N.Κ.M. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3769/24, 4/3/2026
print
Τίτλος:
N.Κ.M. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3769/24, 4/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3769/24

4 Μαρτίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

N.Κ.M.

Αιτήτριας

-και-

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά.

Αντ. Παπαδοπούλου (κα), για Αρτ. Πάλλη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Β. Κλαυδιανού για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά σε lingala και αντίστροφα]. 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.ΠΜε την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 09/08/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία.  

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής: «ΛΔΚ») και στις 24/01/2022,  αφού εισήλθε παρατύπως στα ελεγχόμενα από την Κυπριακή Δημοκρατία εδάφη, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 19/06/2024 και 17/07/2024 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις της Αιτήτριας από αρμόδιους λειτουργούς της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 09/08/2024, αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητικό λειτουργό να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Ο τελευταίος, αυθημερόν, ενέκρινε την Έκθεση-Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου και αποφάσισε την επιστροφή της Αιτήτριας στη ΛΔΚ.

 

Στις 16/09/2024, η Υπηρεσία Ασύλου συνέταξε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν. 

 

Στις 26/09/2024, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή. 

 

Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου και προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι στη χώρα της απειλείτο ότι θα την σκοτώσουν και ζούσε σε ανασφάλεια. Επιπρόσθετα κατέγραψε ότι ο πατρικός της θείος την κακοποίησε σεξουαλικά.

 

Με την γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια δήλωσε πως επιθυμεί να αιτηθεί διεθνή προστασία από την Κυπριακή Δημοκρατία για να προστατευθεί και να διαμορφώσει το μέλλον της. Επανέλαβε τον ισχυρισμό της ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον θείο της ( οποίος όπως έχει πληροφορηθεί έχει εξαφανιστεί), γεγονός που την τραυμάτισε και την κατέστησε ευάλωτη. Ακόμα, επεσήμανε την επικίνδυνη κατάσταση ασφάλειας στη ΛΔΚ, εξαιτίας της δράσης των «Kuluna» και τη σεξουαλική βία που χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης. Είναι η θέση της περαιτέρω ότι η κοινωνία της χώρας στιγματίζει τα θύματα βιασμού και τα περιθωριοποιεί. Επειδή, η Αιτήτρια, ως ισχυρίζεται βρήκε τη δύναμη να υποβάλει καταγγελία το βιασμό της, αυξάνονται οι πιθανότητες σε περίπτωση επιστροφής της για αντίποινα σε μια κοινωνία που οι γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής θα σήμαινε αναβίωση τραυματικών εμπειριών και έκθεση σε νέο κίνδυνο. Αναφέρεται επίσης σε καταγγελίες διεθνών προσωπικοτήτων για τη συστηματική σεξουαλική βία στη ΛΔΚ, υπογραμμίζοντας την αδυναμία των διεθνών οργανισμών να την περιορίσουν. Τέλος, ζητά από το δικαστήριο την αναγνώριση του δικαιώματός της για διεθνή προστασία ως πράξη δικαιοσύνης και ανθρώπινης αλληλεγγύης.

 

Η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης αντικρούοντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, και υποστήριξε πως η απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία.

 

Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ημερομηνίας, 30/10/2025, η Αιτήτρια επανέλαβε κατ’ ουσία τους ισχυρισμούς της, ήτοι ότι μετά τον θάνατο των γονέων της αναγκάστηκε, ως ορφανή, να ζήσει με τον θείο της ο οποίος την κακοποιούσε σεξουαλικά. Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν δήλωσε ότι σε περίπτωση που επιστρέψει πίσω στη χώρα καταγωγής της θα τεθεί σε κίνδυνο, καθώς ο θείος της, είναι πλούσιος έτσι χρηματίζει πολίτες για να εντοπίσουν την Αιτήτρια και επίσης έχει επιρροή και διασυνδέσεις στη χώρα. Ανέφερε ότι απέκτησε από τον θείο της δύο παιδιά, το μεν ένα βρίσκεται στην ΛΔΚ και το άλλο στη Γαλλία.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018), εφόσον η αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία υποβλήθηκε στις 24/01/2022. Λαμβάνω δε υπόψη μου, ότι η Αιτήτρια δεν εκπροσωπείται από συνήγορο αλλά εμφανίζεται προσωπικά και δεν αναμένεται από αυτήν να προωθήσει νομικούς ισχυρισμούς εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα ως προνοούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε υποθέσεις όπου τα μέρη εκπροσωπούνται από δικηγόρο (βλ. συναφώς Διαδικαστικός Κανονισμός 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962). Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της.

 

Στην αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς η οικογένειά της και η ίδια βρίσκονταν σε συνεχή ανασφάλεια. Επειδή δεν είχε που να κρυφτεί, αποφάσισε να αιτηθεί  άσυλο στη Κυπριακή Δημοκρατία, μια ασφαλή και επίσης χώρα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Κατά τις προφορικές της συνεντεύξεις, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Κοινότητα Matete της πόλης Kinshasa της ΛΔΚ όπου παρέμεινε μέχρι το 2016 και ακολούθως μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα της διέμενε στη Lemba της πόλης Kinshasa, περιοχή η οποία συνιστά και τον τελευταίο τόπο διαμονής της. Ως προς την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, ο μεν πατέρας της το 2010 η δε μητέρα της το 2011 και είναι μοναχοπαίδι. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι μητέρα 2 ανήλικων τέκνων. Είναι απόφοιτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μητρική της γλώσσα είναι η lingala και επίσης ομιλεί την γαλλική, την αγγλική και μερικώς την ελληνική. Ανήκει στη φυλή Musongue.   

 

Η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα καταγωγής της χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της με προορισμό τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου και αφίχθη αεροπορικώς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δεν αντιμετώπισε κάποια δυσκολία κατά την έξοδό της στο αεροδρόμιο της χώρας καταγωγής της.  Ακολούθως η Αιτήτρια εισήλθε παρατύπως στη Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η ζωή της κινδύνευε από τον μικρότερο αδερφό του πατέρα της, ονόματι «S.K.». Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο θείος της με τον οποίο διέμενε μετά τον θάνατο των γονιών της, την κακοποιούσε για πολλά χρόνια. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατάφερε να εγκατασταθεί στο σπίτι της φίλης της μητέρας της ονόματι «G.I» και της θυγατέρας της ονόματι «G.K. Παρέμεινε μαζί τους μαζί με το δεύτερο τέκνο της και μαζί με την  «G.K.» η σχέση τους εξελίχθηκε σε ερωτική. Λίγο καιρό αργότερα, ο θείος της ζητούσε από γκάνγκστερ να την εντοπίσουν και να την πάρουν με τη βία και πρόσθεσε ότι ο θείος της είχε διασυνδέσεις με πολλούς διεφθαρμένους αστυνομικούς. Κάποια μέρα, την επισκέφθηκαν στο σπίτι που διέμενε και την κτύπησαν. Τότε η Αιτήτρια κατάλαβε ότι δεν ήταν ασφαλής στη χώρα της. Όταν η κυρία «G.I.» απεβίωσε, η κόρη της «G.K.» δυσκολευόταν να στηρίζει οικονομικά την Αιτήτρια και η «G.K.», αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Η Αιτήτρια με την οικονομική υποστήριξη της «G.K.» και της εκκλησίας μάζεψε χρήματα με σκοπό να εγκαταλείψει η Αιτήτρια τη χώρα. Ακόμα ανέφερε ότι υπήρξαν φήμες ότι η Αιτήτρια ήταν ζευγάρι με την «G.K.» και ο θείος της Αιτήτριας το έμαθε. Επίσης, τις αναζητούσε η αστυνομία λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού.

 

Κατά τη διεξαγωγή της δεύτερης συνέντευξης της Αιτήτριας τέθηκαν διευκρινιστικά ερωτήματα σχετικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της. Αρχικά τέθηκαν ερωτήματα προς την Αιτήτρια σχετικά με το θείο της. Εξήγησε ότι ο θείος της ήταν πρώην στρατιωτικός αναμεμειγμένος με τη μαφία διαπράττοντας εγκληματικές πράξεις. Το σπίτι του αποτελούσε τη τοποθεσία που τα μέλη της ομάδας συναντιούνταν για να διαχωρίσουν τα κλοπιμαία και επίσης συνεργάζονταν με τις αστυνομικές αρχές της χώρας.

 

Η Αιτήτρια εξήγησε επιπρόσθετα, ότι όταν οι γονείς της απεβίωσαν, δεν είχε κάποιο άλλο εκτός από το θείο της, ο οποίος της πρότεινε να ζήσουν μαζί για να την φροντίζει. Της υποσχέθηκε ότι θα πουλούσε τη περιουσία του πατέρα της για να σπουδάσει η Αιτήτρια και επειδή η Αιτήτρια δεν είχε κανέναν άλλο πρόσωπο να την φροντίζει, αποδέχτηκε την πρότασή του για να νιώθει ασφαλής. Αν και η Αιτήτρια αποδέχτηκε την πρόταση, ο θείος της την ξεγέλασε, πούλησε τη περιουσία του πατέρα της όμως δεν χρηματοδότησε την εκπαίδευση της Αιτήτριας. Ο θείος της την πληροφόρησε ότι αυτός θα τη φρόντιζε ως πατέρας και κηδεμόνας της.

 

Εξήγησε περαιτέρω, ότι ένα χρόνο μετά,  όταν ζούσε με τον θείο της στην περιοχή Matete, της υπέδειξε ότι δε χρειάζεται  να παντρευτεί και ότι θα τη φροντίζει ο ίδιος. Μετακόμισαν οι δύο τους στο σπίτι του στο Maluku της πόλης Kinshasa και την απομόνωσε. Επίσης την προειδοποίησε να μην αποκαλύψει σε κανένα τι συνέβαινε στο σπίτι και ότι σε περίπτωση που το έκανε θα την σκότωνε.

 

Εν συνεχεία, ερωτηθείσα η Αιτήτρια σχετικά με την φίλη της μητέρας της, αποκρίθηκε ότι επρόκειτο για πολύ καλή φίλη έτσι όταν η Αιτήτρια βρισκόταν στο νοσοκομείο και απέκτησε το δεύτερο παιδί της, επειδή δεν είχε κανένα άλλο ζήτησε από τη νοσοκόμα να επικοινωνήσει με αυτό το πρόσωπο για να την βοηθήσει. Η φίλη της μητέρας της την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο με την κόρη της και της πρότειναν να εγκατασταθεί μαζί τους. Η φίλη της μητέρας της αρρώστησε και απεβίωσε και η Αιτήτρια απέμεινε με την κόρη της να μοιράζονται το σπίτι. Συνδέθηκαν, έχοντας η μια συναισθήματα για την άλλη, μέχρι που έγιναν ζευγάρι και την υποστήριζε γενικά.

 

 

Ακολούθησαν ερωτήματα σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας, στηριζόμενα στο μοντέλο «DSSH» («Difference, Stigma Shame, Harm»). Αναφορικά με το στοιχείο της «διαφορετικότητας», ερωτηθείσα για το πως αυτοπροσδιορίζεται, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι την έλκουν οι γυναίκες και κατάλαβε τη διαφορετικότητά της όταν το 2016  γνώρισε την κόρη της φίλης της μητέρας της. Ανέφερε επιπλέον ότι από τότε όταν έβλεπε γυναίκα ανέπτυσσε συναισθήματα. Σχετικά με την σχέση της με τη σύντροφό της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν η μοναδική σχέση και ότι τα συναισθήματά τους ήταν αμοιβαία. Όταν η σύντροφός της την προσέγγισε, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ένιωσε ειρηνικά και όμορφα («I felt at peace and ease»). Κληθείσα να αναφερθεί με περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη σύντροφό της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν πολύ δεμένες, μοιράζονταν τα συναισθήματά τους και φερόταν ως σύζυγός της.

 

Ως προς το στοιχείο του «στίγματος», ερωτηθείσα η Αιτήτρια να αναφερθεί στο πως αντιμετωπίζεται από την κοινωνία της ΛΔΚ η ομοφυλοφιλία, αποκρίθηκε ότι απαγορεύεται. Ως προς το πως αισθάνεται γνωρίζοντας ότι οι σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου δεν είναι αποδεκτά από την κοινωνία της χώρας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν ένιωθε καλά όταν γινόταν αντιληπτή η σχέση της με τη σύντροφό της και επίσης ανέφερε ότι όταν ο θείος της πληροφορήθηκε για τη σχέση της, υπέβαλε καταγγελία στις αρχές. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται η σύντροφός της όμως προτού εγκαταλείψει τη χώρα την πληροφόρησε ότι θα προσπαθούσε να φτάσει μαζί με το τέκνο της (της Αιτήτριας) στην Γαλλία. Ανέφερε ότι εναντίον της υπάρχει ένταλμα.

 

Ως προς το στοιχείο της «βλάβης», ερωτηθείσα για το ποιος γνωρίζει για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, αποκρίθηκε δεν το έχει αναφέρει σε κανένα, όμως το γνωρίζει ο θείος της  και ότι δεν μπορεί να εκφράσει ανοιχτά την σεξουαλικότητά της στη χώρα της. Σχετικά με το πως προστατευόταν στη χώρα από τη σχέση της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν μαζί με την σύντροφό της στα κρυφά και δεν μιλούσαν για την ιδιωτική τους ζωή.

 

Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ποτέ δεν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα της και ως προς το τί θα της συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της αποκρίθηκε τίποτα. Οι αρχές της χώρας θα επιτρέψουν την είσοδό της σε αυτή.

 

Ακολούθησαν ερωτήματα προς την Αιτήτρια σχετικά με αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε κατά την διάρκεια της πρώτης και δεύτερης συνέντευξής της. Αρχικά, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να εξηγήσει την διαφοροποίηση των όσων κατέγραψε στην αίτησή της για άσυλο, ήτοι αναφορικά με τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε και τα όσα ανέφερε στη συνέντευξη για τα προβλήματα που είχε με το θείο της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατά την καταγραφή του αιτήματός της, της επισημάνθηκε από τους λειτουργούς να καταγράψει με λίγα λόγια τους λόγους («…just small sentence on the application.»).

 

Ως προς το γιατί δεν αναφέρθηκε για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό κατά την καταγραφή του αιτήματός της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κύριος λόγος ήταν η ανασφάλεια που ένιωθε στη χώρα της και το ζήτημα του σεξουαλικού της προσανατολισμού ήταν ιδιωτικό και επιθυμούσε να το συζητήσει εμπιστευτικά.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του, εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας.  

1) Ο πρώτος σχετικά με την υπηκοότητα της Αιτήτριας, ήτοι υπήκοος της ΛΔΚ, η οποία γεννήθηκε στη πρωτεύουσα Kinshasa, όπου διέμενε μέχρι και την αναχώρησή της από την ΛΔΚ. 

2) Σεξουαλικός προσανατολισμός της Αιτήτριας ως ομοφυλόφιλη.

3) Κακομεταχείριση από το θείο της Αιτήτριας.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστος στο σύνολό του.  Αντιθέτως, οι υπόλοιποι ουσιώδεις ισχυρισμοί της δεν έγιναν αποδεκτοί.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά αναξιόπιστο καθώς κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η Αιτήτρια δεν έδωσε ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό, ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις και έλλειψη ικανοποιητικών πληροφοριών, συνοχής και συνέπειας.

 

Συγκεκριμένα ο λειτουργός έκρινε τους ισχυρισμούς της αναφορικά με την ερωτική σχέση που ανέπτυξε με την κόρη της φίλης της μητέρας της το 2016 (μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της) ασαφείς καθώς δεν είχε προηγουμένως εκφράσει σκέψεις για το γυναικείο φύλο όπως επίσης ασάφεια κρίθηκε και στο πως ξαφνικά και μετά τη γέννηση του τέκνου της ανέπτυξε έλξη προς άτομα του ιδίου φύλου.

 

Επιπρόσθετα, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να δώσει επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού, καθότι ως κρίθηκε από τον λειτουργό δεν περιέγραψε τα συναισθήματά της ούτε τις προσωπικές της εμπειρίες και ως εκ τούτου οι απαντήσεις της κρίθηκαν ανεπαρκείς, ασύνδετες και άσχετες με το περιεχόμενο των ερωτήσεων με έλλειψη συνοχής και σαφήνειας. 

Ως προς τον ερωτική της σχέση στη χώρα καταγωγής της από το 2016, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για τη σύντροφό ή τη σχέση τους. Οι απαντήσεις της ήταν γενικές, ασύνδετες και συχνά άσχετες με τις ερωτήσεις, ενώ παρουσίασαν έλλειψη συνοχής και συνέπειας. Παρά τους ισχυρισμούς περί στενής συναισθηματικής σχέσης, η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να περιγράψει βασικά στοιχεία της γνωριμίας, της εξέλιξης του δεσμού ή τα χαρακτηριστικά της συντρόφου της.

 

Σχετικά με την σύντροφό της, ο λειτουργός επεσήμανε στην Έκθεση-Εισήγησή του τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε η Αιτήτρια, ήτοι στη πρώτη συνέντευξη ανέφερε ότι η σύντροφος της εγκατέλειψε τη χώρα μετά τον θάνατο της μητέρας της και δεν μπορούσε πλέον να τη στηρίζει οικονομικά, ενώ στη δεύτερη ισχυρίστηκε ότι η οικονομική στήριξη συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο της μητέρας. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις αντιφάσεις, απέδωσε την αλλαγή των συνθηκών σε περιστατικά ανασφάλειας και σε παρέμβαση των αρχών, που οδήγησαν στην απόφαση να φύγει η ίδια από τη χώρα.

 

 

Ως προς το στοιχείο του «στίγματος και της ντροπής», ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να περιγράψει με σαφήνεια και λεπτομέρειες τη στάση της κοινωνίας στη χώρα καταγωγής της απέναντι στα ομοφυλόφιλα άτομα. Οι απαντήσεις κρίθηκαν γενικές και ασαφείς, ενώ όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τους ισχυρισμούς της, οι δηλώσεις της δεν παρείχαν επαρκείς πληροφορίες και δεν ήταν συνεπείς με προηγούμενες αναφορές της, δεδομένου ότι διέμενε στη ΛΔΚ και διατηρούσε ερωτική σχέση με ομοεθνή της.

 

Σχετικά με τα συναισθήματά της γνωρίζοντας ότι ο σεξουαλικός της προσανατολισμός δεν είναι αποδεκτός από την κοινωνία κρίθηκε από τον λειτουργός ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε συνεκτικές και επαρκείς πληροφορίες. Οι αναφορές της περιορίστηκαν σε γενικές δηλώσεις για δυσφορία και σε γεγονότα καταγγελίας από τον θείο της, χωρίς να εκφράσει προσωπικές σκέψεις, προβληματισμούς ή συναισθηματικές εμπειρίες. Παρατηρήθηκε από το λειτουργό, έντονη απουσία προσωπικού στοιχείου και συναισθηματικού βάθους στις απαντήσεις της.

 

Εν συνεχεία, ως προς το στοιχείο της «βλάβης», ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει με συνέπεια τον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της καθώς ενώ αρχικά δήλωσε ότι την εγκατέλειψε λόγω κινδύνου στη συνέχεια δήλωσε ότι αν επιστρέψει δεν θα της συμβεί οτιδήποτε. Επιπλέον, δεν μπόρεσε να περιγράψει με σαφήνεια και συνοχή πώς προστάτευε τον εαυτό της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές ότι διατηρούσε κρυφή σχέση χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.

 

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, ο λειτουργός προχώρησε στην ανάλυση των συμπερασμάτων του βάσει του μοντέλου αξιολόγησης «DSSH» (Difference, Stigma, Shame and Harm). Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, είναι θέση του λειτουργού ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει την εξέλιξη της προσωπικής της αντίληψης για τη διαφορετικότητά της, ούτε να αναφερθεί στη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει προσωπικές εμπειρίες ή να αποσαφηνίσει τα συναισθήματά της και τον τρόπο με τον οποίο βιώνει τη διαφορετικότητά της ως ομοφυλόφιλο άτομο στη χώρα της. Ως προς το στίγμα και τη ντροπή, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε συναισθήματα ντροπής, φόβου, απομόνωσης ή δυσκολίας λόγω της διαφορετικότητάς της και δεν αποσαφήνισε πώς εξέφραζε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό στη χώρα καταγωγής της. Επιπλέον, δεν αναφέρθηκε σε τυχόν κοινωνικό στίγμα που θα μπορούσε να βιώνει η ίδια ή άλλα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη ΛΔΚ, ούτε μπόρεσε να περιγράψει τα συναισθήματά της ως ομοφυλόφιλο άτομο.

 

Τέλος, σχετικά με τη βλάβη, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν έχει πλήρη αντίληψη για την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων από την κοινωνία και την κυβέρνηση στη χώρα της, ενώ οι δηλώσεις της στερούνται προσωπικού στοιχείου. Δεν αποσαφήνισε πώς προστάτευε τον εαυτό της ως ομοφυλόφιλο άτομο και δεν εξέφρασε προβληματισμούς, σκέψεις ή ανησυχίες σχετικά με τη διαφορετικότητά της.

 

Προχωρώντας στην εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, εξωτερικές πηγές καταδεικνύουν οι ΛΟΑΤ στη ΛΔΚ πράγματι υφίστανται διακρίσεις, οι οποίες ενισχύονται από θρησκευτικούς ηγέτες, δημόσιους φορείς και τα μέσα ενημέρωσης. Μέσα από ρητορική μίσους, δαιμονοποίηση και τη σύνδεση της ομοφυλοφιλίας με ανηθικότητα, ψυχική ασθένεια ή «δυτικό κακό», καλλιεργείται ένα κλίμα φόβου και κοινωνικού αποκλεισμού που νομιμοποιεί τη στοχοποίηση και περιθωριοποίηση των ΛΟΑΤ ατόμων.

Εντούτοις,  ενόψει της μη στοιχειοθέτησης εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας, ο ισχυρισμός της δεν έγινε αποδεκτός.

 

Ως τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός σχηματίστηκε η κακομεταχείριση από το θείο της. Σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ομοίως ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά αναξιόπιστο καθώς κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η Αιτήτρια δεν έδωσε ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό, ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις και έλλειψη ικανοποιητικών πληροφοριών, συνοχής και συνέπειας.

 

Ο λειτουργός έκρινε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με τα παιδιά της. Ισχυρίστηκε ότι είναι μητέρα δύο παιδιών από τον θείο της, χωρίς να έχει στη κατοχή της υποστηρικτικά έγγραφα καθώς ο θείος της φέρεται να εξέδωσε τα πιστοποιητικά γέννησης. Παράλληλα, ανέφερε ότι διέφυγε από τον θείο της το 2016 για να γεννήσει τον γιο της και αμέσως μετά μετακόμισε με τη φίλη της μητέρας της. Ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώνει πώς ο θείος της θα μπορούσε να έχει εκδώσει το πιστοποιητικό γέννησης, αφού δεν ήταν παρών κατά τη γέννα, γεγονός που δείχνει έλλειψη ευλογοφάνειας στις δηλώσεις της.

Επιπρόσθετα, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με το τραυματισμό της στο πόδι. Ενώ στη πρώτη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι την μαχαίρωσαν γκάνγκστερ, στη δεύτερη δήλωσε ότι την μαχαίρωσε ο θείος της. Όταν ζητήθηκε να εξηγήσει τις αντιφάσεις, επανέλαβε την αρχική της δήλωση για τους γκάνγκστερ και δεν παρείχε περαιτέρω διευκρινίσεις όταν της υπενθυμίστηκε η αναφορά στον θείο της.

 

Επιπρόσθετα, ως αντίφαση χαρακτήρισε ο λειτουργός το λόγο εγκατάλειψης της Αιτήτριας της χώρας καταγωγής της. Στην αίτηση για διεθνή προστασία ανέφερε οικογενειακούς λόγους, ενώ στη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω σεξουαλικής κακοποίησης από τον θείο της και απειλής για θάνατο. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις αντιφάσεις, ανέφερε ότι της συνέστησαν να μην αναφέρει όλα τα γεγονότα στην αίτηση, παρά μόνο μια σύντομη φράση, παρά το γεγονός ότι η ίδια είχε γράψει χειρόγραφα την αίτηση και είχε συμπληρώσει μια ολόκληρη παράγραφο για τους λόγους εγκατάλειψης.

 

Ακόμα, σχετικά με τις πληροφορίες για το θείο της, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια  παρουσίασε ασυνέπειες και έλλειψη συνοχής στις περιγραφές της σχετικά με αυτόν, με τον οποίο διέμενε από το 2011 έως το 2016 και φέρεται να την κακοποιούσε. Αρχικά επικεντρώθηκε σε γενικές ή ασαφείς δηλώσεις, για τα χαρακτηριστικά του, όπως το ύψος, του και αργότερα φάνηκε να μην κατανοεί το ζητούμενο της απλής περιγραφής. Παρά τη στενή συγκατοίκηση πέντε ετών και τη σοβαρή φύση της κακοποίησης, δεν παρείχε πληροφορίες για εξωτερικά χαρακτηριστικά ή τη συμπεριφορά του απέναντί της, όπως αναμενόταν.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ελλείψει στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Κατά το στάδιο της αξιολόγησης του κινδύνου, επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/ προφίλ της Αιτήτριας, αφού ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές της περιστάσεις, έκρινε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, η οποία θεωρήθηκε ότι συνιστά τον τόπο τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας, σύμφωνα με τα λεγόμενά της.

 

Ακολούθως, στο στάδιο της νομικής ανάλυσης, ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στο πλαίσιο του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ευλόγως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη ΛΔΚ δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην πόλη Kinshasa που συνιστά τον τελευταίο τόπο διαμονής της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, o αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια των προσωπικών του συνεντεύξεων. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).

 

 

Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα της Αιτήτριας  και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας αναφορικά με τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της, όσο και στη μη υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου διαπιστώνω ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκε στην Αιτήτρια επαρκής αριθμός ερωτήσεων για να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τους ισχυρισμούς της και να τεκμηριώσει το αίτημά της, σε περίπτωση που πράγματι υφίστατο φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής της ή πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Συμφωνώ με την αιτιολόγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν λεπτομέρειας και επάρκειας πληροφοριών. Οι πληροφορίες που παρέθεσε η Αιτήτρια είναι αόριστες, ασυνεπείς και μη ευλογοφανείς, χωρίς την εξειδίκευση που θα αναδείκνυε το προσωπικό στοιχείο του βιώματος που θα στοιχειοθετούσε την εσωτερική του αξιοπιστία ως προς τον ισχυρισμό του περί κινδύνου κατά της ζωής της από τον θείο της και λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.

 

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που παρουσίασε η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο για την ανασφάλεια που επικρατεί στη χώρα της, όσο και την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον θείο της, σημειώνεται ότι δεν τεκμηριώθηκαν από την Αιτήτρια και ήταν παντελώς αόριστοι, γενικόλογοι και ασαφείς.  Λαμβάνοντας υπόψιν και το γεγονός ότι η Αιτήτρια διαφοροποίησε τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, κρίνω ότι η Αιτήτρια είναι αναξιόπιστη και τα όσα αναφέρει απορρίπτονται.

 

Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο της Αιτήτριας οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς.

 

 

 Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, και ειδικότερα στην πρωτεύουσα Kinshasa, οι πληροφορίες από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν τα κάτωθι:

 

Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη RULAC «Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu»[1], σημειώνεται ωστόσο, ότι δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ενεργών, μη κρατικών, ένοπλων ομάδων στην Kinshasa. Επιπρόσθετα, Έκθεση (2024) της Διεθνούς Αμνηστίας για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, με τις κυβερνητικές δυνάμεις να μάχονται εναντίον ένοπλων ομάδων∙ ενώ η διακοινοτική βία επεκτάθηκε και στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo, και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[2]

  

Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe». Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa».[3] Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή.[4]

 

Ως διαφαίνεται από τις ανωτέρω πληροφορίες, στην Kinshasa δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και η κατάσταση ασφαλείας παρουσιάζεται σταθερή.

 

 Προχωρώντας να εξετάσω την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 28/11/2025) καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι.[5] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2023 ανερχόταν στα 16,316,000 κατοίκους.[6]

 

Κατά συνέπεια, η Kinshasa που συνιστά τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[7] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρή, υγιή ενήλικα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και ικανή προς εργασία, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

 Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                      Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1]  RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Τελευταία Ενημέρωση: 13 Απριλίου 2021

https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 15/12/2025)

 

[2] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024

https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 15/12/2025)

 

[3] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,

01/07/2025, σ. 4

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 15/12/2025)

[4] Ibid.

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Cono - -Kinshasa, Events/Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 15/12/2025)

[6] CIAThe World FactbookDRC

https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/congo-democratic-republic-of-the/#people-and-society (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 15/12/2025

 

[7] Βλ.  C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο