Ι. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4258/23, 18/3/2026
print
Τίτλος:
Ι. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4258/23, 18/3/2026
Ι. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4258/23, 18/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

  Υπόθεση Αρ. 4258/23

18 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Ι. Κ.

 

Αιτήτριας

 

 -και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της

Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                      Καθ' ων η αίτηση.

 ....................................

 

Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Έλενα Χαραλάμπους, για Ανδρέα Α. Δημητρίου, Δικηγόρος για την αιτήτρια

 

Βασιλική Θωμά, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24/07/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 12/10/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 15/10/2020, η αιτήτρια παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 21/10/2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδιο λειτουργό ώστε να διαπιστωθεί αν η αιτήτρια χρήζει ειδικών διαδικασιών. Στις 24/07/2023 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Αυθημερόν, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Την ίδια μέρα, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προτασίας της αιτήτριας και αποφάσισε την επιστροφή της στη Σιέρρα Λεόνε. Στις 02/11/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφασης μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια στις 08/11/2023. Η αιτήτρια καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία αίτηση τροποποιήθηκε βάσει διατάγματος του παρόντος Δικαστηρίου στις 09/10/2024, ύστερα από διορισμό δικηγόρου εκ μέρους της αιτήτριας.

 

Η αιτήτρια μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της, προωθεί ως λόγους ακύρωσης τη μη δέουσα έρευνα, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά παράβαση των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158 (Ι)/1999, επικαλούμενος παράβαση των αρχών που διέπουν την διεξαγωγή των προσωπικών συνεντεύξεων ως προβλέπεται στο άρθρο 13Α του Περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη ουσιώδη γεγονότα και χωρίς καμία αιτιολογία. Τέλος, υποστηρίζουν ότι η αιτήτρια εξακολουθεί να βρίσκεται σε δίωξη στη χώρα της και ότι πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ορθώς απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Η αιτήτρια κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της λόγω απειλών που δεχόταν κατά της ζωής της. Ο εκλιπών πατέρας της είχε ανεγείρει κατοικία, ωστόσο είχε δύο συζύγους. Η μητέρα της αιτήτριας εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία όταν η αιτήτρια ήταν ακόμη βρέφος, εξαιτίας πνευματικών επιθέσεων, χωρίς μέχρι σήμερα να είναι σε θέση να εξηγήσει τους λόγους που την οδήγησαν στη διάλυση του γάμου της. Ανέφερε ακόμα ότι μεγάλωσε υπό την επιμέλεια της μητριάς της, σε συνθήκες ιδιαίτερα δυσμενείς, βιώνοντας σοβαρή κακομεταχείριση κατά την παιδική της ηλικία. Μετά την ενηλικίωσή της και την ολοκλήρωση των σπουδών της, άρχισε να αντιμετωπίζει έντονες πνευματικές και σωματικές επιθέσεις, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά την ψυχική και σωματική της υγεία. Ως αποτέλεσμα, παρουσίασε αδυναμία συγκέντρωσης στην εργασία της που οδήγησε στην απόλυσή της.

 

Παράλληλα, η αιτήτρια ισχυρίστηκε πως δέχτηκε επιθέσεις από τα αδέρφια της καθότι στη χώρα  καταγωγής της θεωρείται ταμπού για γυναίκα να κληρονομεί περιουσία. Ωστόσο, η αιτήτρια είναι το πρωτότοκο τέκνο της οικογένειας και ο πατέρας της, της κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, γεγονός που θεωρήθηκε για τα μέλη της οικογένειάς της ως απειλή. Η κατάσταση κλιμακώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε η αιτήτρια φοβόταν να κυκλοφορεί μόνη της, καθώς είχε ήδη δεχθεί σωματική επίθεση από τους αδελφούς της. Παρά την υποβολή καταγγελιών στις αστυνομικές αρχές, οι αρχές χαρακτήρισαν το ζήτημα ως οικογενειακή διαφορά προτρέποντάς την να προσπαθήσει από μόνη της να επιλύσει τις διαφορές τους. Με τη βοήθεια φίλου της στην χώρα της, ο οποίος τη συνέδεσε με άτομο που μπορούσε να τη βοηθήσει, και με τη στήριξη της μητέρας της, η αιτήτρια εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και έφτασε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να σωθεί (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Στις 21/10/2020, ενόσω η αιτήτρια βρισκόταν στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε συνέντευξη ειδικών αναγκών και ευαλοτώτητας από αρμόδιο λειτουργό μέσω σχετικής συνέντευξης κατά την οποία ο λειτουργός σημείωσε επί του σχετικού εντύπου «Ψυχολογική/συναισθηματική κακοποίηση (απειλές, παρενόχληση, κ.λπ.)» και «Σωματική βία» στην ενότητα «Έλεγχος ευαλωτότητας και αναγκών προστασίας» (ερυθρό 15 του διοικητικού φακέλου), ως «Χαμηλό» το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια της αιτήτριας (ερυθρό 19 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε πως γεννήθηκε στη πόλη Freetown της Σιέρρα Λεόνε, πόλη η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της (ερυθρό 31 Χ3 του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις ανέφερε ότι είναι μουσουλμάνα (ερυθρό 34Χ6 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια δήλωσε απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί την αγγλική, την krio και temne (ερυθρό 32 Χ2-Χ3 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια στη χώρα της δήλωσε ότι αν και δεν είχε μόνιμη εργασία, μετά τις σπουδές της εργάστηκε για χρονική περίοδο του ενός έτους κάνοντας την πρακτική της σε γραφείο στο χωριό Mongo Bendugu (ερυθρό 31 Χ1 του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι είναι ελεύθερη και σχετικά με την πατρική της οικογένεια, η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της έχει αποβιώσει το 2012, η μητέρα της διαβιεί στη πόλη Freetown και έχει τρείς αδερφούς οι οποίοι επίσης βρίσκονται στη πόλη Freetown. Η αιτήτρια ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα και έναν από τους αδερφούς της (ερυθρά 34 Χ2 και ερυθρό 32 Χ4-6Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όσον αφορά το ταξίδι της προς την Κυπριακή Δημοκρατία, η αιτήτρια εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της από το αεροδρόμιο Lungi χρησιμοποιώντας τα ταξιδιωτικά της έγγραφα, δηλαδή το διαβατήριο και την φοιτητική της άδεια, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδο της από τη χώρα. Η αιτήτρια  μέσω Κωνσταντινούπολης μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές από όπου εισήλθε παρατύπως στη Δημοκρατία (ερυθρό 30 Χ1-Χ2, Χ4 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της ανέφερε ότι η ίδια αποτελεί το μοναδικό παιδί από την μητέρα και τον πατέρα της. Εξήγησε ότι ο πατέρας της έχει άλλους τρεις γιους από την δεύτερη γυναίκα του, την μητριά της αιτήτριας. Ο πατέρας της ανήγειρε κατοικία όπου μαζί διαβιούσε όλη η οικογένεια. Λόγω σοβαρών προβλημάτων στο γάμο της και λόγω των συγκρούσεων της μητριάς με την μητέρα της αιτήτριας, η μητέρα της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικία και να αφήσει την αιτήτρια σε νεαρή ηλικία, υπό την φροντίδα του πατέρα και της μητριάς της, μεγαλώνοντας με τον πατέρα και την μητριά της. Κατά την διάρκεια των σχολικών της χρόνων, η αιτήτρια αντιμετώπισε προβλήματα με τη μητριά της. Όσο ο πατέρας της ήταν εν ζωή προσπαθούσε να την προστατεύσει, όμως μετά τον θάνατό του η κατάσταση έγινε δύσκολη. Η αιτήτρια ανέφερε ότι δεχόταν φυσική και πνευματική βία από τα αδέρφια της, έτσι ζήτησε βοήθεια από τον θείο και από την μητέρα της.  Ωστόσο μια μέρα, επιστρέφοντας αργά από την εργασία της, δέχτηκε επίθεση και ξυλοδαρμό από τα αδέρφια της. Ακολούθως επικοινώνησε ξανά με το θείο και τη μητέρα της και στη συνέχεια επισκέφθηκαν τις αστυνομικές αρχές για να καταγγείλει η αιτήτρια το περιστατικό. Εκεί, την πληροφόρησαν ότι πρόκειται για οικογενειακό ζήτημα και την προέτρεψαν να προσπαθήσει να επιλύσει το πρόβλημα ιδιωτικά. Μετέβησαν στο σπίτι, όπου στην παρουσία του θείου της η οικογένειά της έδειξαν ότι συμφωνούν στην επίλυση του προβλήματος, όμως μετά την αποχώρησή του, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν. Επιπρόσθετα, η αιτήτρια ανέφερε ότι η κατάσταση έγινε αφόρητη. Με την προτροπή ενός φίλου να εγκαταλείψει τη χώρα για να ζητήσει διεθνή προστασία και με την βοήθεια του, εν τέλει η αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα (ερυθρό 30 Χ6 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Ειδικότερα, ερωτηθείσα για το λόγω που δέχτηκε επιθέσεις από τα αδέρφια της, ανέφερε ότι στην Αφρική ο πατέρας δεν κληροδοτεί τη περιουσία του στα κορίτσια τέκνα, εφόσον υπάρχουν αγόρια στην οικογένεια. Η αιτήτρια διευκρίνισε πως ο πατέρας της άφησε την περιουσία στην ίδια επειδή είναι το μεγαλύτερο σε ηλικία τέκνο. Η αιτήτρια ανέφερε ότι η περιουσία αφορούσε την κατοικία. Εξήγησε πρόσθετα, ότι προτού ο πατέρας της αποβιώσει, αν και δεν της έδωσε οποιοδήποτε έγγραφο, την πληροφόρησε προφορικά ότι η οικία ανήκει σε αυτή. Μετά το θάνατο του πατέρα της, δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τα έγγραφα. Τα μέλη της οικογένειας του πατέρα της, υποστήριξαν και επεσήμαναν στη μητριά της αιτήτριας ότι τα έγγραφα ανήκουν στην αιτήτρια, ωστόσο η μητριά της δεν αποδέχτηκε λέγοντας ότι δεν μπορούσε να της δώσει τα έγγραφα καθότι αυτά ήταν δικά της επειδή διέμενε στο σπίτι πολύ καιρό και ότι η αιτήτρια έπρεπε να εγκαταλείψει την οικία και τότε ξεκίνησαν τα προβλήματα (ερυθρό 29 Χ2-Χ5 του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, κατόπιν σχετικής ερώτησης, η αιτήτρια ανέφερε ότι μετά το θάνατο του πατέρα της, παρέμεινε στο ίδιο σπίτι με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας για περίοδο οχτώ ετών. Ερωτηθείσα για το πότε δέχτηκε επίθεση πρώτη φορά από τα αδέρφια της ανέφερε ότι δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία, ήταν όμως όπως πρόσθεσε περί το τέλος του 2019-2020. Περιγράφοντας την επίθεση ανέφερε ότι επέστρεφε από την εργασία της κατά τις 9 και κάποια πρόσωπα την άρπαξαν και την κτύπησαν, απαιτώντας να εγκαταλείψει το σπίτι διαφορετικά όπως της δήλωσαν, θα συνέχιζαν να την κτυπούν καθημερινά. Η αιτήτρια ανέφερε ότι τα πρόσωπα που της επιτέθηκαν ήταν τα αδέρφια της στην πόλη Freetown (ερυθρό Χ6-9Χ του διοικητικού φακέλου) και ακολούθως μετέβη στο αστυνομικό τμήμα. Η αιτήτρια ανέφερε επιπλέον ότι δέχτηκε πνευματικές επιθέσεις, μία φορά στο δρόμο και μερικές φορές στο σπίτι. Μετά τις επιθέσεις, η αιτήτρια ανέφερε ότι εξακολουθούσε να διαμένει στο σπίτι (ερυθρό 28 Χ3-6Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κατόπιν σχετικής ερώτησης, η αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα της διαμένει στην πόλη Freetown, όμως δεν μπορεί να εγκατασταθεί στο σπίτι της μητέρας της, καθότι η τελευταία διαμένει με κάποιο άνδρα ο οποίος δεν επιτρέπει στην αιτήτρια να μένει εκεί. Ερωτηθείσα για τον λόγο που δεν επέλεξε να εγκατασταθεί είτε στο θείο της είτε σε κάποια άλλη οικία και συνέχιζε να παραμείνει στο πατρικό της σπίτι παρά τις επιθέσεις που δέχτηκε, η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι το σπίτι του θείου της ήταν μικρό και πως δε θα μπορούσε να διαμένει κάπου μόνη της καθότι δεν ήταν οικονομικά εφικτό για αυτή (ερυθρό 28 Χ5-Χ9 του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπρόσθετα, η αιτήτρια ανέφερε πως δεν γνωρίζει ποιες θα είναι οι συνέπειες πιθανής επιστροφής της στη χώρα της. Επιπλέον, ανέφερε ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της και δεν διεκδικήσει την κατοικία, δε θα της συμβεί το οτιδήποτε αλλά θα είναι οδυνηρό για αυτή να στερηθεί το σπίτι που της άφησε ο πατέρας της. Ο λόγος που όπως ανέφερε δεν εγκατέλειψε το σπίτι νωρίτερα ήταν γιατί είχε παιδικές αναμνήσεις σε αυτό και επειδή η οικογένεια του πατέρα της επιβεβαίωσε ότι το σπίτι της ανήκει (ερυθρό 28 Χ10, 12Χ του διοικητικού φακέλου). 

 

Επιπλέον, η αιτήτρια ανέφερε ότι από επικοινωνία που έχει με ένα από τους αδερφούς της, πληροφορήθηκε ότι το μισό σπίτι έχει ενοικιαστεί. Η αιτήτρια, δήλωσε ότι τους τίτλους κυριότητας της κατοικίας τους έχει στη κατοχή της η μητριά της. Κληθείσα να σχολιάσει το λόγο που έχει προβεί στην έκδοση του διαβατηρίου της το 2017 αφού φίλος της της συνέστησε να εγκαταλείψει τη χώρα το 2019, η αιτήτρια εξήγησε ότι ο φίλος της γνώριζε την κατάσταση από την αρχή, όμως η αιτήτρια αποφάσισε να ταξιδέψει το έτος 2020 (ερυθρό 27 Χ1 του διοικητικού φακέλου).

 

O αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή της η αιτήτρια, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της ως κατωτέρω:                           (1) Υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε με περιοχή καταγωγής και περιοχή διαμονής την πόλη Freetown και (2) Ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από την θετή της οικογένεια λόγω του σπιτιού που κληρονόμησε από τον πατέρα της.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως προς τα προσωπικά της στοιχεία καθώς οι δηλώσεις της διασταυρώθηκαν τόσο από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όσο και από το διαβατήριο που προσκόμισε και έχει εκδοθεί από τις αρχές της χώρας καταγωγής της. 

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι ο τελευταίος έκρινε ότι οι πληροφορίες που παρείχε η αιτήτρια δεν ήταν επαρκείς, με εμφανείς ελλείψεις στο αφήγημά της καθώς επίσης και αοριστία στους ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, ο λειτουργός επεσήμανε ότι η αιτήτρια δεν θυμόταν πότε δέχτηκε την επίθεση από τα αδέρφια της, όπως επίσης δεν θυμόταν και πότε υπέβαλε την καταγγελία στην αστυνομία. Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι οι απαντήσεις της στα ερωτήματα που της τέθηκαν ήταν γενικές και αόριστες.

 

Ακόμα, ο λειτουργός επεσήμανε ότι παρότι η αιτήτρια υποστήριξε ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα της, παραδέχθηκε ότι συνέχισε να διαμένει στο ίδιο σπίτι για οκτώ χρόνια, ακόμη και μετά το τελευταίο περιστατικό της επίθεσης στα τέλη του 2019–2020, επικαλούμενη συναισθηματικούς λόγους. Ο λειτουργός κατέγραψε επιπλέον στην Έκθεση Εισήγησή του, ότι παρά την πρόθεση των αδερφών της να τη βλάψουν, καθώς την απείλησαν με καθημερινές επιθέσεις αν δεν εγκατέλειπε το σπίτι, εκείνη συνέχισε να διαμένει με τη θετή της οικογένεια και ανέφερε πως δέχτηκε μόνο πνευματικές επιθέσεις και ότι είχε εφιάλτες, χωρίς να δεχτεί οποιαδήποτε σωματική βία.

 

Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας κρίθηκαν από τον λειτουργό ως ανεπαρκείς, καθώς δεν εξέφρασε φόβο δίωξης, καθότι δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιες θα ήταν οι συνέπειες αν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής της και ανέφερε πως δεν θα αντιμετώπιζε προβλήματα από τη θετή της οικογένεια αν επέστρεφε χωρίς να διεκδικήσει το σπίτι, αν και αυτό θα ήταν συναισθηματικά δύσκολο για την ίδια. Τέλος ο λειτουργός χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς της αιτήτριας μη σταθερούς, αφού ενώ  αρχικά δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με όλα τα μέλη της οικογένειάς της, στη συνέχεια διόρθωσε την αναφορά της επισημαίνοντας ότι διατηρεί επικοινωνία μόνο με τη μητέρα και έναν από τους τρεις αδελφούς της.  Ενόψει των προαναφερόμενων δεδομένων η εσωτερικής αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν τεκμηριώθηκε.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και ως εκ τούτου προχώρησε σε απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού της. 

 

Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών της αιτήτριας, δηλαδή τα προσωπικά της στοιχεία και αξιολογώντας ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της τη πόλη Freetown της Σιέρρα Λεόνε ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ότι η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτήτριας σε ένα από τους λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και ως εκ τούτου, κατέληξε πως δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς. Επιπλέον, ο αρμόδια λειτουργός αξιολόγησε πως δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι κατά την επιστροφή της στη Σιέρρα Λεόνε, η αιτήτρια θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Ως εκ τούτου, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα της δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορό της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται.

 

Ακολούθως, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου περί αναξιοπιστίας της αιτήτριας ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με την ισχυριζόμενη δίωξη της αιτήτριας από τη θετή της οικογένεια. Ειδικότερα, διακρίνω πως η αιτήτρια πρόβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της. Η αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε από τα μέλη της θετής οικογένειάς της και δεν περιέγραψε στοιχεία που κατά τον ισχυρισμό της θα την έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  Επιπρόσθετα, δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει τη δίωξή της από τα ετεροθαλή αδέρφια της και την μητριά της. Επιπλέον, δεν μπορώ να αγνοήσω το μεγάλο χρονικό διάστημα των οκτώ ετών, κατά το οποίο σύμφωνα με την ίδια εξακολουθούσε να παραμένει στην πατρική της οικία μαζί με την θετή της οικογένεια για συναισθηματικούς λόγους.

 

Ενόψει του βιωματικού χαρακτήρα των εν λόγω περιστατικών και του γεγονότος ότι αυτά συνδέονται άρρηκτα με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της στη χώρα καταγωγής της, ευλόγως αναμενόταν από την αιτήτρια να είναι σε θέση να περιγράψει με συγκεκριμένο και λεπτομερή τρόπο τον πυρήνα του αιτήματός της, ενέργεια στην οποία ωστόσο δεν προέβη.  Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός της σε γενικές και αόριστες αναφορές.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας, διαφαίνεται πως τα ζητήματα που θέτει είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής της.  Με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, εφόσον προέβη σε αοριστίες και γενικολογίες κατά το αφήγημά της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν γινόταν δεκτός ως αξιόπιστος ο εν λόγω ισχυρισμός της περί φόβου δίωξης από τα μέλη της θετής της οικογένειας λόγω του ότι η αιτήτρια κληρονόμησε το σπίτι του πατέρα της, σημειώνεται πως πρόκειται για μία προσωπική διαφορά και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, με τον τρόπο τουλάχιστον που προωθούνται οι ισχυρισμοί αυτοί. Αναφορικά με τον αόριστο κίνδυνο που ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι διατρέχει στη χώρα καταγωγής της, όπως έχω αναφέρει στην απόφασή μου στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020:

 

«Η αόριστη επίκληση ενός κινδύνου ζωής, όταν όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνεπικουρείται εξ' ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως σοβαρή, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει «βάσιμο φόβο δίωξης». Ούτως ή άλλως, οποιαδήποτε προσβολή ενός δικαιώματος δεν υποχρεώνει τις αρχές να χορηγήσουν το καθεστώς του πρόσφυγα στον υφιστάμενο την προσβολή.»

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Όπως διαφαίνεται, η αιτήτρια δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Το μόνο πρόβλημα που επικαλέστηκε είναι η ιδιωτική διαφορά με τα μέλη της θετής της οικογένειας. Τα στοιχεία αυτά, δεν θα μπορούσαν να εντάξουν την αιτήτρια στην έννοια του πρόσφυγα, έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παραγράφους 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή της να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, ο αιτητής πρέπει (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«(i) να λέει την αλήθεια και να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του με κάθε δυνατό τρόπο

(ii) Να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο τεκμήριο και να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων. Αν είναι αναγκαίο πρέπει να καταβάλει προσπάθεια να προσκομίσει επιπρόσθετα τεκμήρια.

(iii) Να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αναμένεται ότι θα του ζητηθεί να δώσει μια συνεκτική εξήγηση όλων των λόγων που επικαλείται για υποστήριξη του αιτήματός του για προσφυγικό καθεστώς και θα πρέπει να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που θα του υποβληθούν

 

Σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και τη διαπίστωση του πραγματικού κινδύνου καθορίζεται πως θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619 .

 

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, δεν διαπιστώνεται πως προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα της, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της αιτήτριας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, η περιοχή τελευταίας διαμονής της στη χώρα της ήταν η πόλη Freetown. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 ανέτρεξα σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν προκειμένου να υπάρχει επικαιροποιημένη έρευνα επί τούτου, παρόλο που ο αρμόδιος λειτουργός διεξήγαγε σχετική έρευνα κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσής του.

 

Σύμφωνα με το RULAC, μια πρωτοβουλία της «Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights» για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων, η Σιέρρα Λεόνε δεν βρίσκεται υπό ένοπλη σύρραξη[1].

 

Κατόπιν αναζήτησης στη βάση δεδομένων ACLED προέκυψε πως κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το 2026), καταγράφηκαν στη πόλη Freetown της Σιέρρα Λεόνε 9 περιστατικά ασφαλείας, (που περιλαμβάνουν περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής, τρομοκρατικών επιθέσεων), από τα οποία δεν προέκυψαν ανθρώπινες απώλειες[2]. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2025, ο πληθυσμός της Σιέρρα Λεόνε ανέρχεται σε 9,165,377 κατοίκους[3]. Επιπλέον, ο πληθυσμός της πόλης Freetown ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2026, στο 1,429,000 κατοίκους[4].

 

Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, ότι πρόκειται για μία νέα, υγιή και ενήλικη γυναίκα, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ικανή προς εργασία, με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  Στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η νομιμότητα και ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βΒλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Θα πρέπει να αναφέρω πως ο συνήγορος της αιτήτριας στα πλαίσια της Γραπτής του Αγόρευσης ισχυρίζεται επιπρόσθετα παράβαση των αρχών που διέπουν την διεξαγωγή των προσωπικών συνεντεύξεων ως προβλέπεται στο άρθρο 13Α του Περί Προσφύγων Νόμου, N. 6 (I)/2000 και ότι δεν αξιολόγησε τις δηλώσεις της αιτήτριας σύμφωνα με τους δείκτες αξιοπιστίας οι οποίοι καθορίζονται από την εσωτερική και την εξωτερική αξιοπιστία.  Η συνήγορος των καθ’ ών η αίτηση αντιτείνει πως το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε με τον ορθό τρόπο τη συνέντευξη και αξιολόγησε δεόντως το αίτημα της αιτήτριας.

 

Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο και η αιτήτρια δεν επιχειρηματολογεί προς τεκμηρίωσή τους.  Η αιτήτρια μπορούσε να θέσει ενώπιον μου με το ορθό δικονομικό διάβημα όλα τα στοιχεία που επιθυμούσε και να τεκμηριώσει όλους τους ισχυρισμούς που έθεσε ενώπιον του αρμόδιου οργάνου, οι οποίοι το οδήγησαν στο να απορρίψει το αίτημά της.  Η αιτήτρια λοιπόν είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τα ζητήματα που την αφορούν προκειμένου να διευκρινίσει όλα τα στοιχεία που εντόπισε το αρμόδιο όργανο και να στηρίξει τον πυρήνα του αιτήματός της ανατρέποντας την εικόνα που διαμορφώθηκε. 

 

Δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία της συνέντευξης, μάλιστα υπέγραψε κάθε σελίδα των πρακτικών που τηρήθηκαν όπως επίσης και την τελευταία σελίδα της συνέντευξής της επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό το περιεχόμενό τους.  Κατά συνέπεια, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του, εφόσον από την επιχειρηματολογία της αιτήτριας δεν διαφαίνεται οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη πως η αιτήτρια μπορούσε να θέση ενώπιον μου οτιδήποτε επιθυμούσε.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε η δέουσα έρευνα και αιτιολόγηση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας. Επιπρόσθετα, από τον κατ'ουσίαν έλεγχο του αιτήματός της αιτήτριας, στον οποίο προέβηκα σύμφωνα με την υποχρέωση μου που απορρέει από τη σχετική νομοθεσία, δεν προέκυψε η ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1] RULAC, Geneva Academy, map, διαθέσιμο σεhttps://www.rulac.org/browse/map

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Sierra Leone, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, Sierra Leone, Freetown, διαθέσιμη σto https://acleddata.com/platform/explorer  

[4] Macrotrends, Freetown Sierra Leone Metro Area Population(1950-2026), διαθέσιμο στο https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/22445/freetown/population


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο