E. A. Q. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4398/2024, 26/3/2026
print
Τίτλος:
E. A. Q. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4398/2024, 26/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 4398/2024

 

26 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

 E. A. Q.

Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

 ...............................................

 

 

Η αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως

 

Άρτεμης Πάλλη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κα Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23/09/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Λιβερίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 18/12/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Αυθημερόν παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Την 01/07/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 23/07/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. Στις 23/09/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 04/10/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια αυθημερόν. Στις 07/11/2024 η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην ένσταση που καταχώρησε στο Δικαστήριο πρόβαλε προδικαστική ένσταση, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, κατά παράβαση του άρθρου 146 (3) του Συντάγματος και του άρθρου 12Α(1) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73 (Ι)/2018. Συγκεκριμένα, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ανέφερε και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου πως το ζήτημα του εκπρόθεσμου της προσφυγής εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Όπως υποστηρίζει, η προθεσμία των 30 ημερών είναι ανατρεπτική και ερμηνεύεται κατά πάγια νομολογία αυστηρά.

 

Η αιτήτρια στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευση, για το ζήτημα του εκπροθέσμου δήλωσε ότι ασθενούσε αλλά δεν έχει προσκομίσει κανένα ιατρικό πιστοποιητικό που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της και να υπάρχει η δυνατότητα αξιολόγησής του από το Δικαστήριο.  Όπως ανέφερε δεν επισκέφτηκε γιατρό αλλά δεν μπορούσε να παρευρεθεί τη συγκεκριμένη ημέρα στο Δικαστήριο.  Το ζήτημα αυτό τέθηκε εκ νέου ενώπιον της αιτήτριας και κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου.  Η αιτήτρια δήλωσε πως δεν γνώριζε τότε τις διαδικασίες και πως ασθενούσε εκείνη την περίοδο χωρίς να είναι σε θέση να προσκομίσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή οτιδήποτε άλλο που να επιτρέπει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της προσφυγής της.  Ανέφερε πως δεν πήγε στο γιατρό αλλά δεν μπορούσε τη συγκεκριμένη μέρα να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο.

 

Μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση επανέλαβε τη θέση της για το ζήτημα του εκπρόθεσμου της προσφυγής, παραπέμποντας σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρει μάλιστα ότι το ζήτημα του εκπρόθεσμου είναι ζήτημα που μπορεί αυτεπάγγελτα να εξεταστεί από το Δικαστήριο ως ζήτημα δημοσίας τάξης. Πρόσθεσε ότι από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου και συγκεκριμένα, από το ερυθρό 77 προκύπτει ότι η επιστολή ημερομηνίας 04/10/2024 κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια αυθημερόν και επιπλέον η αιτήτρια υπέγραψε παραλαβή της εν λόγω επιστολής και έλαβε γνώση του περιεχομένου της σε γλώσσα που δήλωσε η ίδια ότι κατανοεί. Η αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση της προσφυγής της στις 07/11/2024, τέσσερις μέρες εκπρόθεσμα, μετά δηλαδή την παρέλευση της εκ του νόμου προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η συνήγορος των καθ’ ων υποστηρίζει πως η αιτήτρια με την γραπτή της αγόρευση δεν προέβαλε οποιοδήποτε επαρκή λόγο ή/και λόγο ανωτέρας βίας ο οποίος την εμπόδιζε να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την προσφυγή της.  Είναι η θέση της ότι η μη επαρκής δικαιολογία της αιτήτριας ότι ασθενούσε, χωρίς να παρουσιάσει πιστοποιητικό ασθενείας προς επίρρωση του ισχυρισμού της, δεν δικαιολογείται. Κατά συνέπεια, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση υποστηρίζει πως η προδικαστική ένσταση πρέπει να γίνει αποδεκτή καθώς το εκπρόθεσμο βάλλει κατά του παραδεκτού της αίτησης και είναι η θέση της, πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Έχω εξετάσει με δέουσα προσοχή τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καθώς επίσης και των στοιχείων που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο.  Προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης περί του εκπροθέσμου, εφόσον το εκπρόθεσμο ως ζήτημα δημοσίας τάξης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από την προβολή προδικαστικών ενστάσεων, που προωθούν οι δικηγόροι ενώπιον του Δικαστηρίου (Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260 και Γανωματής ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 133). Σύμφωνα με το άρθρο 146.3 του Συντάγματος (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ' ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος, εκτός εάν προβλέπεται διά νόμου, ρητά, διαφορετική προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά απόφασης πράξης ή παράλειψης

 

Το άρθρο 12Α(1) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018  προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «κάθε προσφυγή κατά απόφασης ή πράξης ή παράλειψης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης ή της πράξης ή σε περίπτωση παράλειψης, από την ημέρα που αυτή περιήλθε σε γνώση του προσφεύγοντος

Επισημαίνεται πως η προθεσμία που τάσσεται από το άρθρο 146.3 του Συντάγματος είναι ανατρεπτική και η μη καταχώρηση της αίτησης ακυρώσεως εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που προνοείται από το Νόμο αποτελεί ζήτημα που συνδέεται με το παραδεκτό της προσφυγής. Εάν η προσφυγή δεν καταχωρηθεί εντός της εκ του νόμου τασσόμενης προθεσμίας, τότε το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της εξέτασης εκπρόθεσμης προσφυγής (Τάκη ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 4).  Διευκρινίζω πως η προθεσμία αυτή, των 30 ημερών ίσχυε κατά την περίοδο καταχώρησης της προσφυγής της.

 

Με το ζήτημα αυτό είχα την ευχέρεια να ασχοληθώ στην απόφασή μου στην υπόθεση υπ' αριθμόν ΔΔΠ 198/2019, S.S. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 14/10/2020, στην οποία ανέφερα τα εξής:

 

«Το θέμα του εκπρόθεσμου έχει εξεταστεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραθέτω ενδεικτικά απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Πουργούρας ν. Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας (1997) 4(Ε) ΑΑΔ 3259 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Όταν η πράξη δεν είναι από αυτές που απαιτείται δημοσίευσή τους, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που η πράξη περιήλθε εις γνώση του αιτητή. Η γνώση πρέπει να είναι πλήρης. Πλήρης θεωρείται η γνώση όταν επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική ή ηθική ζημιά που υφίσταται από την πράξη (βλέπε μεταξύ άλλων Papaioannou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 103).».

 

Ο αιτητής είχε πλήρη γνώση της απόφασης αλλά και των χρονικών περιθωρίων εντός των οποίων όφειλε να καταχωρήσει προσφυγή, όπως προκύπτει από το ερυθρό 73 του διοικητικού φακέλου όπου διαφαίνεται πως δόθηκε στον αιτητή δια χειρός η απόφαση μεταφρασμένη στη μητρική του γλώσσα. Πλήρης θεωρείται η γνώση που επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική ή ηθική ζημιά που υφίσταται από την πράξη (βλ. Δήμος Λεμεσού ν Νικολαΐδη (2005) 3 ΑΑΔ 591). Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αιτητής είχε πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης από τη στιγμή που έλαβε την συγκεκριμένη επιστολή ενημέρωσης για απόρριψη του αιτήματός του.  Η προθεσμία των 75 ημερών καθορίζεται από το άρθρο 146.3 του Συντάγματος, είναι ανατρεπτική και ερμηνεύεται αυστηρά. (Γανωμάτης Μάρκος v. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2008) 3 ΑΑΔ 133, Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260 και Ν. Χαραλάμπους: Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης 3η έκδ. σελ. 161).

 

Θα πρέπει να αναφερθεί, πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί του εκπρόθεσμου το φέρει αυτός που το προβάλλει (βλ. Μαρκίδου V. Κ.Ο.Τ. (1992) 4 (ΣΤ) Α.Α.Δ. 4472, 4482, Kritiotis v. Municipality of Paphos and others (1986) 3 C.L.R. 322). Στην παρούσα περίπτωση και υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας κρίνω ότι, η καθ' ης η αίτηση έχει αποσείσει το εν λόγω βάρος απόδειξης από τους ώμους της, αφού μέσα από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα στο ερυθρό 73 του διοικητικού φακέλου, αποδεικνύεται με σαφήνεια και επάρκεια ότι, ο αιτητής ενημερώθηκε με τον δέοντα τρόπο και όφειλε να καταχωρήσει προσφυγή εμπρόθεσμα.

 

Συνεπώς, το βάρος, απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προσφυγή ήταν εμπρόθεσμη, αφήνεται στον αιτητή (Πατάτας v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248, HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(Α) C.L.R. 52), ο οποίος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν το εμπρόθεσμο της καταχώρησης της προσφυγής του. Στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνετο η απόρριψη του αιτήματός του από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, αλλά και η προθεσμία εντός της οποίας μπορούσε να καταχωρηθεί προσφυγή. Ο αιτητής δεν έχει παραθέσει οτιδήποτε ενώπιόν μου που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώρηση της προσφυγής.»

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει από το ερυθρό 77 του διοικητικού φακέλου, πως έγινε δια χειρός η επίδοση της επιστολής ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στις 04/10/2024 και μάλιστα η αιτήτρια υπέγραψε την παραλαβή της επιστολής. Η υπογραφή αυτή αλλά και η ημερομηνία επίδοσης της επιστολής δεν αμφισβητήθηκε από την αιτήτρια με οποιονδήποτε τρόπο στην ενώπιον μου διαδικασία ούτε σχολίασε προφορικά κατά τις διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια μάλιστα, επί της επιστολής, υπογράφει στο κάτω μέρος της απόφασης στο σημείο που αναφέρεται πως (ερυθρό 77 του διοικητικού φακέλου): «I have fully understood the content of this letter, as explained to me by a competent officer in a language which is my main language of understanding and communication, with the assistance of an interpreter».

 

Με τον τρόπο αυτό η αιτήτρια επιβεβαιώνει πως κατανόησε το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς επίσης και την προθεσμία καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σε περίπτωση που επιθυμούσε να αμφισβητήσει την απόφαση επί του αιτήματός της.  Από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει σύμφωνα με τη δήλωσή της, ότι η μητρική γλώσσα της αιτήτριας είναι η αγγλική (ερυθρό 40 Χ3 του διοικητικού φακέλου).  Η γνώση της αγγλικής γλώσσας προκύπτει βεβαίως και από την αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια στην Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρό 3, του διοικητικού φακέλου).

 

Η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η προσφυγή είναι εμπρόθεσμη, αφού δεν αμφισβητεί την επίδοση της απορριπτικής απόφασης στην ίδια στις 04/10/2024, ούτε την εκπρόθεσμη καταχώριση της προσφυγής και δεν έχει θέσει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώρησή της. Σε σχέση με την αναφορά της αιτήτριας στη Γραπτή της Αγόρευση, ότι δηλαδή ασθενούσε δεν έχει προσκομίσει κανένα ιατρικό πιστοποιητικό που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της, για να υπάρχει η δυνατότητα αξιολόγησής του από το Δικαστήριο.  Ισχυρίστηκε πως δεν επισκέφτηκε ιατρό και γι’αυτό το λόγο δεν μπορεί να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό.  Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί πως η αιτήτρια μπορούσε να καταχωρήσει την προσφυγή και προηγουμένως, εντός της προθεσμίας πράγμα που δεν έπραξε και ούτε ανέφερε το λόγο που δεν καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή προηγουμένως. 

 

Αποτελεί πάγια και διαχρονική νομολογιακή αρχή ότι οι αγορεύσεις δεν μπορούν να θεμελιώσουν ισχυρισμούς που αφορούν πραγματικά γεγονότα.  Σύμφωνα, όμως, με πάγια νομολογία επί του θέματος, η αγόρευση, γραπτή ή προφορική, δεν συνιστά μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (βλ. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) 3 ΑΑΔ 242, Μαρία Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281 και Χριστάκης Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου και ή άλλου (1995) 4 ΑΑΔ 1275).  Ούτως ή άλλως, μόνο ο ισχυρισμός της δεν είναι αρκετός εφόσον αυτός δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό.  Τα όσα επικαλέστηκε η αιτήτρια δεν είναι αρκετά για να αιτιολογήσουν την εκπρόθεσμη καταχώρηση της προσφυγής της.

 

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, η προδικαστική ένσταση περί του εκπρόθεσμου της προσφυγής γίνεται αποδεκτή. Ενόψει της κατάληξής μου, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, καθότι το θέμα καθίσταται πλέον ακαδημαϊκό.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και η προσφυγή απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη με έξοδα 600€ υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                                                                              Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο