ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
31 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.H.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Μαρία Μπαγιαζίδου (κα) Δικηγόρος για Αιτητή
Χριστίνα Δημητρίου (κα), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 31/07/2023, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 26/09/2023, δυνάμει της οποίας έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν. Στις 03.04.2019 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, και αυθημερόν του εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 12.07.2023, πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της EUAA. Στη συνέχεια, στις 21.07.2023, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν. Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 31.07.2023, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του.
Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 26.09.2023, ενώ στις 06.10.2023 αυτός καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, υπό τον αριθμό 3682/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ακολούθως, δια της συνηγόρου του, ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη, καθότι εκδόθηκε κατόπιν διαδικασίας που παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Σύνταγμα, ιδίως ως προς το σκέλος που αφορά τη διαταγή επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Υποστηρίζει ότι η απόφαση συνεπάγεται παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, τόσο του ίδιου του Αιτητή όσο και της συντρόφου και του ανήλικου τέκνου του. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η απόφαση παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 15 του Συντάγματος, αναφορικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και την οικογενειακή ενότητα.
Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και/ή χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, καθώς και ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού του Αιτητή, προβάλλει ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν υπέβαλε τις κατάλληλες ερωτήσεις, ώστε να του παρασχεθεί η δυνατότητα να εκθέσει με πληρότητα τους φόβους και τα περιστατικά που τους θεμελιώνουν, παρά το ότι ο Αιτητής ήταν σε θέση να παράσχει εύλογες και επαρκείς απαντήσεις.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά. Επικαλούνται δε ότι η απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει.
Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή επαναλαμβάνει τους ως άνω ισχυρισμούς, πλην όμως δηλώνει ότι αποσύρει τον ισχυρισμό περί έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης από αναρμόδιο όργανο.
Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι με την απαντητική αγόρευση κατατέθηκαν έγγραφα που αφορούν τη σύντροφό του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι αυτή αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, ότι της έχει αναγνωριστεί καθεστώς διεθνούς προστασίας και ότι με τον Αιτητή έχουν αποκτήσει ανήλικο τέκνο. Υποστήριξε ότι τα στοιχεία αυτά επηρεάζουν άμεσα την υπόθεση, ιδίως ως προς το ενδεχόμενο επιστροφής του στο Καμερούν, καθότι τυχόν επιστροφή του θα συνεπάγεται τον αποχωρισμό του από την οικογένειά του, της οποίας αποτελεί τον κύριο οικονομικό στυλοβάτη, ενώ η σύντροφός του αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα.
Περαιτέρω, υποστήριξε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, ιδίως υπό το πρίσμα της πιθανής απομάκρυνσης του πατέρα του από την οικογένεια, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη στέρηση της οικονομικής του στήριξης, δεδομένης της αδυναμίας της μητέρας να εργαστεί λόγω της κατάστασης της υγείας της.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση ανέφεραν ότι το πιστοποιητικό γέννησης του ανηλίκου είχε ήδη υποβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία και περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο, πλην όμως υποστήριξαν ότι τα λοιπά έγγραφα που κατατέθηκαν με την απαντητική αγόρευση δεν αφορούν τον ίδιο τον Αιτητή ούτε σχετίζονται άμεσα με την παρούσα διαδικασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ:
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τους λοιπούς ισχυρισμούς του, οι οποίοι, κατά το πλείστον, άπτονται της ουσιαστικής εκτίμησης της αίτησης διεθνούς προστασίας και των πραγματικών περιστατικών που τη διέπουν.
Συναφώς, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, δυνάμει του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δύναται να εξετάζει την υπόθεση επί της ουσίας, καθόσον η παρούσα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11(2) και (3) του εν λόγω Νόμου, το οποίο καθιερώνει πλήρη έλεγχο τόσο ως προς τη νομιμότητα όσο και ως προς την ορθότητα της προσβαλλόμενης πράξης.(βλ. Singh (Έφεση Αρ. 26/2020), ΔΕΕ C-556/17 Τοrubarov, απόφαση ΔΕΕ ημερ. 29.7.2019, σκέψη 54)
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε.1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την καταγραφή τους, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της επικρατούσας πολιτικής κρίσης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι απώλεσε μέλη της οικογένειάς του εξαιτίας της εν λόγω κρίσης, ενώ και η δική του ζωή τέθηκε σε κίνδυνο, με αποτέλεσμα, με τη συνδρομή πρακτορείου, να εγκαταλείψει τη χώρα του και να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 3–1 Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείς και ανατραφείς στην πόλη Kumba της περιφέρειας Southwest. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών του σπουδών διέμενε στην πόλη Buea και, μετά την αποφοίτησή του, επέστρεψε στην Kumba. Ως προς το θρήσκευμα, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός και ότι ανήκει στη φυλή Bafanji. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι άγαμος και ότι με τη σύντροφό του έχει αποκτήσει ανήλικο τέκνο.
Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς του διαμένουν στη Γερμανία τα τελευταία είκοσι πέντε έτη, ενώ είχε έναν αδελφό, ο οποίος απεβίωσε στο πλαίσιο της κρίσης. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος Οικονομικών Σπουδών από το Πανεπιστήμιο της Buea, ενώ ομιλεί την αγγλική γλώσσα και τη διάλεκτο bafanji. Τέλος, αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα στο Καμερούν, δήλωσε ότι κατά την περίοδο 2011–2016 διατηρούσε ιδιόκτητη επιχείρηση πώλησης ενδυμάτων.
Κληθείς να εκθέσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 36 Δ.Φ.), ο Αιτητής δήλωσε, κατά την προσωπική του συνέντευξη της 12.07.2023, ότι αποχώρησε λόγω της επικρατούσας κρίσης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η εν λόγω κρίση επηρέασε άμεσα τον ίδιο και την οικογένειά του, καθότι ο αδελφός του δολοφονήθηκε, καθώς θεωρήθηκε τρομοκράτης, ενώ και ο ίδιος κατηγορήθηκε, κατ’ αναλογία με τον αδελφό του, ως αντικυβερνητικός. Περαιτέρω, δήλωσε ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του από την αστυνομία και ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν υπήρχε δυνατότητα παραμονής του στο Καμερούν.
Αναφορικά με τον φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του, δήλωσε ότι θα τεθεί υπό κράτηση και θα φυλακιστεί.
Ως προς τον αδελφό του, ανέφερε ότι ήταν μέλος των αυτονομιστών μαχητών «Ambazonians» από τον Μάιο του 2015, ενώ η δολοφονία του έλαβε χώρα το 2019, κατόπιν πυροβολισμού στην πόλη Kumba.
Σε σχέση με τη δική του εμπλοκή, ο Αιτητής δήλωσε ότι συμμετείχε σε συναντήσεις και δραστηριότητες των εν λόγω μαχητών, χωρίς ωστόσο να αποτελεί επίσημο μέλος. Κληθείς να διευκρινίσει τη συμμετοχή του, παρά τη μη ένταξή του ως μέλος, ανέφερε ότι οι συναντήσεις ήταν ανοικτές και μπορούσε να συμμετέχει οποιοσδήποτε προς υποστήριξη, ενώ ο ίδιος, ως επιχειρηματίας, συμμετείχε και για λόγους ασφάλειας.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι υποστήριζε τους εν λόγω αυτονομιστές, εκφράζοντας απόψεις και παρέχοντας ιδέες ως προς τις ενέργειές τους. Όπως ανέφερε, συμμετείχε σε συναντήσεις τους κατ’ επανάληψη, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει ακριβή αριθμό, αναφέροντας ότι αυτό συνέβαινε «τις περισσότερες φορές». Κατά τα λεγόμενά του, η πρώτη συμμετοχή του σε τέτοια συνάντηση έλαβε χώρα στις 02.04.2015, ενώ η τελευταία τον Φεβρουάριο του 2019.
Ερωτηθείς γιατί, παρά την υποστήριξή του προς το εν λόγω κίνημα, δεν εντάχθηκε στις τάξεις του, όπως ο αδελφός του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ασχολείτο με την επιχείρησή του και ότι, παρόλο που κατά την επίμαχη περίοδο πολλοί προέβαιναν σε ένοπλη δράση, η ένταξη στους «Ambazonians» δεν αποτελούσε επιλογή για τον ίδιο.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, ενώ βρισκόταν στο Καμερούν, δέχθηκε απειλή από τον στρατό, η οποία συνίστατο στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος του στις 20.03.2019, το οποίο και προσκόμισε. Ανέφερε ότι το εν λόγω ένταλμα εκδόθηκε την ίδια ημέρα με τον θάνατο του αδελφού του, καθότι οι αρχές μετέβησαν στην οικία τους στο πλαίσιο έρευνας για τον εντοπισμό του αδελφού του και, μη ανευρόντος αυτού, του επέδωσαν το σχετικό ένταλμα.
Ερωτηθείς εάν είχε δεχθεί οποιαδήποτε άλλη απειλή πριν ή μετά τον θάνατο του αδελφού του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι δεν είχε αντιμετωπίσει άλλη μορφή δίωξης πέραν του εν λόγω εντάλματος σύλληψης.
Αναφορικά με την αντίδρασή του, δήλωσε ότι, κατόπιν της επίδοσης του εντάλματος, θεώρησε ότι δεν μπορούσε να παραμείνει στον τόπο κατοικίας του και ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την πόλη, καθώς η ζωή του τελούσε υπό κίνδυνο.
Σε σχέση με τις κατηγορίες που του αποδίδονται στο ένταλμα σύλληψης, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι αρχές τον συνδέουν με τον αδελφό του, ο οποίος θεωρείται τρομοκράτης, και ότι τον κατηγορούν λόγω της υποτιθέμενης υποστήριξής του προς τους αυτονομιστές. Όταν του επισημάνθηκε ότι στο έγγραφο αναφέρονται κατηγορίες περί απόσχισης, ένοπλης εξέγερσης και τρομοκρατίας, χωρίς ρητή αναφορά στον αδελφό του, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι κατηγορίες αυτές απορρέουν από τη σχέση του με τον αδελφό του και από την αντίληψη των αρχών ότι υποστηρίζει τους «Ambazonians».
Ο Αιτητής δήλωσε ότι αποφάσισε να εγκαταλείψει το Καμερούν αμέσως μετά την παραλαβή του εντάλματος σύλληψης. Ερωτηθείς εάν προέβη σε οποιαδήποτε νομική ενέργεια ή εάν συμβουλεύτηκε δικηγόρο πριν την αναχώρησή του, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι δεν εξέτασε το ενδεχόμενο αυτό.
Περαιτέρω, ερωτηθείς πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει από το διεθνές αεροδρόμιο, παρά την ύπαρξη εκκρεμούς εντάλματος σύλληψης εις βάρος του, δήλωσε ότι βοηθήθηκε από γυναίκα στρατιωτικό, φίλη του πατέρα του. Όπως ανέφερε, ο πατέρας του επικοινώνησε μαζί της και εκείνη διευκόλυνε την αναχώρησή του.
Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι εγκατέλειψε την πόλη Kumba και μετέβη στην περιφέρεια Littoral, στην πόλη Douala, όπου, κατά τα λεγόμενά του, δεν επικρατούσε κρίση και δεν εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Στη συνέχεια, ήλθε σε επαφή με διαμεσολαβητή (agent), ο οποίος διευθέτησε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα.
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:
- Αντίγραφο άδειας οδήγησης, εκδοθείσας στις 13.10.2015 στην Kumba από τη Δημοκρατία του Καμερούν (βλ. ερ. 24 Δ.Φ.).
- Αντίγραφο πιστοποιητικού γέννησης, εκδοθέντος από τη Δημοκρατία του Καμερούν στις 25.10.2018.
- Αντίγραφο εντάλματος σύλληψης, εκδοθέντος από το High Court of Meme, Southwest Division, στις 20.03.2019 (βλ. ερ. 29 Δ.Φ.).
- Πιστοποιητικό γέννησης ανήλικου τέκνου, εκδοθέν από την Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 27 Δ.Φ.).»
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός προσδιόρισε δύο ουσιώδεις πυρήνες ισχυρισμών.
Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής θεωρήθηκε από τις αρχές του Καμερούν ως αυτονομιστής, κατόπιν του θανάτου του αδελφού του, ο οποίος φέρεται να ήταν μέλος των «Ambazonians», ισχυρισμός ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν επέδειξε την απαιτούμενη συνέπεια και επάρκεια λεπτομέρειας στις δηλώσεις του. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε έλλειψη συνέπειας ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της κρίσης στο Καμερούν, καθότι ο Αιτητής την τοποθέτησε στο έτος 2015, ενώ εξωτερικές πηγές παραπέμπουν σε διαφορετική χρονική περίοδο.
Περαιτέρω, ως προς τις δραστηριότητες του αδελφού του, παρά τον ισχυρισμό ότι αυτός του εκμυστηρευόταν και συζητούσε τις ενέργειές του μαζί του, ο Αιτητής προέβη σε αόριστες και γενικόλογες αναφορές, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι ο αδελφός του μετέβαινε στο μέτωπο για να επιτεθεί στον στρατό. Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με τη δράση και τον ρόλο του αδελφού του ως μέλους των «Ambazonians», παρά το γεγονός ότι, κατά τα λεγόμενά του, διέμεναν μαζί.
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό του ότι παρευρισκόταν σε συναντήσεις των αυτονομιστών προκειμένου να διασφαλίσει την προσωπική του ασφάλεια, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του στερούνταν επαρκούς λεπτομέρειας. Ειδικότερα, όταν του ζητήθηκε να αναπτύξει περαιτέρω τη συμμετοχή του στις εν λόγω συναντήσεις, ο Αιτητής παρέμεινε λακωνικός και αόριστος. Κληθείς δε να παραθέσει συγκεκριμένο παράδειγμα της συμβολής του, ανέφερε ότι παρότρυνε τους συμμετέχοντες να αποφεύγουν τη χρήση όπλων και να επιλέγουν ειρηνικά μέσα, όπως «στυλό και χαρτί», δήλωση η οποία κρίθηκε γενικόλογη και ανεπαρκώς συγκεκριμένη.
Περαιτέρω, κληθείς να περιγράψει το περιεχόμενο του εντάλματος σύλληψης, ο Αιτητής δεν κατέστη σε θέση να παραθέσει σαφή και λεπτομερή στοιχεία ούτε να εξηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο τους λόγους για τους οποίους καταζητείται. Περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές ότι καταζητείται λόγω της ιδιότητας του αδελφού του ως τρομοκράτη και της υποτιθέμενης κοινής δράσης τους κατά της κυβέρνησης. Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης αναφέρεται αποκλειστικά στη φερόμενη εμπλοκή του ίδιου του Αιτητή με τους αυτονομιστές, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον αδελφό του.
Επιπλέον, λήφθηκε υπόψη ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Καμερούν χωρίς να συμβουλευτεί δικηγόρο ή να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη νομική ενέργεια, παρά το γεγονός ότι, κατά τα λεγόμενά του, είχε εκδοθεί εις βάρος του ένταλμα σύλληψης. Περαιτέρω, κρίθηκε προβληματικός ο ισχυρισμός του ότι, ενώ καταζητείτο, κατόρθωσε να αναχωρήσει από το διεθνές αεροδρόμιο της χώρας, αποδίδοντας τούτο στο ότι δεν καταζητείτο στην πόλη Douala αλλά μόνο στην Kumba, ισχυρισμός που κρίθηκε ως ανεπαρκώς τεκμηριωμένος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, λόγω του εγγενώς προσωπικού χαρακτήρα των δηλώσεων του Αιτητή, δεν ήταν δυνατός ο άμεσος εξωτερικός έλεγχός τους. Ωστόσο, μέρος των ισχυρισμών του συνάδει με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες καταγράφονται πολυάριθμα περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, δολοφονιών και βασανιστηρίων από κρατικές δυνάμεις ασφαλείας.
Περαιτέρω, ως προς το αντίγραφο εντάλματος σύλληψης που φέρεται να εκδόθηκε από τη Δημοκρατία του Καμερούν στις 20.03.2019 (βλ. ερ. 29 Δ.Φ.), ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αυθεντικότητά του δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί. Σημειώθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το περιεχόμενό του ούτε να προσδιορίσει τα αδικήματα για τα οποία φέρεται να καταζητείται, παρά το ότι του δόθηκε σχετική ευκαιρία κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Παρά το γεγονός ότι το έγγραφο φέρει επίσημη σφραγίδα και εμφανίζεται τυπικώς συμπληρωμένο, κρίθηκε ότι δεν υποστηρίζει επαρκώς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ενόψει της αοριστίας και της έλλειψης συνοχής που χαρακτηρίζει τις δηλώσεις του Αιτητή.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, στη βάση του πρώτου ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι είναι υπήκοος Καμερούν, άνδρας υγιής και ικανός προς εργασία, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο, ανήκει στη φυλή Bafanji, είναι Χριστιανός Καθολικός και πατέρας ενός τέκνου, καθώς και τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμήθηκε ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών αδιάκριτης βίας στην περιοχή συνήθους διαμονής του, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εκτίθεται σε τέτοιο βαθμό κινδύνου ώστε να πληρούνται οι σχετικές νομικές προϋποθέσεις.
Ακολούθως, κατά τη νομική αξιολόγηση, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου. Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 19(2)(α) και (β), διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.
Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(γ), κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας, απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Επιπλέον, δεν τεκμηριώνεται ότι οι προσωπικές του περιστάσεις, ως επαρκώς μορφωμένου, υγιούς και ικανού προς εργασία άνδρα, αυξάνουν τον σχετικό κίνδυνο. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί, υπό το φως των νομοθετημένων προνοιών, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού όσο και τους ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, συμφωνώ με την αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση, καθότι ο ισχυρισμός αυτός τεκμηριώνεται επαρκώς μέσω των προσκομισθέντων αποδεικτικών εγγράφων και του διοικητικού φακέλου.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι θεωρήθηκε από τις αρχές του Καμερούν ως αυτονομιστής και καταζητείται λόγω της φερόμενης σύνδεσής του με τους «Ambazonians», το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόρριψή του από τον αρμόδιο λειτουργό ως αναξιόπιστου είναι ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου προκύπτει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από έλλειψη εσωτερικής συνοχής, ασάφεια και απουσία ουσιώδους λεπτομέρειας ως προς κρίσιμα στοιχεία του προβαλλόμενου ισχυρισμού. Παρά τον ισχυρισμό του ότι ο αδελφός του ήταν ενεργό μέλος των «Ambazonians» και ότι μοιραζόταν μαζί του τις δραστηριότητές του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες ως προς τη φύση, τον ρόλο ή τη δράση του αδελφού του, περιοριζόμενος σε γενικόλογες και αόριστες αναφορές. Η εν λόγω έλλειψη γνώσης δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί στενής επαφής και κοινής διαβίωσης.
Περαιτέρω, ως προς τη δική του εμπλοκή, ο Αιτητής προέβη σε ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις, αναφέροντας αφενός ότι δεν ήταν μέλος του κινήματος, αφετέρου ότι συμμετείχε επανειλημμένα σε συναντήσεις και δραστηριότητές του, τις οποίες μάλιστα χαρακτήρισε ως συχνές και μαζικές, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τη φύση, τη συχνότητα ή το περιεχόμενο της συμμετοχής του. Οι σχετικές αναφορές του παρέμειναν επιφανειακές, χωρίς ουσιαστική περιγραφή συγκεκριμένων περιστατικών, γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του περί ενεργού παρουσίας του.
Η δε αιτιολόγηση που προέβαλε, ότι συμμετείχε στις εν λόγω συναντήσεις για λόγους προσωπικής ασφάλειας, δεν κρίνεται πειστική, καθότι δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά ή εύλογη εξήγηση, ενώ αντιθέτως εμφανίζεται εσωτερικά αντιφατική, δεδομένου ότι η συμμετοχή σε δραστηριότητες αυτονομιστικών ομάδων θα μπορούσε ευλόγως να ενισχύσει, και όχι να αποτρέψει, τον κίνδυνο στοχοποίησης.
Επιπλέον, προκύπτουν αντιφάσεις ως προς ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού του. Ενδεικτικά, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι οι αρχές μετέβησαν στην οικία του στο πλαίσιο έρευνας, εν συνεχεία ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε αλληλεπίδραση με την αστυνομία, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία της αφήγησής του.
Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται με επαρκή και πειστικό τρόπο ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές. Πέραν γενικών αναφορών περί κατηγοριών λόγω της σχέσης του με τον αδελφό του και της φερόμενης υποστήριξής του προς τους «Ambazonians», δεν προκύπτουν συγκεκριμένα περιστατικά καταδίωξης, παρακολούθησης ή επαναλαμβανόμενων απειλών εις βάρος του, στοιχεία που θα αναμένονταν σε περίπτωση πραγματικής στοχοποίησης.
Τέλος, οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται συνολικά από έλλειψη λεπτομέρειας και σαφήνειας ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού του, γεγονός που δεν συνάδει με την αναμενόμενη γνώση και εμπειρία προσώπου που φέρεται να είχε άμεση και συστηματική επαφή με το εν λόγω κίνημα.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή περί εσφαλμένης εκτίμησης της αξιοπιστίας του, καθώς και ως προς την επίκληση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης προς ενίσχυση των ισχυρισμών του, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τα προβαλλόμενα. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη τη συνοχή, τη σαφήνεια και τη λεπτομέρεια της αφήγησής του, καθώς και τη συμφωνία αυτής με τα λοιπά διαθέσιμα στοιχεία. Οι διαπιστωθείσες ασάφειες και ελλείψεις σε ουσιώδη σημεία των ισχυρισμών του αποτέλεσαν θεμιτή βάση για τη διαμόρφωση δυσμενών συμπερασμάτων ως προς την αξιοπιστία του.
Περαιτέρω, οι γενικές πληροφορίες που προκύπτουν από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, παρότι δύνανται να τεκμηριώνουν ένα ευρύτερο πλαίσιο ανασφάλειας, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να θεμελιώσουν την ατομική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, ούτε να υποκαταστήσουν την απαιτούμενη εξατομικευμένη τεκμηρίωση προσωπικού κινδύνου. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση νομίμως έκρινε ότι τα προβαλλόμενα περιστατικά δεν αποδείχθηκαν σε βαθμό που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί ισχυρισμοί απορρίπτονται.
Το Δικαστήριο προχωρεί στη συναξιολόγηση του προσκομισθέντος αντιγράφου εντάλματος σύλληψης, το οποίο φέρεται να εκδόθηκε από τις αρχές του Καμερούν στις 20.03.2019 (βλ. ερ. 29 Δ.Φ.), λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω στοιχείο αποτέλεσε ήδη αντικείμενο εκτίμησης από τη Διοίκηση κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, στο πλαίσιο ελέγχου της νομιμότητας και της επάρκειας της σχετικής αιτιολογίας.
Κατ’ αρχάς, σημειώνεται ότι η αυθεντικότητα του εν λόγω εγγράφου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί από τον αρμόδιο λειτουργό. Παρά το γεγονός ότι το έγγραφο φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά επίσημου εγγράφου, όπως σφραγίδα και πλήρωση των σχετικών πεδίων, τούτο δεν αρκεί αφ’ εαυτού για την επιβεβαίωση της γνησιότητάς του.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το περιεχόμενο του εγγράφου ούτε να προσδιορίσει με σαφήνεια τα αδικήματα για τα οποία φέρεται να καταζητείται, παρά το ότι του δόθηκε σχετική ευκαιρία κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Οι αναφορές του παρέμειναν γενικές και αόριστες, αποδίδοντας τις κατηγορίες κυρίως στη σχέση του με τον αδελφό του, χωρίς να συνάδουν με το περιεχόμενο του ίδιου του εγγράφου.
Προς περαιτέρω αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας του εγγράφου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες για το νομικό πλαίσιο που διέπει την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης στο Καμερούν. Σύμφωνα με σχετική πληροφόρηση της EUAA (2025)[1], τα εντάλματα σύλληψης εκδίδονται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από αρμόδια δικαστική αρχή και πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένα ταυτοποιητικά στοιχεία του προσώπου, καθώς και σαφή αναφορά στο αδίκημα, να φέρουν δε ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι, σε περίπτωση μη εντοπισμού του προσώπου, το ένταλμα επιδίδεται στον τελευταίο γνωστό τόπο κατοικίας του.[2][3]
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει βασικές πληροφορίες που θα αναμένονταν από πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί τέτοιο ένταλμα, όπως το ακριβές περιεχόμενο, οι κατηγορίες ή η διαδικασία έκδοσής του. Η έλλειψη αυτής της γνώσης, σε συνδυασμό με τη γενικότερη ασάφεια των δηλώσεών του, υπονομεύει την αξιοπιστία της επίκλησης του εγγράφου ως στοιχείου προσωπικής καταδίωξης.
Επιπλέον, διαπιστώνεται αναντιστοιχία μεταξύ των ισχυρισμών του Αιτητή και του περιεχομένου του εγγράφου, καθότι, ενώ ο ίδιος αποδίδει την καταδίωξή του στη συγγενική του σχέση με τον αδελφό του, το ένταλμα σύλληψης αναφέρεται σε κατηγορίες που αφορούν προσωπική εμπλοκή σε πράξεις όπως η απόσχιση, η ένοπλη εξέγερση και η τρομοκρατία, χωρίς ρητή αναφορά στον αδελφό του. Η εν λόγω απόκλιση υπονομεύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του ως προς τους λόγους καταδίωξής του.
Ακόμη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι το εν λόγω έγγραφο δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τη χρήση ή ενεργοποίησή του από τις αρχές, όπως ενέργειες σύλληψης, επαναλαμβανόμενες αναζητήσεις ή άλλες πράξεις καταδίωξης. Αντιθέτως, από τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια εις βάρος του πέραν της έκδοσης του εν λόγω εγγράφου.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ανεξαρτήτως της τυπικής εμφάνισης του εγγράφου, το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης δεν διαθέτει επαρκή αποδεικτική αξία ώστε να στηρίξει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί καταδίωξης, ιδίως όταν εξετάζεται σε συνδυασμό με τη γενικότερη αναξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή. Κατά συνέπεια, το εν λόγω στοιχείο δεν δύναται να ανατρέψει τα συμπεράσματα της Διοίκησης και ορθώς δεν έγινε αποδεκτό ως επαρκές αποδεικτικό μέσο.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα έγγραφα που προσκομίζονται προς στήριξη αίτησης διεθνούς προστασίας υπόκεινται στον ίδιο βαθμό αξιολόγησης και ελέγχου με τις δηλώσεις του αιτούντος και δεν εξετάζονται αποκομμένα από αυτές, αλλά στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα, στην υπόθεση RY κατά Secretary of State for the Home Department [2010] CSOH 65 (Court of Session, Outer House), το Δικαστήριο έκρινε ότι η διοίκηση δύναται να διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία προσκομιζόμενων εγγράφων, ιδίως όταν υφίστανται αρνητικά ευρήματα ως προς την αξιοπιστία του αιτούντος, καθώς και ενόψει της ευχερούς απόκτησης εγγράφων αμφίβολης προέλευσης.[4]
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο κρίνει ότι το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης δεν δύναται να αξιολογηθεί αυτοτελώς, αλλά πρέπει να συνεκτιμηθεί με το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή. Δεδομένου ότι οι δηλώσεις αυτές κρίθηκαν αναξιόπιστες και χαρακτηρίζονται από ασάφειες και αντιφάσεις, το εν λόγω έγγραφο δεν επαρκεί για να στηρίξει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.
Αντιθέτως, η αναντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου του εγγράφου και των δηλώσεων του Αιτητή, καθώς και η αδυναμία του τελευταίου να παράσχει βασικές πληροφορίες ως προς αυτό, αποδυναμώνουν περαιτέρω την αποδεικτική του αξία. Όταν υπάρχουν ισχυροί λόγοι αμφισβήτησης της ειλικρίνειας, ο αιτητής οφείλει να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τις ασυμφωνίες· διαφορετικά, οι αρχές δικαιούνται να θεωρήσουν ότι το έγγραφο δεν έχει αποδεικτική αξία. [5]
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Αιτητή και ορθώς δεν του αποδόθηκε ουσιώδες αποδεικτικό βάρος.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν πληροί τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας και, ως εκ τούτου, ορθώς απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κατάληξη του αρμόδιου λειτουργού. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διενήργησε πρόσθετη έρευνα σε αξιόπιστες και αναγνωρισμένες διεθνείς πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με τη μεταχείριση των πολιτών από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν, σε περιπτώσεις όπου τα άτομα αυτά φερόμενα να συντάσσονται ή να συνεργάζονται με ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες, ιδίως στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας.
Αναφορικά με τη μεταχείριση των ατόμων που θεωρούνται ως αυτονομιστές από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[6] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Northwest και Southwest περιοχές.[7]
Σύμφωνα με έκθεση του 2023 της Βελγικής CEDOCA, «παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαπράττονται τόσο από ένοπλες ομάδες όσο και από κυβερνητικές δυνάμεις. Οι αυτονομιστές ήταν υπεύθυνοι για ανθρωποκτονίες, απαγωγές, εκβιασμό και εκφοβισμό. Οι δυνάμεις του Καμερούν κατηγορούνται ότι διεξήγαγαν τιμωρητικές επιχειρήσεις με τη μορφή επιδρομών σε χωριά, βασανιστηρίων, λεηλασιών, εξωδικαστικών εκτελέσεων καθώς και αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων. Οι δράστες των παραβιάσεων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ατιμώρητοι ακόμη και αν οι αρχές του Καμερούν έχουν αναγνωρίσει τις ευθύνες του στρατού σε ορισμένες παραβιάσεις. Οι δυνάμεις άμυνας και ασφαλείας πραγματοποιούν εκστρατεία αντιποίνων εναντίον εκείνων που, σύμφωνα με αυτές, υποστηρίζουν τους ένοπλους μαχητές. [...] Η βία επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές και είναι πιο έντονη στα βορειοδυτικά παρά στα νοτιοδυτικά. Οι αγροτικές περιοχές επηρεάζονται περισσότερο από τα αστικά κέντρα, θεωρούνται ασφαλέστερες. Ωστόσο, οι πόλεις επηρεάζονται από τη βία με απρόβλεπτους τρόπους. Εάν το επίκεντρο της βίας βρίσκεται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μερικά περιστατικά ασφαλείας έχουν καταγραφεί εκτός των αγγλόφωνων περιοχών, σε περιοχές που συνορεύουν με τη Δυτική περιοχή».[8]
Σύμφωνα με το COI Query της EUAA που δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 2024 «πολλές πηγές έχουν αναφέρει ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή στην αυτονομιστική δράση και αυτό φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[9] Μια κοινή δήλωση από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Αμνηστία (AI) τον Νοέμβριο του 2023 επιβεβαίωσε ότι μαρτυρίες ανέφεραν πως κυβερνητικοί στρατιώτες, κατηγορώντας αμάχους για τη συμμετοχή τους με τους αυτονομιστές, έβαλαν φωτιά σε σπίτια και διέπραξαν σεξουαλική βία, «σε αντίποινα για επιθέσεις των αυτονομιστών εναντίον τους».[10] Η ίδια πηγή περιέγραψε ότι, «σε απάντηση» στη δράση ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις «αντέδρασαν με περαιτέρω παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλαμβάνοντας και κρατώντας αυθαίρετα άτομα που κατηγορούνται ότι είναι ένοπλοι αυτονομιστές ή ότι τους υποστηρίζουν».[11] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, «εκατοντάδες άτομα έχουν συλληφθεί, διωχθεί ή δικαστεί ενώπιον στρατιωτικών δικαστηρίων, των οποίων η δικαιοδοσία θα πρέπει να περιορίζεται σε στρατιωτικά αδικήματα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα για την προστασία» και «πολλοί κατηγορούμενοι έχουν περάσει πάνω από ένα έτος στη φυλακή χωρίς πρόσβαση σε δικαστή».[12] Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε επίσης την «έλλειψη διαφάνειας στη δικαστική διαδικασία που ακολουθείται, γεγονός που δημιουργεί φόβους για ατιμωρησία και αφήνει την πλειοψηφία των θυμάτων χωρίς δικαιοσύνη»[13]».[14]
Σύμφωνα με αναφορά της ACCORD[15] και κοινή δήλωση που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2023 από τη Διεθνή Αμνηστία (Amnesty International) και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών του Καμερούν, καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πράξεις βίας, τόσο από την πλευρά των κρατικών δυνάμεων όσο και από ένοπλους αυτονομιστές, στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι:
«Από την 1η Οκτωβρίου 2017, όταν αυτονομιστικά κινήματα κήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία των αγγλόφωνων περιοχών του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν ως “Federal Republic of Ambazonia”, οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών ενόπλων δυνάμεων και των ένοπλων ομάδων των αυτονομιστών (γνωστών και ως “Ambas”) δεν έχουν παύσει. Οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών βρίσκονται παγιδευμένοι στη μέση. Μαρτυρίες καταγγέλλουν ότι κυβερνητικοί στρατιώτες, κατηγορώντας πολίτες για συνεργασία με τους αυτονομιστές, προβαίνουν σε πράξεις αντεκδίκησης, όπως εμπρησμούς κατοικιών –έχοντας πρώτα περιλούσει τα σπίτια με βενζίνη– καθώς και βιασμούς γυναικών και κοριτσιών από τοπικά χωριά.»
Παράλληλα, η ίδια αναφορά επισημαίνει ότι και οι ένοπλοι αυτονομιστές προβαίνουν σε συστηματικές παραβιάσεις, με ενέργειες όπως:
«Εισβολές σε χωριά, απαγωγές πολιτών για λύτρα με σκοπό τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεών τους, κλοπές ζώων και εκτελέσεις ατόμων που κατηγορούνται ότι συνεργάζονται με τις Αρχές του Καμερούν ή ότι δεν συμμορφώνονται με τους “νέους κανόνες” που επιβάλλουν οι ομάδες αυτές.»
Η πιο πάνω περιγραφή συνάδει με πλήθος διεθνών εκθέσεων (π.χ. United Nations[16], Human Rights Watch[17], Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ.[18]), που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη κινδύνου για πολίτες που εικάζεται ότι συνδέονται με τους Ambazonians, χωρίς όμως να προκύπτει ότι οι Αρχές προβαίνουν σε συστηματική ή στοχευμένη δίωξη σε βάρος συγκεκριμένων ατόμων χωρίς εξατομικευμένη υποψία ή εμπλοκή.
Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι η κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, η οποία εκδηλώθηκε αρχικά με ειρηνικές διαμαρτυρίες το 2016 και εξελίχθηκε σε ένοπλη σύγκρουση μετά το 2017, έχει οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο από τις κυβερνητικές δυνάμεις όσο και από ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες. Ειδικότερα, καταγράφονται περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων, εξωδικαστικών εκτελέσεων και αντιποίνων από τις κρατικές δυνάμεις εις βάρος ατόμων που θεωρούνται ότι υποστηρίζουν τους αυτονομιστές, καθώς και πράξεις βίας από τις ίδιες τις αυτονομιστικές ομάδες.
Ωστόσο, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι τα εν λόγω φαινόμενα παρουσιάζουν γεωγραφική και ποιοτική διαφοροποίηση. Η ένταση της βίας συγκεντρώνεται κυρίως στις αγροτικές και περισσότερο απομονωμένες περιοχές των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών επαρχιών, όπου η δράση των αυτονομιστικών ομάδων είναι εντονότερη, ενώ σε αστικά κέντρα και άλλες περιοχές της χώρας η κατάσταση εμφανίζεται συγκριτικά πιο ελεγχόμενη[19]. Επιπλέον, δεν προκύπτει γενικευμένη και αδιακρίτως εφαρμοζόμενη πρακτική συστηματικής στοχοποίησης του συνόλου του άμαχου πληθυσμού από τις αρχές, αλλά μάλλον στοχευμένες ενέργειες στο πλαίσιο της σύγκρουσης[20].
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι το εξωτερικό πλαίσιο επιβεβαιώνει την ύπαρξη κατάστασης αστάθειας και περιστατικών σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν επαρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο για τον Αιτητή. Τούτο ιδίως ενόψει του ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει με αξιόπιστο τρόπο ότι συνδέεται με τις αυτονομιστικές ομάδες ή ότι αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές του Καμερούν.(βλ. ΔΕΕ C-238/19 ΕΖ, σκ 21)
Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα στοιχεία εξωτερικής πληροφόρησης δεν ενισχύουν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, αλλά, αντιθέτως, επιβεβαιώνουν ότι η γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση εξατομικευμένου κινδύνου στην περίπτωσή του.
Όπως έχει επανειλημμένως κριθεί, η ύπαρξη γενικού κινδύνου ή δυσμενών συνθηκών σε μια χώρα —όπως πολιτική αστάθεια, ανασφάλεια ή κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες— δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας. Συναφώς, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και συγκεκριμένα στην υπόθεση Vilvarajah and Others v. the United Kingdom[21], επισημαίνεται ότι η απλή πιθανότητα κακομεταχείρισης λόγω γενικής κατάστασης δεν αρκεί, αλλά απαιτείται η ύπαρξη διακριτικών χαρακτηριστικών που να καθιστούν την εν λόγω μεταχείριση προβλέψιμη στην ατομική περίπτωση.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση OA (C-255/19), υπογράμμισε ότι κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες ή η ανάγκη στήριξης από το οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον δεν συνιστούν, αφ’ εαυτών, δίωξη ούτε επαρκούν για τη στοιχειοθέτηση «καλά θεμελιωμένου φόβου δίωξης» κατά την έννοια του άρθρου 2(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ελλείψει σύνδεσης με έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης και απουσίας αποτελεσματικής κρατικής προστασίας (σκ. 49–50)[22].
Η διαπίστωση αυτή ευθυγραμμίζεται με τα κριτήρια που τέθηκαν στην απόφαση Elgafaji (C-465/07), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας προϋποθέτει σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της ακεραιότητας του προσώπου, λόγω αδιάκριτης βίας, και μόνον εφόσον αυτή φθάνει σε τέτοιο επίπεδο ώστε η ίδια η παρουσία του ατόμου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο (σκ. 35–39). Επομένως, τόσο η OA όσο και η Elgafaji αποκλείουν την απονομή διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας μόνο επί τη βάσει γενικών συνθηκών ανασφάλειας ή ένοπλης σύγκρουσης, ελλείψει εξατομικευμένης σύνδεσης με λόγους δίωξης ή κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Ομοίως, στην απόφαση N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. 25904/07), το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η ύπαρξη γενικού κινδύνου λόγω βίας ή ανασφάλειας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την απονομή προστασίας κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν συντρέχουν εξατομικευμένα χαρακτηριστικά που να υποδεικνύουν ότι ο αιτητής στοχοποιείται ή ανήκει σε ομάδα η οποία συστηματικά υφίσταται κακομεταχείριση (§§ 114, 116, 117, 128· βλ. επίσης JK and Others κατά Σουηδίας, αρ. 59166/12, σκ. 103–105). Απαιτείται, επομένως, προσωπική στοχοποίηση ή ιδιαίτερο προφίλ ευαλωτότητας, ώστε ο κίνδυνος να καθίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος.
Παρότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν τεκμηριώνεται σοβαρό πλαίσιο ένοπλης βίας, απειλών, επιθέσεων σε σχολεία και πληθυσμιακών μετακινήσεων — σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οργανισμών όπως η Human Rights Watch[23] και η Amnesty International[24] — δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής υπήρξε προσωπικά στόχος δίωξης ή ότι η περίπτωσή του συνδέεται με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, τόσο υπό το φως των αντικειμενικών δεδομένων (εξωτερική αξιοπιστία) όσο και της ασυνέπειας των προσωπικών του ισχυρισμών (εσωτερική αξιοπιστία), ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεων του Αιτητή, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών, καθώς και η απουσία ευλογοφάνειας σε ορισμένα σημεία, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε—όπως προκύπτουν εύλογα από το περιεχόμενο της έκθεσης-εισήγησης—οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης απορρέοντα από τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον Αιτητή, ο οποίος φέρει την ευθύνη να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια προκειμένου να θεμελιώσει ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Μόνο εφόσον αυτό αποδειχθεί βάσει των πραγματικών περιστατικών, δύναται να πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ωστόσο, εκτιμώ ότι ο Αιτητής απέτυχε να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή στην παρούσα υπόθεση. (Βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 1.3.2010, καθώς και το Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το οποίο ορίζει ότι ο Αιτητής οφείλει με ειλικρίνεια να θεμελιώσει το αίτημά του—βλ. υπόθεση αρ. 1119/2009, ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012, Farhan Khalil v. Κυπριακή Δημοκρατία).
Έχοντας εξετάσει κατά τρόπον εξατομικευμένο και σε συνάρτηση με το σύνολο των υποβληθέντων στοιχείων τους επιμέρους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγησή του παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα τόσο εσωτερικής συνοχής όσο και εξωτερικής τεκμηρίωσης, τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία του στο σύνολό της. Τα ελλείποντα κρίσιμα στοιχεία, η ασάφεια ή και οι αντιφάσεις σε βασικά σημεία, σε συνδυασμό με την αδυναμία του Αιτητή να εξηγήσει επαρκώς τις αποκλίσεις και τα κενά, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθόσον δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις ώστε οι ισχυρισμοί του να καταστούν αξιόπιστοι ελλείψει άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση, στο πλαίσιο της υποχρέωσης συνεργασίας κατά το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, προέβη σε πλήρη εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη της και παρείχε στον Αιτητή επαρκείς ευκαιρίες να εκθέσει τη θέση του. Υπό το πρίσμα της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση M.M. (C-277/11), διασφαλίστηκε το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή, κατά την έννοια των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς του δόθηκε η δυνατότητα να καταστήσει γνωστές τις απόψεις του επί των καθοριστικών στοιχείων της υπόθεσης, να εκθέσει τα περιστατικά και να υποβάλει κάθε διαθέσιμη τεκμηρίωση.
Στην υπόθεση M.M. (C-277/11), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η διαδικασία λήψης απόφασης στο πλαίσιο αιτήματος διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε διττή αξιολόγηση: αφενός, στη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών βάσει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων που υποβάλλει ο αιτητής, και αφετέρου, στη νομική αξιολόγηση αυτών υπό το πρίσμα των όρων του άρθρου 9 και 10 της Οδηγίας (για το καθεστώς πρόσφυγα) ή του άρθρου 15 (για το καθεστώς επικουρικής προστασίας).
Στην παρούσα περίπτωση, η κρίσιμη αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικότητα και αμεροληψία, και το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας δεν προέκυψε αβασίμως ή αυθαιρέτως. Αντιθέτως, αποτέλεσε το λογικό επακόλουθο μιας συνολικής αποτίμησης των πραγματικών περιστατικών και των διαθέσιμων πληροφοριών. Κανένα εκ των προβληθέντων στοιχείων δεν ήταν ικανό να ανατρέψει τη βασική διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνται επαρκούς θεμελίωσης και δεν πληρούν το κατώφλι αξιοπιστίας που απαιτείται για την παροχή διεθνούς προστασίας.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), όπως η υπόθεση F.G. v. Sweden (2016)[25], επισημαίνουν ότι οι εθνικές αρχές έχουν την υποχρέωση να εξετάζουν τον ατομικό κίνδυνο επιστροφής λαμβάνοντας υπόψη αντικειμενικές εκθέσεις για τη χώρα προέλευσης. Αυτή η αξιολόγηση πρέπει να επικεντρώνεται στις προβλέψιμες συνέπειες της απομάκρυνσης του αιτούντος προς τη χώρα προορισμού, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη γενική κατάσταση εκεί όσο και τις προσωπικές του περιστάσεις.( βλ. R.H. v. Sweden no. 4601/14 01/02/2016 σκ 59, 60 όπως επίσης και Salah Sheekh v. the Netherlands, no. 1948/04, § 136, 11/01/ 2007,)
Παρά τη διαπίστωση και επιβεβαίωση, από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης, ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν καταγράφονται πράξεις βίας και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο από την πλευρά των κυβερνητικών δυνάμεων όσο και από τις αυτονομιστικές ομάδες, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ενόψει της έλλειψης τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του Αιτητή, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος.
Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει πειστική ή λογική εξήγηση για τις ασυνέπειες, αντιφάσεις και γενικότητες που αναδύονται από τα λεγόμενά του, ούτε να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να ενισχύει το αφήγημά του. Ως εκ τούτου, ορθώς κρίνεται ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δευτέρου ουσιώδους ισχυρισμού του πλήττεται ουσιωδώς, τόσο λόγω έλλειψης εσωτερικής συνέπειας, όσο και ανεπάρκειας συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων πληροφοριών.
Η αδυναμία αυτή, σε συνδυασμό με την απουσία αντιστοιχίας μεταξύ των δηλώσεών του και των ανεξάρτητων εξωτερικών δεδομένων, ενισχύει το συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν υπέστη ούτε διατρέχει εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων». Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια τεκμηριωμένη προσωπική εμπειρία.
Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη ευλογοφάνεια ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους. Αναφερόμενος σε καταστάσεις που κατ' ισχυρισμόν έχει βιώσει ο ίδιος και τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, θα ήταν αναμενόμενο οι περιγραφές του να περιλάμβαναν πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε προσωπικές εμπειρίες. Αντίθετα, στις απαντήσεις του εντοπίζονται σημαντικές ασάφειες που αφορούν ουσιαστικές και σημαντικές πληροφορίες του αφηγήματος του, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες για τους λόγους αναζήτησής του από τον στρατό και τα περιστατικά τα οποία ισχυρίστηκε ότι βίωσε. Όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δίνουν σοβαρούς λόγους να αμφισβητηθεί η αλήθεια της αξίωσης των αιτούντων άσυλο, το άτομο πρέπει να παρέχει ικανοποιητική εξήγηση για τις εικαζόμενες ανακρίβειες [26] σε αυτές τις υποβολές, κάτι το οποίο δεν προκύπτει στην παρούσα περίπτωση του Αιτητή. Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεων του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και σε κάποια σημεία η έλλειψη ευλογοφάνειας, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ο οποίος απορρέει από τον εν λόγω ισχυρισμό του.
Σημειώνεται ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τα ουσιαστικά γεγονότα (material facts) μπορεί να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων»).
Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημα του Αιτητή περί κινδύνου αναζήτησής του ή δίωξής του από τον καμερουνέζικο στρατό έγκειται στο γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η αληθοφάνεια των βασικών του ισχυρισμών, ενώ η συνολική του αξιοπιστία κλονίσθηκε ουσιωδώς. Οι ελλείψεις αυτές προκύπτουν τόσο από τη συνέντευξη που παραχώρησε ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, όσο και από τη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές, αντιφατικές και ατεκμηρίωτες.
Η αδυναμία αυτή του Αιτητή να θεμελιώσει συνεκτική και πειστική εκδοχή των γεγονότων συνιστά ουσιαστικό κώλυμα για την αναγνώριση δικαιώματος διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το οποίο ρητώς ορίζει ότι η έλλειψη αξιοπιστίας και η ανεπάρκεια τεκμηρίωσης του αιτήματος συνιστούν λόγους απόρριψης της αίτησης ασύλου.[27]
Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι όταν ο αιτητής δεν παρέχει αξιόπιστα και πειστικά στοιχεία για τα θεμελιώδη σημεία του ισχυρισμού του, η Διοίκηση δικαιούται να απορρίψει το αίτημα (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., Υπόθ. Αρ. 1673/2010, ημερ. 4.7.2013).
Τονίζεται παράλληλα ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(1)/2000), αρχικά το βάρος απόδειξης το φέρει ο Αιτητής ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς Διεθνούς Προστασίας. (βλ.WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
Βεβαίως ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ναι μεν τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης οφείλουν να προβούν σε ενδελεχή εξέταση των προβαλλόμενων από τον Αιτητή ουσιωδών ισχυρισμών και να αιτιολογήσουν πλήρως και ειδικώς την τυχόν απορριπτική του αιτήματος απόφασή τους, όμως στην περίπτωση που δεν έχουν προβληθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον της Διοίκησης, ουσιώδεις, υπό την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμοί, αλλά γενικοί, αόριστοι ή προδήλως αβάσιμοι ισχυρισμοί ή έχει γίνει μεν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία, ωστόσο, δεν στοιχειοθετούν λόγους υπαγωγής στο προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος παροχής ασύλου.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[28], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η.[29] Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρια είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής.[30] Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους προς διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγραφα που παρέθεσε ο Αιτήτρια συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε ο Αιτητής εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες στα λεγόμενα του που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Κατ’ επέκταση, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι της ταυτότητας, της ιθαγένειας και του τόπου συνήθους διαμονής του στο Καμερούν.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για άνδρα υπήκοο Καμερούν, Χριστιανό Καθολικό, ανήκοντα στη φυλή Bafanji, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο, ικανό προς εργασία, καθώς και τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του, ιδίως στις αγγλόφωνες περιοχές.
Όπως προκύπτει από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, η κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, με συνακόλουθες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, η ύπαρξη γενικευμένης κατάστασης αστάθειας ή βίας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων που να συνδέουν τον Αιτητή με συγκεκριμένο κίνδυνο.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές της χώρας του ή ότι διατρέχει κίνδυνο δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στους προβλεπόμενους στο άρθρο 3 του Νόμου, ήτοι λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί στοχοποίησής του λόγω φερόμενης σύνδεσής του με αυτονομιστικές ομάδες απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, ενώ δεν προέκυψαν άλλα στοιχεία που να θεμελιώνουν προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται ότι οι προσωπικές του περιστάσεις τον καθιστούν ιδιαιτέρως ευάλωτο ή εκτεθειμένο σε τέτοιο κίνδυνο.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 19(2)(α), το οποίο αφορά τον κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι ο Αιτητής καταζητείται ή διώκεται για αδίκημα που επισύρει τέτοια ποινή, ούτε ότι υφίσταται συγκεκριμένος και εξατομικευμένος κίνδυνος έκθεσής του σε τέτοια μεταχείριση.
Ως προς το άρθρο 19(2)(β), το οποίο αφορά τον κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής, όπου καταγράφονται περιστατικά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων περιστατικών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου για τον Αιτητή, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θα εκτεθεί σε τέτοια μεταχείριση.(βλ ΔΕΕ. Mohamed M’Bodj, C‑542/13, C-608/22 (AH) και C-609/22 (FN) σκ 70.)
Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ισχυρισμός περί στοχοποίησής του από τις αρχές απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος και δεν προέκυψαν άλλα εξατομικευμένα στοιχεία κινδύνου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ακολούθως, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την υποβολή οποιουδήποτε προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Κατά πάγια νομολογία, για τη στοιχειοθέτηση παραβίασης του άρθρου 3 απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς τις διατάξεις του, ο οποίος πρέπει να είναι προσωπικός και επαρκώς τεκμηριωμένος. Η γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής, ακόμη και εάν χαρακτηρίζεται από αστάθεια ή περιστατικά βίας, δεν αρκεί αφ’ εαυτής, ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων. (βλ. ΕΔΑΔ NA. v. the United Kingdom, no. 25904/07, §§ 114-115, 17 July 2008)
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη γενική κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, όπου καταγράφονται περιστατικά βίας και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, λόγω των προσωπικών του χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της Σύμβασης.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji – Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας του τόπου καταγωγής του Αιτητή, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, παρατηρώ τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[31]
Ως προς την εξέλιξη της κρίσης μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, ήτοι 339 περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024.[32] Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στη Northwest περιοχή, 2.398 στη Southwest περιοχή και 1.524 στην Far North περιοχή).[33] Αυτός ο αριθμός συνιστά σχεδόν διπλασιασμό των 4.519 περιστατικών που καταγράφηκαν το 2023 και τριπλασιασμό του αριθμού που σημειώθηκε το 2022 (2.748).[34]
Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς το Δεκέμβριο του 2025, η κατάσταση ασφαλείας στη Northwest και Southwest περιοχή παρέμεινε τεταμένη τον Δεκέμβριο. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν πολύ ευάλωτες και ασταθείς. Η πληθώρα παράνομων σημείων ελέγχου οδήγησε σε υψηλό ποσοστό εκβιασμών του άμαχου πληθυσμού από τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες με το πρόσχημα του «φόρου απελευθέρωσης» (‘Liberation tax’) σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες των δύο περιοχών. Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση των αυθαίρετων συλλήψεων και των απαγωγών για λύτρα, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ορισμένων νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων.[35]
Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[36] Η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[37] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[38]
Έκθεση της CEDOCA αναφέρει πως «οι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε σχολεία, ανθρωποκτονίες, απαγωγές, βασανιστήρια, εκφοβισμούς, εκβιασμούς και καταστροφές περιουσιών.[39] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κύριοι στόχοι αυτών των πράξεων βίας είναι άτομα «ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας ή κατηγορούνται για μη υπακοή στις εντολές που προσπαθούν να επιβάλουν στις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν».[40]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 13/03/2026) σημειώθηκαν στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια (Southwest Region) στην οποία υπάγεται η περιοχή Kumba, συνολικά 1.264 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 661 απώλειες.[41] Από τα εν λόγω περιστατικά, 15 έλαβαν χώρα στην περιοχή Kumba, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τρείς ανθρώπινες απώλειες. Η νοτιοδυτική περιφέρεια σύμφωνα με προβλέψεις έχει πληθυσμό περί τα 1.5 εκατομμύρια κατοίκων[42] και η Kumba 144.268 [43].
Εν προκειμένω, από τις επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν υφίσταται συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, με σημαντικό αριθμό περιστατικών βίας, εκτοπισμών και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα στοιχεία καταδεικνύουν αύξηση των περιστατικών ασφαλείας τα τελευταία έτη, καθώς και ύπαρξη σοβαρών περιστατικών όπως απαγωγές, επιθέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και εκβιασμοί.
Ωστόσο, από τα ίδια δεδομένα προκύπτει ότι η ένταση της βίας παρουσιάζει διαφοροποίηση ως προς τη γεωγραφική της κατανομή και δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο όλες τις περιοχές. Ειδικότερα, ενώ οι περιφέρειες Northwest και Southwest επηρεάζονται περισσότερο, η ένταση της βίας δεν εμφανίζεται ομοιόμορφη, ενώ τα περιστατικά σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως η πόλη Kumba, παραμένουν συγκριτικά περιορισμένα σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό.
Επιπλέον, τα διαθέσιμα ποσοτικά δεδομένα (αριθμός περιστατικών και θυμάτων σε συνάρτηση με τον πληθυσμό) δεν καταδεικνύουν επίπεδο βίας τέτοιας έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι που έχει τεθεί από τη νομολογία του ΔΕΕ, ήτοι επίπεδο αδιάκριτης βίας τόσο υψηλό ώστε κάθε άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο λόγω της απλής παρουσίας του στην περιοχή.
Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε κίνδυνο, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της λεγόμενης «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (sliding scale), όπως αυτή αναπτύχθηκε στη νομολογία του ΔΕΕ.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, μολονότι υφίσταται κατάσταση αστάθειας και περιστατικά βίας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας δεν είναι τέτοιο ώστε να δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής για τον Αιτητή, απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με τον προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που αφορά το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης περί επιστροφής, το Δικαστήριο εξετάζει τον σχετικό ισχυρισμό, όπως αυτός προβάλλεται και εξειδικεύεται στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή.
Ειδικότερα, ο Αιτητής, διά της συνηγόρου του, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη, καθότι εκδόθηκε κατόπιν πλημμελούς διαδικασίας, χωρίς να ληφθούν δεόντως υπόψη ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την οικογενειακή του κατάσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι η Διοίκηση παρέλειψε να συνεκτιμήσει την ύπαρξη σταθερής οικογενειακής σχέσης με τη σύντροφό του, η οποία αποτελεί δικαιούχο διεθνούς προστασίας, καθώς και την ύπαρξη ανήλικου τέκνου, το οποίο γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αποτέλεσμα η απόφαση επιστροφής να παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής και την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να υπενθυμίσει ότι, κατά πάγια νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου[44], η απόφαση επιστροφής, παρότι συνδέεται λειτουργικά με την απορριπτική απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, συνιστά αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται σε πλήρη και ανεξάρτητο δικαστικό έλεγχο ως προς τη νομιμότητά της. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει το σύνολο των δεδομένων του ενδιαφερόμενου προσώπου σε επικαιροποιημένη βάση, ανεξαρτήτως της τύχης της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβαίνοντας σε ενημερωμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση αυτών.(βλ. ΔΕΕ C-441/19 (TQ), C-129/18 (SM))
Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι, κατά την έκδοση απόφασης επιστροφής, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή του ενδιαφερόμενου, ενώ η παράλειψη συνεκτίμησης των στοιχείων αυτών δύναται να οδηγήσει σε ακυρότητα της σχετικής πράξης.(βλ. C-484/22 (GS) σκ 21,22 27 και 28). Περαιτέρω δε, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η υποχρέωση συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και της οικογενειακής ζωής υφίσταται ήδη κατά το στάδιο έκδοσης της απόφασης επιστροφής και δεν δύναται να μετατεθεί σε μεταγενέστερο στάδιο εκτέλεσης.(βλ. ΔΕΕ Υπόθεση C-484/22 (GS), C-112/20 (M.A.), C-441/19 (TQ))
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω ευρημάτων ως προς την αίτηση διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που διατάσσει την επιστροφή του Αιτητή, υπό το πρίσμα του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής και του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου του.
Το σχετικό νομικό πλαίσιο, τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο, επιβάλλει ρητώς την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την οικογενειακή ζωή και τα συμφέροντα του παιδιού κατά την έκδοση αποφάσεων επιστροφής. Ειδικότερα, το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση υγείας του ενδιαφερόμενου, ενώ αντίστοιχη υποχρέωση καθιερώνεται και στο άρθρο 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Παράλληλα, το άρθρο 7 και το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνουν, αντιστοίχως, το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής και το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού ως πρωταρχικό κριτήριο σε κάθε διοικητική πράξη που το αφορά. Περαιτέρω, το άρθρο 47 του Χάρτη διασφαλίζει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά αποφάσεων επιστροφής.
Παράλληλα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να προβαίνουν σε εξατομικευμένη εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την ηλικία του τέκνου, σωματική και συναισθηματική ανάπτυξη, την ένταση του συναισθηματικού δεσμού με τους γονείς, ισορροπία του παιδιού, Ικανότητα/Βούληση του άλλου γονέα και τον κίνδυνο που συνεπάγεται ο αποχωρισμός από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας. (βλ ΔΕΕ απόφαση C-133/15, Chavez-Vilchez, σκ. 70-72)
Ειδικότερα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Chavez-Vilchez (C-133/15) και M.A. (C-112/20)), κατά την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, την ηλικία του, τον βαθμό εξάρτησής του από τον γονέα και τον κίνδυνο διατάραξης της ισορροπίας του σε περίπτωση αποχωρισμού. Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι η συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών πρέπει να λαμβάνει χώρα ήδη κατά το στάδιο έκδοσης της απόφασης επιστροφής και δεν δύναται να μετατεθεί σε μεταγενέστερο στάδιο εκτέλεσης (βλ. Bundesrepublik Deutschland κατά GS (C-484/22), M.A. (C-112/20)).
Σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση ο ενδιαφερόμενος γονέας είναι ο πατέρας ωστόσο αυτό δεν μεταβάλλει τις νομικές υποχρεώσεις της διοίκησης, καθώς η προστασία του παιδιού και της οικογενειακής ζωής ισχύει αδιακρίτως για το φύλο του γονέα-υπηκόου τρίτης χώρας. (βλ. ΔΕΕ C-112/20, και C-374/22).
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η απόφαση επιστροφής συνιστά αυτοτελή διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο, με το Δικαστήριο να εξετάζει τα δεδομένα της υπόθεσης σε επικαιροποιημένη βάση (βλ. C-129/18, SM σκ 67,68,73).
Αντίστοιχα, έχει κριθεί ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική εκτίμηση (primary consideration), όπως ορίζει το Άρθρο 24 του Χάρτη και οι αιτιολογικές σκέψεις των Οδηγιών ενώ η υποχρέωση συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και της οικογενειακής ζωής υφίσταται ήδη κατά το στάδιο έκδοσης της απόφασης επιστροφής και δεν δύναται να μετατεθεί σε μεταγενέστερο στάδιο εκτέλεσης (βλ. απόφαση C-112/20, M.A. κατά Βελγίου). Η υποχρέωση συνεκτίμησης του συμφέροντος του παιδιού ισχύει ακόμη και αν η απόφαση επιστροφής απευθύνεται μόνο στον γονέα και όχι στο ίδιο το ανήλικο τέκνο, εφόσον η απόφαση αυτή έχει σημαντικές συνέπειες για το παιδί. (βλ. απόφαση C-112/20 σκ 31. 32, C-484/22)
Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η σχέση μεταξύ γονέα και ανηλίκου τέκνου συνιστά κατ’ αρχήν οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ακόμη και εκτός γάμου, εφόσον υφίσταται πραγματικός δεσμός (βλ. Onur κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 43-44). Οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα αυτό πρέπει να είναι όχι μόνο νόμιμη αλλά και αναγκαία και ανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ήδη κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ο Αιτητής είχε δηλώσει την ύπαρξη συντρόφου και ανήλικου τέκνου στην Κυπριακή Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο η Διοίκηση όφειλε να συνεκτιμήσει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. Παρ. Α–Γ απαντητικής αγόρευσης) προκύπτει ότι η σύντροφός του έχει εν τω μεταξύ αναγνωριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας, ενώ αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, γεγονότα τα οποία ενισχύουν τη σημασία των οικογενειακών δεσμών και επιβάλλουν την ανάγκη ενδελεχούς και επικαιροποιημένης αξιολόγησης.
Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο του διττού ελέγχου νομιμότητας και ουσίας, το Δικαστήριο προβαίνει σε ιδία κρίση, λαμβάνοντας υπόψη και επικαιροποιημένα στοιχεία, περιλαμβανομένων και μεταγενέστερων της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 135/2023 Siwakoti ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 20.3.2025· Υπόθεση C-563/22 S.N. & L.N., σκ. 76· Υπόθεση C-585/16 Alheto, σκ. 112–113· Υπόθεση C-507/19 XT, σκ. 40). Τα στοιχεία αυτά δύνανται να συνεκτιμηθούν στο μέτρο που είναι συναφή με την εκτίμηση της παρούσας υπόθεσης.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η διαταγή επιστροφής του Αιτητή συνιστά σοβαρή επέμβαση στην οικογενειακή του ζωή και είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, ιδίως ως προς τη διατήρηση του δεσμού με τον πατέρα του και τη συνολική του ευημερία.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση προέβη στην απαιτούμενη ειδική και εξατομικευμένη στάθμιση των ανωτέρω στοιχείων. Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ουσιαστική αξιολόγηση των οικογενειακών δεσμών του Αιτητή, της ύπαρξης ανηλίκου τέκνου, ούτε του βέλτιστου συμφέροντος αυτού, παρά την ύπαρξη σχετικών στοιχείων ενώπιον της Διοίκησης κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Η παράλειψη αυτή συνιστά έλλειψη δέουσας έρευνας και ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, καθότι η Διοίκηση δεν έλαβε υπόψη κρίσιμους παράγοντες που όφειλε να συνεκτιμήσει κατά νόμο, ιδίως δε το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου και την οικογενειακή ζωή του Αιτητή.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι ασκεί πλήρη ex nunc έλεγχο ως προς τη νομιμότητα της απόφασης επιστροφής, ο έλεγχος αυτός δεν αναιρεί την υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της πράξης, σε ειδική και εξατομικευμένη στάθμιση των σχετικών στοιχείων. Ο ex nunc χαρακτήρας του ελέγχου δεν δύναται να θεραπεύσει την απουσία τέτοιας διοικητικής αξιολόγησης, ούτε να υποκαταστήσει τη σχετική κρίση της Διοίκησης.
Εν προκειμένω, η μη διενέργεια της απαιτούμενης στάθμισης καθιστά αδύνατο τον ουσιαστικό έλεγχο της αναλογικότητας της επέμβασης στο δικαίωμα οικογενειακής ζωής του Αιτητή, κατά παράβαση και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Πράγματι, ελλείψει οποιασδήποτε προηγηθείσας διοικητικής αξιολόγησης των συνεπειών της επιστροφής του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν δύναται να διακριβώσει με την απαιτούμενη βεβαιότητα εάν η επίμαχη επέμβαση πληροί τα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η διατήρηση της απόφασης επιστροφής θα ισοδυναμούσε με επικύρωση πράξης της οποίας η συμβατότητα με τις επιταγές του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου δεν μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τη διαταγή επιστροφής, δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τη διαταγή επιστροφής του Αιτητή, εκδόθηκε κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, καθώς και των αντίστοιχων διατάξεων του εθνικού δικαίου και, ως εκ τούτου, πάσχει και καθίσταται ακυρωτέα.
Για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται κατά το μέρος που αφορά την αμφισβήτηση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι ορθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Αντιθέτως, η προσφυγή γίνεται δεκτή κατά το μέρος που αφορά τη διαταγή επιστροφής του Αιτητή, η οποία περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η Διοίκηση παρέλειψε να προβεί στη δέουσα, ειδική και εξατομικευμένη στάθμιση της οικογενειακής ζωής του Αιτητή και του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου του, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, η απόφαση επιστροφής ακυρώνεται, καθόσον δεν πληροί τις απαιτήσεις ουσιαστικής και επαρκούς αιτιολόγησης.
Διευκρινίζεται ότι η ακύρωση της απόφασης επιστροφής δεν συνεπάγεται αναγνώριση οποιουδήποτε δικαιώματος διεθνούς προστασίας ή δικαιώματος παραμονής υπέρ του Αιτητή. Η Διοίκηση δεν αποκλείεται από το να επανεξετάσει το ζήτημα και να εκδώσει νέα απόφαση επιστροφής, κατόπιν σύννομης και εξατομικευμένης αξιολόγησης των πραγματικών δεδομένων, όπως αυτά θα υφίστανται κατά τον κρίσιμο χρόνο, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς. Η απόφαση επιστροφής του Αιτητή ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018), ενώ κατά τα λοιπά η προσφυγή απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα ύψους €500 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Αιτητή.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Arrest warrants and wanted notices [Q19-2025], 18 July 2025, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2127622/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q19_Cameroon_Arrest_warrants_and_wanted_notices.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026
[2] Cameroon, Loi N° 2005/007 du 27 juillet 2005 portant Code de Procédure Pénale, http://www.minjustice.gov.cm/index.php/en/instruments-and-laws/laws/290-law-no-2005-007-of-27-july-2005-on-the-criminal-procedure-code (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[3] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Arrest warrants and wanted notices [Q19-2025], 18 July 2025, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2127622/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q19_Cameroon_Arrest_warrants_and_wanted_notices.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[4] Βλ. επίσης Court of Session (Ανώτατο Αστικό Δικαστήριο) (Σκωτία, Ηνωμένο Βασίλειο), Outer House, απόφαση της 13ης Μαΐου 2010, RY κατά Secretary of State for the Home Department, [2010] CSOH 65 στις σκέψεις 31-33, όπου το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο καθού δικαίως είχε διατυπώσει ανησυχίες σχετικά με την προέλευση των εγγράφων βάσει αρνητικών διαπιστώσεων όσον αφορά την αξιοπιστία και της ευχερούς διαθεσιμότητας εγγράφων που λαμβάνονται παρανόμως
[5] Α.Α. κατά Ελβετίας, Αριθμός Προσφυγής: 32218/17σκ 55,59,61
[6] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697 (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)
[7] GCRP (Global Centre for the Responsibility to Protect), Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 13/03/2026)
[8] Belgium, Cedoca, COI Focus: Régions anglophones: situation sécuritaire 20 February 2023, https://www.cgvs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf , p. 37 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[9] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available athttps://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1; R2P, Cameroon, 29 February 2024, available at: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[10] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[11] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[12] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[13] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[14] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], 4 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105170/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[15] ACCORD, (Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation), Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021-2023), 4 January 2024, σελ. 18 , διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf
[16] Summary Report on the Human Rights Situation in the North-West and South-West Regions of Cameroon (2024) OHCHR Human Rights Assessment Mission 8-20 December 2024
[17] Human Rights Watch- Cameroonian Separatist Leaders Arrested in Belgium- Accountability Also Needed For Government Forces - March 6, https://www.ohchr.org/sites/default/files/documents/countries/cameroon/south-west-regions-north-west-cameroon-1-en.pdf 2026 https://www.hrw.org/news/2026/03/06/cameroonian-separatist-leaders-arrested-in-belgium#:~:text=The%20four%20arrests%20in%20Belgium,provided%20reparations%20to%20victims'%20families.
[18] US Department of State- 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon
[19] ΕΥΑΑ- Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions 13 October 2023 to 9 January 2025 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf
[20] US Department of State- 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon
[21] Vilvarajah and Others v. the United Kingdom (ΕΔΔΑ) Αριθ Αίτ. 13163/87; 13164/87; 13165/87; 13447/87; 13448/87 σκ 111, 112
[22] Βλ. επίσης απόφαση ΔΕΕ C‑238/19, EZ v Bundesrepublik Deutschland σκ.21
[23] Human Rights Watch: “They Are Destroying Our Future”: Armed Separatist Attacks on Students, Teachers, and Schools in Cameroon’s Anglophone Regions (16 Δεκεμβρίου 2021). Διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/report/2021/12/16/they-are-destroying-our-future/armed-separatist-attacks-students-teachers-and
[24] Amnesty International: Human Rights Violations in Cameroon's Anglophone North-West Region (Ιούνιος 2023). Διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/latest/research/2023/06/human-rights-violations-in-cameroons-anglophone-north-west-region/
[25] F.G. v. Sweden (2016) (Application no. 43611/11) σκ 116, 130
[26] JK and Others v Sweden Αριθμός Υπόθεσης 59166/12 ημερ.23 Αυγούστου 2016 Παρ. 93
[27] Βλ. παράγραφο 204 του Εγχειριδίου της UNHCR και στο Άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ,
[28] ΕΔΔΑ, J.K.καιλοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[29] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[30] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[31] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[32] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση στις 25/04/2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 13/03/2026)
[33] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 10/03/2026)
[34] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 10/03/2026)
[35] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 03/03/2026)
[36] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[37] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[38] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[39] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 28 June 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111910/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20240628.pdf , σελ 15 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[40] Amnesty International, Avec nous ou contre nous, 2023, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/sites/8/2023/07/AFR1768382023FRENCH-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[41] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[42] City Population, 'Cameroon', https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[43] City Population, 'Cameroon', Kumba, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/admin/meme/100501__kumba_i/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[44] Βλ. Α.Μ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (826/2020, Δικ. Ε. Ρήγα), Δ.Ν. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (434/2021, Δικ. Κλεάνθους).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο