ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
27 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος
Μεταξύ:
F.L.N.,
από Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόροι για Αιτήτρια: Γ. Καρατσιόλη (κα) για Χ. Ματθαίου(κα)
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Χρ. Δημητρίου (κα) για Κ. Μιχαηλίδου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 01.11.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξετασθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 01.07.2019 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 14.07.2019. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 16.07.2019 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη στις 06.10.2023 με λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 18.10.2023 εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Κατόπιν εξέτασης της ουσίας της αίτησης του αυτή απορρίφθηκε με απόφαση ημερ. 01.11.2023, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση των λόγων ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας τον ισχυρισμό του Αιτητή υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή, πολλώ μάλλον κατά τρόπο που να προκύπτει ο πυρήνας του αιτήματός του και να δικαιολογεί την αναγνώριση πρόσφυγα ή την απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 3 και 9 του περί Προσφύγων Νόμου[1]. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως.
Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[5], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[6]. Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες. Σε διαφορετική περίπτωση θα παρεχόταν ευχέρεια για τη συζήτηση κάθε θέματος, με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης[7].
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν (Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018), θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος άπτεται εν πάση περιπτώσει της ουσίας της υπόθεσης.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, ως αυτή προβάλλεται με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[8].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου μέσα από τα οποία προκύπτει ότι ο Αιτητής κατέγραψε στα πλαίσια της αίτησής του, ότι χρειάζεται πολιτική προστασία και να επανενωθεί με το μεγαλύτερο αδερφό του. Δήλωσε ότι είναι μόνος του και ότι δεν έχει που να πάει, προσθέτοντας πως αισθάνεται ωσάν να έχει παραιτηθεί από τη ζωή εξαιτίας των κακουχιών που έχει περάσει (βλ. ερυθ. 1 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννημένος στην Kumba της Νοτιοδυτικής Επαρχίας και κάτοικος της Buea κατά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα και ανήκει στην υποφυλή Lewoh της φυλής Libialem. Ως ο ίδιος ανέφερε, είναι άγαμος και άτεκνος. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2013, η μητέρα του και η αδερφή του βρίσκονται στο Καμερούν, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός του ζει στη Δανία και ο δίδυμος αδερφός του στις Η.Π.Α. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πως φοίτησε αρχικά στο πανεπιστήμιο της Yaounde και κατόπιν στον πανεπιστήμιο της Buea, χωρίς όμως να αποφοιτήσει από κάποιο από τα δύο εξαιτίας της αγγλόφωνης κρίσης. Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι εργαζόταν περιστασιακά ως εργάτης σε οικοδομές (βλ. ερυθ. 34-29 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε ότι η αγγλόφωνη κρίση ξεκίνησε το 2015 όταν ο ίδιος αποφοίτησε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Δήλωσε πως πήγε στο πανεπιστήμιο της Yaounde για να σπουδάσει Γεωγραφία, όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του καθώς στοχοποιήθηκε από τους γαλλόφωνους λόγω του ότι ήταν αγγλόφωνος. Ο Αιτητής εξήγησε ότι εν συνεχεία εγγράφηκε στο πανεπιστήμιο της Buea το 2018. Περιέγραψε πως μετά από περίπου τρεις μήνες, οι Ambazonians άρχισαν να επισκέπτονται το πανεπιστήμιο και να τρομοκρατούν τους φοιτητές. Δήλωσε πως κάποιοι φοιτητές έχασαν τη ζωή τους ενώ κάποιοι άλλοι γίνανε μέλη των αυτονομιστών. Δήλωσε περαιτέρω ότι εξαιτίας των απειλών δεν είχε πρόσβαση στο πανεπιστήμιο και αναγκαζόταν να παραμένει σε σπίτια και πρόσθεσε πως η κατάσταση αυτή τον επηρέασε οικονομικά. Εξήγησε ότι ένας φίλος του πρότεινε να ταξιδέψουν στη Δημοκρατία, ενώ πρόσθεσε πως δε γνώριζε για τη διχοτόμηση του νησιού. Τέλος, δήλωσε πως άλλος ένας λόγος για τον οποίο έφυγε από το Καμερούν ήταν ότι η ζωή του απειλήθηκε καθώς πολλοί φοιτητές χάσανε τη ζωή τους και πρόσθεσε πως θα αναγκαζόταν να γίνει μέλος των Ambazonians και θα τον σκότωναν (βλ. ερυθ. 28 3Χ και 27 1Χ-2Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς σχετικά με το τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής αποκρίθηκε πως οι απειλές κατά της ζωής του εξαιτίας των οποίων έφυγε από τη χώρα θα συνεχιστούν, η ζωή του θα απειληθεί και θα τον σκοτώσουν οι Ambazonians (βλ. ερυθ. 27 3Χ δ.φ.).
Σε ερώτηση σχετικά με τα περιστατικά τα οποία βίωσε ο ίδιος προσωπικά, ο Αιτητής δήλωσε πως έχασε φίλους εξαιτίας της κρίσης, πως αναγκαζόταν να φεύγει από το σπίτι του και να κοιμάται στο δάσος για να προστατευτεί για τρεις εβδομάδες χωρίς φαγητό (βλ. ερυθ. 27 4Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τη φοίτησή του στο πανεπιστήμιο της Yaounde, ο Αιτητής δήλωσε πως στο πανεπιστήμιο αναγκαζόταν να γράφει στα γαλλικά παρόλο που ήταν αγγλόφωνος, με αποτέλεσμα να μην έχει καλή απόδοση και το γεγονός αυτό τον ώθησε να φύγει από την πόλη. Πρόσθεσε ότι οι Ambazonians εισβάλλαν στο πανεπιστήμιο και στοχοποιούσαν τους φοιτητές και απειλούσαν τις ζωές τους. Περιέγραψε ένα περιστατικό κατά το οποίο στα πλαίσια ενός αστυνομικού ελέγχου συνελήφθη διότι προέκυψε από την ταυτότητά του ότι κατάγεται από την Libialem, περιοχή με πολλούς τρομοκράτες, μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα όπου τον απείλησαν. Κατέληξε πως μετά την απελευθέρωσή του αποφάσισε να φύγει από την πόλη (βλ. ερυθ. 27 5Χ και 26 1Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο της Buea, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι οι Ambazonians εξανάγκαζαν τους νέους να ενταχθούν στις τάξεις τους, υπό την απειλή κατά της ζωής τους. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι οι αυτονομιστές επισκέπτονταν συχνά το πανεπιστήμιο και άνοιγαν πυρ εναντίον φοιτητών, με αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών φίλων του.
Όταν κλήθηκε να περιγράψει προσωπικές του εμπειρίες, δήλωσε ότι τον Φεβρουάριο του 2019 απήχθη από την οικία του μαζί με έναν φίλο του και κρατήθηκε για δύο ημέρες. Συγκεκριμένα, τρία άτομα, εκ των οποίων το ένα έφερε όπλο, μετέβησαν στο σπίτι του, τους ανάγκασαν να επιβιβαστούν σε μαύρο όχημα μάρκας Mercedes και τους μετέφεραν σε εγκαταλελειμμένο κτίριο, σε απόσταση περίπου μιάμισης ώρας, όπου κρατήθηκαν χωρίς τροφή και νερό. Κατά τη διάρκεια της κράτησης, όπως δήλωσε, του ασκήθηκαν πιέσεις να ενταχθεί στην οργάνωση, τις οποίες αρνήθηκε. Ανέφερε ακόμη ότι κατά την απελευθέρωσή του του επισημάνθηκε πως γνωρίζουν τον τόπο διαμονής του και ότι θα τον σκοτώσουν εάν δεν αποδεχθεί να γίνει μέλος τους.
Σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατόπιν των γεγονότων αυτών, αναγκάστηκε να αλλάξει τόπο κατοικίας και περιβάλλον. Πρόσθεσε ότι μετά την απελευθέρωσή του δεν αντιμετώπισε άλλο σοβαρό περιστατικό, ωστόσο περιόρισε σημαντικά τις μετακινήσεις του και παρέμενε κυρίως εντός της οικίας του, προκειμένου να αποφύγει τον εντοπισμό του (βλ. ερυθ. 26 2Χ 3Χ και 25 1Χ 2Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι Ambazonians θα επιχειρούσαν να τον στρατολογήσουν εκ νέου σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, δήλωσε ότι, εφόσον επιστρέψει στη Buea, η παρουσία του θα καταστεί γνωστή και θα αντιμετωπίσει την ίδια κατάσταση, καθώς η οργάνωση στρατολογεί νεαρούς άνδρες για συμμετοχή στις ένοπλες συγκρούσεις (βλ. ερυθ. 24 δ.φ.).
Τέλος, σε ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα και να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η κρίση δεν περιορίζεται στην αγγλόφωνη ζώνη, αλλά έχει επεκταθεί σε εθνικό επίπεδο. Ανέφερε ότι το αίσθημα ανασφάλειας επικρατεί σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των γαλλόφωνων περιοχών, και ότι η κατάσταση αναμένεται να συνεχιστεί έως ότου δοθεί συνολική εθνική λύση (βλ. ερυθ. 24 δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τέσσερις ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις διακρίσεις τις οποίες ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο Αιτητής ενόσω σπούδαζε στο πανεπιστήμιο της Yaounde μεταξύ 2015 και 2017 λόγω του ότι ήταν αγγλόφωνος. Ο Λειτουργός έκρινε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή ήταν γενικές και χωρίς εξατομικευμένες και λεπτομερείς πληροφορίες. Συγκεκριμένα, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την προσωπική του εμπειρία που τον έκανε να νιώσει ότι έπεσε θύμα διακρίσεων, ο Αιτητής δεν παρείχε κανένα συγκεκριμένο περιστατικό. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν παρείχε κανένα συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο να βίωσε προσωπικά, προκειμένου να τεκμηριώσει με συνεκτικό και λεπτομερή τρόπο τις διακρίσεις που αντιμετώπισε προσωπικά, ενώ όταν ρωτήθηκε εκ νέου η απάντησή του κρίθηκε πως παρέμεινε γενική χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες, καθώς δήλωσε ότι οι Ambazonians εισέρχονταν στο πανεπιστήμιο και στοχοποιούσαν όλους τους φοιτητές απειλώντας τη ζωή τους. Όσον αφορά το περιστατικό σύλληψής του από την αστυνομία, ο Λειτουργός έκρινε ότι αυτό υποβλήθηκε αόριστα και πως ο Αιτητής δεν παρείχε συνεκτικές πληροφορίες.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός αναφέρθηκε σε πηγές εξωτερικής πληροφόρησης σύμφωνα με τις οποίες ο αγγλόφωνος πληθυσμός του Καμερούν υφίσταται εκτενείς διακρίσεις και έχει υπάρξει στόχος επιθέσεων λόγω τις πολιτισμικής του καταγωγής. Καθώς όμως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δε θεμελιώθηκε, ο ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις απειλές τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε από τους Ambazonians ενόσω σπούδαζε στο πανεπιστήμιο της Buea μεταξύ 2017 και 2019. Αρχικά ο Αιτητής έκανε κάποιες δηλώσεις γενικής φύσεως, ενώ στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε εκ νέου να περιγράψει λεπτομερώς τι βίωσε προσωπικά κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο της Buea που τον έκανε να νιώσει ότι απειλούνταν η ζωή του, μετέφερε και πάλι τη γενική κατάσταση χωρίς να αναφέρει κανένα συγκεκριμένο περιστατικό που βίωσε προσωπικά. Ο Λειτουργός έκρινε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δε θεμελιώθηκε λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων περιστατικών και λεπτομερών πληροφοριών.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός αναφέρθηκε σε πηγές εξωτερικής πληροφόρησης σύμφωνα με τις οποίες το πανεπιστήμιο της Buea στοχοποιήθηκε από τους Ambazonians. Καθώς όμως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δε θεμελιώθηκε, ο ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό του Αιτητή πως οι Ambazonians τον απήγαγαν ούτως ώστε να τον στρατολογήσουν. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό, ο Λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν παρείχε λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για να αποδείξει τον ισχυρισμό του, καθώς όταν του ζητήθηκε να περιγράψει βήμα προς βήμα το περιστατικό της απαγωγής, οι δηλώσεις του ήταν γενικές χωρίς συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες, παρόλο που ερωτήθηκε δύο φορές και δόθηκαν συγκεκριμένες διευκρινίσεις. Επιπλέον, η απάντηση του Αιτητή σχετικά με τις φερόμενες συνθήκες κράτησης κρίθηκε ατελής. Πρόσθετα, η εξήγηση του Αιτητή πως οι Ambazonians τους απελευθέρωσαν παρόλο που αρνήθηκαν να ενταχθούν στις δυνάμεις τους διότι θα έπρεπε να ενταχθούν με τη θέλησή τους κρίθηκε ασυνάρτητη. Τέλος, αναφορικά με τη δήλωση του Αιτητή ότι παρέμεινε στη Buea για 4 μήνες έως την αναχώρησή του από τη χώρα κατά τους οποίους περιόρισε τις κινήσεις του και δεν αντιμετώπισε προβλήματα, ο λειτουργός επεσήμανε ότι αναμένετο από τον Αιτητή να προβεί σε πιο συνεκτικές δηλώσεις.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός επεσήμανε ότι τα όσα ισχυρίστηκε ο Αιτητής είναι ιδιωτικής φύσεως και δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Καθώς η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δε θεμελιώθηκε, ο ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός έκρινε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική επαρχία του Καμερούν, ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του την Buea.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται στην εισηγητική έκθεση του Λειτουργού (βλ. ερυθρά 85-84 του δ.φ.), η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης, κρίνω ότι ορθά ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή κρίθηκε αξιόπιστος, ευρήματα για τα οποία το Δικαστήριο δεν εντοπίζει λόγο διαφοροποίησης.
Εξετάζοντας τον δεύτερο ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής υπέστη διακρίσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο της Yaounde λόγω της αγγλόφωνης καταγωγής του, συμφωνώ και συντάσσομαι με την αξιολόγηση του Λειτουργού περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού, την οποία κρίνω ως ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί δυσμενούς μεταχείρισης λόγω της γλωσσικής του ταυτότητας, αναφέροντας ότι υποχρεωνόταν να γράφει στα γαλλικά και ότι στοχοποιούνταν από γαλλόφωνους, χωρίς ωστόσο να παραθέτει συγκεκριμένα, εξατομικευμένα περιστατικά που να τεκμηριώνουν προσωπική εμπειρία διάκρισης. Παρά το γεγονός ότι του δόθηκε η ευκαιρία να εξειδικεύσει τα όσα ισχυρίστηκε, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικόλογες και στερούνταν ουσιωδών λεπτομερειών ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να έλαβαν χώρα τα περιστατικά αυτά.
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί εισβολών των Ambazonians στο πανεπιστήμιο και στοχοποίησης των φοιτητών, οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή αναφέρονται στη γενική κατάσταση ασφαλείας και όχι σε προσωπικά βιωθέντα γεγονότα, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφής η άμεση και εξατομικευμένη επίδραση των γεγονότων αυτών στον ίδιο. Η απουσία συγκεκριμένων περιστατικών που να αφορούν άμεσα τον Αιτητή αποδυναμώνει τον πυρήνα του ισχυρισμού του.
Αναφορικά δε με το περιστατικό σύλληψής του από την αστυνομία, ο Αιτητής παρέθεσε περιορισμένες και αποσπασματικές πληροφορίες, χωρίς να προσδιορίζει με σαφήνεια τις συνθήκες της σύλληψης, τη διάρκεια της κράτησης ή τη φύση των απειλών που δέχθηκε. Η έλλειψη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι πρόκειται για το μοναδικό περιστατικό που προβάλλεται ως προσωπική εμπειρία δίωξης στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Συνεπώς, οι ανωτέρω αοριστίες και η απουσία συγκεκριμένων, συνεκτικών και επαρκώς εξειδικευμένων πληροφοριών πλήττουν τον πυρήνα του ισχυρισμού και δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση σαφούς και αξιόπιστης εικόνας ως προς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εντόπισε τα ακόλουθα αναφορικά με τις διακρίσεις τις οποίες ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο Αιτητής κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο της Yaounde μεταξύ 2015-2017:
· Σύμφωνα με τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι αγγλόφωνοι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Yaoundé, ένα κυρίως γαλλόφωνο ίδρυμα, αντιμετώπισαν συστημική περιθωριοποίηση συνδεδεμένη με την ευρύτερη κρίση των αγγλόφωνων που κλιμακώθηκε το 2016-2017. Οι καταγγελίες επικεντρώθηκαν στη γλωσσική διακριτική μεταχείριση, τις μεροληπτικές εισαγωγές και την κατώτερη μεταχείριση σε ένα σύστημα που ευνοεί τους γαλλόφωνους. Οι αγγλόφωνοι φοιτητές και ακαδημαϊκοί τόνισαν άδικες εισαγωγές όπου οι κατάλογοι για βασικές σχολές σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια (Buea, Bamenda) φέρονται να παραποιήθηκαν στη Yaoundé, προτεραιοποιώντας γαλλόφωνους.[9]
· Οι αγγλόφωνοι φοιτητές υποχρεώθηκαν να δώσουν εξετάσεις εισαγωγής για επαγγελματικές σχολές στα Γαλλικά, οδηγώντας σε μαζικές αποτυχίες και αποκλεισμό, ενώ Γαλλόφωνοι διοικητικοί επιβλήθηκαν σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια, παραβιάζοντας δίγλωσσους κανόνες. Επιπλέον, φοιτητές αποκλείστηκαν συστηματικά από την ENS Yaoundé παρά τα κορυφαία αποτελέσματα, κάτι που θεωρήθηκε σκόπιμη διακριτική μεταχείριση[10].
· Συνδικάτα δασκάλων κατέγραψαν γαλλόφωνους καθηγητές να διδάσκουν με «σπασμένα Αγγλικά» σε αγγλόφωνα σχολεία, προκαλώντας σύγχυση στους μαθητές και βλάπτοντας τα αποτελέσματα, με παρόμοια ζητήματα στη Yaoundé όπου τα Αγγλικά αντιμετωπίζονται ως ξένη γλώσσα. Το 2020, απολύθηκε αγγλόφωνος διδάσκων στο Buea για ερώτηση εξέτασης σχετικά με την κρίση, ενώ αντίστοιχος στο Yaoundé II δεν υπέστη συνέπειες[11].
Υπό το φως των όσων προκύπτουν από την ως άνω έρευνα, διαπιστώνεται ότι το γενικό πραγματικό υπόβαθρο του εν λόγω ισχυρισμού, ήτοι η ύπαρξη διακρίσεων εις βάρος αγγλόφωνων φοιτητών στο πλαίσιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Καμερούν και δη στο Πανεπιστήμιο της Yaounde κατά την κρίσιμη περίοδο, επιβεβαιώνεται από αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Ειδικότερα, οι πληροφορίες αυτές καταδεικνύουν ότι κατά τα έτη 2015-2017 υφίσταντο πράγματι συνθήκες θεσμικής και γλωσσικής ανισότητας εις βάρος των αγγλόφωνων φοιτητών, οι οποίες συνδέονταν με την ευρύτερη αγγλόφωνη κρίση και επηρέαζαν την πρόσβαση, τη συμμετοχή και τη μεταχείρισή τους στο πανεπιστημιακό περιβάλλον.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού θεμελιώνεται, κατά το μέτρο που αφορά το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου ο Αιτητής τοποθετεί τα λεγόμενά του. Πράγματι, οι δηλώσεις του ως προς την ύπαρξη διακριτικής μεταχείρισης εις βάρος αγγλόφωνων φοιτητών δεν αντίκεινται στα διαθέσιμα αντικειμενικά στοιχεία, αλλά αντιθέτως ευρίσκουν έρεισμα σε αυτά.
Εντούτοις, η διαπίστωση περί θεμελίωσης της εξωτερικής αξιοπιστίας δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού. Και τούτο διότι, όπως ήδη έχει ανωτέρω αναλυθεί κατά την εξέταση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκώς συγκεκριμένα, συνεκτικά και εξατομικευμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος υπήρξε προσωπικά θύμα των ανωτέρω διακρίσεων κατά τρόπο που να προσδίδει στον ισχυρισμό του την απαιτούμενη αληθοφάνεια και αποδεικτική πληρότητα.
Συνεπώς, μολονότι η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού επιβεβαιώνεται ως προς τη γενική κατάσταση που επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, ελλείψει θεμελίωσης της εσωτερικής του αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής δέχθηκε απειλές από τους Ambazonians κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Πανεπιστήμιο της Buea μεταξύ των ετών 2017–2019, συμφωνώ και συντάσσομαι με την αξιολόγηση του Λειτουργού περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού, την οποία κρίνω ως ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, ο Αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, προέβη σε περιγραφή της γενικής κατάστασης που επικρατούσε στο πανεπιστήμιο, αναφέροντας ότι οι Ambazonians επισκέπτονταν τον χώρο, τρομοκρατούσαν τους φοιτητές και ότι ορισμένοι εξ αυτών έχασαν τη ζωή τους ή εξαναγκάστηκαν να ενταχθούν στις τάξεις τους. Ωστόσο, οι αναφορές αυτές παραμένουν σε επίπεδο γενικών ισχυρισμών και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα, εξατομικευμένα περιστατικά που να αφορούν άμεσα τον ίδιο τον Αιτητή.
Περαιτέρω, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, μέσω διευκρινιστικών ερωτήσεων, να εξειδικεύσει τα όσα βίωσε προσωπικά και να περιγράψει περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος αποτέλεσε στόχο απειλών ή κινδύνου, ο Αιτητής επανέλαβε κατ’ ουσίαν τη γενική κατάσταση ασφαλείας, χωρίς να προσθέσει ουσιώδεις λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο, τον τόπο, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ή τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να απειλήθηκε προσωπικά.
Η έλλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθότι ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά τον πυρήνα της επικαλούμενης απειλής κατά της ζωής του. Θα αναμενόταν, συνεπώς, από τον Αιτητή να είναι σε θέση να παραθέσει σαφή και συνεκτική περιγραφή συγκεκριμένων περιστατικών που τον αφορούν άμεσα, ιδίως όταν πρόκειται για γεγονότα που, κατά τα λεγόμενά του, τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη των σπουδών του και, εν τέλει, της χώρας καταγωγής του.
Συνεπώς, οι ανωτέρω αοριστίες και η απουσία συγκεκριμένων και επαρκώς εξειδικευμένων πληροφοριών δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση αξιόπιστης εικόνας ως προς το κατά πόσον ο Αιτητής υπήρξε πράγματι προσωπικός αποδέκτης των απειλών που επικαλείται. Οι ελλείψεις αυτές πλήττουν τον πυρήνα του ισχυρισμού και δεν δύνανται να θεωρηθούν ως δευτερεύουσες ή επουσιώδεις.
Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης όσον αφορά το ζήτημα των απειλών τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο της Buea μεταξύ 2017-2019 από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Το Πανεπιστήμιο της Buea (UB), ιδρυθέν το 1992 ως το πρώτο αγγλόφωνο πανεπιστήμιο της Καμερούν στην Νοτιοδυτική περιφέρεια, αντιμετώπισε κλιμακούμενη βία από την Αγγλόφωνη κρίση από τα τέλη του 2016[12]. Στις 28 Νοεμβρίου 2016 δυνάμεις κρατικής ασφαλείας επιτέθηκαν σε ειρηνικούς διαδηλωτές φοιτητές στο πανεπιστήμιο με αποτέλεσμα άγνωστο αριθμό συλληφθέντων[13]. Στις 17 Ιανουαρίου 2017 οι αρχές συνέλαβαν τον καθηγητή Δρ. Fontem A. Neba για σχέσεις με την απεργία "ghost town" η οποία ξεκίνησε την 16 Ιανουαρίου στη Buea[14].
· Εκτός της υπό εξέταση περιόδου, καταγράφηκε επίθεση στο πανεπιστήμιο όταν άγνωστα άτομα πυροδότησαν αυτοσχέδια βόμβα στην πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου της Buea, τραυματίζοντας 11 φοιτητές[15]. Στις 8 Ιουλίου 2022, ένοπλοι αυτονομιστές μαχητές εισέβαλαν στην πανεπιστημιούπολη του πανεπιστημίου της Buea με μαχαίρια και διέκοψαν τις εξετάσεις, απαγάγοντας έναν επιβλέποντα εξετάσεων. Οι Ambazonians φέρονται να απαίτησαν από όλους να ξαπλώσουν στο έδαφος και ζήτησαν από τον επιβλέποντα εξετάσεων να φύγει μαζί τους από την αίθουσα. 20 λεπτά αργότερα, οι ύποπτοι διέταξαν τους φοιτητές να φύγουν, απειλώντας ότι θα τους πυροβολήσουν[16].
· Το Human Rights Watch κατέγραψε την απαγωγή τουλάχιστον 268 φοιτητών και επαγγελματιών της εκπαίδευσης από ένοπλους αυτονομιστές μεταξύ Ιανουαρίου 2017 και Αυγούστου 2021. Μόνο σε δύο περιστατικά, ένα το 2018 και ένα άλλο το 2019, οι μαχητές απήγαγαν 78 και 170 μαθητές, αντίστοιχα, από τα σχολεία τους στη Βορειοδυτική περιφέρεια. Τα περισσότερα από τα θύματα (255) ήταν μαθητές, ενώ εννέα ήταν δάσκαλοι και τέσσερις ήταν διευθυντές. Τα θύματα δήλωσαν ότι οι αυτονομιστές μαχητές τα στοχοποίησαν επειδή πήγαιναν σχολείο.[17]
Υπό το φως των όσων προκύπτουν από την ως άνω έρευνα, διαπιστώνεται ότι το γενικό πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή επιβεβαιώνεται από αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης, κατά κατά το μέρος που αφορά τη γενική κατάσταση που επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Εντούτοις, όπως ήδη έχει ανωτέρω αναλυθεί κατά την εξέταση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να συνδέσει επαρκώς το γενικό αυτό πλαίσιο με συγκεκριμένα, προσωπικά βιωθέντα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος υπήρξε άμεσος και εξατομικευμένος στόχος των εν λόγω απειλών. Κατά συνέπεια, παρά τη θεμελίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας ως προς το γενικό πλαίσιο, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής απήχθη από μέλη των Ambazonians με σκοπό τη στρατολόγησή του, είναι και η δική μου εκτίμηση ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού δεν έχει θεμελιωθεί.
Ειδικότερα, μολονότι ο Αιτητής προέβη σε μία περιγραφή του φερόμενου περιστατικού απαγωγής, οι σχετικές δηλώσεις του παραμένουν περιορισμένες και δεν συνοδεύονται από επαρκείς, σαφείς και συνεκτικές λεπτομέρειες που να επιτρέπουν την πλήρη ανασύνθεση των πραγματικών περιστάσεων. Παρά το γεγονός ότι του δόθηκε η ευκαιρία, μέσω διευκρινιστικών ερωτήσεων, να περιγράψει βήμα προς βήμα τα γεγονότα, οι απαντήσεις του δεν παρείχαν ουσιώδη στοιχεία ως προς κρίσιμες πτυχές του περιστατικού, όπως ο τρόπος δράσης των δραστών, οι ακριβείς συνθήκες μεταφοράς και κράτησης ή η συμπεριφορά των προσώπων που φέρονται να τον απήγαγαν.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τις συνθήκες κράτησης κρίνονται ατελείς, καθότι δεν παρέχονται επαρκείς πληροφορίες για τη διάρκεια, τη φύση της μεταχείρισης που υπέστη, ή άλλα στοιχεία που θα αναμένονταν ευλόγως από ένα πρόσωπο που βίωσε ένα τέτοιο σοβαρό γεγονός. Η έλλειψη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι πρόκειται για τον κεντρικό ισχυρισμό επί του οποίου θεμελιώνεται η επικαλούμενη απειλή κατά της ζωής του.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην εξήγηση που παρείχε ο Αιτητής αναφορικά με την απελευθέρωσή του. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι, παρά την άρνησή του να ενταχθεί στις τάξεις των Ambazonians, οι δράστες τον απελευθέρωσαν, διότι η ένταξη θα έπρεπε να γίνει με τη θέλησή του. Η αιτιολόγηση αυτή κρίνεται ως ασυνάρτητη και δεν συνάδει με τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα που ο ίδιος αποδίδει στη δράση της εν λόγω οργάνωσης, όπως περιγράφηκε σε άλλα σημεία των δηλώσεών του.
Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά την απελευθέρωσή του, παρέμεινε στην ίδια περιοχή για χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών, κατά το οποίο περιόρισε μεν τις μετακινήσεις του, πλην όμως δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περαιτέρω περιστατικό ή ενόχληση. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει τη βασιμότητα του ισχυρισμού περί ύπαρξης άμεσου και συνεχιζόμενου κινδύνου, ιδίως ενόψει της σοβαρότητας της φερόμενης απαγωγής και των απειλών που, κατά τα λεγόμενά του, του απευθύνθηκαν.
Συνεπώς, οι ανωτέρω ελλείψεις, ασάφειες και εσωτερικές αντιφάσεις πλήττουν τον πυρήνα του ισχυρισμού και δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση σαφούς και αξιόπιστης εικόνας ως προς το κατά πόσον το περιστατικό έλαβε χώρα κατά τον τρόπο που περιγράφεται. Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι η εσωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του αυτού, ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης εντοπίζονται τα ακόλουθα:
· Αναφορικά με τις απαγωγές / συλλήψεις που διαπράττονται από τους Ambazonians, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ ενόπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων σε όλες τις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν επηρέασαν σοβαρά τους αμάχους, με περιπτώσεις παράνομων δολοφονιών, απαγωγών και επιδρομών σε χωριά να αυξάνονται κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2023, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αναφορά του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) για το Καμερούν η οποία εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2024.[18]
· Ρητή και λεπτομερής τεκμηρίωση της αναγκαστικής στρατολόγησης νέων ανδρών απαντάται στην έκθεση Global Protection Cluster Protection Analysis Update h οποία εκδόθηκε το Μάρτιο του 2025 από την UNHCR και τους εταίρους της. Σύμφωνα με την έκθεση οι αυτονομιστές μαχητές παρενοχλούν συνεχώς τους νέους με σκοπό να τους στρατολογήσουν βίαια ως μαχητές. Οι νέοι θεωρούνται κύριοι ύποπτοι (συχνά χωρίς αποδείξεις) για την τέλεση εγκληματικών δραστηριοτήτων εντός των κοινοτήτων και τίθενται έτσι σε πολύ επισφαλή θέση[19]. Η ίδια έκθεση προσδιορίζει τους νέους άνδρες ηλικίας 18–25 ετών ως ιδιαίτερα ευάλωτη δημογραφική ομάδα και εκτεθειμένη προς κακοποίηση τόσο από τις κυβερνητικές δυνάμεις όσο και από τους αυτονομιστές[20].
Υπό το φως των όσων προκύπτουν από την ως άνω έρευνα, διαπιστώνεται ότι το γενικό πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή επιβεβαιώνεται από αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή, κατά το μέρος που αφορούν την ύπαρξη απαγωγών και προσπαθειών εξαναγκαστικής στρατολόγησης από τους Ambazonians, δεν αντίκεινται στα αντικειμενικά δεδομένα, αλλά αντιθέτως ευρίσκουν επαρκές έρεισμα σε αυτά. Συνεπώς, η εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού θεμελιώνεται ως προς το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται.
Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν δύναται να ανατρέψει το συμπέρασμα ως προς την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, όπως ήδη αναλύθηκε ανωτέρω. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει επαρκώς συγκεκριμένα, συνεκτικά και πειστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε προσωπικά θύμα απαγωγής και απόπειρας στρατολόγησης. Κατά συνέπεια, παρά τη θεμελίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας ως προς τη γενική κατάσταση, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στην νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής».
Ο ορισμός της «σοβαρής βλάβης» διαλαμβάνεται εξαντλητικά στο άρθρο 19(2) του Νόμου και περιλαμβάνει: (α) τη θανατική ποινή ή εκτέλεση· (β) τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία· και (γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Υπό το φως των πραγματικών περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, δεν προκύπτει υπαγωγή της Αιτήτριας στις περιπτώσεις (α) ή (β), και συνεπώς, εξετάζεται η δυνατότητα υπαγωγής της στην περίπτωση του άρθρου 19(2)(γ).
Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[21] επισήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Sufi and Elmi[22], εστίασε στον τρόπο προσδιορισμού του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι εξετάζονται: η χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου που αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, ιδίως όταν η χρήση αυτή είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, καθώς και ο αριθμός των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί ή εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Σχετικά με το περιεχόμενο και τη φύση της απειλής που καλύπτεται από την έννοια
της «σοβαρής και προσωπικής απειλής» λόγω αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[23] διευκρίνισε τα ακόλουθα:
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[24] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Buea της Νοτιοδυτικής περιφέρειας (southwest) του Καμερούν, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση, στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[25]
· Στις περιφέρειες Southwest και Northwest, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές,[26] οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές προσπάθησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[27] Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των ηγετών των αυτονομιστών χώρισαν τις αυτοαποκαλούμενες «αγγλόφωνες κυβερνήσεις» σε περισσότερες από 50 αυτονομιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα πολιτικά τους αιτήματα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις κρατικές επιθέσεις.[28] Το ACLED ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα «κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών», το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αυτονομιστών, της κυβέρνησης, ιδιωτικών εταιρειών και ανθρωπιστικών οργανώσεων.[29]
· Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιφέρειες Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[30] Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[31] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[32]
· Σύμφωνα με το ACLED, «η σύγκρουση στην αγγλόφωνη περιοχή μεγάλωνε κάθε χρόνο, με βίαια γεγονότα να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023».[33] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αυτονομιστές επέβαλαν το κλείσιμο και το lockdown στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% των σχεδόν 50 περιστατικών κάλυψης βίαιων περιστατικών που στοχοποιούσαν δασκάλους το 2023.[34] Στην Έκθεση Κατάστασης που καλύπτει τον Δεκέμβριο του 2023, η UNOCHA ανέφερε πάνω από 96.815 εκτοπισμένους στις περιοχές Northwest και Southwest λόγω βίας, με πολλούς να αντιμετωπίζουν εκτοπισμό καθώς επέστρεφαν στα σπίτια τους σε περιόδους ηρεμίας, αλλά διέφευγαν ξανά κατά τη διάρκεια της αναζωπύρωσης της βίας.[35] Σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία, σε έκθεση της για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, για το έτος 2024, αναφέρει πως περισσότεροι από 580.000 άνθρωποι έχουν εκτοπισθεί εξαιτίας της ένοπλης βίας στο Βορειοδυτικό και Νοτιοδυτικό Καμερούν.[36]
· Πρόσφατη έκθεση της CEDOCA αναφέρει πως «οι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε σχολεία, ανθρωποκτονίες, απαγωγές, βασανιστήρια, εκφοβισμούς, εκβιασμούς και καταστροφές περιουσιών.[37] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κύριοι στόχοι αυτών των πράξεων βίας είναι άτομα «ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας ή κατηγορούνται για μη υπακοή στις εντολές που προσπαθούν να επιβάλουν στις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν».[38]
· Επισημαίνεται ότι από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, σχετικά με την αντιμετώπιση των αγγλόφωνων στις γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με έκθεση του 2025 της Βελγικής Υπηρεσίας CEDOCA - Country of Origin Information, πολλοί αγγλόφωνοι αναζητούν καταφύγιο στις γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Σε γενικές γραμμές, η ανθρωπιστική κατάσταση των εκτοπισμένων ατόμων είναι επισφαλής. Οι εντάσεις μεταξύ των εκτοπισμένων και των κοινοτήτων υποδοχής αυξάνονται όσο συνεχίζεται η κρίση, καθώς οι τελευταίες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Οι αρχές δεν κάνουν σκόπιμα διακρίσεις εις βάρος των εκτοπισμένων στις γαλλόφωνες περιοχές. Ωστόσο, οι αγγλόφωνοι μπορεί να βιώσουν διακρίσεις, είτε εκ προθέσεως είτε ακούσια, ιδιαίτερα με βάση τη γλώσσα. Συγκεκριμένα, άτομα χωρίς έγγραφα ταυτοποίησης διατρέχουν κίνδυνο σύλληψης ή εκβιασμού κατά τη διάρκεια ελέγχων από την αστυνομία[39].
· Η International Crisis Group σε έκθεση του Μαρτίου του 2023 αναφέρει ότι μέσω της νομοθεσίας του 2019, για πρώτη φορά, η εθνική κυβέρνηση αναγνώρισε ότι οι δύο αγγλόφωνες περιοχές διαφέρουν από τις οκτώ γαλλόφωνες λόγω της μοναδικής πολιτικής ιστορίας τους, και με αυτόν τον τρόπο αναγνώρισε την ύπαρξη μιας αγγλόφωνης ταυτότητας διαφορετικής από αυτήν που αγκαλιάζει η Γαλλόφωνη πλειοψηφία. Πολλοί Αγγλόφωνοι για άλλη μια φορά θεώρησαν το μέτρο το ελάχιστο δυνατό[40]. Η πλειοψηφία των πηγών υποδεικνύει ότι υπάρχει μια ήπια συνύπαρξη μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων πολιτών και πως ο εσωτερικά εκτοπισμένος αγγλόφωνος πληθυσμός στο γαλλόφωνο τμήμα δεν υφίσταται συστηματικά διάκριση από τις αρχές, πλην μαζικών συλλήψεων προς εξακρίβωση ταυτότητας[41].
· Σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27.02.2026) στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν συνολικά 971 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 660 πολιτών.[42] Την ίδια περίοδο, στην πόλη της Buea καταγράφηκαν συνολικά 16 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 6 πολιτών[43]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας με βάση την εκτίμηση του 2025 υπολογίζεται σε 2,098,500 κατοίκους[44] και ο πληθυσμός της Buea με βάση την καταμέτρηση του 2005 ανέρχεται σε 90,090 κατοίκους[45].
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, προκύπτει ότι η πόλη Buea της Southwest Region του Cameroon, στην οποία ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, βρίσκεται εντός περιοχής που πλήττεται από συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, συνοδευόμενη από σοβαρά περιστατικά βίας και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε περιφερειακό επίπεδο.
Ωστόσο, παρά τη γενικότερη κατάσταση αστάθειας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια, τα ειδικότερα δεδομένα που αφορούν την ίδια την πόλη Buea δεν καταδεικνύουν επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης που να θεμελιώνει αφ’ εαυτού πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής για κάθε άμαχο πολίτη. Οι αριθμοί των περιστατικών που έχουν ανωτέρω καταγραφεί, ιδίως σε σχέση με το μέγεθος του πληθυσμού, δεν επαρκούν για να καταδείξουν την ύπαρξη κατάστασης γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης που να δικαιολογεί τη χορήγηση επικουρικής προστασίας κατά το άρθρο 15(γ).
Εφαρμόζοντας άλλωστε την αρχή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ, δε διαπιστώνεται η ύπαρξη εξατομικευμένων παραγόντων κινδύνου στην περίπτωση του Αιτητή, ούτε εντοπίζονται στο προφίλ του στοιχεία ευαλωτότητας τα οποία θα μπορούσαν δυνητικά να αυξήσουν τις πιθανότητες να εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης που επικρατεί στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Buea, σε περίπτωση επιστροφής του εκεί. Πρόκειται για νεαρό άντρα, χωρίς αναγνωρισμένα προβλήματα υγείας ή στοιχεία ευαλωτότητας, μορφωμένο και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του.
Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της ισχύουσας νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνεται ότι η γενική κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή δεν έχει φθάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε, από μόνη της, να καθιστά την παρουσία του εκεί πηγή σοβαρής και προσωπικής απειλής, ούτε προκύπτει εξατομικευμένος κίνδυνος που να οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα. Συνεπώς, εκ της ανωτέρω ανάλυσης των δεδομένων και συναφών στοιχείων, συνάγεται το συμπέρασμα πως δεν θεωρείται ότι εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, και περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως αμφότερες οι έννοιες αυτές ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (βλ. άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Συνακόλουθα, με βάση το σύνολο των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552.
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[5] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[6] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.07.2007.
[7] Ανθούσης ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709.
[8] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.
[9] UniversityWorldNews, Anglophone crisis – Academics, students stand firm, 19/05/2017 https://www.universityworldnews.com/post.php?story=20170519095345378 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[10] UniversityWorldNews, Anglophone crisis – Academics, students stand firm, 19/05/2017 https://www.universityworldnews.com/post.php?story=20170519095345378 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[11] UniversityWorldNews, Law lecturer’s dismissal over exam question raises concerns, 26/05/2020, https://www.universityworldnews.com/post.php?story=2020052516062646 ; Ekembe E., English as a Foreign Language at the University of Yaounde 1: Attitudes and Pedagogic Practices, 01/02/2013, https://eric.ed.gov/?id=EJ1076828 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[12] ScholarsAtRiskNetowrk, University of Buea related articles https://www.scholarsatrisk.org/reports_institutions/university-of-buea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[13] ScholarsAtRiskNetowrk, University of Buea, 28/11/2016 https://www.scholarsatrisk.org/report/2016-11-28-university-buea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[14] ScholarsAtRiskNetowrk, University of Buea, 17/01/2017, https://www.scholarsatrisk.org/report/2017-01-17-university-buea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[15] ScholarsAtRiskNetowrk, University of Buea, 10/11/2017, https://www.scholarsatrisk.org/report/2021-11-10-university-of-buea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[16] ScholarsAtRiskNetowrk, University of Buea , 08/07/2022, https://www.scholarsatrisk.org/report/2022-07-08-university-of-buea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[17] HRW, “They Are Destroying Our Future” Armed Separatist Attacks on Students, Teachers, and Schools in Cameroon’s Anglophone Regions, 16/12/2021 https://www.hrw.org/report/2021/12/16/they-are-destroying-our-future/armed-separatist-attacks-students-teachers-and (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[18] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11/01/2024, https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[19] GlobalProtectionCluster, Cameroon, Protection Analysis Update, March 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf σελ 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[20] GlobalProtectionCluster, Cameroon, Protection Analysis Update, March 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf σελ 7 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[21] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[23]Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[24] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[25]ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[26] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[27] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[28] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[29] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[30] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[31] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/12/2025).
[32] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026
[33] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[34] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[35] UNOCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No. 60’, Δεκέμβριος 2023, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 60 (December 2023) | OCHA, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[36] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 Απριλίου 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[37] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 28 Ιουνίου 2024, σελ 15.
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111910/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20240628.pdf , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[38] Amnesty International, Avec nous ou contre nous, 2023, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/sites/8/2023/07/AFR1768382023FRENCH-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026).
[39] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 Ιουνίου 2025, σελ. 52
https://www.ecoi.net/en/file/local/2126261/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[40] ICG - International Crisis Group (Author): A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 Μαρτίου 2023 https://www.ecoi.net/en/file/local/2090406/b188-cameroon-anglophone-special-status_1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[41] CGVS/CGRA (Belgium), 'COI Focus CAMEROUN CRISE ANGLOPHONE: SITUATION SECURITAIRE', 19.11.2021, p. 25-27,
https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun_Crise_anglophone_situation_s%C3%A9curitaire_%2020211119.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[42] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[43] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[44] City Population, Cameroon: Southwest Region,
https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
[45]City Population, Cameroon: Buea, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1194 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο