρέοντα από τους ισχυρισμούς του.
Υπενθυμίζεται ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών προς θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον αιτούντα, ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να αποδείξει ότι πληροί, βάσει των πραγματικών περιστατικών, τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα ή για τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Συναφώς, έχει κριθεί ότι ο αιτών οφείλει να θεμελιώσει με ειλικρίνεια και επάρκεια τους ισχυρισμούς του (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1875/08, ημερ. 01.03.2010· βλ. επίσης Farhan Khalil v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1119/2009, ημερ. 31.01.2012, καθώς και το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής απέτυχε να πράξει τούτο.
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία όμως δεν έγιναν αποδεκτά (αξιολόγηση της αξιοπιστίας) και βάση αυτών έκριναν στη συνέχεια ότι δεν υπήρχε πιθανότητα ο Αιτητής να υποβαλλόταν σε μεταχείριση που συνιστούσε δίωξη ή σοβαρή βλάβη (εκτίμηση κινδύνου). Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημά του περί φόβου δίωξής του από την ομάδα που ήταν μέλος και ο πατέρας του ήταν το γεγονός της μη απόδειξης της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του και του κλονισμού της αξιοπιστίας του, εξαιτίας ουσιωδών ελλείψεων, αδυναμιών και αντιφατικών απαντήσεων επί του αφηγήματός του κατά τη συνέντευξή του. Αυτό το εμπόδιο αναγνωρίζεται ρητά ως ένα από τα κωλύματα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, από τις πρόνοιες του Εγχειριδίου (Βλ. απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου EDWARD ESKANDAZ ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, 4/7/2013).
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[4], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η[5]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρία είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή, όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως[6]. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση ενός εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του.
Παράλληλα, οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000), Επί των όσων ανέφερε ο Αιτητής σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του Αιτητή στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Εξάλλου ούτε από άλλα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της υπόθεσης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο Αιτητής τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου δια μέσου των συνηγόρων του προκύπτουν κρίσιμα στοιχεία και περιστατικά που να θεμελιώνουν «σοβαρούς λόγους» οι οποίοι να οδηγούν στην κρίση ότι ο Αιτητής μπορεί εύλογα να φοβάται, υπό το πρίσμα της ατομικής του κατάστασης, ότι πράγματι θα υπόκειται σε πράξεις δίωξης[7] υπό τη μορφή δίωξης από τα μέλη της προαναφερθείσας ομάδας “Igolo”, αλλά ούτε προκύπτει ότι θα υποστεί πράξεις οι οποίες να είναι αρκετά σοβαρές από τη φύση τους ή από την επανάληψη ώστε να αποτελούν σοβαρή παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή συσσώρευση μέτρων επαρκώς σοβαρών που επηρεάζουν ένα άτομο με παρόμοιο τρόπο.[8]
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου φόβου» στον ορισμό του πρόσφυγα αποτελεί κατ’ ουσίαν ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Στην εκτίμηση αυτή λαμβάνονται υπόψη τόσο η ατομική κατάσταση του εκάστοτε αιτητή όσο και οι πληροφορίες που αφορούν τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής του. Συναφώς, η αξιολόγηση επικεντρώνεται, αφενός, στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή κατά πόσον ο φόβος του αιτητή είναι τρέχων, και, αφετέρου, στο ότι η έννοια του «βάσιμου φόβου» στηρίζεται σε εκτίμηση κινδύνου μελλοντοστραφή (άρθρο 4 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).
Σύμφωνα με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ (Οδηγία για την Αναγνώριση) και την Οδηγία 2013/32/ΕΕ (Οδηγία για τις Διαδικασίες Ασύλου), οι δείκτες αξιοπιστίας σχετίζονται με την αξιολόγηση της συνέπειας και της αληθοφάνειας των ισχυρισμών του αιτούντος. Ειδικότερα, το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προβλέπει ότι η αξιολόγηση της αίτησης πρέπει να βασίζεται σε όλα τα συναφή στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (COI), ενώ οι ισχυρισμοί του αιτούντος οφείλουν να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια. Περαιτέρω, το άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση διεξαγωγής αμερόληπτης και αντικειμενικής εξέτασης της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αξιοπιστία του αιτούντος όσο και τη διαθεσιμότητα αποδεικτικών στοιχείων. Σε περίπτωση που οι ισχυρισμοί δεν υποστηρίζονται από πληροφορίες σχετικές με τη χώρα καταγωγής, ενδέχεται να ανακύψουν αμφιβολίες ως προς την αντικειμενική και εξωτερική συνέπεια των ισχυρισμών, την αληθοφάνειά τους και τη συμβατότητά τους με γενικά γνωστά γεγονότα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παράγραφος 5 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αξιοπιστία του αιτούντος. Συναφώς, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας συνίσταται στην εξέταση κατά πόσον οι δηλώσεις του αιτούντος παρουσιάζουν συνοχή, επαρκή λεπτομέρεια, ευλογοφάνεια και συμβατότητα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Όπως επισημαίνεται τόσο στη σχετική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ένας αιτών κρίνεται αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του είναι συνεκτικοί, εύλογοι και δεν αντιφάσκουν με γενικώς γνωστά γεγονότα (βλ. J.K. and Others v. Sweden, αρ. προσφ. 59166/12, παρ. 53).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πραγματοποιείται σε δύο στάδια: αφενός στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αίτηση και αφετέρου στη νομική αξιολόγηση των στοιχείων αυτών προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας (βλ. C-277/11, M. v. Minister for Justice, Equality and Law Reform, απόφαση ημερ. 22.11.2012).
Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες ή επαρκείς λεπτομέρειες προς στήριξη των ισχυρισμών του, ούτε να στοιχειοθετήσει βάσιμο φόβο δίωξης. Ως εκ τούτου, δεν πληρούται η προϋπόθεση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του. Λαμβάνοντας υπόψη τόσο την έλλειψη τεκμηριωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας όσο και τις αντιφάσεις που προκύπτουν σε σχέση με τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπως αναλύθηκε εκτενώς ανωτέρω ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί και, συνεπώς, απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του κάθε αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Ολόκληρο το ιστορικό στο οποίο βασίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή δεν αποδεικνύει την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει με αξιοπιστία και πειστικότητα τους ισχυρισμούς του, ώστε να ενταχθεί στον ορισμό του πρόσφυγα και να δικαιούται τα προνόμια του εν λόγω καθεστώτος.
Συνεπακόλουθα, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού δεν έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης στην περίπτωση του Αιτητή. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν προσκόμισε πρόσθετα στοιχεία ή μαρτυρία που να θεραπεύουν τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ως εκ τούτου, οι αντιφάσεις που διαπιστώθηκαν παραμένουν και η κρίση της διοίκησης κρίνεται ορθή, κρίση η οποία ενισχύεται και από την έρευνα που διεξήγαγε το Δικαστήριο αναφορικά με την «Igolo» (βλ. F.E.E. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ. 2407/22, ημερ. 21.02.2023).
Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί που έγιναν αποδεκτοί από τον αρμόδιο λειτουργό και υιοθετήθηκαν από το Δικαστήριο περιορίζονται στα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, στον τόπο καταγωγής και στον τόπο συνήθους διαμονής του. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης.
Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή περί φόβου δίωξης δεν κρίθηκε αξιόπιστος, η αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του περιορίζεται στα στοιχεία που έγιναν αποδεκτά, ήτοι στα προσωπικά του χαρακτηριστικά, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του. Επομένως, εξετάζεται κατά πόσον, επί τη βάσει των στοιχείων αυτών και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, προκύπτει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
Ως προς την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι φορέας Ηπατίτιδας Β και ανέφερε ότι η διάγνωση πραγματοποιήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του προσκόμισε ιατρικά έγγραφα από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στα οποία επιβεβαιώνεται η εν λόγω διάγνωση (βλ. ερυθρά 56 – Χ, 49 και 41–46 Δ.Φ.).
Παρότι δεν υποβλήθηκαν περαιτέρω ερωτήσεις στον Αιτητή αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού τεκμηριώνεται από τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα. Στο πλαίσιο της εξωτερικής αξιοπιστίας, σημειώνεται ότι τα εν λόγω έγγραφα προέρχονται από δημόσιο νοσοκομείο της Κυπριακής Δημοκρατίας, φέρουν τις σχετικές σφραγίδες και υπογραφές ιατρού και επιβεβαιώνουν ότι ο Αιτητής υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις οι οποίες κατέδειξαν τη συγκεκριμένη πάθηση και οδήγησαν σε περαιτέρω παραπομπή του σε ειδικό ιατρό. Από το περιεχόμενο των εγγράφων δεν προκύπτει η ακριβής θεραπευτική αγωγή που λαμβάνει ούτε η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, χωρίς όμως το γεγονός αυτό να επηρεάζει την αξιοπιστία τους ως προς τη διάγνωση της ασθένειας.
Σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε ουσιαστική έρευνα αναφορικά με το ζήτημα της υγείας του Αιτητή, παρά το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό είχε καταγραφεί στο προφίλ του. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το συγκεκριμένο σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται ελλιπώς αιτιολογημένο. Παρά ταύτα, το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας την εκ του νόμου παρεχόμενη αρμοδιότητά του για πλήρη και ex nunc εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, προχωρεί στην αξιολόγηση του ζητήματος (άρθρο 11(3)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018).
Ως προς την πρόσβαση σε θεραπεία στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι στη Νιγηρία έχουν υιοθετηθεί ήδη από το 2016 κατευθυντήριες γραμμές από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Υγείας για την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία της Ηπατίτιδας. Παρότι δεν υφίσταται εξειδικευμένο εθνικό ινστιτούτο αποκλειστικά για τη θεραπεία της συγκεκριμένης ασθένειας, η σχετική περίθαλψη παρέχεται μέσω εσωτερικών ιατρικών τμημάτων σε τριτοβάθμιες υγειονομικές εγκαταστάσεις, ιδίως σε αστικές περιοχές. Επιπλέον, από το 2005 λειτουργεί το Εθνικό Σύστημα Ασφάλισης Υγείας, το οποίο παρέχει ασφαλιστική κάλυψη μέσω διαφόρων προγραμμάτων, ενώ δραστηριοποιούνται και μη κυβερνητικές οργανώσεις που παρέχουν υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας της Ηπατίτιδας.[9]
Παρά το γεγονός ότι η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ενδέχεται να επηρεάζεται από οικονομικούς ή διαρθρωτικούς περιορισμούς, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής θα στερηθεί ουσιωδώς την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη ή ότι θα υπάρξει σκόπιμη αποστέρηση της αναγκαίας θεραπείας εις βάρος του.
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τις υποθέσεις M’Bodj (C-542/13) και M.P. (C-353/16), για να στοιχειοθετηθεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ – όπως αυτή ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου – απαιτείται η επίμαχη μεταχείριση να απορρέει από πράξη ή παράλειψη φορέα σοβαρής βλάβης. Δεν αρκεί, συνεπώς, η ύπαρξη γενικών ή διαρθρωτικών ελλείψεων στο σύστημα υγείας της χώρας καταγωγής ούτε η ενδεχόμενη οικονομική δυσχέρεια πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη, εφόσον δεν αποδεικνύεται πρόθεση στέρησης φροντίδας ή στοχευμένη δυσμενής μεταχείριση εις βάρος του αιτητή.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται η επιστροφή αλλοδαπού με σοβαρή ασθένεια να αντίκειται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι η επιστροφή θα οδηγήσει σε ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ή σε πρόωρο θάνατο λόγω ουσιώδους έλλειψης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στη χώρα προορισμού (βλ. Paposhvili v. Belgium, αρ. 41738/10· Savran v. Denmark, αρ. 57467/15· M.O. v. Switzerland, αρ. 41282/16).
Στην παρούσα υπόθεση, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας του Αιτητή πληροί το αυξημένο αυτό κατώφλι σοβαρότητας.
Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-663/21, η αρχή της μη επαναπροώθησης διακρίνεται από τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας, καθότι η τελευταία προϋποθέτει σκοπούμενη κακομεταχείριση ή παρέμβαση συγκεκριμένου φορέα σοβαρής βλάβης και όχι απλή αδυναμία ή ανεπάρκεια του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.
Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι η ιατρική κατάσταση του Αιτητή εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα κατά τα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ότι στοιχειοθετείται σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη αντικειμενικού και εξατομικευμένου εμποδίου επιστροφής δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ λόγω της κατάστασης της υγείας του.
Συνεπώς, η κατάσταση της υγείας του Αιτητή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας ούτε στοιχειοθετεί λόγο απαγόρευσης απομάκρυνσής του από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσον, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ως εκάστοτε τροποποιείται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του Νόμου, σοβαρή βλάβη συνιστά η επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει οποιονδήποτε τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ούτε ο ίδιος προέβαλε οποιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό, ούτε προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ότι υφίσταται διαδικασία ή απειλή επιβολής θανατικής ποινής εις βάρος του στη Νιγηρία. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(α) του Νόμου.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αφορά τον πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εξέταση του εν λόγω κινδύνου πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που να αφορούν τον ίδιο τον αιτητή.
Στην παρούσα περίπτωση, ο μόνος ουσιώδης ισχυρισμός που έγινε αποδεκτός αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του. Αντιθέτως, ο βασικός ισχυρισμός του περί δίωξης από μέλη της ομάδας «Igolo» κρίθηκε αναξιόπιστος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης του ενδεχόμενου κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει προσωπικό και πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία. Περαιτέρω, όπως εξετάστηκε ανωτέρω, η κατάσταση της υγείας του Αιτητή, ήτοι ότι είναι φορέας Ηπατίτιδας Β, δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, καθότι δεν προκύπτει ότι η ενδεχόμενη επιστροφή του θα συνεπαγόταν μεταχείριση που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω κατά πόσον η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση απομάκρυνσης αλλοδαπού, απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού και αποδεδειγμένου κινδύνου ότι το πρόσωπο θα υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο αυτό στη χώρα επιστροφής. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι ο κίνδυνος είναι εξατομικευμένος και όχι γενικός ή υποθετικός (βλ. Soering v. United Kingdom, αρ. προσφ. 14038/88, απόφ. 07.07.1989· Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06, απόφ. 28.02.2008· F.G. v. Sweden [GC], αρ. προσφ. 43611/11, απόφ. 23.03.2016).
Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη τέτοιου εξατομικευμένου κινδύνου. Οι ισχυρισμοί του περί δίωξης από την ομάδα «Igolo» κρίθηκαν, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί, ως αναξιόπιστοι και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση ενδεχόμενου κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου και τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, λόγω των προσωπικών του χαρακτηριστικών ή των ατομικών του περιστάσεων, διατρέχει πραγματικό και άμεσο κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.
Επιπλέον, όπως εξετάστηκε ανωτέρω, ούτε η κατάσταση της υγείας του Αιτητή δύναται να θεμελιώσει τέτοιο κίνδυνο, καθότι δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα συνεπαγόταν τέτοια επιδείνωση της υγείας του που να φθάνει το υψηλό κατώφλι σοβαρότητας που απαιτείται από τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται στην παρούσα υπόθεση παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji – Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram[10].
Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, παρατηρώ τα ακόλουθα: σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED για την χρονική περίοδο ενός έτους περίπου καταγράφηκαν στην πολιτεία Ebonyi, όπου ανήκει o τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, 29 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία προέκυψαν 45 απώλειες ανθρώπινων ζωών[11]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Ebonyi για το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 3.242.500[12].
Στη βάση των πληροφοριών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι στην πολιτεία Ebonyi της Νιγηρίας, ή γενικότερα στην περιοχή όπου διέμενε και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, επικρατεί κατάσταση αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης και συχνότητας ώστε να δημιουργείται, εκ μόνου του λόγου της παρουσίας του στην περιοχή, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, δεν προκύπτουν ιδιαίτερες ατομικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο τον οποίο ενδεχομένως διατρέχει ο Αιτητής σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, υπό το πρίσμα της λεγόμενης «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» που έχει αναπτυχθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΔΕΕ, C-901/19, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, απόφαση ημερ. 10.06.2021).
Συγκεκριμένα, ο Αιτητής είναι άτομο νεαρής ηλικίας, κάτοχος πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών, αυτόνομο και ικανό προς εργασία, ενώ δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε ιδιαίτερα στοιχεία ευαλωτότητας. Επιπλέον, διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, δεδομένου ότι εκεί εξακολουθούν να διαμένουν η μητέρα και τα αδέλφια του, καθώς και η σύζυγός του με τα τέκνα τους, με τους οποίους διατηρεί τακτική επικοινωνία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης δεν στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση στον Αιτητή του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ούτε, εξάλλου, πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του Νόμου, αφού ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του Νόμου.
Η έρευνα της διοίκησης κρίνεται εν μέρει επαρκής, καθόσον οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε πλήρη διερεύνηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και σε αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει των αποδεκτών στοιχείων του προφίλ του Αιτητή. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων που επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25.6.1999).
Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρουσίασε ελλείψεις όσον αφορά τη διερεύνηση της κατάστασης της υγείας του Αιτητή, γεγονός που επηρεάζει την πληρότητα της δέουσας έρευνας ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη το ίδιο σε σχετική διερεύνηση, ασκώντας την αρμοδιότητά του για πλήρη και ex nunc εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, προς διασφάλιση της πληρότητας της αξιολόγησης του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Τέλος, σημειώνεται ότι, δυνάμει του Διατάγματος του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), η χώρα καταγωγής του Αιτητή έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας. Ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιουσδήποτε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή στοιχεία που να αφορούν προσωπικά τον ίδιο και να είναι ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο αυτό. Στην αξιολόγηση αυτή λαμβάνεται υπόψη και η ικανότητα του κράτους να παρέχει προστασία στους πολίτες του από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους (βλ. άρθρο 12Βτρις(2) του περί Προσφύγων Νόμου). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η διεθνής προστασία έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της προστασίας που οφείλει καταρχήν να παρέχει η χώρα καταγωγής.
Κατά συνέπεια, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Ωστόσο, ενόψει της διαπιστωθείσας ελλείψεως ως προς τη διερεύνηση του ζητήματος της υγείας του Αιτητή, κρίνω ορθότερο να επιδικαστούν μειωμένα έξοδα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα ύψους €400 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εις βάρος του Αιτητή.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[2] Ecoi.net, “Briefing Notes Summary: Nigeria – January to June 2023”, Author: Federal Office for Migration and Refugees, 30/06/2023, p. 9 – 10, https://milo.bamf.de/OTCS/cs.exe/fetchcsui/%2D28838520/Deutschland._Bundesamt_f%FCr_Migration_und_Fl%FCchtlinge%2C_Briefing_Notes_Zusammenfassung_%96_Nigeria%2C_Januar_bis_Juni_2023%2C_30.06.2023_ENG.pdf?nodeid=28862405&vernum=-2 (assessed on 28/01/2026)
[3] Ecoi.net, “Briefing Notes Summary: Nigeria – January to June 2023”, Author: Federal Office for Migration and Refugees, 30/06/2023, p. 9 – 10, https://milo.bamf.de/OTCS/cs.exe/fetchcsui/%2D28838520/Deutschland._Bundesamt_f%FCr_Migration_und_Fl%FCchtlinge%2C_Briefing_Notes_Zusammenfassung_%96_Nigeria%2C_Januar_bis_Juni_2023%2C_30.06.2023_ENG.pdf?nodeid=28862405&vernum=-2 (assessed on 28/01/2026)
[4] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[5] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[6] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[7] Υπόθεση ΔΕΕ C‑199/12 to C‑201/12, Y and Z, 7 Νοεμβρίου 2013 Παρ. 76
[8] Βλ. 3Γ (1) Ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000 (6(I)/2000)
[9] European Union Agency for Asylum – E.U.A.A., “Medical Country of Origin Information Report: Nigeria”, April 2022, p. 62 – 63 και 66 – 67,
[10] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, https://warwatch.ch/explore/ (assessed on 28/01/2026)
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Region: Ebonyi, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 16/01/2025), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 28/01/2026)
[12] City Population - Nigeria, Ebonyi, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA011__ebonyi/ (assessed on 28/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο