ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.3857/23
30 Μαρτίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Β. C. O.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Κ. Μάρκου, Δικηγόρος για αιτήτρια
Κα Β. Θωμά, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δι’ επιστολής ημ.20/09/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος και απόφαση δια της οποίας «να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας και/ή ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας».
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Νιγηρία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 17/10/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 31/10/22 (ερ.1-3, 59).
Στις 02/08/23 διεξήχθη συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.41-59). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και Εισήγηση (ερ.81-91) και στις 28/08/23 η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της επιδόθηκε διά χειρός στις 20/04/23, στην αγγλική (ερ.92, 3).
Επί της επίδικης αιτήσεως η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω «σοβαρής απειλής κατά της ζωής [της] και ελευθερία από την οικογένεια και την κοινότητα [της] σχετικά με τη θρησκεία».
Στη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην πόλη του Lagos, στην ομώνυμη πολιτεία, για όλη της τη ζωή, είναι χριστιανή, εθνοτικής καταγωγής Igbo, έχει πτυχίο στα Ηλεκτρονικά και Μηχανική ηλεκτρονικών υπολογιστών από το πανεπιστήμιο (2016), εργαζόταν ως γραμματέας σε εταιρία φωτοβολταϊκών μέχρι το 2021, είναι άγαμη, άτεκνη, οι γονείς της διαμένουν στο Lagos, όπου μένει και ένας εκ των αδελφιών της (δύο αδελφοί και δύο αδελφές), τα υπόλοιπα δε αδέλφια της διαμένουν σε άλλες πολιτείες, με όλους δε των οποίων κρατά τακτική επικοινωνία και – ως ανέφερε – είναι καλά. Το ταξίδι της στα κατεχόμενα, καθώς και όλα τα απαραίτητα έγγραφα, διευθετήθηκαν μέσω ατζέντη με τη βοήθεια της θείας της (η οποία είναι πάστορας και εργάζεται για τα Ηνωμένα Έθνη), για τον οποίο δεν γνωρίζει καμία άλλη πληροφορία. Κατά την άφιξη της στα κατεχόμενα συνάντησε ένα άτομο, το οποίο – ως είχε πληροφορηθεί – θα βοηθούσε την αιτήτρια να βρει εργασία και (να γραφτεί σε) πανεπιστήμιο, όμως αυτός τη βίασε και έτσι αυτή ήρθε στις ελεύθερες περιοχές. Η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία άλλη πληροφορία για το άτομο που κατ’ ισχυρισμό τη βίασε στα κατεχόμενα και – ως ανέφερε – δεν το είπε στη θεία της, η οποία μετείχε στη διευθέτηση του ταξιδιού της, καθώς, όταν η αιτήτρια το είχε αναφέρει στους γονείς της, αυτοί της είπαν να το ξεχάσει («let it go»).
Σημειώνεται ότι μετά την καταγραφή των ως άνω, κατά τα οποία η επικοινωνία με την αιτήτρια γινόταν στην (απλή) αγγλική, η γλώσσα επικοινωνίας άλλαξε σε Pidgin English[1], η οποία είναι μια απλοποιημένη διάλεκτος της αγγλικής, η οποία χρησιμοποιείται σε κράτη της δυτικής Αφρικής, μεταξύ των οποίων και η Νιγηρία.
Κατά την ελεύθερη αφήγησή της η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η γιαγιά της ήταν η αρχιέρεια της κοινότητας και αμέσως μετά την ταφή της, τόσο η ίδια όσο και η οικογένειά της, έπρεπε να μείνουν στο χωριό για ένα χρονικό διάστημα, προς πραγματοποίηση συγκεκριμένων τελετουργιών. Με το που ολοκληρώθηκαν οι τελετουργίες, δήλωσαν στην αιτήτρια ότι ως η αμέσως επόμενη στη σειρά διαδοχής, υποχρεούταν να αναλάβει τον ρόλο της γιαγιάς της, ως αρχιέρεια. Περαιτέρω, της λέχθηκε ότι αν γινόταν αρχιέρεια, θα ήταν αδύνατον να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Η ίδια, όντας χριστιανή και μορφωμένη, ως ανέφερε, δεν πίστευε σε θεότητες και ιέρειες και, ως εκ τούτου, δεν επιθυμούσε να επωμιστεί τέτοια ευθύνη. Έκτοτε άρχισε να δέχεται απειλές ότι σε περίπτωση που αρνιόταν να γίνει θα τη θυσίαζαν και τότε, λόγω του ότι την απειλούσαν πνευματικά και σωματικά, οι γονείς και η θεία της αποφάσισαν ότι έπρεπε να φύγει εκτός Νιγηρίας.
Στις διευκρινιστικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν η αιτήτρια πρόβαλε ότι ακόμη και όταν εγκατέλειψε τη Νιγηρία την πολεμούσαν πνευματικά, αφού αρρώσταινε τα βράδια και είχε κατάθλιψη. Σε ερωτήσεις εν σχέσει με το ρόλο της γιαγιάς της στην κοινότητα, ισχυρίστηκε ότι ήταν η παραδοσιακή αρχιέρεια της κοινότητας και προτού πεθάνει την κάλεσε και της μίλησε για τη θεότητα, περιλαμβανομένου του τι αντιπροσώπευε, τις τελετές, τις θυσίες και τη γενικότερη κουλτούρα. Όσον αφορά τη θεότητα, η γιαγιά της είπε ότι επρόκειτο για το θεό που λάτρευε η κοινότητα και ότι όποιος αντιμετώπιζε πρόβλημα πάει στο ποτάμι για να προσευχηθεί στους θεούς και το ψάρι που έβγαινε από το νερό δεν επιτρεπόταν να φαγωθεί και έπρεπε να αφεθεί να πεθάνει. Αναφορικά με τις θυσίες, η γιαγιά της ανέφερε στην αιτήτρια, ως αυτή αναφέρει, ότι κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, θυσίαζαν κατσίκες ή κοτόπουλα. Σχετικά με τις πρακτικές που χρησιμοποιούσε η γιαγιά της η αιτήτρια δήλωσε ότι ενασχολείτο με τη θεότητα Ogugu, τονίζοντας ότι όσοι τη λάτρευαν - συμπεριλαμβανομένων των χωριανών - ήταν παγανιστές, καθώς λάτρευαν είδωλα που είχαν διάφορες μορφές, όπως μια γυναίκα με ένα φίδι. Ερωτηθείσα η αιτήτρια αν έπρεπε να εκπαιδευθεί ή απλώς να διαδεχθεί τη γιαγιά της, απάντησε ότι έπρεπε να μυηθεί. Ως περαιτέρω ανέφερε, με το που δήλωσε ότι δεν ήθελε να αναλάβει το ρόλο της αρχιέρειας, της είπαν ότι θα έβαζε την κοινότητα σε προβλήματα και της έδωσαν κάποιες μέρες για να το σκεφτεί και να τους απαντήσει. Οι γονείς της, ως αναφέρει, αν και είναι χριστιανοί, της ζήτησαν να το σκεφτεί. Ενόσω ζούσε στο χωριό, δεχόταν απειλές από διαφορετικά άτομα και μάλιστα την απείλησαν οκτώ φορές.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια δήλωσε ότι τους τελευταίους 6 μήνες προτού εγκαταλείψει τη χώρα διέμενε στη Lagos. Όταν επισημάνθηκε ότι στην αρχή ισχυρίστηκε ότι εκείνους τους μήνες ζούσε στα ανατολικά, απάντησε ότι δεν έμενε στη Lagos, αλλά πήγαινε για λίγο και έπειτα επέστρεφε στο χωριό. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν επέστρεφε μόνιμα στη Lagos αφ’ ης στιγμής της ζήτησαν να αντικαταστήσει τη γιαγιά της και την απείλησαν αρκετές φορές, απάντησε ότι τις φορές αυτές έρχονταν για να της μιλήσουν και ότι εκείνη αρνείτο και ότι δεν το έπαιρνε τόσο σοβαρά.
Ερωτώμενη αν μπορεί να επιστρέψει και να μείνει σε άλλο μέρος απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι θα τη βρουν, πιθανόν μέσω βουντού και έχουν ανθρώπους παντού. Σε ερώτηση αν μπορεί να διαμείνει με αδέλφια της (που ζουν σε άλλη πολιτεία) απάντησε αρνητικά, καθώς, ως ανέφερε, έχουν «άλλους ανθρώπους τριγύρω τους», ερωτώμενη αν τα αδέλφια της απειλήθηκαν, απάντησε αρνητικά και, ερωτώμενη σχετικά, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχει άλλος ιερέας τώρα.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη κατέταξαν αυτά στους ακόλουθους 2 ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος συνήθους διαμονής της αιτήτριας
2. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μέλη μιας μυστικιστικής ομάδας, στην οποία η γιαγιά της μετείχε ως ιέρεια, απείλησαν τη ζωή της αιτήτριας, καθώς αυτή αρνήθηκε να αντικαταστήσει τη γιαγιά της
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ισχυρισμό, ως αναξιόπιστο.
Ως προς τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι τα λεγόμενα της αιτήτριας στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, οι δηλώσεις της υπήρξαν σε πολλά σημεία αόριστες και αντιφατικές και οι απαντήσεις της σε πλήθος ερωτήσεων που είχαν υποβληθεί παρέμειναν αόριστες και ασαφείς. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τη θεότητα που υπηρετούσε κατ’ ισχυρισμό η γιαγιά της, τον ρόλο της, τα πιστεύω της εν λόγω θρησκείας, καθώς και τα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν της κατ’ ισχυρισμό πίεσης που δέχθηκε προκειμένου να αντικαταστήσει τη γιαγιά της στη θέση της ιέρειας. Ερωτηθείσα ως προς το λόγο που αν και η γιαγιά της δημιούργησε οικογένεια και ζούσε σπίτι της, εντούτοις της ίδιας της ζήτησαν να μένει δίπλα στο ποτάμι και να μην κάνει τη δική της οικογένεια, απάντησε ότι δεν γνώριζε. Κληθείσα να απαντήσει πως έμοιαζε το είδωλο, το μόνο που ανέφερε ήταν ότι τα είδωλα είχαν διαφορετικές μορφές όπως για παράδειγμα μια γυναίκα με ένα φίδι, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει περισσότερα. Σχετικά με τις απειλές που δεχόταν και που βρισκόταν κατά τον τότε χρόνο, στο χωριό ή στο Lagos, η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτή πηγαινοερχόταν, χωρίς ωστόσο να αιτιολογήσει περαιτέρω την απάντησή της και χωρίς τελικά να αναφέρει που ακριβώς βρισκόταν το χωριό της γιαγιάς της, όπου προέκυψαν και τα όσα ανέφερε περί ανάγκης να αντικαταστήσει τη γιαγιά της ως ιέρεια. Σημειώθηκε περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός ότι πηγαινοερχόταν ήταν αντίθετος με αρχική της δήλωση ότι τους τελευταίους 6 μήνες προτού φύγει από τη Νιγηρία είχε τη βάση της στο χωριό και το ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι μπορεί να εντοπιστεί αν επιστρέψει από τα άτομα που κατ’ ισχυρισμό τη διώκουν.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του 2ου ισχυρισμού, παρατέθηκαν (ΠΧΚ) πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες δεικνύουν ότι η πίστη σε είδωλα απαντάται μέχρι σήμερα στη Νιγηρία. Ωστόσο, ενόψει της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της αιτήτριας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Βάσει του ως άνω αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ της αιτήτριας, λαμβανομένης υπόψη και της κατάσταση ασφαλείας στο Lagos, το οποίο ορίστηκε ως τόπος διαμονής της, κρίθηκε ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της και ότι αυτή δεν συνιστά επαναπροώθηση.
Για τους πιο πάνω λόγους η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Στην αίτηση καταγράφονται αρκετά νομικά σημεία, εκ των οποίων αρκετά αναπτύσσονται εκτεταμένα και στις αγορεύσεις που ακολούθησαν.
Με τις πλούσιες και ιδιαιτέρως εκτεταμένες αγορεύσεις του, με πλήθος παραπομπών και παράθεση αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία, νομολογία και βιβλιογραφία, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ότι οι καθ’ ων η αίτηση έχουν υποχρέωση να συνεργάζονται μ’ αυτήν κατά την εξέταση της αιτήσεως, όμως στα πλαίσια της επίδικης αίτησης δεν έγινε δέουσα έρευνα, δεν έγιναν αρκετές ερωτήσεις, το οποίο συνιστά και παράβαση του δικαιώματος της σε ακρόαση, δεν αναζητήθηκαν ΠΧΚ σε σχέση με τα όσα ανέφερε και – επιπροσθέτως – δεν παρέπεμψαν την αιτήτρια σε ιατρικές εξετάσεις, με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να είναι προϊόν πλάνη, ελήφθη χωρίς να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος που είχαν στη ψυχολογία της αιτήτριας όσα (τραυματικά) περιέγραψε, μεταξύ των οποίων και ο κατ’ ισχυρισμό βιασμός που υπέστη στα κατεχόμενα. Συνεπεία των ανωτέρω, ως εισηγείται, τα ευρήματα τους επί της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της είναι λανθασμένα, αυθαίρετα, ελλιπώς αιτιολογημένα, αποτέλεσμα μη ενδελεχούς και ορθής αξιολόγησης των λεγομένων της, η οποία υπήρξε λεπτομερής, ακριβής και όσα ανέφερε διατηρούσαν συνοχή, τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική. Επί τούτου παρατίθεται πλήθος παραπομπών σε σημεία των λεγομένων της αιτήτριας, επί των οποίων θα επανέλθω πιο κάτω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.
Περαιτέρω, ως εισηγείται ο συνήγορος της, η απόφαση επιστροφής της αιτήτριας δεν αιτιολογείται, συνιστά κατάχρηση εξουσίας και είναι προϊόν νομικής πλάνης, αφού η αιτήτρια – στη βάση το αρ.8 τον Νόμου και αρ.9 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ - διατηρούσε κατά τον χρόνο που αυτή εξεδόθη δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και έτσι δεν ήταν παράνομη η παραμονή της και για τον λόγο αυτό, ως εξηγεί, δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του ΚΕΦ.105. Εκ της δε πλάνης αυτής, ως περαιτέρω εισηγείται, δεδομένου ότι η απόφαση επιστροφής είναι, στη βάση του αρ.13 (2) (δ) του Νόμου αναπόσπαστο μέρος της επίδικης απόφασης (επί τούτου ακολουθεί εκτενής παράθεση σχετικής επιχειρηματολογίας στην απαντητική αγόρευση της) και συμπαρασύρει έτσι σε ακυρότητα το σύνολο της επίδικης απόφασης. Επί όλων των ανωτέρω ο συνήγορος της αιτήτριας παραθέτει πλήθος παραπομπών και αποσπασμάτων σε νομολογία.
Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ότι ο λειτουργός της EUAA που διενέργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση δεν ήταν δεόντως προς τούτο εξουσιοδοτημένος, κατά παράβαση των αρ.13Α (1Α) και (9) του Νόμου και εκτός των πλαισίων της Κ.Δ.Π. 297/2019, καθώς, ως εισηγείται, δεν δύναται να διενεργεί μόνος του συνεντεύξεις και να συντάσσει εκθέσεις, επί της οποίας στηρίχθηκε και ο λειτουργός που έλαβε την επίδικη. Επιπροσθέτως, δεν διασφαλίστηκε η δέουσα επικοινωνία της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη, καθώς, ως αναφέρει, ο διερμηνέας που επιλέγηκε, αλλά και ο λειτουργός που συνέταξε την επίδικη έκθεση δεν διέθεταν, καθότι ουδέν περί αυτού προκύπτει από τον φάκελο, την κατάλληλη κατάρτιση, γνώσεις και προσόντα. Σημειώνει για την μετάφραση ότι μεσούσης της συνέντευξης άλλαξε η γλώσσα επικοινωνίας από αγγλικά σε pidgin English.
Σημειώνεται ότι ο συνήγορος της αιτήτριας κάνει αναφορές και στο ότι, δεδομένου ότι στα ερ.12-26, ως αναφέρει, αυτή κρίθηκε ως άτομο που χρήζει διαδικαστικών εγγυήσεων, οι οποίες δεν φαίνεται αν της παρασχέθηκαν, αφού δεν ερευνήθηκε περαιτέρω η κατάσταση της, δεν παραπέμφθηκε σε ιατρικές ή και ψυχολογικές εξετάσεις και δεν παρέστη στη συνέντευξη λειτουργός του γραφείου ευημερίας, το οποίο από μόνο του καθιστά την επίδικη πράξη ακυρωτέα. Ακολουθεί ενδελεχής παράθεση του νομικού πλαισίου, εκ του οποίου, ως εισηγείται ο συνήγορος της αιτήτριας, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια υπέστη εν προκειμένω και θα υποστεί κατά την επιστροφή της πράξεις διώξεως, αφού, ως εξηγεί, η άρνηση του ρόλου της ιέρειας επιφέρει, σύμφωνα με ΠΧΚ στις οποίες κάνει παραπομπή (και εκτεταμένα αποσπάσματα των οποίων παραθέτει), επιφέρει δυσμενείς συνέπειες και μπορεί να φτάσει μέχρι τη θανάτωση του αρνούμενου να αναλάβει τον ρόλο του ιερέα.
Πέραν των ως άνω ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ότι ο λαμβάνων την επίδικη απόφαση λειτουργός εξουσιοδοτήθηκε να λαμβάνει αποφάσεις «επί εκθέσεων […] που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου» (ερ.80), όμως εδώ η συνέντευξη και η έκθεση ετοιμάστηκαν από λειτουργό της EUAA (CW087), ο οποίος δεν είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, εκ του οποίου δεικνύεται ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε αναρμοδίως. Η δε παρεμβολή, ως αναφέρει, της λειτουργού Μ. Ζαλοκώστα, της οποίας η υπογραφή εντοπίζεται στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ, κάτω από τη σφραγίδα «ο φάκελος σας διαβιβάζεται αφού μελέτησα και υιοθετώ την εισήγηση επί της αίτησης και της δυνατότητας επιστροφής στη [ΛΔΚ]» δεν αρκεί για να καταστήσει την επίδικη απόφαση ως αρμοδίως ληφθείσα, δεδομένου ότι, ως εξηγεί, δια του ως άνω λεκτικού θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι «διαβιβάζεται» (ο φάκελος) και δεν «υποβάλλεται» η επίδικη έκθεση (που είχε ετοιμαστεί από τον CW087), ως προνοείται στο ερ.80. Αναφέρει δε ότι η διενέργεια συνεντεύξεων και ετοιμασία εκθέσεων δεν ήταν σε προσωρινή βάση και εκ τούτου καταδεικνύεται ότι αναρμοδίως έπραξε ο λειτουργός CW087.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας έχει δεόντως δικογραφηθεί και είναι γι’ αυτό ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, παραπέμποντας επί τούτου σε νομολογία. Περαιτέρω εμμένουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη και επί της ουσίας ορθή, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης, τα δε ευρήματα και η κατάληξη τους ήταν ορθά και εύλογα υπό τις περιστάσεις, δεδομένου ότι δόθηκε δεόντως η ευκαιρία στην αιτήτρια να αναφέρει τους ισχυρισμούς της και η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη της. Περαιτέρω αναφέρουν ότι ο λειτουργός της EUAA δρούσε αρμοδίως, εντός των πλαισίων της Κ.Δ.Π.297/19, τον κανονισμό 2010/439/ΕΕ και το αρ.13Α (1Α) του Νόμου και η κατάρτιση του δεν θα πρέπει να αμφισβητείται, ούτε τα προσόντα του μεταφραστή και η ποιότητα της επικοινωνίας του με την αιτήτρια, με δεδομένο εδώ και το τεκμήριο της νομιμότητας αλλά και το ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το πρακτικό της επίδικης συνέντευξης. Αναφορικά με τα όσα προωθούνται σε σχέση με την επίδικη απόφαση επιστροφής αναφέρουν κατ’ αρχήν ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αναπτύσσεται δεόντως, η απόφαση βρίσκει έρεισμα στο αρ.18 (7Β) του Νόμου και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται κατάχρηση εξουσίας. Επί του ισχυρισμού περί της μη παροχής των διαδικαστικών εγγυήσεων προς την αιτήτρια, περιλαμβανομένης της μη διενέργειας ιατρικών ή ψυχολογικών εξετάσεων, αναφέρουν ότι ουδέν εντοπίζεται που να δεικνύει ότι υπήρξε εν προκειμένω παράβαση των εν λόγω αρχών. Επί όλων των ως άνω παραπέμπουν στην οικεία νομοθεσία και παραθέτουν πλήθος νομολογίας αλλά και αποφάσεων του Δικαστηρίου.
Αναφέρει περαιτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ότι η πορεία που ακολουθήθηκε κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης είναι εντός της εξουσιοδότησης (ερ.80), καθώς εν προκειμένω, ως εξηγεί, η επίδικη έκθεση, παρότι δεν συντάχθηκε απ’ αυτήν, εντούτοις διαβάστηκε και υιοθετήθηκε από την λειτουργό Μ. Ζαλοκώστα, η οποία, σύμφωνα με βεβαίωση επισυνάπτεται στην αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση, είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, και τελικά διαβιβάστηκε στον λειτουργό που έλαβε την επίδικη. Προς τούτο κάνει αναφορά σε αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπου έγινε δεκτή ανάλογη επιχειρηματολογία. Σημειώνει δε ότι το ρήμα υποβάλλω και διαβιβάζω αφορούν αμφότερα κατ’ ουσία το να θέσει κάποιος κάτι στην κρίση ή υπόψιν άλλου, ήτοι – ως εισηγείται – ως έγινε και εν προκειμένω, δια της διαβίβασης της επίδικης έκθεσης στον λειτουργό που έλαβε και την επίδικη απόφαση. Αναφέρει δε περαιτέρω ότι η εμπλοκή λειτουργού της EUAA, που εν προκειμένω διενέργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση, είναι εντός των αρμοδιοτήτων που έχουν δυνάμει του ισχύοντος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα χρόνο επιχειρησιακού σχεδίου μεταξύ της Δημοκρατίας και EUAA, παραπέμποντας και εδώ σε αποφάσεις του Δικαστηρίου.
Αναφορικά με το κατά πόσο η έκδοση της εδώ επίδικης απόφασης επιστροφής είναι εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.80), η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση εισηγείται ότι, δεδομένου ότι γίνεται σ’ αυτή ρητή αναφορά σε «έκδοση αποφάσεων επιστροφής (άρθρα 12Δ, 13, 18)», τα οποία (άρθρα) παραπέμπουν στο ΚΕΦ.105, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι τέτοια απόφαση είναι εντός των αρμοδιοτήτων του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού. Ως περαιτέρω εισηγείται, παραπέμποντας εκ νέου σε αποφάσεις του Δικαστηρίου, η απόφαση επιστροφής νομίμως εκδόθηκε κατά τον χρόνο εκείνο, πάντοτε σε συμφωνία με την ενωσιακή αλλά και ημεδαπή εναρμονιστική μ’ αυτή νομοθεσία, δεδομένου ότι ανεστάλη μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας καταχώρησης προσφυγής κατ’ αυτής ή, σε περίπτωση που τέτοια ασκηθεί εμπροθέσμως, μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής αυτής. Σε κάθε δε περίπτωση, ως αναφέρει, παραπέμποντας σε απόφαση του Δικαστηρίου, η απόφαση επιστροφής συνιστά διακριτή της απόφασης απόρριψης της αιτήσεως ασύλου, αυθύπαρκτη πράξη, της οποίας ενδεχόμενη ακυρότητα δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα την απόφαση απόρριψης της αιτήσεως ασύλου.
Επί της επιμέρους εξειδικευμένης επιχειρηματολογίας των καθ’ ων η αίτηση θα επανέλθω πιο κάτω, όπου ήθελε κριθεί σκόπιμο.
Στις διευκρινήσεις κατέστη παραδεκτό ότι η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου στην Υπηρεσία Ασύλου και έγινε εκατέρωθεν δεκτό ότι το πρακτικό της επίδικης απόφασης εντοπίζεται στο ερ.91.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας επανέλαβε εκ νέου την επιχειρηματολογία του σχετικά με το ότι δεν παραπέμφθηκε η αιτήτρια σε ιατρικές εξετάσεις, το οποίο – ως είπε – συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, η επίδικη απόφαση λήφθηκε αναρμοδίως, επί απόφασης η οποία δεν λήφθηκε επί έκθεσης που υποβλήθηκε από λειτουργό ορισμένου χρόνο (σύμφωνα με το ερ.80), άλλαξε η γλώσσα επικοινωνίας μεσούσης της συνέντευξης (ερ.49) και δεν έγινε εν γένει δέουσα έρευνα εν προκειμένω.
Οι καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι, δεδομένης εδώ της εμπλοκής της λειτουργού Μ. Ζαλοκώστα, η οποία διαβίβασε αφού μελέτησε η ίδια την έκθεση στον λαμβάνοντα την επίδικη απόφαση λειτουργό, τότε δεν τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας. Ανέφεραν επίσης, παραπέμποντας στα ερ.19-20, ότι – με δεδομένο ότι δεν διαπιστώθηκε πρόβλημα της αιτήτριας να αντιληφθεί και να επικοινωνήσει όσα επιθυμεί κατά τη συνέντευξη – δεν θα πρέπει εδώ η μη παραπομπή σε ιατρική εξέταση να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδικης απόφασης, η δε αλλαγή της γλώσσας επικοινωνίας από αγγλικά σε αγγλικά pidgin, που είναι – ως ανέφεραν – μια πιο απλή εκδοχή της αγγλικής γλώσσας, δεν επηρεάζει την επίδικη απόφαση και, με δεδομένο ότι τελικά η αιτήτρια δεν αναφέρει τι επιθυμούσε να αναφέρει και δεν κατέστη δυνατό, τότε αλυσιτελώς προβάλλεται ισχυρισμός περί της μη παροχής του δικαιώματος ακρόασης. Επί της ουσίας ανέφεραν ότι η αιτήτρια το μόνο που τελικά ανέφερε είναι ότι βλέπει εφιάλτες.
Έχω διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή του ΔΦ, των γραπτών αγορεύσεων των μερών καθώς και των προφορικών τους τοποθετήσεων κατά τις διευκρινήσεις.
Προέχει βεβαίως η ενασχόληση με τους ισχυρισμούς που άπτονται του κατά πόσο η εδώ επίδικη απόφαση λήφθηκε αναρμοδίως.
Σημειώνω προτού προχωρήσω ότι, ως προκύπτει ευθέως από τα στοιχεία του ΔΦ, ο λειτουργός CW087, που διενήργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση είναι λειτουργός της EUAA και δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία αν αυτός συνιστά λειτουργό ορισμένου χρόνου (βλ. ερ.81, 90, 41, 59), ο δε λειτουργός που έλαβε την εδώ επίδικη απόφαση ενεργούσε στη βάση της εξουσιοδότησης που περιέχεται στο ερ.87.
Αναφορικά με τη διενέργεια της συνέντευξης και τη σύνταξη της επίδικης έκθεσης από λειτουργό της EUAA (πρώην EASO), επί του ζητήματος, στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.95/2023, B. E. J. ν Δημοκρατίας, ημ.27/02/25, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία επιλύουν οριστικά θεωρώ τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της αιτήτριας:
«Προβάλλει ο Εφεσείων ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 13Α(1Α) του N.6(I)/2000, με σαφήνεια διατυπώνεται ότι, προσωπικό άλλο από αυτό της Υπηρεσίας Ασύλου (εν προκειμένω της ΕΥΥΑ), επιτρέπεται «να συμμετέχει» στη διενέργεια της συνέντευξης. Συναφώς, δεν επιτρέπεται επέκταση του πεδίου εφαρμογής, έτσι ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις που ο λειτουργός διεκπεραιώνει συνεντεύξεις μόνος του.
Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση. Το Υπουργικό Συμβούλιο στις 13/09/2019 εξέδωσε διάταγμα (ΚΔΠ 297/2019) δυνάμει του Άρθρου 13Α(1Α), το οποίο προνοεί ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας, για την εξέταση των οποίων η Υπηρεσία Ασύλου αδυνατεί «να διεξάγει» εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας της κάθε μιας αίτησης, επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ εμπειρογνώμονες, οι οποίοι μπορούν να «διεξάγουν τις συνεντεύξεις» για όσο διάστημα βρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΥΥΑ το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμώνων «για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων». Μεταφέρεται το περιεχόμενο του σχετικού διατάγματος:
«Το Υπουργικό Συμβούλιο, ασκώντας την εξουσία που του χορηγεί το άρθρο 13Α(1Α) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2019, εκδίδει το ακόλουθο διάταγμα.
Επειδή έχουν υποβληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ταυτόχρονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών και η Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών αδυνατεί να διεξάγει εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας για την κάθε αίτηση, εμπειρογνώμονες οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο μπορούν να διεξάγουν τις συνεντεύξεις αυτές για όσο διάστημα ευρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμόνων για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων».
Κατ' επέκταση δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι, οι λειτουργοί που επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ απλώς συμμετέχουν στις συνεντεύξεις. […]
Ισχυρίζεται πρόσθετα ο Εφεσείων ότι, το διάταγμα της ΚΔΠ 297/2019, δεν εξουσιοδοτεί τους λειτουργούς της ΕΥΥΑ να προβαίνουν σε εκθέσεις-εισηγήσεις.
Θεωρούμε ότι τα λεχθέντα επί των πιο πάνω από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θέτουν το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010για την ίδρυση της ΕΥΥΑ, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της ομάδας υποστήριξης ρυθμίζονται από το εκάστοτε συμφωνημένο επιχειρησιακό σχέδιο και κατά τον επίδικο χρόνο της συνέντευξης του Εφεσείοντα και της ετοιμασίας της έκθεσης/εισήγησης από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ, υπήρχε σε ισχύ σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο.
Κρίνονται εύλογες οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, δεδομένου ότι στο Άρθρο 18 του πιο πάνω Κανονισμού προνοείται ότι, «Ο εκτελεστικός Διευθυντής και το αιτούν κράτος μέλος εγκρίνουν επιχειρησιακό σχέδιο [..]» το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «την περιγραφή των καθηκόντων και των ειδικών οδηγιών για τα μέλη των ομάδων [.]».
Ούτε επίσης τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο. Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.»
Στη βάση των ως άνω ο σχετικός ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του λειτουργού της EUAA να πράξει ως εν προκειμένω απορρίπτεται, ως και οι ισχυρισμοί περί μη κατοχής των απαραίτητων προσόντων και γνώσεων της γλώσσας στην οποία διενεργήθηκε η εδώ επίδικη συνέντευξη, επί δε του τελευταίου θα επανέλθω πιο κάτω, κατά την εξέταση του ισχυρισμού που άπτεται του δικαιώματος ακρόασης του αιτητή.
Στρεφόμενος τώρα στο περιεχόμενο της εξουσιοδότησης (ερ.80) σημειώνω ότι αυτή ρητά ορίζει ότι η παρεχόμενη στον λαμβάνοντα την επίδικη εδώ απόφαση λειτουργό εξουσία αφορά λήψη αποφάσεων «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου». Η εν λόγω αναφορά συνιστά αναμφισβήτητα απαρέγκλιτο όρο της ισχύος και εμβέλειας της εν λόγω εξουσιοδότησης, αφού - με δεδομένο ότι η εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις ως η προσβαλλόμενη δίδεται μόνο «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου» - η αρμοδιότητα του λαμβάνοντος την απόφαση λειτουργού, ήτοι το κατά πόσον αυτός, λαμβάνοντας την επίδικη εδώ απόφαση (ερ.91), ενήργησε εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.80), εξαρτάται από το καθεστώς εργοδότησης του λειτουργού που υπέβαλε την επίδικη έκθεση. Αυτή είναι η ρητώς εδώ εκπεφρασμένη βούληση του εξουσιοδοτούντος Υπουργού.
Με δεδομένο εδώ λοιπόν το ότι, ως ανωτέρω αναφέρω, η επίδικη έκθεση συνετάχθη από λειτουργό της EUAA (το καθεστώς εργοδότησης του οποίου δεν εμπίπτει στον ως άνω απαρέγκλιτο όρο της εξουσιοδότησης του ερ.80), απομένει λοιπόν να κριθεί κατά πόσο η παρεμβολή εδώ της λειτουργού Μ. Ζαλοκώστα, της οποίας η υπογραφή εντοπίζεται στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ, κάτω από τη σφραγίδα «ο φάκελος σας διαβιβάζεται αφού μελέτησα και υιοθετώ την εισήγηση επί της αίτησης και της δυνατότητας επιστροφής στη [ΛΔΚ]», η οποία, ως προκύπτει από το λεκτικό που εντοπίζεται αμέσως πιο κάτω, όπου αναγράφεται «κ. Μ. Ζαλοκώστα η εισήγηση σας», ακολουθεί μονογραφή, αμέσως δίπλα «ημ.28/08/23» και από κάτω το όνομα του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού (βλ. και ερ.91) και η σφραγίδα «ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ», απευθύνεται στον λειτουργό αυτό, είναι αρκετή για να καταστήσει την επίδικη απόφαση ως ληφθείσα εντός των πλαισίων της εν λόγω εξουσιοδότησης. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η ως άνω πορεία είναι κάπως αδόκιμη και δεν παραβλέπω ότι, ως ορθώς αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή, η επίδικη έκθεση έχει συνταχθεί από λειτουργό της EUAA, το δε λεκτικό στο ερ.90 («I SUBMIT THE FOLLOWING […]») δεν μπορεί παρά να δεικνύει ότι αυτή συντάχθηκε ώστε να υποβληθεί, στη δε επόμενη σελίδα (ερ.91) εντοπίζεται το πρακτικό της επίδικης απόφασης, υπογεγραμμένο δεόντως από τον λειτουργό που την έλαβε, τον οποίο αφορά η εξουσιοδότηση του ερ.80. Όμως προτού ληφθεί η απόφαση παρεμβλήθηκε η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα, η οποία, ως προκύπτει σαφώς από τα αναγραφόμενα στα περιεχόμενα του ΔΦ, μελέτησε και υιοθέτησε (ως δική της) την εισήγηση του λειτουργού της EUAA. Οι καταχωρήσεις αυτές στα περιεχόμενα του ΔΦ φέρουν ημερομηνία, αφενός της κ. Ζαλοκώστα τις 02/12/22 (λίγες μέρες αφότου είχε συνταχθεί η επίδικη έκθεση – βλ. ερ.81), του δε λειτουργού που έλαβε την απόφαση τις 28/08/23 (που είναι η ίδια με του ερ.91 – πρακτικό της επίδικης απόφασης) και τελούν σε χρονολογική σειρά με τις προηγούμενες και επόμενες καταχωρήσεις που εντοπίζονται στον ίδιο πίνακα.
Σχετικά με τα ως άνω είναι και όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας κ.ά. v. Mobil Oil (Cyprus) Ltd κ.ά. (1996) 3 A.A.Δ. 294, όπου λέχθηκε ότι «[το] γεγονός ότι ο Υπουργός απλώς ανέφερε ότι συμφωνεί με την εισήγηση του λειτουργού δεν σημαίνει ότι δεν ασχολήθηκε με την επίλυση του θέματος ούτε και αποτελεί άρνηση άσκησης της εξουσίας που του παρέχει ο Νόμος.» Στη δε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπ. αρ.6447/2013, Χειμώνας ν. Δημοκρατίας, ημ.30/09/15, λέχθηκε ότι «[η] σύμφωνος γνώμη του Υπουργού δεν μειώνει την επάρκεια της αιτιολόγησης. Αντίθετα, ενσωματώνει ολόκληρη την έκθεση τους λειτουργού, την οποία υιοθέτησε χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία, ή, διαφοροποίηση Η απλή συμφωνία δεν εξυπακούει ότι ο Υπουργός δεν ασχολήθηκε με την ουσία του θέματος ή ότι απεμπόλησε την εξουσία του ή ότι επισφράγισε άνευ ετέρου τη γνώμη ή εισήγηση τρίτου, (Καρλεττίδου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3074 και Svetoslav Stoyanov v. Υπουργείου Εσωτερικών, ECLI:CY:AD:2014:D151, υποθ. αρ. 718/2012, ECLI:CY:AD:2014:D151, ημερ. 26.2.2014). Στο πλαίσιο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί ο αιτητής.». Το δε αρ.17 (8) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου διαλαμβάνει ότι «[δ]ε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»
Δεν παραγνωρίζω ότι τα ως άνω αφορούν άλλη πτυχή του ζητήματος που, αφορά κατά πόσο η υιοθέτηση ενός σημειώματος συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας, όμως θεωρώ ότι μπορούν να τύχουν κατ’ αναλογία εφαρμογής και εν προκειμένω. Τούτο γιατί δια των ως άνω καταχωρήσεων που εντοπίζονται στα περιεχόμενα του ΔΦ προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια ότι η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα, μελετώντας και υιοθετώντας (αυτούσια) την επίδικη έκθεση, παρεμβλήθηκε ουσιαστικά και ενεργά (και όχι κατ’ όνομα) στη διαδικασία, καθιστώντας έτσι την εγκριθείσα έκθεση (ερ.91 και πίνακας περιεχομένων ΔΦ) ως υποβληθείσα από την ίδια. Σ’ αυτό συνηγορεί και η χρονολογική συνέχεια των καταχωρήσεων στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ. Είναι δε επουσιώδες και – σε κάθε περίπτωση – δεν δύναται να διαφοροποιήσει την ουσιαστική συμμετοχή/παρεμβολή της Μ. Ζαλοκώστα το κατά πόσο εδώ το λεκτικό «διαβιβάζεται» διαφέρει γραμματικά από το λεκτικό «υποβάλλονται». Σημαντικό είναι ότι, ως στην εξουσιοδότηση (ερ.80) αναφέρεται, τελικώς, η επίδικη έκθεση δόθηκε (κατ’ απλούστερη λεκτική διατύπωση) προς έγκριση στον λαμβάνοντα την επίδικη απόφαση λειτουργό από «τα χέρια» της Μ. Ζαλοκώστα, που προηγουμένως μελέτησε και υιοθέτησε την επίδικη έκθεση. Τυχόν δε διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε θεωρώ αχρείαστη τυπολατρική γραμματική προσέγγιση, η οποία στερείται ουσιαστικού περιεχομένου, του λεκτικού «επί εκθέσεων […] που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου», στο ερ.80.
Σημειώνω η ως άνω είναι και επακριβώς η κατάληξη μου επί του σχετικού επιχειρήματος στην υπ. αρ.227/23, ημ.10/12/25, επί πανομοιότυπων με τους εδώ ισχυρισμών.
Ενόψει των ως άνω αποδέχομαι λοιπόν ότι, δεδομένου ότι η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα, η εμπλοκή της οποίας κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης εξηγείται λεπτομερώς πιο πάνω, είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, ως κατέστη παραδεκτό στις διευκρινήσεις και προκύπτει και από το συνημμένο Παράρτημα Α στην αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αρμοδίως (ερ.91 και πίνακας περιεχομένων ΔΦ), εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.80).
Προχωρώ σε εξέταση των ισχυρισμών που άπτονται της επίδικης απόφασης επιστροφής, η οποία και σωρεύεται με την απόφαση επί της επίδικης αιτήσεως ασύλου στο ερ.91.
Σε σχέση κατ’ αρχήν με το κατά πόσο η έκδοση της επίδικης απόφασης επιστροφής έχει εκδοθεί αρμοδίως και είναι σύμφωνη με την οικεία νομοθεσία, σημειώνω τα εξής.
Στην εξουσιοδότηση (ερ.80) αναφέρεται ρητώς ότι οι εκεί αναφερόμενοι λειτουργοί των καθ’ ων η αίτηση (εκ των οποίων και ο λαμβάνων την επίδικη απόφαση) εξουσιοδοτούνται να «ασκούν μέρος των εξουσιών ή να εκτελούν μέρος των καθηκόντων του Προϊσταμένου που αφορούν […] έκδοση αποφάσεων επιστροφής (άρθρα 12Δ, 13, 18)». Ανατρέχοντας τώρα στο αρ.13 (2) (δ) του Νόμου, παρατηρώ ότι διαλαμβάνει πως ο Προϊστάμενος (εν προκειμένω ο ασκών, με βάση την ως άνω εξουσιοδότηση, τις εξουσίες του Προϊσταμένου λειτουργός) «δύναται, με απόφασή του […] να απορρίψει την αίτηση και εκδώσει απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή διάταγμα απέλασης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου». Σημειώνω ότι επί των ισχυρισμών σε σχέση με το «αναπόσπαστο» της απόφασης επιστροφής θα επανέλθω πιο κάτω, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μια εκ των δύο αποφάσεων (απόρριψης ασύλου, επιστροφής) πάσχει ακυρότητας, καθώς σε κάθε άλλη περίπτωση η εξέταση του ζητήματος θα παρέλκει.
Στην απόφαση του στη C-181/16, Gnadi, ημ.19/06/18, επί πανομοιότυπου ζητήματος, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) καταλήγει στα εξής:
«Η οδηγία 2008/115/ΕΚ […], σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την οδηγία 2005/85/ΕΚ […], σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, και με γνώμονα την αρχή της μη επαναπροωθήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, που κατοχυρώνονται με το άρθρο 18, το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, ήδη από της εκ μέρους της υπεύθυνης αρχής απορρίψεως της αιτήσεως αυτής ή μαζί με αυτήν στο πλαίσιο της ιδίας διοικητικής πράξεως και, ως εκ τούτου, πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει την αναστολή του συνόλου των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως επιστροφής εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής αυτής, ότι ο αιτών αυτός δύναται, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της οδηγίας 2003/9/ΕΚ […], σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, και να προβάλει οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής περί επιστροφής και η οποία δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου […].»
Εν προκειμένω, στη βάση και της ως άνω νομολογίας δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται της εξουσίας να εξετάσει εξ υπαρχής και επί της ουσίας της την προσβαλλόμενη απόφαση, περιλαμβανομένης της επίδικης απόφασης επιστροφής, στα πλαίσια της οποίας. Τούτο προνοείται ρητώς από το αρ.11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (73(I)/2018) και έχει επιβεβαιωθεί στην Janelidze ν. Δημοκρατίας, E.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.17/21, 21/09/21, όσο και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.43/2021, Mondeke v. Δημοκρατίας, ημ.20/01/22.
Ενόψει των ως άνω δεν αποδέχομαι ότι εν προκειμένω, δια της εκδόσεως της επίδικης απόφασης επιστροφής, ο λειτουργός που την έλαβε ενέργησε εκτός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.80) και περαιτέρω ότι η έκδοση της κατά τον τότε χρόνο, δεδομένου ότι αυτή ανεστάλη, σύμφωνα με τις εκ του αρ.8 (1) (α) του Νόμου πρόνοιες, ήταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο πρόωρη ή παράνομη, το δε αρ.13 (2) (δ) του Νόμου προνοεί ρητώς ότι η εξουσία τούτη παρέχεται στον Προϊστάμενο και συνεπώς στον λειτουργό που ασκεί, εδώ με βάση την εξουσιοδότηση ερ.80, τις εξουσίες του Προϊσταμένου. Ας σημειωθεί και το ότι στο αρ.2 του Νόμου αναφέρεται ότι «"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου». Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι δεν βρίσκω έρεισμα στην εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας ότι η αναστολή της απόφασης επιστροφής στο λεκτικό της απόφασης (ερ.91), στερείται νομικής ισχύος. Το κατά πόσο δε η απόφαση επιστροφής είναι επί της ουσίας ορθή (και αν αυτή αιτιολογείται επαρκώς), στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων αφορά την επί της ουσίας εξέταση της παρούσας, που ακολουθεί.
Αναφορικά τώρα με τους ισχυρισμούς ότι δεν δόθηκε ευκαιρία στην αιτήτρια να αναπτύξει πλήρως τους ισχυρισμούς της, ότι δεν υποβλήθηκαν επαρκείς ερωτήσεις, καθώς και τα όσα αναφέρει σε σχέση με την ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη αλλά και τη γνώση της γλώσσας επικοινωνίας από τον λειτουργό που διενήργησε τη συνέντευξη, από την ανάγνωση του επίδικου πρακτικού συνέντευξης δεν μπορώ να εντοπίσω πλημμέλεια ή σφάλμα στη διαδικασία. Στην αιτήτρια εξηγήθηκαν δεόντως όλη η διαδικασία της συνέντευξης (ερ.57-58), αφού ερωτήθηκε ρητά αν αντιλαμβανόταν τον διερμηνέα και τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν (και αντίστοιχα αν ο διερμηνέας αντιλαμβανόταν την ίδια) απάντησε καταφατικά και, κατόπιν ανάγνωσης (readback) του επίδικου πρακτικού της συνέντευξης, έθεσε την υπογραφή της, βεβαιώνοντας ότι όσα ανέφερε καταγράφηκαν με ακρίβεια και ορθά και ότι αντιλαμβανόταν πλήρως τη γλώσσα της συνέντευξης (ερ.41). Περαιτέρω, πριν αρχίσει η συνέντευξη, εξηγήθηκε στην αιτήτρια ότι αν δεν αντιλαμβάνεται τα διαλαμβανόμενα θα πρέπει να το αναφέρει αμέσως. Άλλωστε, ως προκύπτει από το ερ.3, η αιτήτρια είχε δηλώσει ως πρώτη της γλώσσα τα αγγλικά. Δεν παραγνωρίζω ότι, ως στο ερ.49 καταγράφεται, μετά το πέρας των ερωτήσεων που αφορούν το προφίλ της αιτήτριας και πριν αρχίσει η ελεύθερη αφήγηση των λόγων που η αιτήτρια έφυγε από τη Νιγηρία, υπήρξε αλλαγή της γλώσσας επικοινωνίας από την αγγλική σε Pidgin English, με τον μεταφραστή να παραμένει ο ίδιος, χωρίς όμως να καταγράφεται ο λόγος της αλλαγής αυτής. Σημειώνω ότι, ως πιο πάνω αναφέρω, τα Pidgin English είναι κατ’ ουσία μια απλοποιημένη διάλεκτος της αγγλικής, η οποία χρησιμοποιείται σε κράτη της δυτικής Αφρικής, μεταξύ των οποίων και η Νιγηρία.
Δεδομένων λοιπόν των όσων αμέσως πιο πάνω καταγράφω περί της ανάγνωσης στην αιτήτρια του πρακτικού της συνέντευξης και της επιβεβαίωσης από την ίδια ότι άπαντα τα καταγραφέντα είναι ορθά και ακριβή, αλλά και του ότι ουδείς άλλος προβληματισμός ή επιφύλαξη τέθηκε από την ίδια κατά τη συνέντευξη σχετικά με την ποιότητα επικοινωνίας, δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε η αλλαγή της γλώσσας/διαλέκτου επικοινωνίας να οδηγήσει, άνευ ετέρου σε συμπέρασμα περί κακής ή πλημμελούς επικοινωνίας της αιτήτριας στην αγγλική γλώσσα (για το μέρος της συνέντευξης που έγινε σ’ αυτή). Σημειώνω ότι στο αρ.17 (9) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000) αναφέρεται ότι κατά τη συνέντευξη επιλέγεται «διερμηνέα[ς] ικανό[ς] να διασφαλίζει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτητή και του αρμόδιου λειτουργού που διεξάγει τη συνέντευξη» και πως «η επικοινωνία διενεργείται στη γλώσσα που προτιμά ο αιτητής, εκτός εάν υπάρχει άλλη γλώσσα την οποία κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνήσει με σαφήνεια». Στο αρ.18 (1) γίνεται αναφορά περί «αναγκαίου διερμηνέα». Από μια ανάγνωση των ως άνω προνοιών της νομοθεσίας καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης, σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές Οδηγίες, των οποίων τα ως άνω άρθρα αποτελούν την μεταφορά στην εθνική νομοθεσία, θέλει να διασφαλίσει την δέουσα επικοινωνία του αιτητή (αιτήτριας) με τον διεξάγοντα τη συνέντευξη λειτουργό. Δεδομένων όσων πιο πάνω αναφέρω, ουδεμία αμφιβολία γεννάται εν προκειμένω για την ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη και συνεπώς δεν μπορώ να δεχθώ τις σχετικές αιτιάσεις του συνηγόρου της αιτήτριας.
Επί όμοιου ζητήματος, στην απόφαση του Ανώτατου στην υπ. αρ.1694/11, Noel De Silva v. Δημοκρατίας, μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημ.07/02/14, λέχθηκε σχετικώς ότι «[…] ο αιτητής υπέγραψε δήλωση ότι, όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται είναι αληθινές και ότι αντιλαμβάνεται το ερωτηματολόγιο και τις αντίστοιχες απαντήσεις. Στη συνέχεια βεβαιώνει, ότι έχει καταγραφεί αντικατοπτρίζει επακριβώς τη δήλωσή του. Συνεπώς το επιχείρημα αυτό δεν έχει έρεισμα».
Δεδομένων των ως άνω οι ισχυρισμοί περί μη δέουσας γνώσεως ή και κατάρτισης του λειτουργού που διενέργησε την επίδικη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση, στην απουσία περί του αντίθετου μαρτυρίας, δεδομένου του ότι το τεκμήριο της κανονικότητας της διαδικασίας παραμένει ακλόνητο, απορρίπτονται ως ατεκμηρίωτοι [βλ. Κόκκινου ν. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 263, Kousoulides a.o. v. Republic (1967) 3 C.L.R. 438 και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.95/2023]. Επί πανομοιότυπου δε με τον ως άνω ισχυρισμό, στην B. E. J. αναφέρθηκε πως «ούτε [..] τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο. Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.»
Σχετικά με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι στερήθηκε διαδικαστικών εγγυήσεων και του ότι δεν παραπέμφθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, δεδομένου ότι – ως επί τούτου εισηγείται ο συνήγορος της – αυτή υπήρξε θύμα βιασμού στα κατεχόμενα, σημειώνω τα εξής.
Ως προκύπτει από τα ερ.12-26 η κατάσταση της αιτήτριας έτυχε ενδελεχούς εξέτασης ως προς τις ανάγκες παροχής διαδικαστικών εγγυήσεων ή άλλης μορφής υποστήριξης, ως άτομο που «πιθανό να [έχει] βιώσει έμφυλη βία ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας» (ερ.14), στα πλαίσια της οποίας δόθηκε η ευκαιρία σ’ αυτή να αναφερθεί στον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της στα κατεχόμενα και έγινε παραπομπή της σε ιατρικές εξετάσεις εγκυμοσύνης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της (ερ.13). Κατά τη συνέντευξη για σκοπούς αξιολόγησης της ευαλωτότητας της η αιτήτρια ανέφερε, πέραν των ισχυρισμών της που άπτονται κατ’ ισχυρισμό δίωξη της στη Νιγηρία γιατί αρνήθηκε να αντικαταστήσει τη γιαγιά της ως ιέρεια (ερ.24) και το ότι βιάσθηκε στα κατεχόμενα από άτομο στο οποίο την έστειλε ο πάστορας που τη βοήθησε να φύγει από τη Νιγηρία και να ταξιδέψει στα κατεχόμενα (ερ.23), τα εξής, ως καταγράφονται στο ερ.20:
· [Η αιτήτρια] ανέφερε ότι δεν έχει κάποια αναπηρία
· [Η αιτήτρια] ανέφερε ότι δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας
· [Η αιτήτρια] ανέφερε ότι δεν έχει φόβους ή ανησυχίες
· [Η αιτήτρια] ανέφερε ότι δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα ύπνου
· [Η αιτήτρια] ανέφερε ότι δεν κάνει χρήση αλκοόλ και δεν καπνίζει
· [Η αιτήτρια] ανέφερε ότι δεν έχει αυτοκτονικές σκέψεις και ούτε είχε στο παρελθόν
Περαιτέρω, ως καταγράφεται στο ερ.19, η αιτήτρια «υπήρξε συνεργάσιμη και πρόθυμη να μοιραστεί πληροφορίες […] μιλούσε με […] καλά οργανωμένο τρόπο […] [και] δήλωσε ότι είναι σε καλή φυσική και ψυχολογική κατάσταση».
Συνεπεία των ως άνω, ως καταγράφεται στο ερ.17, για την αιτήτρια έγινε παραπεμπτικό σε ιατρική εξέταση για εγκυμοσύνη και η κατάσταση της κρίθηκε μέτριου κινδύνου (ερ.26).
Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του ΔΦ, όντως δεν προκύπτει αν όντως η αιτήτρια έτυχε εξέτασης (ως περιγράφεται στο ερ.17, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο είναι έγκυος), όμως, ως καταγράφεται στο ερ.40, κατά την επικοινωνία με την αιτήτρια, αυτή ρωτήθηκε και επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε εγκυμοσύνη και δεν έχει παιδιά. Ανεξαρτήτως λοιπόν του αν υπάρχει στον ΔΦ σχετική καταχώρηση της εξέτασης εγκυμοσύνης, το ζήτημα του κατά πόσο είναι έγκυος ή όχι ξεκαθαρίζεται πλήρως στο ερ.40. Κατά τη συνέντευξη εξηγήθηκε στην αιτήτρια η διαδικασία, ρωτήθηκε αν είναι σε καλή κατάσταση εκείνη την μέρα και απάντησε θετικά, σε επόμενη ερώτηση δε αν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας η αιτήτρια απάντησε όχι, αναφέροντας ότι έχει fibroids (ινομυώματα μήτρας, σ.σ. είναι καλοήθεις όγκοι[2]) και της ειπώθηκε να επισκεφθεί ιατρό σχετικά μ’ αυτό.
Ως εκ των ως άνω στοιχείων προκύπτει, δεν υπήρχε σύσταση για ιατρικές εξετάσεις σε σχέση με την αξιολόγηση της επίδικης αίτησης (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 137/23, Emmah Andoh Eva ν Δημοκρατίας, ημ.21/05/25, όπου κρίθηκε ότι, αν υπάρχει τέτοια σύσταση, θα πρέπει να δικαιολογηθεί το γιατί δεν έγινε), πέραν εξετάσεων προς διαπίστωση αν είναι έγκυος, το οποίο ξεκαθαρίζεται από το ερ.40, και περαιτέρω η αιτήτρια – ως κρίθηκε από τις δηλώσεις της ίδιας – δεν έχρηζε ψυχολογικής ή άλλης στήριξης και ότι αισθανόταν καλά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ιατρικές και/ή ψυχολογικές εξετάσεις γίνονται μόνο όταν και εφόσον κριθεί «σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης» [αρ.15 (1) του Νόμου], πράγμα που δεν κρίθηκε στα πλαίσια της παρούσης, δεδομένου του ότι ήταν σε καλή ψυχολογική και σωματική κατάσταση (βλ. ερ.20).
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τυχόν βιασμός της αιτήτριας στα κατεχόμενα δεν μπορεί να σχετιστεί με την εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας στα πλαίσια της επίδικης αίτησης (ουδέν ετέθη προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε από την ίδια) και ουδόλως θα μπορούσε να επηρεάσει την πορεία εξέτασης της επίδικης αίτησης, αλλά και την επ’ αυτής κατάληξη, στην απουσία ισχυρισμού περί του πως αυτό θα επηρέαζε την αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, αφού η όποια εξέταση τελείται – στα πλαίσια μελλοντροστραφούς εκτίμησης του κινδύνου δίωξης ή και σοβαρής βλάβης – σε σχέση πάντοτε με τη χώρα καταγωγής και όχι για ό,τι συνέβη έξω απ’ αυτή. Τονίζω βεβαίως ότι το ζήτημα αλλάζει όταν εκ της βλάβης/δίωξης που υπέστη μια αιτήτρια εκτός της χώρας καταγωγής προκύπτουν συνέπειες οι οποίες διαφοροποιούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το προφίλ ή τις περιστάσεις της κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής. Εδώ όμως δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα και συνεπώς η οιαδήποτε εξέταση της πτυχής αυτής, εφόσον η αιτήτρια ουδέν αναφέρει εκ του οποίου να προκύπτει ότι συνδέει το ότι κατ’ ισχυρισμό συνέβη σ’ αυτή στα κατεχόμενα με κίνδυνο κατά την επιστροφή της στη Νιγηρία.
Παρεμβάλλω εδώ και τα εξής.
Σε σχέση με την επιστροφή των θυμάτων trafficking στη χώρα καταγωγής, πληροφορίες του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) αποκαλύπτουν ότι θύματα εμπορίας, κατά την επιστροφή στις χώρες καταγωγής τους, αντιμετωπίζονται συχνά από παρόμοιες οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις που τους καθιστούν ευάλωτους στην εμπορία ανθρώπων σε πρώτη φάση. Τα θύματα εμπορίας μπορεί να αντιμετωπίσουν συνεχείς απειλές ή κίνδυνο από τους διακινητές τους ή οικονομικές δυσκολίες λόγω των εμπειριών τους. Μερικές φορές η έλλειψη υποστήριξης υπήρχε πριν από την εμπειρία τους αλλά συχνά είναι αποτέλεσμα αυτής. Οι οικονομικές δυσκολίες κατά την επιστροφή είναι εγγενώς έμφυλες και οι επιλογές διαβίωσης κατά την επιστροφή στη χώρα προέλευσης είναι συχνά περιορισμένες για τις γυναίκες.[3] Δεν υπάρχουν εδώ τέτοιοι ισχυρισμοί.
Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι, σε κάθε περίπτωση, ορθώς κρίθηκε ότι ουδεμία εξέταση ή διαδικαστική παροχή έχρηζε να δοθεί στην αιτήτρια. Επί της ουσίας του ισχυρισμού της αιτήτριας περί βιασμού της στα κατεχόμενα θα επανέλθω πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Ενόψει των ως άνω δεν εντοπίζω οιονδήποτε σημείο εκ του οποίου να καταδεικνύεται ότι η αιτήτρια στερήθηκε βασικών διαδικαστικών εγγυήσεων ως τίθενται από τα αρ.13Α και 18 του Νόμου ή του δικαιώματος ακρόασης, ως εισηγείται ο συνήγορος της. Άλλωστε θα πρέπει να υπομνησθεί ότι αυτή διατηρούσε κάθε δικαίωμα να προσφέρει μαρτυρία προς στήριξη ή ενίσχυση των ισχυρισμών της και της αξιοπιστίας του αφηγήματος της στα πλαίσια της παρούσας, δεδομένου του πλήρους και εξ υπαρχής ελέγχου που διενεργείται, τόσο των γεγονότων όσο και νομικών ζητημάτων που την περιβάλλουν. Εντούτοις ουδέν έπραξε.
Λεχθέντων των ως άνω, δεδομένου ότι οι άπαντες οι λοιποί ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ουσία της υπόθεσης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [βλ. αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στη σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Επανερχόμενος και διερχόμενος με προσοχή του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης θα συμφωνήσω με τα ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού (ο οποίος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος), ως αυτά έχουν καταγραφεί στην επίδικη έκθεση και παρατίθενται επιγραμματικά πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία υιοθετώ ως έχουν και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, παρά μόνο να σημειώσω τα εξής.
Το σύνολο των λεγομένων της αιτήτριας περί διώξεως της λόγω άρνησης της να λάβει τη θέση της γιαγιάς της ως ιέρεια μιας πίστης (την οποία αυτή υπηρετούσε) στερούνται σε όλη τους την έκταση και επί πάσης πτυχής τους συνοχής, λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων. Ενδεικτικά σημειώνω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τελικά το περιεχόμενο της πίστης που κλήθηκε να υπηρετήσει, το πως, πότε και πόσες φορές αυτή δέχθηκε απειλές ή άλλες πιέσεις, που βρισκόταν κατά τον τότε χρόνο και γιατί, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, δεδομένου ότι τα όσα αναφέρει έλαβαν χώρα στο χωριό της γιαγιάς της, το οποίο – σημειώνω – δεν ήταν ο τόπος διαμονής της ιδίας, και για το οποίο τελικά ουδέν ανέφερε σχετικά με το που βρίσκεται (απλά ανέφερε ότι είναι ανατολικά).
Αυτό που θεωρώ ότι λείπει από το αφήγημα της αιτήτριας αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του UKIAT (Δευτεροβάθμιο Tribunal του Ηνωμένου Βασιλείου) στην HS (Homosexuals: Minors, Risk on Return) Iran v. Secretary of State for the Home Department [2005] UKAIT 00120, ημ.04/08/05 [4], όπου, στην παρ.128, το Δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του εκεί αιτητή, ανέφερε ότι «there is the full, consistent detail and the plausible noting of small points, unlikely to be observed or recounted by a person who had not had the experience described. ». Εν προκειμένω λοιπόν, κατά παράφραση του ως άνω αποσπάσματος, σε δική μου μετάφραση, είναι κατάληξη μου ότι εκ του αφηγήματος της αιτήτριας απουσιάζει κάθε ψήγμα πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης των μικρών σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που η αιτήτρια παραθέτει και είναι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που διαβρώνεται η εσωτερική συνοχή του.
Αναφορικά με την εξωτερική συνοχή του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ των οποίων και επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ειδωλολατρικών πίστεων και δοξασιών στη Νιγηρία αλλά και η εξάσκηση αποκρυφιστικών πρακτικών. Όμοιες πληροφορίες καταγράφονται και σε πηγή που έχω εντοπίσει, οι οποίες, ως και οι ΠΧΚ που παραθέτει ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρουν, κάνουν λόγο για σκληρές αλλά και ενδεχομένως θανάσιμες συνέπειες στην περίπτωση άρνησης ανάληψης των καθηκόντων ιερέα/αρχιερέα.[5] Δεν θα πρέπει λοιπόν να αμφισβητείται, άλλωστε αυτό ήταν – εν μέρει, χωρίς να γίνεται αναφορά στις συνέπειες άρνησης ανάληψης των καθηκόντων - και το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ.85), ότι όσα αναφέρει η αιτήτρια συνάδουν με ΠΧΚ, ως φαινόμενα που απαντώνται στη χώρα καταγωγής.
Όμως εν προκειμένω η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας, ως ανωτέρω λεπτομερώς εξηγείται, η οποία αφορά το σύνολο των περί τούτου ισχυρισμών της, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενικές πληροφορίες - επιβεβαιώνονται ως φαινόμενα που υπάρχουν στη Νιγηρία. Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε θεωρώ σε αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κατά τ’ άλλα κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών θα απέληγε τελικά σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. πιο πάνω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως εξάλλου στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Στη δε σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι η σε πολλά και καίρια σημεία του αφηγήματος της αιτήτριας έλλειψη εσωτερικής συνοχής που εντοπίζεται είναι τέτοια που δεν αφήνει εδώ περιθώριο αποδοχής τους.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί του ότι αυτή βιάσθηκε στα κατεχόμενα από το πρόσωπο στο οποίο είχε παραπεμφθεί από το άτομο το οποίο διοργάνωσε το ταξίδι της εκεί από τη Νιγηρία, παρότι καταγράφονται δεόντως στο πρακτικό της συνέντευξης (ερ.49-53) και στην επίδικη έκθεση (ερ.89), δεν τυγχάνουν εξέτασης από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Σημειώνω επίσης ότι, ως και ανωτέρω αναφέρω, σε κάθε περίπτωση, τυχόν βλάβη/δίωξη αιτητή/αιτήτριας η οποία δεν επισυμβαίνει στη χώρα καταγωγής δεν σχετίζεται, εκτός αν αποδειχθεί ότι εξ αυτής μπορεί να προκύψει ζήτημα κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής.
Λεχθέντων των ως άνω, δεδομένου του ότι, ως ειπώθηκε στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία», παρατηρώ τα εξής σχετικά.
Η αιτήτρια, ως αναφέρει, ταξίδεψε στα κατεχόμενα με φοιτητική θεώρηση εισόδου εκεί με τη βοήθεια της θείας της (η οποία και πλήρωσε το ταξίδι), μέσω ατζέντη. Ερωτώμενη για τον ατζέντη αυτό και τη διευθέτηση που έγινε η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή πληροφορία. Εκεί την παρέλαβε ένα άγνωστο πρόσωπο το οποίο και τη βίασε και γι’ αυτό η αιτήτρια διέφυγε και ήρθε στις ελεύθερες περιοχές. Ερωτώμενη πως ξέφυγε η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν ανέφερε το συμβάν στις αρχές. Ερωτώμενη γιατί στα πλαίσια της συνέντευξης ευαλωτότητας ανέφερε ότι το ταξίδι διευθέτησε πάστορας ενώ στη συνέντευξη της ανέφερε ότι ήταν η θεία της, η αιτήτρια ανέφερε ότι η θεία της είναι πάστορας, όμως δεν γνώριζε πως αυτή γνώρισε τον ατζέντη και, ακολούθως, ανέφερε ότι η θεία της δουλεύει στα Ηνωμένα Έθνη και το άτομο που διευθέτησε το ταξίδι είναι πάστορας και διοργάνωσαν το ταξίδι με τους γονείς της. Σε επόμενες ερωτήσεις ανέφερε και πάλι ότι η θεία της είναι πάστορας και δουλεύει στα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς εντούτοις να είναι σε θέση να αναφέρει κάτι περαιτέρω επί τούτου.
Αξιολογώντας τα ως άνω είναι κατάληξη μου ότι τα όσα αναφέρει η αιτήτρια περί βιασμού της στα κατεχόμενα στερούνται συνοχής, λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με το τι προηγήθηκε, ποια ήταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα που διευθέτησαν το ταξίδι της αιτήτριας στα κατεχόμενα και με ποιο τρόπο, πως επισυνέβη η κακοποίηση αλλά και το τι ακολούθησε της φυγής της από το σπίτι του κατ’ ισχυρισμό βιαστή της. Επί όλων των πιο πάνω η αιτήτρια υπήρξε ασαφής, γενικόλογη και δεν ήταν σε θέση να παραθέσει με συνοχή τα συμβάντα και περιστάσεις που αναφέρει. Συνεπεία του, κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών αξιολόγησης αξιοπιστίας (βλ. εγχειρίδιο EASO, πιο πάνω) δεν μπορώ να δεχθώ τους ισχυρισμούς της αιτήτριας.
Ενόψει των ως άνω απομένει η εξέταση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Lagos).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/03/26), στη περιοχή του Lagos της Νιγηρίας καταγράφηκαν 171 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 88 θάνατοι, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 2 διαδηλώσεις χωρίς θανάτους, 88 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 88 θανάτους, 11 περιστατικά καταστολής με 11 θανάτους και 42 περιστατικά τρομοκρατίας με αποτέλεσμα 43 θανάτους. [6] Ο πληθυσμός της πόλης Lagos ανέρχεται σήμερα περί τα 18 εκατομμύρια κατοίκων. [7]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει με την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθώς η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, λαμβανομένου υπόψη και του πληθυσμού της περιοχής, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ περαιτέρω να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [8] και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι, στη βάση των ως άνω στοιχείων δεν αποκλείεται να προκύψουν κίνδυνοι στην καθημερινότητα, όμως δεν θεωρώ ότι τούτο αρκεί για να παρασχεθεί διεθνής προστασία, καθώς, ως και στην αιτ. σκέψη 35 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»,
Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι υγιής, περί των 37 ετών σήμερα, με πανεπιστημιακή μόρφωση, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, χωρίς άλλα στοιχεία ευαλωτότητας και διέμενε όλη της τη ζωή στην πόλη Lagos, όπου μένουν οι γονείς και ένας εκ των αδελφών της, δεδομένα τα οποία και επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι θα έχει τα κατάλληλα μέσα για να εξασφαλίσει – κατ’ ελάχιστον προσωρινά – στήριξη και στέγαση, μέχρι να ορθοποδήσει και να βιοποριστεί, ώστε να εξασφαλίσει με ίδια μέσα τα προς το ζην, παρά τις αντιξοότητες που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει.
Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου, δεν εντοπίζω εκ των ενώπιον μου στοιχείων κάτι που να συνηγορεί υπέρ του ότι επιστροφή της αιτήτριας θα συνιστούσε επαναπροώθηση και θα εξέθετε αυτόν σε κινδύνους κατά παράβαση των αρ.2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Δεν αποδέχομαι λοιπόν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση επιστροφής στερείται αιτιολογίας, καθώς, δεδομένης της υιοθέτησης καθ’ ολοκληρία της επίδικης έκθεσης, στα πλαίσια της οποίας τελείται πλήρης εξέταση όλων των πτυχών, περιλαμβανομένου του κατά πόσο επιστροφή της θα ήταν σε παράβαση των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ και της αρχής της μη επαναπροώθησης, κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης – μεταξύ άλλων –των προσωπικών περιστάσεων της αιτήτριας και της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της, είναι κατάληξη μου ότι αιτιολογείται δεόντως. Ενόψει δε του ότι δεν έχω εντοπίσει παθογένεια στην απόφαση επιστροφής παρέλκει βεβαίως η εξέταση του κατά πόσο τυχόν ακυρότητα συμπαρασύρει την απόφαση απόρριψης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται, ήτοι της μη εξέτασης και πλήρους αξιολόγησης των ενώπιον των καθ’ ων στοιχείων που αφορούν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για βιασμό της στα κατεχόμενα, τα οποία δεν είναι ικανά - δεδομένης της εξ υπαρχής εξέτασης της παραμέτρου αυτής που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίστανται εδώ ανάγκες διεθνούς προστασίας, δεικνύουν πλημμελή έρευνα και μη επαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[3] IOM – International Organization for Migration: The Causes and Consequences of Re-Trafficking: Evidence from the IOM Human Trafficking Database, 2010, available at: https://publications.iom.int/system/files/pdf/causes_of_retrafficking.pdf, (ημ. πρόσβασης 11/07/24)
[4] HS (Homosexuals: Minors, Risk on Return) Iran v. Secretary of State for the Home Department | Refworld, https://www.refworld.org/jurisprudence/caselaw/gbrait/2005/en/57477
[5] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada - Nigeria: Consequences for a person refusing a chief priest or a shaman [also called fetish priest] title for which they have been selected in south and central Nigeria; state protection (2019-October 2021), 12 November 2021 https://www.ecoi.net/en/document/2066541.html, EASO, Country of Origin Report, Nigeria Country Focus, June 2017, p. 61, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[7]Lagos Population 2026 διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/lagos (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[8] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο