ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3578/2024
18 Μαρτίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.B.L.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
............................................
Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Γεωργία Καρατσιόλη για Χρύσα Ματθαίου, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Κάλια Σάββα για Ιωάννα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 28/07/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της, για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 17/01/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 18/01/2022, η αιτήτρια παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 13/05/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum – στο εξής: «E.U.A.A.») και της παραχωρήθηκε δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 26/07/2024 ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης στις 28/07/2024. Στις 06/09/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία επισυνάφθηκε η απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας. Η επιστολή παραλήφθηκε από την αιτήτρια αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα. Έπειτα, η αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, κατά την δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Από την πλευρά της, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι η αιτητρια φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε η αιτήτρια να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό, περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου που προωθεί η αιτήτρια. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, εξαιτίας του θείου της ο οποίος την αναζητεί για να την σκοτώσει λόγω της κληρονομιάς του πατέρα της. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, ο θείος της πώλησε την περιουσία του πατέρα της και δεν άφησε τίποτα στην αιτήτρια. Όταν η αιτήτρια τον κατήγγειλε, ο θείος της εξαγριώθηκε και επιθυμούσε να την σκοτώσει για να εξασφαλίσει τη σιωπή της. Έτσι, η αιτήτρια έφτασε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να ζητήσει διεθνή προστασία (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 12 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Kinshasa. Σε ηλικία περί των 9-10 ετών μετακόμισαν στην περιοχή Lingwala, στο σπίτι του παππού της και περίπου 3 χρόνια αργότερα επέστρεψε στο σπίτι του πατέρα της στη Kinshasa. To 2006, η αιτήτρια μετακόμισε για μικρό χρονικό διάστημα (3 μήνες) στο σπίτι του πατέρα των τέκνων της στη περιοχή Selimbao της πόλης Kinshasa και μαζί διέμεναν από το 2008-2016 στην κοινότητα Bubu της Kinshasa. To 2016 επέστρεψε στη Kinshasa όπου και παρέμεινε μέχρι το 2021. Τον Μάρτιο του έτους 2021 φιλοξενήθηκε στο σπίτι του πάστορα στην περιοχή Ipen της Kinshasa, όπου και παρέμεινε μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα της (ερυθρό 69 x1-x2 του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με την εθνοτική της καταγωγή η αιτήτρια δήλωσε ότι είναι Mutando, ενώ ως προς της θρησκευτικές της πεποιθήσεις δήλωσε χριστιανή ευαγγελική. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο η αιτήτρια ανέφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μητρική της γλώσσα είναι η Kikongo, ομιλεί την Lingala και μερικώς την γαλλική (ερυθρό 73 x1-x3 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια δήλωσε ότι στη χώρα της δεν εργάστηκε ποτέ, λόγω της δυσκολίας που υπάρχει στην εξεύρεση εργασίας, παρά τις προσπάθειές της για εξεύρεση εργασίας. Οικονομικά υποστήριζε την οικογένεια ο πατέρας της, όμως μετά τον θάνατό του η επιβίωση για την αιτήτρια ήταν δύσκολη (ερυθρό 69 x1 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε άγαμη μητέρα ενός παιδιού, που απέκτησε με τον αιτητή διεθνούς προστασίας, σύντροφό της στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερυθρό 73 x5-6x και ερυθρό 50 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια είναι μητέρα ακόμα τριών τέκνων τα οποία βρίσκονται στην χώρα καταγωγής της, συγκεκριμένα στην περιοχή Selembao της πόλης Kinshasa. Τα παιδιά της διαμένουν με την αδερφή του πατέρα τους και η αιτήτρια διατηρεί επικοινωνία μαζί τους (ερυθρό 72x1 του διοικητικού φακέλου). Ως προς τα μέλη της πατρικής της οικογένειας, η αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε περί τα τέλη του 2016, αρχές του 2017 και δεν γνωρίζει που βρίσκεται η μητέρα της καθότι την τελευταία φορά που είχε επικοινωνία μαζί της ήταν προτού εγκαταλείψει τη χώρα της. Η αιτήτρια επιπρόσθετα ανέφερε ότι έχει δύο αδερφές και τρεις αδερφούς με τους οποίους δεν διατηρεί επικοινωνία. Ανέφερε επιπλέον ότι οι στενοί συγγενείς στη χώρα της είναι η θεία και ο θείος της, τα αδέρφια του πατέρα της (ερυθρό 71 x1 και 70 x1 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της εξαιτίας του θείου της, αδερφού του πατέρα της. Ειδικότερα ανέφερε ότι μετά το θάνατο του πατέρα της, ο θείος της οικειοποιήθηκε την περιουσία του και την πώλησε, με αποτέλεσμα την δύσκολη επιβίωσή τους. Όταν η αιτήτρια σε συνάντηση που είχε με το θείο της του ζήτησε να της εξηγήσει γιατί προέβη σε αυτή την ενέργεια, ο θείος της την έδιωξε και την πληροφόρησε ότι δεν μπορούν να στραφούν εναντίον του γιατί δεν διέθεταν χρήματα. Κάποια πρόσωπα πρότειναν στην αιτήτρια να υποβάλει καταγγελία στις αρχές όπως και εν τέλει έπραξε, όμως στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι ο θείος της δωροδόκησε κάποια πρόσωπα που τάχθηκαν υπέρ του, λέγοντας στην αιτήτρια ότι ο θείος της είχε δίκαιο, αφού όλα ανήκαν στον αδερφό του (πατέρα της αιτήτριας).
Η αιτήτρια επισκέφθηκε τον πάστορά της, ο οποίος προσπάθησε φιλικά να επιλύσει το ζήτημα καλώντας το θείο της αιτήτριας να του εξηγήσει ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό, αφού ταλαιπωρεί τα παιδιά του αδερφού του. Μετά την συνάντηση, ο θείος της αιτήτριας έστελνε τους εγκληματίες «Kuluna» για να τους απειλούν. Η αιτήτρια περιέγραψε περιστατικό κατά το οποίο ο θείος της την επισκέφθηκε τη στιγμή που μαγείρευε και την τραυμάτισε στο χέρι με το καυτό σκεύος απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει επειδή αντιστεκόταν στο θέλημά του. Η αιτήτρια αναφέρθηκε περαιτέρω σε άλλες περιπτώσεις όπου το βράδυ οι «Kuluna» την επισκέπτονταν στο σπίτι με μαχαίρια και την αναζητούσαν. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε περιστατικό όπου ενώ βρισκόταν στο δωμάτιό της, κάποιο πρόσωπο προσπάθησε να παλέψει μαζί της. Επειδή οι απειλές ήταν πολλές, αιτήτρια κατέφυγε στο πάστορά της (ερυθρό 67 x1 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα η αιτήτρια να αναφέρει τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της ανέφερε ότι φοβάται το θείο τη καθότι αν την εντοπίσει θα την σκοτώσει, προσθέτοντας ότι ο λόγος που θα την σκοτώσει είναι γιατί ζητά τα υπάρχοντα του πατέρα της. Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει τι φοβάται ότι θα συμβεί στο παιδί της σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής, η αιτήτρια επανέλαβε ότι φοβάται τον θείο της ο οποίος απείλησε ότι θα σκοτώσει την ίδια και ότι θα μπορούσε να βλάψει το παιδί της (ερυθρό 67 x1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Αναφορικά με τη περιουσία του πατέρα της, η αιτητρια δήλωσε ότι αυτή αποτελείται από ακίνητη ιδιοκτησία και αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο πατέρας της ήταν ιδιοκτήτης 5 λεωφορείων, ενός οικοπέδου στην περιοχή Matadi Kibala στην Kinshasa αξίας 50.000 δολαρίων και του σπιτιού που διαβιούσαν στην Kinshasa, με εκτιμημένη αξία στις 450.000 δολάρια. Η αξία των λεωφορείων όπως δήλωσε η αιτήτρια ανέρχεται στα 8.000 με 10.000 δολάρια το κάθε ένα (ερυθρό 66 x1 του διοικητικού φακέλου). Κατόπιν σχετικής ερώτησης, η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της ήταν μηχανικός και ιδιοκτήτης γκαράζ στην Kinshasa (ερυθρό 66 x2 του διοικητικού φακέλου). Κληθείσα να αναφέρει τα αίτια του θανάτου του πατέρα της δήλωσε ότι ο τελευταίος απεβίωσε μετά από ανακοπή καρδιάς (ερυθρό 65 x1 του διοικητικού φακέλου).
Σε ερωτήματα αναφορικά με το θείο της, η αιτήτρια δήλωσε ότι αυτός ονομάζεται «J.B.S.» και τον χαρακτήρισε ως κακό άνθρωπο. Ανέφερε πρόσθετα ότι ο θείος της διέμενε στο πατρικό τους σπίτι για διάστημα 2 χρόνων, από το 2015 μέχρι τα τέλη του 2016 επειδή ο πατέρας της προγραμμάτιζε να συνεργαστεί επιχειρηματικά μαζί του. Η αιτήτρια δήλωσε ότι πριν τον θάνατο του πατέρα της δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα από τον θείο της και ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν περί το 2017 όταν ο πατέρας της νοσηλεύτηκε και ανέλαβε τις επιχειρήσεις του (ερυθρά 65 και 64 x1 του διοικητικού φακέλου). Κληθείσα στη συνέχεια να εξηγήσει πως πραγματοποιήθηκε η πώληση της περιουσίας του πατέρα της από τον θείο της, η αιτήτρια ανέφερε ότι το 2017, μετά το θάνατο του πατέρα της, ο θείος της τους ενημέρωσε με τον δικηγόρο του ότι αυτός καθίσταται υπεύθυνος για την περιουσία του αδερφού του και πως ό, τι χρειάζονταν θα έπρεπε να το ζητούν από αυτόν. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο θείος της ζήτησε από τον αδερφό της αιτήτριας να του παραδώσει όλα τα σχετικά έγγραφα της περιουσίας και ο τελευταίος το έπραξε αφού πίστεψε ότι θα τους βοηθούσε και θα τους φρόντιζε. Η αιτήτρια τοποθέτησε χρονικά την συνάντηση αυτή τον Απρίλιο του 2018. Όταν ο αδερφός της αιτήτριας προσπάθησε να του μιλήσει, ο θείος τους φρόντισε να φυλακιστεί (ο αδερφός της) μετά από συμπλοκή που είχαν μεταξύ τους. Όμως επειδή ο αδερφός της ήταν δυνατότερος, ο θείος τους δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, έτσι κάλεσε την αστυνομία και αφού δωροδόκησε κάποιους, ο αδερφός της αιτήτριας φυλακίστηκε. Όταν αποφυλακίστηκε μετέβη στο Bakongo (ερυθρό 64 x2-x3 και ερυθρό 63 x1, του διοικητικού φακέλου).
Στη συνέχεια, κληθείσα η αιτήτρια να αναφέρει πως η ίδια προσωπικά επηρεάστηκε από το ζήτημα της περιουσίας, δήλωσε ότι το έτος 2020, όταν ζήτησε από τον θείο της να ενημερωθεί γιατί αυτός πώλησε την περιουσία του, ο θείος της ξεκίνησε να την απειλεί. Εξήγησε ότι τον αντιμετώπισε ζητώντας του το λόγο των όσων έπραξε (να προβεί σε πώληση της περιουσίας) και αυτός αποκρίθηκε ότι πρόκειται για την περιουσία του αδερφού του. Ακολούθως την επόμενη μέρα η αιτήτρια μετέβη στις αστυνομικές αρχές και επανέλαβε ότι επειδή τους πλήρωσε, τον υπερασπίστηκαν (ερυθρό 63 x2, του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να εξηγήσει τι έγινε όταν επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα, η αιτήτρια ανέφερε ότι της ζήτησαν χρήματα, τα οποία τους έδωσε για να καλέσουν το θείο της στο τμήμα. Ερωτηθείσα για τον λόγο που πλήρωσε, αποκρίθηκε ότι αυτή είναι η πρακτική στη χώρα της. Ως προς το τι συνέβη μετά την άφιξη του θείου της, η αιτήτρια ανέφερε ότι κάλεσαν και αυτή και τον θείο της να καταθέσουν και εν τέλει αποφάσισαν ότι ο θείος της είναι υπεύθυνος για την περιουσία του αδερφού του. Η μητέρα της αιτήτριας τους ανέφερε ότι αυτό είναι παράνομο και ότι το σωστό είναι η περιουσία να διανεμηθεί στα παιδιά του (ερυθρό 62 x1 του διοικητικού φακέλου).
Πρόσθετα, η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο μέρος να διαμένει επειδή μετακινούνταν (για να κρύβεται) αφού όταν την εντόπιζε ο θείος της έστελνε τους Kuluna. Μετά από διάφορες μετακινήσεις σε διαφορετικές περιοχές η αιτήτρια ανέφερε ότι το 2021 μετέβη στο σπίτι του πάστορά της, χωρίς να έχει οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα και τα αδέρφια της γιατί αναγκαζόταν να κρύβεται (ερυθρό 62 x4 και ερυθρό 61 x 1 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τις απειλές που δέχτηκε από τον θείο της, η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτός επιθυμούσε να την σκοτώσει. Επανέλαβε το περιστατικό που την τραυμάτισε με μαγειρικό σκεύος και επίσης αναφέρθηκε σε έτερο περιστατικό που συνέβη σύμφωνα με την αιτήτρια το έτος 2019, κατά το οποίο ο θείος της εισήλθε στο δωμάτιό της και προσπάθησε να την πνίξει, λέγοντάς της ότι θα την σκοτώσει. Όπως εξήγησε, ο θείος της επιθυμούσε να σκοτώσει την αιτήτρια γιατί ήταν η μόνη η οποία αντιστεκόταν και που είχε το θάρρος να απαιτήσει την περιουσία του πατέρα τους (ερυθρό 62 x4, ερυθρό 61 x1 και ερυθρό 60 x1 του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με τους «Kuluna», η αιτήτρια ανέφερε ότι την πρώτη φορά την επισκέφθηκαν στο σπίτι της το 2019. Ισχυρίστηκε πως άκουσε θόρυβο και αντιλήφθηκε ότι ερχόντουσαν και είδε ότι κρατούσαν μαχαίρια. Εισερχόμενοι στο σπίτι άκουσε ότι την αναζητούσαν. Η μητέρα της τους πληροφόρησε ότι η αιτήτρια δε βρισκόταν στο σπίτι και έτσι, καταστρέφοντας διάφορα αντικείμενα αποχώρησαν.
Κληθείσα να εξηγήσει προηγούμενη αναφορά της ότι απαίτησε από το θείο της την περιουσία του πατέρα της το 2020, σε αντίθεση με την αναφορά της για τους «Kuluna», ότι πρώτη φορά την επισκέφθηκαν το 2019 (προγενέστερα της συνάντησης με το θείο της και της αρχής των προβλημάτων της) η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι όταν της επιτέθηκαν οι «Kuluna» το 2019, δεν γνώριζε ότι τους έστειλε ο θείος της (ερυθρό 59 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να περιγράψει την δεύτερη επίθεση από τους «Kuluna», η αιτήτρια ανέφερε ότι όταν διέμενε στο Kawka, έφτασαν με μαχαίρια και τραυμάτισαν ένα από τα μέλη της οικογένειας του πάστορα, τοποθετώντας χρονικά το συγκεκριμένο περιστατικό στα τέλη του 2020. Όπως δήλωσε, η ίδια δεν ήταν παρούσα, αλλά κάποιος την πληροφόρησε ότι την αναζητούσαν (ερυθρό 58x1 του διοικητικού φακέλου).
Για το αν η ίδια έχει βιώσει προσωπικά κάτι από τους «Kuluna», η αιτήτρια ανέφερε ότι στις αρχές του 2021 όταν βρισκόταν στην περιοχή Ipen, στο δρόμο της επιτέθηκε ένας από αυτούς. Ειδικότερα, εξήγησε ότι ενώ βρισκόταν σε ταξί, αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός άλλαξε διαδρομή. Όταν η αιτήτρια ρώτησε για την εν λόγω αλλαγή την πληροφόρησαν ότι κάποιος τους έστειλε να την πάρουν, στο αυτοκίνητο βρίσκονταν 4 μασκοφορεμένα άτομα, οι «Kuluna» και ο οδηγός. Ένας από αυτούς είπε στην αιτήτρια ότι τους έστειλε ο αδερφός του πατέρα της. Ακολούθως η αιτήτρια ανέφερε ότι της ζήτησαν να πληρώσει για να την αφήσουν ελεύθερη με την προϋπόθεση να εγκαταλείψει τη χώρα. Κληθείσα να εξηγήσει πως αφού ενώ την έψαχναν σε διάφορα μέρη, τη στιγμή που τελικά την εντόπισαν την άφησαν ελεύθερη και την συμβούλευσαν να εγκαταλείψει τη χώρα, η αιτήτρια απάντησε ότι ένας από αυτούς είπε να την αφήσουν να φύγει και να εγκαταλείψει τη χώρα και κάποιος άλλος πρότεινε να την σκοτώσουν. Η αιτήτρια κλαίγοντας και ικετεύοντας, κάποιος από αυτούς είπε να πάρουν ότι είχε μαζί της και έτσι τους έδωσε 100 δολάρια, το τηλέφωνο της και τα κοσμήματά της (ερυθρό 57 x1 και ερυθρό 56 x1 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το ταξίδι της, η αιτήτρια δήλωσε πως το οργάνωσε ο πάστορας και ανέφερε ότι δεν έχει πλέον επικοινωνία μαζί του (ερυθρό 56 του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την προηγούμενη αναφορά της για την φιλική προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος από τον πάστορα, η αιτήτρια δήλωσε ότι τη μέρα της συνάντησης, ο πάστορας έκανε μια προσευχή και ακολούθως συμβούλευσε τον θείο της να σταματήσει τις πράξεις που διαπράττει καθότι τα παιδιά του αδερφού του υποφέρουν. Ωστόσο, ο θείος αρνήθηκε και τους είπε ότι το θέμα δεν ήταν προς συζήτηση (ερυθρά 55 και 54 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της και ότι οι αρχές της χώρας θα επιτρέψουν την είσοδό της σε αυτή. Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει αν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια στο Lubumbashi, δήλωσε πως σε τέτοια περίπτωση θα αντιμετωπίσει προβλήματα γιατί η πόλη Lubumbashi βρίσκεται στη Λ.Δ.Κ. και μπορεί να την εντοπίσουν (ερυθρό 54 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A. αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε η αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της αιτήτριας ως κατωτέρω: (1) Την ταυτότητα, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας και (2) ισχυρισμούς για τις απειλές κατά της ζωής της που δέχτηκε η αιτήτρια από τον θείο της από το έτος 2017 μέχρι το 2020, λόγω ιδιοκτησιακής διαφοράς.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της αιτήτριας, σχετικά με την ταυτότητα το προφίλ, την χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία αλλά και το γεγονός ότι η αιτήτρια απέκτησε τέκνο, κατά την παραμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς οι δηλώσεις της κρίθηκαν συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες και λεπτομερείς αναφορές. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι σε σχέση με τα προβλήματα που ισχυρίστηκε ότι της προκάλεσε ο θείος της, δεν παρείχε συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες, παρά μόνο περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές παρά το ότι της δόθηκε η ευκαιρία να παράσχει παραδείγματα των προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το θείο της.
Σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης της περιουσίας του πατέρα της από τον θείο της, κρίθηκε από τον λειτουργό ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες και σαφείς πληροφορίες. Κρίθηκε περαιτέρω από τον λειτουργό ότι η αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικές αναφορές, ότι μετά το θάνατο του πατέρα της, ο θείος της τους ζήτησε τα έγγραφα των περιουσιακών στοιχείων και ότι δόθηκαν σε αυτό από τον αδερφό της, επειδή ο τελευταίος θεωρούσε ότι ο θείος τους θα τους φρόντιζε. Ο λειτουργός εντόπισε ασυνέπειες ως προς το χρόνο που ο θείος της έλαβε τα εν λόγω έγγραφα.
Ακόμα, ο λειτουργός επεσήμανε στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι σε σχέση με τις ισχυριζόμενες απειλές από τον θείο της, ότι το 2020 την απείλησε χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές για την μεταξύ τους συνάντηση και την καταγγελία που υπέβαλε η αιτήτρια στην αστυνομία.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ο θείος της δωροδόκησε την αστυνομία για να τον υποστηρίξει, η αιτήτρια δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει τα λεγόμενά της και να δώσει σαφή απάντηση, αναφέροντας μόνο ότι έτσι λειτουργούν τα πράγματα στη χώρα της.
Αναφορικά με την υποβολή της καταγγελίας στις αρχές, ο λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τι ακριβώς κατήγγειλε στην αστυνομία, αναφέροντας γενικά ότι προσέφυγε για τα δικαιώματά της. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μετακινούνταν συνεχώς επειδή δεν είχε στέγη, ωστόσο ο λειτουργός έκρινε ότι παρουσίασε ασυνέπειες στις δηλώσεις της σχετικά με τους τόπους διαμονής της την περίοδο 2016–2021, τις οποίες δεν μπόρεσε να διευκρινίσει. Σχετικά με τις σοβαρές απειλές και επιθέσεις που από την αρχή της συνέντευξης της η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τον θείο της, αν και αναφέρθηκε σε τρία συγκεκριμένα περιστατικά, δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για κανένα από αυτά, παρά το ότι είχε άμεση συμμετοχή σε αυτά.
Ειδικότερα, στο πρώτο περιστατικό με το τηγάνι, η αιτήτρια ανέφερε ότι ο θείος της προσπάθησε να την χτυπήσει κατά τη διάρκεια διαπληκτισμού για τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα της, αλλά χτύπησε το τηγάνι, το οποίο έπεσε στο χέρι της προκαλώντας της έγκαυμα. Όσον αφορά το δεύτερο περιστατικό, όταν ο θείος της προσπάθησε να την βλάψει στο δωμάτιό της, δήλωσε ότι αυτό συνέβη το 2019 και ότι την άρπαξε από το λαιμό λέγοντάς της ότι θα την σκοτώσει, χωρίς να δώσει περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες. Στο περιστατικό με τους «Kuluna» το 2019, η αιτήτρια ανέφερε ότι άκουσε θορύβους στο σπίτι της, είδε τους «Kuluna» να εισέρχονται, να ρωτούν για αυτήν και να σπάνε αντικείμενα, χωρίς να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες ή να εξηγήσει γιατί την αναζητούσαν συγκεκριμένα, δεδομένου ότι προηγουμένως ανέφερε ότι ο θείος της την είχε στοχοποιήσει το έτος 2020. Όταν της τέθηκε το ζήτημα της χρονικής ασυνέπειας, απάντησε ότι δεν γνώριζαν ότι ο θείος της έστειλε τους «Kuluna» να τους επιτεθούν, αλλά το σκέφτηκε όταν ο θείος της της είπε το 2020 ότι θα την σκοτώσει.
Η αιτήτρια ομοίως κρίθηκε από τον λειτουργό ότι, δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με το περιστατικό από τους «Kuluna» στη περιοχή Kawka, ως προς το πως την εντόπισαν στο συγκεκριμένο μέρος, δίνοντας αόριστη και γενική απάντηση, χωρίς λεπτομέρειες. Αναφερόμενη η αιτήτρια στο περιστατικό που συνέβη στις αρχές του 2021 όπου μέλη των «Kuluna», την πλησίασαν με ταξί στην περιοχή Kinshasa, ο λειτουργός και πάλι έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες για το πως βρέθηκαν ξαφνικά στο ταξί, ούτε γιατί την άφησαν ελεύθερη, παρότι στόχος τους ήταν να την σκοτώσουν.
Τέλος, λαμβανομένων υπόψη ότι η αιτήτρια είναι μορφωμένη και υγιής, καθώς και την άμεση συμμετοχή της σε όλα τα περιστατικά που αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλαδή από το 2017-2020, δηλαδή για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, ο λειτουργός έκρινε ότι θα αναμενόταν από αυτήν να παράσχει συγκεκριμένες, λεπτομερείς και συνεπείς δηλώσεις σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τον θείο της. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με τις εδαφικές διαμάχες στη Λ.Δ.Κ. όπου εντοπίστηκε ότι η πρόσβαση στη γη είναι βασική αιτία συγκρούσεων και εκτοπισμών στην ανατολική Λ.Δ.Κ. Το 2022 αποτέλεσε τη δεύτερη σημαντικότερη αιτία εκτοπισμού, ιδιαίτερα στη περιφέρεια ο North Kivu. Επίσης, ο λειτουργός επιβεβαίωσε και την ύπαρξη και δράση των εγκληματιών «Kuluna» στη Λ.Δ.Κ. Ο λειτουργός έκρινε ότι λόγω της υποκειμενικής φύσης των ισχυρισμών της αιτήτριας, τα όσα ανέφερε σχετικά με το θείο της και τις απειλές που δέχτηκε από αυτόν δεν είναι δυνατόν να επαληθευτούν συγκεκριμένα από εξωτερικές πηγές. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, των γεγονότων ότι είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, υγιής, ικανοποιητικά μορφωμένη με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση μελλοντοστραφούς κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας αλλά και στη πόλη Kinshasa, όπως επίσης παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στην πόλη Kinshasa αλλά και πληροφορίες σχετικά με την εκπαίδευση του ανήλικου τέκνου της στη Λ.Δ.Κ., ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα, να υποστούν μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στην χώρα καταγωγής τους, καθώς το ατομικό τους προφίλ δεν δημιουργεί οποιαδήποτε πιθανότητα δίωξής τους.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Στη συνέχεια, ο λειτουργός διαπίστωσε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετωπίσουν κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19, του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στον τόπο καταγωγής τους, στην οποία βρίσκεται ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της αιτήτριας και στην οποία αναμένεται να επιστρέψουν, δεν χαρακτηρίζεται από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά της ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της.
Τα όσα ανέφερε ο αρμόδιος λειτουργός στην έκθεση/εισήγησή του τα εντοπίζω στη συνέντευξη της αιτήτριας και διαπιστώνω πως πράγματι σε πολλά σημεία, της αφήγησής της ενώ θα αναμενόταν να είναι σε θέση να δώσει περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες, η αιτήτρια απαντούσε με ασυνέπεια, γενικά και αόριστα. Παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός έθεσε επαρκείς ερωτήσεις στην αιτήτρια ώστε να διευκρινίσει πτυχές της ιστορίας της που ενδεχομένως να προέκυπτε κίνδυνος προσωπικής δίωξής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Ειδικότερα, οι αποκρίσεις της αιτήτριας ήταν σε μεγάλο βαθμό γενικόλογες και αόριστες, με εμφανή την αδυναμία της αιτήτριας να εξηγήσει με συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο τις ασάφειες και ασυνέπειες που προέκυψαν από τα λεγόμενα της.
Επιπλέον παρατηρώ ότι εξέλειπε το στοιχείο της βιωματικότητας, δεδομένου ότι στα περιστατικά που εξιστόρησε η ίδια ήταν παρούσα. Παρατηρώ ακόμα, χρονικές ασυνέπειες στο αφήγημα της αιτήτριας, με σημαντικότερη ότι η ίδια ζήτησε το λόγο και αντιστάθηκε στη συμπεριφορά του θείου της το 2020 ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι ο θείος της έστειλε τους εγκληματίες «Kuluna» να την βλάψουν το 2019. Το αφήγημα της δεν ήταν ευλογοφανές καθώς οι ισχυρισμοί της παρουσιάζονται ασύνδετοι και δεν διαφαίνεται πως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός της σε γενικές και αόριστες αναφορές.
Προκειμένου να διαπιστώσω την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της αιτήτριας, ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με το περιουσιακό και ιδιοκτησιακό δίκαιο, την κληρονομική διαδοχή, αλλά και την διαφθορά στη Λ.Δ.Κ. Σύμφωνα με τη UNICEF την οποία επικαλείται σε ετήσια έκθεση του το US Department of State για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΛΔΚ, αναφέρεται «ότι πολλές χήρες δεν μπόρεσαν να κληρονομήσουν την περιουσία του νεκρού συζύγου τους, επειδή ο νόμος ορίζει ότι σε περίπτωση θανάτου που δεν υπάρχει διαθήκη, τα παιδιά του συζύγου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου (με την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζονταν επίσημα από τον πατέρα), και όχι η χήρα, έχουν προτεραιότητα όσον αφορά την κληρονομιά»[1]. Αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, έκθεση του Freedom house αναφέρει ότι «αν και το σύνταγμα απαγορεύει τις διακρίσεις κατά των γυναικών, ορισμένοι νόμοι και εθιμικές πρακτικές θέτουν τις γυναίκες σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την κληρονομιά και την ιδιοκτησία γης»[2].
Σε σχέση με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή, το άρθρο 758 του Οικογενειακού Κώδικα της ΛΔΚ αναφέρεται στους κανόνες περί διαδοχής και ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο αποβιώσας κληρονομείται από το παιδί του (τα παιδιά συνιστούν την 1η τάξη κληρονομίας), την σύζυγο (συντρέχει στην 2η τάξη κληρονομίας με τους γονείς και τα αδέλφια του αποβιώσαντος, όπου η σύζυγος, οι ανιόντες και τα αδέλφια του αποβιώσαντος συνιστούν ξεχωριστές ομάδες μέσα στην ίδια τάξη) και τους μητρικούς ή πατρικούς θείους και θείες οι οποίοι συνιστούν την 3η τάξη επί της διαδοχής»[3]. Το επόμενο άρθρο προβλέπει ότι «οι κληρονόμοι της πρώτης κατηγορίας λαμβάνουν τα τρία τέταρτα της κληρονομιάς[...].»[4]. Σύμφωνα με το άρθρο 760 του ως άνω Κώδικα, «οι κληρονόμοι της δεύτερης τάξης λαμβάνουν την λοιπή κληρονομιά εάν οι κληρονόμοι της πρώτης τάξης υφίστανται και εάν δεν υπάρχουν λαμβάνουν το σύνολο της κληρονομιάς. Οι τρεις ομάδες λαμβάνουν η κάθε μία το ένα δωδέκατο της κληρονομίας. Όταν, με το θάνατο του αποβιώσαντος, δύο ομάδες αντιπροσωπεύονται μόνες, η κάθε μια λαμβάνει το ένα όγδοο της κληρονομίας, και το λοιπό μεταφέρεται στους κληρονόμους της πρώτης τάξης»[5].
Αναφορικά με τη διαφθορά στο σύστημα της ΛΔΚ, παρατηρείται πως η επίλυση ιδιωτικών και προσωπικών διαφορών λειτουργεί μέσα σε ένα διπλό νομικό σύστημα που περιλαμβάνει τόσο την τυπική (κρατική) νομοθεσία, όσο και το εθιμικό δίκαιο. Το νομικό σύστημα της ΛΔΚ βασίζεται στον Αστικό Κώδικα και επηρεάζεται από γαλλο-βελγικές νομικές αρχές. Ρυθμίζει διάφορους τομείς του ιδιωτικού δικαίου, όπως τις οικογενειακές σχέσεις, τις υποχρεώσεις, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη διαδοχή (κληρονομικό δίκαιο). Η δικαστική εξουσία δομείται σε διάφορα επίπεδα, με τα Ειρηνοδικεία (Tribunaux de Paix) να αποτελούν το πρώτο επίπεδο για αστικές και μικρές ποινικές υποθέσεις. Για παράδειγμα, το Tribunal de Paix de Gombe στην Κινσάσα[6] διαχειρίζεται οικογενειακές διαφορές, κληρονομικές υποθέσεις και ιδιοκτησιακά ζητήματα στην περιοχή του.[7]
Παράλληλα με το τυπικό νομικό σύστημα, το εθιμικό δίκαιο παραμένει ιδιαίτερα ισχυρό, ειδικά στις αγροτικές περιοχές. Ρυθμίζει θέματα όπως ο γάμος, το διαζύγιο, η κληρονομιά και η ιδιοκτησία γης. Είναι προσανατολισμένο και βασίζεται σε τοπικές παραδόσεις. Παρόλο που το Σύνταγμα της ΛΔΚ αναγνωρίζει την υπεροχή του κρατικού δικαίου, περίπου το 75% των διαφορών στη χώρα επιλύονται μέσω εθιμικών διαδικασιών. Ωστόσο, υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ του εθιμικού δικαίου και της κρατικής νομοθεσίας, ειδικά σε θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των γυναικών και την κληρονομική διαδοχή[8].
Παρά το υβριδικό σύστημα δικαιοσύνης, υπάρχουν πολλαπλές προκλήσεις που δυσχεραίνουν την αποτελεσματική επίλυση των διαφορών[9]. Το κρατικό δικαστικό σύστημα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα διαφθοράς και πολιτικής παρέμβασης. Πολλοί πολίτες δεν εμπιστεύονται τα κρατικά δικαστήρια, με αποτέλεσμα να προτιμούν την εθιμική δικαιοσύνη. Στις ανατολικές περιοχές της χώρας, όπου δρουν ένοπλες ομάδες, η επιβολή του νόμου είναι εξαιρετικά δύσκολη[10]. Περαιτέρω, στη ΛΔΚ, η κρατική προστασία αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις λόγω των συνεχιζόμενων ένοπλων συγκρούσεων, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιοχές. Αυτό έχει οδηγήσει σε μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών[11]. Ωστόσο η Κινσάσα, η πρωτεύουσα της ΛΔΚ, απολαμβάνει καλύτερη ασφάλεια σε σύγκριση με τις εμπόλεμες ανατολικές περιοχές.
Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει ότι η αιτήτρια και τα αδέρφια της έχουν προτεραιότητα στη περιουσία του πατέρα τους, καθότι αποτελούν την πρώτη τάξη κληρονόμων. Επίσης παρά την συνταγματική προστασία των διακρίσεων κατά των γυναικών εντούτοις αυτές βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε ζητήματα κληρονομιάς και ιδιοκτησίας γης. Η πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας στη χώρα επηρεάζεται σημαντικά από διαφθορά, έλλειψη ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, πολιτική παρέμβαση και τη σύγκρουση μεταξύ κρατικού και εθιμικού δικαίου. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια , υποστηρίζονται σε ένα βαθμό από τις πηγές πληροφόρησης αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να κριθούν αξιόπιστοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, εφόσον πρέπει να τεκμηριώνεται και η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της. Ούτως ή άλλως τα ζητήματα που θέτει η αιτήτρια είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της, εφόσον προέβη σε αοριστίες και γενικολογίες κατά το αφήγημά της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[12]. To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια όπου αναμένεται η αιτήτρια να επιστρέψει [13] Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[14]. Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι στην Κινσάσα, όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι αιτητές, δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης καθώς η κατάσταση ασφαλείας χαρακτηρίζεται ως σταθερή.
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης το έτος 2026) σημειώθηκαν στην πόλη Kinshasa συνολικά 153 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 53 ανθρώπινες απώλειες[15]. Ο συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της πόλης Kinshasa ανέρχεται στους 18.552.800 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2026[16]. Κατά συνέπεια, η επαρχία της Kinshasa, την οποία θεωρώ ως την περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι θα διατρέξει η ίδια ή το ανήλικο τέκνο της οποιονδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Σε σχέση με το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας θα πρέπει να αναφερθεί πως δεν είναι διάδικο μέρος στη δικαστική διαδικασία και πως πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο στα πλαίσια αξιολόγησης του προφίλ της αιτήτριας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημάνω πως η αιτήτρια δεν εξέφρασε οποιοδήποτε κίνδυνο ή φόβο για το ανήλικο τέκνο της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και δεν έχει αποδείξει οποιοδήποτε δεσμό του ανήλικου τέκνου της με την Κυπριακή Δημοκρατία. Δόθηκε η ευκαιρία στη συνήγορο της αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου να επιχειρηματολογήσει για το ζήτημα αυτό, ακόμα και μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης αλλά και προφορικά στην ενώπιον μου διαδικασία και να αναφέρει όσα η ίδια επιθυμούσε επί τούτου. Ούτε για τον πατέρα του παιδιού και για τη σχέση του με το παιδί πρόβαλε οτιδήποτε σχετικό.
Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκε σε πρόσφατη απόφαση ο αδελφός μου Δικαστή κύριος Χριστοφόρου στα πλαίσια την υπόθεσης υπ' αριθμόν 567/2024, FLV v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15/12/2025, με τα ευρήματα του οποίου συμφωνώ και στην οποία αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Εν προκειμένω λοιπόν, ως εκ της ως άνω νομολογίας προκύπτει, δεδομένου ότι δέκτης της επίδικης απόφασης επιστροφής είναι ο πατέρας και όχι το ανήλικο καθ' αυτό, η μόνη πτυχή που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι αυτή που αφορά το δικαίωμα του ανηλίκου στην οικογενειακή ζωή και του πως αυτή επηρεάζεται από την επιστροφή του πατέρα του ανηλίκου. Εν προκειμένω όμως ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε προς τούτο και συνεπώς παραμένει άγνωστη η κατάληξη της αιτήσεως διεθνούς προστασίας της μητέρας του ανηλίκου (ή αν εκκρεμεί ακόμα), η εθνικότητα της, καθώς και όλοι οι λοιποί παράμετροι που εξετάζονται, ως αποτυπώνονται στο πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ, C-112/20, M. A., μεταξύ των οποίων η σχέση εξάρτησης που αυτό διατηρεί με τον εδώ αιτητή, η ένταση του συναισθηματικού του δεσμού με το παιδί και ο κίνδυνος που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον αιτητή. Ουδεμία λοιπόν στάθμιση δύναται να γίνει των ως άνω παραμέτρων, η δε ύπαρξη και μόνο του ανήλικου τέκνου του αιτητή δεν αρκεί από μόνη της, δεδομένων των ως άνω, για να καταστήσει ακυρωτέα την επίδικη απόφαση επιστροφής.»
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετωπίσουν κατά την επιστροφή τους κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας όπου αναμένεται να επιστρέψουν, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχουν κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή τους. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι γυναίκα, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα διατρέξουν κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους και συγκεκριμένα στην Kinshasa της Λ.Δ.Κ. Πρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί πως το αρμόδιο όργανο ανέτρεξε σε πηγές πληροφόρησης για ζητήματα που αφορούν το παιδί μεταξύ αυτών βεβαίως και της εκπαίδευσής του, οι οποίες επίσης προσμετρούνται στην αξιολόγηση του αιτήματος της αιτήτριας.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή αυτής και του ανήλικου τέκνου της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτούς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα της αιτήτριας για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος της αιτήτριας, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USDOS - US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html
[2] Freedom House, Freedom in the World 2023 - Democratic Republic of the Congo, 2023, https://www.ecoi.net/en/file/local/2096524/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf
[3] CODE DE LA FAMILLE, «Article 758: CHAPITRE II DES REGLES GENERALES DE LA SUCCESSION AB INTESTAThttp://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm
[4] CODE DE LA FAMILLE, « Article 759: Les héritiers de la première catégorie reçoivent les trois quarts de l'hérédité [.].»,http://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm
[5] Congo, CODE DE LA FAMILLE,http://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm
[6] [Ordinance 79-105 establishing the seats and jurisdictions of the peace courts of the city of Kinshasa] (PDF). Droitcongolais.info (in French). Kinshasa, Democratic Republic of the Congo. 28 September 1979. p. 1. Retrieved 26 June 2024, "Ordonnance 79-105 fixant les sièges et ressorts des tribunaux de paix de la ville de Kinshasa"
[7] PROELIUM LAW LLP - Democratic republic of Congo Legal Profile https://proeliumlaw.com/democratic-republic-of-congo-legal-profile/
[8] Global Citizenship Observatory - Report on Citizenship Law: Democratic Republic of Congo - Country Report February 2022, https://www.ecoi.net/en/file/local/2105981/RSC_GLOBALCIT_CR_2022_1.pdf,
[9] A Human Rights Agenda for the Democratic Republic of Congo, March 6, 2024, https://www.hrw.org/news/2024/03/06/human-rights-agenda-democratic-republic-congo
[10] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo; Security situation in Kasai Central region [Q33-2024], 3 June 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2110277/2024_06_EUAA_COI_Query_Response_Q33_Democratic_Republic_of_Congo_Security_Situation_Kasai_Central_Region.pdf
[11] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo - Update IV, March 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2122583/unhcr_position_on_returns_to_the_drc_-_march_2025_final.pdf
[12] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord
[13] [11] International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo
[14] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html
[15]Country Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[16] World Population Review, DRC, Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο