ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3866/24
27 Μαρτίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. Μ. Α.
Αιτήτριας,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση,
.........
Χ. Ζηντίλη (κα) για Μ. Παπαλοΐζου (κο), Δικηγόροι για την Αιτήτρια.
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.8.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Ταυτόχρονα αιτείται τη χορήγηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Ζιμπάμπουε και αφού εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία περί τις 28.3.2023 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 27.8.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε σχετική Έκθεση/ Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και για επιστροφή στη χώρα καταγωγής της. Στις 30.8.2024, ο Προϊστάμενος εξέδωσε απόφαση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και επιστροφή της στη Ζιμπάμπουε. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 23.9.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προβάλλει ως μοναδικό λόγο της προσφυγής της την έλλειψη δέουσας έρευνας, επικαλούμενη κατ’ ουσίαν πλημμελή αξιολόγηση των δηλώσεών της από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η θεία της, αδελφή της μητέρας της, την πίεζε να παντρευτεί έναν άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας και ότι, για τον λόγο αυτό, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.
3. Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύοντας ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας. Επισημαίνουν ότι δεδομένης της μη θεμελίωσης της αξιοπιστίας της ως προς τους ισχυρισμούς της περί εξαναγκασμού της σε γάμο, δεν προκύπτει κίνδυνος για την ίδια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συνεπώς δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Ως προς τον εγειρόμενο λόγο προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Hooman & Mahiab Khanbabaie v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, προκύπτει ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της για διεθνή προστασία, αυτή προέβαλε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα της, ο θείος της, ήτοι ο μεγαλύτερος αδελφός του πατέρα της, ο οποίος την ανέθρεψε, επιθυμούσε να την παντρέψει με έναν μεγαλύτερης ηλικίας άνδρα, ο οποίος ήταν αρχηγός του χωριού και συνήθιζε να παντρεύεται νεαρές κοπέλες. Η μητέρα της, προκειμένου να το αποφύγει, την έστειλε στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας για να σπουδάσει.
13. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της, η Αιτήτρια επανέλαβε συναφείς αιτιάσεις, με την προσθήκη ότι ο μεγαλύτερος αδελφός της, ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών, υπήρξε βίαιος απέναντί της. Στο πλαίσιο αυτό, αξιολογήθηκε ως μεσαίου κινδύνου ως προς την ανάγκη περαιτέρω παρέμβασης των αρχών, ένεκα πιθανής ευαλωτότητας.
14. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Harare, πρωτεύουσα της χώρας καταγωγής της, το έτος 2001, όπου και παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της μέχρι την εγκατάλειψη της χώρας της. Ανήκει στην εθνοτική ομάδα Shona και είναι χριστιανή καθολική ως προς τη θρησκευτική της ταυτότητα. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, η μητέρα της και ο αδελφός της διαμένουν επίσης στη Harare και διατηρεί τακτική επικοινωνία μαζί τους. Ως προς το μορφωτικό της υπόβαθρο, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και, για ένα έτος, παρακολούθησε μαθήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Λογιστική, την οποία, ωστόσο, εγκατέλειψε για οικογενειακούς λόγους και για τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της. Δεν είχε προηγούμενη επαγγελματική απασχόληση στη χώρα καταγωγής της.
15. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα της, τον οποίο τοποθετεί χρονικά στο έτος 2018, ο θείος της, ήτοι ο αδελφός του πατέρα της, μετακόμισε στην οικία τους, όπου διέμενε, καθώς, σύμφωνα με την παράδοση, σε περίπτωση θανάτου του πατέρα, ο αδελφός του αναλαμβάνει την οικογένεια. Ο εν λόγω θείος αποφάσισε να την παντρέψει με φίλο του, μεγαλύτερης ηλικίας. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα της αποφάσισε να συγκεντρώσει χρήματα προκειμένου να τη στείλει μακριά για σπουδές. Η Αιτήτρια, ερωτηθείσα σχετικά, επιβεβαίωσε ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της.
16. Ακολούθως, υποβλήθηκαν διάφορα ερωτήματα στην Αιτήτρια αναφορικά με τη μετακόμισή της με τον θείο της μετά τον θάνατο του πατέρα της, καθώς και ως προς τις συνθήκες διαβίωσης τόσο της ίδιας όσο και της μητέρας και του αδελφού της. Υποβλήθηκαν, επιπλέον, ερωτήματα αναφορικά με τη φερόμενη πρόταση γάμου με μεγαλύτερης ηλικίας άνδρα, φίλο του θείου της. Στο πλαίσιο των απαντήσεών της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν εκ των αρχηγών του χωριού τους. Δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα γεγονότα, εκτιμώντας, ωστόσο, ότι αυτά συνέβησαν περίπου ένα έτος μετά τον θάνατο του πατέρα της. Η ίδια δήλωσε ότι ο θείος της άσκησε πίεση προκειμένου να αποδεχθεί τον εν λόγω γάμο, πλην όμως, ερωτηθείσα αν υπέστη οποιεσδήποτε συνέπειες λόγω της άρνησής της, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι γενικότερα δεχόταν πίεση να παντρευτεί. Ερωτηθείσα περαιτέρω ως προς τον τρόπο άσκησης της πίεσης, ανέφερε ότι ο θείος της επιθυμούσε να τη χτυπήσει, χωρίς ωστόσο να το πράξει, καθώς η μητέρα της παρενέβαινε και την προστάτευε. Κατά δήλωσή της, εκτιμά ότι προστατεύτηκε και λόγω της περιόδου της πανδημίας του κορωνοϊού. Σε σχετική ερώτηση, η Αιτήτρια ανέφερε το όνομα και την ηλικία του προσώπου με το οποίο επιδιώκετο ο γάμος. Επιπλέον, δήλωσε ότι και η μητέρα της υφίσταται κακοποίηση από τον θείο της, η οποία, κατά τα λεγόμενά της, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, εκφράζοντας την επιθυμία της να εξασφαλίσει κατοικία για τη μητέρα της, προκειμένου να διαμένει μακριά από την οικία όπου διαμένει ο θείος. Τέλος, ερωτηθείσα ως προς το ενδεχόμενο μετεγκατάστασής της στο Bulawayo, η Αιτήτρια ανέφερε ότι θα μπορούσε να μεταβεί εκεί, πλην όμως εξέφρασε φόβο ότι ο θείος της θα μπορούσε να την εντοπίσει, ισχυριζόμενη ότι αυτός διαθέτει «μαγικές ικανότητες».
17. Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση απομόνωσαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, ενώ ο δεύτερος στον ισχυρισμό ότι δέχθηκε απειλές και πίεση από τον θείο της προκειμένου να συνάψει γάμο με συγκεκριμένο πρόσωπο.
18. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως επαρκώς λεπτομερείς, ακριβείς και συνεπείς, επιβεβαιούμενες περαιτέρω από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τις οποίες εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση, καθώς και από το αυθεντικό διαβατήριο που η Αιτήτρια προσκόμισε κατά τη συνέντευξή της.
19. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι στερούνταν ακρίβειας, επάρκειας, λεπτομέρειας και λογικής συνοχής, ενώ εντοπίστηκαν και σχετικές αντιφάσεις. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν επαρκώς ακριβής ως προς βασικά στοιχεία που άπτονται του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος, όπως η ηλικία του θείου της και των τέκνων αυτού, τα οποία, δεδομένης της συγκατοίκησης, ευλόγως αναμενόταν να γνωρίζει.
20. Περαιτέρω, οι δηλώσεις της κρίθηκαν ελλιπείς και γενικόλογες ως προς τις φερόμενες πράξεις κακοποίησης σε βάρος της μητέρας της, καθώς και ως προς τις περιστάσεις του ισχυριζόμενου εξαναγκασμού της σε γάμο. Συγκεκριμένα, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τις συνθήκες διαβίωσής της με τον θείο της, τόσο πριν όσο και μετά τα επίμαχα γεγονότα, ούτε να εξειδικεύσει τις συνέπειες της φερόμενης άρνησής της να παντρευτεί το εν λόγω πρόσωπο. Επιπλέον, οι δηλώσεις της παρουσίασαν αντιφάσεις ως προς τον τρόπο άσκησης της πίεσης. Ενώ αρχικώς ανέφερε ότι δεχόταν πίεση, στη συνέχεια δήλωσε ότι, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, δεν της ασκήθηκαν πιέσεις. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι ο θείος της ήθελε να τη χτυπήσει, χωρίς όμως να το πράξει τελικώς. Τέλος, κρίθηκαν ως μη ευλογοφανείς και γενικόλογες οι δηλώσεις της αναφορικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης, καθόσον επικαλέστηκε, κατά τρόπο αόριστο, ότι ο θείος της διαθέτει «μαγικές ικανότητες» και θα μπορούσε να την εντοπίσει. Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον δεύτερο ισχυρισμό ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι τα προβαλλόμενα περιστατικά, λόγω της κατ’ εξοχήν προσωπικής τους φύσης, δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
21. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι του ισχυρισμού περί των στοιχείων ταυτότητάς της, του προφίλ της και της χώρας καταγωγής της, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, όπου διαπίστωσαν ότι δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη και ότι, δεδομένου του προφίλ της, αυτή δεν διατρέχει ευλόγως κίνδυνο. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη Ζιμπάμπουε για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου, και, κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
22. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία η Αιτήτρια δεν προσέθεσε οποιοδήποτε κρίσιμο ισχυρισμό περί του φερόμενου εξαναγκασμού της σε γάμο. Ερωτηθείσα εάν της συνέβη οτιδήποτε κατά τα δύο έτη μετά την φερόμενη πρόταση του θείου της σε γάμο με άλλο πρόσωπο, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά.
23. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, γίνεται αποδεκτή η κατάληξη των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό για τους λόγους που αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο αλλά και από το διαβατήριο που η Αιτήτρια προσκόμισε. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
24. Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο επίσης συντάσσεται με την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση περί της μη θεμελίωσης του ισχυρισμού της περί εξαναγκασμού της σε γάμο. Μολονότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε στην ηλικία, το όνομα και την ιδιότητα του προσώπου με το οποίο ο θείος της επιθυμούσε να τη νυμφεύσει, όλες οι λοιπές περιστάσεις του φερόμενου εξαναγκασμού παρουσιάζονται από την ίδια με ιδιαίτερη γενικότητα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο θείος της θύμωσε λόγω της άρνησής της και ότι είχε την αίσθηση πως επιθυμούσε να τη χτυπήσει, χωρίς, ωστόσο, να προβεί ποτέ σε οποιαδήποτε πράξη βίας εις βάρος της. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι, μετά τη φερόμενη πρόταση γάμου, η Αιτήτρια εξακολούθησε να διαμένει στην οικία του θείου της επί δύο έτη, χωρίς να επικαλείται οποιεσδήποτε συγκεκριμένες συνέπειες ή στοχευμένη συμπεριφορά εναντίον της, ως απόρροια της άρνησής της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αναφέρθηκε, κατά τρόπο γενικό, στην αδυναμία της να μετεγκατασταθεί εντός της χώρας καταγωγής της, επικαλούμενη ότι ο θείος της διαθέτει «μαγικές ικανότητες» και δύναται να την εντοπίσει, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να καταδεικνύει πραγματικό κίνδυνο εντοπισμού ή ενεργό επιδίωξη καταναγκασμού εκ μέρους του. Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε συγκεκριμένα και πειστικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν πραγματικό εξαναγκασμό της σε γάμο ή στοχευμένη συμπεριφορά εις βάρος της προς τον σκοπό αυτόν, πέραν της φερόμενης πρότασης κατά το έτος 2019. Ως εκ τούτου, η εσωτερική συνοχή του ισχυρισμού της περί εξαναγκασμού της σε γάμο δεν θεμελιώνεται.
25. Ως προς την εξωτερική της αξιοπιστία, γίνεται δεκτό ότι οι προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας δεν αναμένεται ευλόγως να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Εντούτοις περιφερειακές πτυχές των δηλώσεών της δέον να εξεταστούν για σκοπούς πληρότητας.
26. Ως προς το φαινόμενο των εξαναγκαστικών γάμων στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα με έκθεση του UK Home Office, οι εξαναγκαστικοί και πρόωροι γάμοι στη Ζιμπάμπουε εξακολουθούν να εμφανίζονται, κυρίως στο πλαίσιο εθιμικού δικαίου και αγροτικών κοινοτήτων, αν και το νομικό πλαίσιο έχει ενισχυθεί, ιδίως μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου το 2016 που όρισε τα 18 έτη ως ελάχιστη ηλικία γάμου και το νόμο Domestic Violence Act που καλύπτει και πρακτικές όπως ο εξαναγκαστικός γάμος. Ωστόσο, η εφαρμογή της νομοθεσίας δεν λόγω κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων.[2] Σύμφωνα με τη Girls Not Brides, στη Ζιμπάμπουε το φαινόμενο των παιδικών, πρόωρων και εξαναγκαστικών γάμων εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα ανησυχίας, παρότι η χώρα έχει αναλάβει διεθνείς δεσμεύσεις για την εξάλειψή του.[3]
27. Πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας - Amnesty International για τη Ζιμπάμπουε (που καταγράφει τις εξελίξεις του 2024) αναφέρει ότι οι πρόωροι/παιδικοί γάμοι παραμένουν διαδεδομένοι, μαζί με την εφηβική εγκυμοσύνη, την κακοποίηση παιδιών και την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου από κορίτσια. Παράλληλα, καταγράφεται ως θετική νομοθετική εξέλιξη ότι το 2024 θεσπίστηκε νομοθεσία που απαγορεύει τους πρόωρους/παιδικούς γάμους, ενώ ο Criminal Laws Amendment (Protection of Children and Young Persons) Act 2024 αύξησε και την ηλικία συναίνεσης από τα 16 στα 18 έτη και περιλαμβάνει διατάξεις προστασίας των νέων από τη σεξουαλική κακοποίηση και τους πρόωρους/παιδικούς γάμους. Ενώ διαπιστώνεται ότι υπάρχει βελτίωση στο νομικό πλαίσιο, το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι υπαρκτό στην πράξη, ιδίως για τα κορίτσια.[4]
28. Ως προς την παράδοση συμβίωσης με τον αδελφό του αποβιώσαντος συζύγου εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ανέτρεξε το Δικαστήριο αναφέρουν τα ακόλουθα: Για άτομα τη εθνοτικής ομάδας Shona στη Ζιμπάμπουε (εθνοτική ομάδα στην οποία ισχυρίστηκε ότι ανήκει η Αιτήτρια), η σχετική πρακτική τεκμηριώνεται σαφώς σε αξιόπιστες πηγές ως “kugara nhaka” (μορφή wife inheritance / levirate marriage). Πρόκειται για εθιμική πρακτική κατά την οποία, μετά τον θάνατο ενός άνδρα, η χήρα του «κληρονομείται» από άνδρα συγγενή του, συνήθως τον αδερφό του, ο οποίος μπορεί να αναλάβει ρόλο συζύγου και αρχηγού της οικογένειας, με συνέπεια και τη συμβίωση με τη χήρα και τα παιδιά. Πηγές αναφέρουν ότι η άρνηση της γυναίκας να συμμορφωθεί μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές πιέσεις ή ακόμη και απομάκρυνσή της από την οικογενειακή κατοικία. Η πρακτική συνδέεται με πραγματική οικογενειακή συνένωση. Συνολικά, οι πηγές δείχνουν ότι, παρότι η πρακτική αυτή περιορίζεται νομικά (π.χ. μέσω του Domestic Violence Act Zimbabwe όταν είναι εξαναγκαστική), εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως παραδοσιακό έθιμο σε ορισμένα πλαίσια της κοινωνίας των Shona..[5] [6]
Παρά την ύπαρξη πηγών που επιβεβαιώνουν τα φαινόμενα στα οποία αναφέρθηκε η Αιτήτρια ωστόσο δεν κατόρθωσε, σε προσωπικό επίπεδο, να προβάλει κατά τρόπο αξιόπιστο τις ιδιαίτερες περιστάσεις της, οι οποίες, ένεκα της φύσεώς τους, είναι κρίσιμες για την αποδοχή του ισχυρισμού στο σύνολό του. Δεδομένης της μη θεμελίωσης της εσωτερικής της αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
29. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που τυχόν διατρέχει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού του, επισημαίνονται τα εξής ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αρχικά βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, σημειώνεται ότι δεν παρουσιάζεται ως κατάσταση γενικευμένης ένοπλης σύρραξης, αλλά ως πολυπαραγοντική κρίση που συνδέεται με τη μακροχρόνια οικονομική και πολιτική αστάθεια και την παρατεταμένη ξηρασία. Η ACAPS χαρακτηρίζει την τρέχουσα κρίση ως ανθρωπιστική με ουσιαστικές δυσκολίες πρόσβασης και αντιμετώπισης των αναγκών. Από το 2008 η Ζιμπάμπουε βιώνει οικονομική κρίση με χαρακτηριστικά όπως υπερπληθωρισμός, αύξηση της φτώχειας και πολιτική αστάθεια. Αναφέρεται επίσης ότι οι συχνές ξηρασίες αποτελούν μείζονα κλιματικό κίνδυνο για τη χώρα, με άμεσο αντίκτυπο στα μέσα διαβίωσης και στην επισιτιστική ασφάλεια, ιδίως επειδή μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαρτάται από τη γεωργία που βασίζεται στις βροχοπτώσεις.[7]
30. Σύμφωνα με έκθεση της Human Rights Watch (World Report 2025), η κατάσταση στη Ζιμπάμπουε χαρακτηρίζεται από συνεχιζόμενους περιορισμούς στα ανθρώπινα δικαιώματα και ενίσχυση του κρατικού ελέγχου. Οι αρχές κατηγορούνται για καταστολή της αντιπολίτευσης, της κοινωνίας των πολιτών και των ανεξάρτητων δημοσιογράφων, μέσω αυθαίρετων συλλήψεων, εκφοβισμού και περιορισμών στην ελευθερία έκφρασης και συνάθροισης. Παράλληλα, καταγράφονται προβλήματα στη λειτουργία του κράτους, όπως έλλειψη ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και περιορισμένη λογοδοσία των αρχών ασφαλείας. Ωστόσο, η έκθεση δεν περιγράφει μια κατάσταση γενικευμένης ένοπλης σύγκρουσης ή καθολικής ανασφάλειας για τον πληθυσμό, αλλά κυρίως στοχευμένες παραβιάσεις που επηρεάζουν συγκεκριμένες ομάδες, όπως πολιτικούς αντιπάλους, ακτιβιστές και δημοσιογράφους. Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι μιας χώρας με πολιτικές εντάσεις και συστηματικούς περιορισμούς δικαιωμάτων, χωρίς όμως να υφίσταται γενικευμένη κατάσταση βίας που να επηρεάζει αδιακρίτως το σύνολο του πληθυσμού.[8]
31. Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 20.3.2026) καταγράφηκαν στην πρωτεύουσα Harare της Ζιμπάμπουε (τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας) 22 περιστατικά, (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) από τα οποία προκλήθηκε ένας θάνατος.[9] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της Harare με βάση εκτιμήσεις του 2026 ανέρχεται στα 1,667,410 κατοίκους.[10]
32. Ως προς τις αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράμετρος του προφίλ της, η οποία να επιτείνει με οποιοδήποτε τρόπο τον κίνδυνο που τυχόν αυτή διατρέχει, ούτε και καθαυτό κάποιο στοιχείο του προφίλ της δίδει βάσιμο έρεισμα για δίωξή της. Ούτε και η Αιτήτρια εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο απορρέων από το προφίλ της, πέραν των όσων εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω.
33. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό της προφίλ ως χριστιανής δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού της Ζιμπάμπουε είναι χριστιανοί (περί το 55%), ενώ οι εκκλησίες ασκούν σημαντική επιρροή στις κοινότητές τους. Η ισχυρότερη ομάδα εκκλησιών αποτελείται από τις ανεξάρτητες ή αυτόχθονες αφρικανικές εκκλησίες, ακολουθούμενες από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις διάφορες προτεσταντικές εκκλησίες, μεταξύ των οποίων η Αγγλικανική Εκκλησία της Επαρχίας της Κεντρικής Αφρικής (Μποτσουάνα, Μαλάουι, Ζάμπια και Ζιμπάμπουε) είναι η μεγαλύτερη. Ο υπόλοιπος πληθυσμός αποτελείται κυρίως από οπαδούς παραδοσιακών αφρικανικών θρησκευτικών πρακτικών[11]
34. Ως προς το φυλετικό υπόβαθρο της Αιτήτριας, ανήκουσα στην εθνοτική ομάδα Shona,επισημαίνεται ότι πλειοψηφία των κατοίκων της Ζιμπάμπουε ανήκει στην εθνοτική ομάδα Shona, η οποία αποτελεί περίπου το 75% του πληθυσμού [12] και ως εκ τούτου δεν προκύπτει κίνδυνος για την Αιτήτρια.
35. Ως προς τη θέση της γυναίκας στη Ζιμπάμπουε το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης βάσει των οποίων προέκυψαν τα ακόλουθα. Παρότι η χώρα έχει υιοθετήσει πολιτικές και νομικά πλαίσια υπέρ της ισότητας των φύλων, στην πράξη πολλές γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στην πρόσβαση σε πόρους, στην ασφάλεια, στην πολιτική εκπροσώπηση και στις οικονομικές ευκαιρίες. Στο πεδίο της πολιτικής συμμετοχής, η παρουσία των γυναικών παραμένει περιορισμένη.[13]
36. Σύμφωνα με τα στοιχεία του UN Women, οι γυναίκες κατείχαν το 28,9% των εδρών στο κοινοβούλιο τον Φεβρουάριο του 2024, ποσοστό που δείχνει πρόοδο αλλά όχι ισότιμη εκπροσώπηση. Παράλληλα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν επισημάνει ότι ο αριθμός των γυναικών υποψηφίων έχει μειωθεί και ότι γυναίκες ψηφοφόροι και υποψήφιες έχουν αντιμετωπίσει πολιτική βία και εκφοβισμό. [14]
37. Στην οικονομία, οι γυναίκες συμμετέχουν ενεργά, αλλά συχνά σε πιο επισφαλείς ή χαμηλότερα αμειβόμενες μορφές εργασίας. Η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά χάσματα ως προς τις οικονομικές ευκαιρίες, τον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων, την πρόσβαση σε πόρους και τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Οι κοινωνικές νόρμες και οι παραδοσιακοί ρόλοι φύλου εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά για την πλήρη οικονομική ενδυνάμωση των γυναικών.[15]
38. Παράλληλα, υπάρχουν και ορισμένες θετικές εξελίξεις. Η Παγκόσμια Τράπεζα αναγνωρίζει ότι έχουν σημειωθεί βελτιώσεις, όπως η διασφάλιση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών, η ισότητα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην ανώτερη εκπαίδευση.[16]
39. Έκθεση του UK Home Office αναφέρει ότι η θέση των γυναικών στη Ζιμπάμπουε παραμένει άνιση, παρά τις νομοθετικές προσπάθειες για προώθηση της ισότητας των φύλων. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, κυρίως την εκτεταμένη έμφυλη βία, η οποία συνδέεται με πατριαρχικές αντιλήψεις και συχνά δεν καταγγέλλεται λόγω φόβου και κοινωνικού στίγματος. Παράλληλα, οι παιδικοί γάμοι και οι κοινωνικές παραδόσεις περιορίζουν τις ευκαιρίες εκπαίδευσης και εξέλιξης των κοριτσιών, ενώ στον οικονομικό τομέα οι γυναίκες έχουν χαμηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, χαμηλότερους μισθούς και μικρότερο έλεγχο σε πόρους. Η πολιτική τους εκπροσώπηση παραμένει επίσης περιορισμένη, γεγονός που δυσχεραίνει την προώθηση πολιτικών υπέρ των δικαιωμάτων τους. Επισημαίνεται ωστόσο ότι έχουν γίνει ορισμένες βελτιώσεις, όπως η θέσπιση νόμων κατά της ενδοοικογενειακής βίας.[17]
40. Με βάση τη συνολική αξιολόγηση των διαθέσιμων πηγών, προκύπτει ότι στη Ζιμπάμπουε έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος ως προς τη θέση των γυναικών, ιδιαίτερα σε επίπεδο νομοθεσίας, εκπαίδευσης και αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους. Έχουν θεσπιστεί μέτρα για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και για την προώθηση της ισότητας των φύλων, ενώ παρατηρείται αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση και σε ορισμένους τομείς της οικονομίας. Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις και ανισότητες, η συνολική εικόνα δεν υποδηλώνει την ύπαρξη γενικευμένης ή συστηματικής δίωξης εις βάρος των γυναικών..
41. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι η Αιτήτρια είναι νεαρή, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο, ικανή προς εργασία, με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας εκεί οικογενειακό και γενικότερα κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.
42. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
43. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
44. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
45. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτή εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι η Αιτήτρια, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
46. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
47. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Καθώς δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας παρέλκει η εξέταση των λοιπών συστατικών στοιχείων του άρθρου 19(2)(γ).
48. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής της, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134.
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] UK Home Office, Country Policy and Information Note Zimbabwe: Women fearing gender-based harm or violence, October 2018
[3] Girls not Brides, Zimbabwe
https://www.girlsnotbrides.org/learning-resources/child-marriage-atlas/regions-and-countries/zimbabwe/
[4]Amnesty International, Zimbabwe 2024,
https://www.amnesty.org/en/location/africa/southern-africa/zimbabwe/
[5] IRB, Zimbabwe: The custom of wife "inheritance"; the government's attitude towards this custom; protection available to women who refuse to observe this custom (2004 - January 2006), 13 February 2006
https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=450309
[6]Australian Government, Refugee Review Tribunal, Zimbabwe: Women – Widow inheritance – HIV/AIDS – Domestic violence – State protection , 14 January 2010, σ. 1-2
Country Advice Zimbabwe Zimbabwe – ZWE37973 – Women – Widow inheritance – HIV/AIDS – Domestic violence – State protection – ZANU-PF 14 January 2010
[7]ACAPS, Country Analysis: Zimbabwe
https://www.acaps.org/en/countries/zimbabwe
[8] Human Rights Watch – World Report 2025: Zimbabwe,
https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/zimbabwe
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Zimbabwe – Harare, Events/Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.3.2026)
[10] World Population Review, Zimbabwe – Harare
https://worldpopulationreview.com/cities/zimbabwe/harare
[11] ZIMBABWE COUNTRY OF ORIGIN INFORMATION (COI) REPORT COI, 13 July 2012, σ. 15, 151
https://www.ecoi.net/en/file/local/1177804/90_1342423801_ukba-2012-07-13-zimbabwe-coi-report.pdf
[12] ZIMBABWE COUNTRY OF ORIGIN INFORMATION (COI) REPORT COI, 13 July 2012, σ. 15
https://www.ecoi.net/en/file/local/1177804/90_1342423801_ukba-2012-07-13-zimbabwe-coi-report.pdf
[13] The World Bank, Zimbabwe Gender Assessment
chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://documents1.worldbank.org/curated/en/099062823005513984/pdf/P179911-42c466aa-ebc8-4252-906b-a5f4a115199d.pdf ;
UN Women -UN Women in action: Strategic insights and achievements
https://open.unwomen.org/fr/country-results/ZW
[14] UN Women- Gender data gaps and country performance
https://data.unwomen.org/country/zimbabwe ;
Human Rights Watch, Zimbabwe: Event of 2023
https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/zimbabwe
[15] The World Bank, Zimbabwe Gender Assessment
chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://documents1.worldbank.org/curated/en/099062823005513984/pdf/P179911-42c466aa-ebc8-4252-906b-a5f4a115199d.pdf ;
[16]World Bank Group, 29 April 2024
https://www.worldbank.org/en/news/feature/2024/04/29/persistent-gender-disparities-hinder-women-s-safety-and-productivity-in-afe-zimbabwe
[17]UK Home Office, Country Policy and Information Note Zimbabwe: Women fearing gender-based harm or violence, October 2018
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο