R.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4758/24, 31/3/2026
print
Τίτλος:
R.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4758/24, 31/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 4758/24

 

                                                31 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

R.M.M.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

....................

 

Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Γεωργία Καρατσιόλη  για Νίκο Α. Λοΐζου & Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Μαρίνα Φιλίππου, για Κάλλια Σάββα, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 21/10/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 14/03/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αυθημερόν. 

 

Στις 15/10/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 17/10/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 21/10/2024. 

 

Την 01/11/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε η πλευρά του αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.  Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της αγγλόφωνης κρίσης.  Ειδικότερα, ο αιτητής δήλωσε πως επικρατούσε ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές και εξαιτίας της κρίσης, έχασε το σπίτι του. (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).  Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τo Καμερούν, γεννήθηκε στο διαμέρισμα Wouri, της επαρχίας Littoral και το χωριό Akum, της κοινότητας Santa, του τμήματος Mezam, στις βορειοδυτικές περιοχές, αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα του (ερυθρά 27, 12χ, 26, 1χ, 3χ, 5χ-7χ του διοικητικού φακέλου).  Είναι χριστιανός, κατέχει πτυχίο στη βιομηχανική μηχανική και έχει πολύ καλή γνώση της αγγλικής και καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας (ερυθρά 29, 25, 1χ-3χ, 10χ-11χ του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ουδέποτε γνώρισε τον πατέρα του και έχει έναν ετεροθαλή αδελφό που ζει μαζί με τη μητέρα του στη Bamenda. (ερυθρό 25, 12χ του διοικητικού φακέλου).  Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι βοηθούσε τη γιαγιά του στη φάρμα, στις διακοπές απασχολείτο στο εστιατόριο της μητέρας του και από το 2013 μέχρι και που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων στη Bamenda και στη Douala (ερυθρό 25, 4χ-7χ του διοικητικού φακέλου). 

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν για να σπουδάσει (ερυθρό 24, 9χ του διοικητικού φακέλου).  Όταν του επισημάνθηκε πως στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της αγγλόφωνης κρίσης και πως έχασε το σπίτι του, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι κατέγραψε στην αίτησή του.  Όταν ρωτήθηκε αν έχασε το σπίτι του λόγω της αγγλόφωνης κρίσης, ο αιτητής απάντησε αρνητικά και ισχυρίστηκε πως άλλοι αιτητές διεθνούς προστασίας τον συμβούλευσαν να περάσει στις ελεύθερες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και να καταγράψει όσα και τελικώς κατέγραψε στην αίτησή του.  Ο αιτητής ανέφερε πως δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του αλλά ζητά να παραμείνει στη Δημοκρατία γιατί νιώθει ασφαλής και επιθυμεί να έχει μία καλύτερη ζωή.  Τέλος, υποστήριξε πως αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και ισχυρίστηκε πως οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του.

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή.  O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής το διαμέρισμα Wouri, της επαρχίας Littoral και τελευταίο τόπο διαμονής το χωριό Akum, της κοινότητας Santa, του τμήματος Mezam, στις βορειοδυτικές περιοχές.  Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο ότι εγκατέλειψε το Καμερούν για ακαδημαϊκού περιεχομένου λόγους. 

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή.  Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό και συγκεκριμένα τις δηλώσεις του αιτητή ότι εγκατέλειψε το Καμερούν για να σπουδάσει, κατέληξε ότι ο αιτητής ήταν συνεπής στις δηλώσεις του.  Όσον αφορά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.  Συνεπώς, ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε τον ισχυρισμό στο σύνολό του.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετώπιζε ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, σημείωσε ότι ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, κατέγραψε την περιοχή καταγωγής του, και ανέφερε ότι η τελευταία περιοχή διαμονής του ήταν το χωριό Akum, του τμήματος Mezam, στις βορειοδυτικές περιοχές.  Στη συνέχεια, παρέθεσε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, από τις οποίες προέκυψε η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στις βορειοδυτικές περιοχές του Καμερούν όπου και βρισκόταν το τμήμα Mezam και συγκεκριμένα το χωριό Akum.  Ανέφερε μάλιστα, προτού αξιολογήσει τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή ότι υπήρχε περίπτωση να αντιμετώπιζε κίνδυνο να υφίστατο δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ότι εγκατέλειψε τη χώρα του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Παραπέμποντας στις παραγράφους 62-64 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, κατέγραψε ότι ο αιτητής επρόκειτο για οικονομικό μετανάστη.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000.   Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στο Καμερούν, ο αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και κατά πόσον υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι να θεωρείτο ότι ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.  Σημείωσε πως στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε στις βορειοδυτικές περιοχές του Καμερούν, όπου και βρισκόταν ο τόπος τελευταίας διαμονής του αιτητή, διαπιστωνόταν ότι ναι μεν σημειώνονταν ένοπλες συγκρούσεις, ωστόσο τα επίπεδα αδιάκριτης βίας δεν έφταναν σε επίπεδο τέτοιο ώστε να μπορούσε να συναχθεί ότι οι άμαχοι πολίτες στοχοποιούνταν αδιακρίτως αποκλειστικά λόγω της παρουσίας του στην περιοχή.

 

Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτητής δεν παρουσίασε οποιοδήποτε υποκειμενικό στοιχείο ή προσωπικές επιβαρυντικές περιστάσεις, διαπίστωσε  ότι η φύση και έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του αιτητή, ότι επρόκειτο για ενήλικο, άντρα, άγαμο, με μορφωτικό υπόβαθρο, εργασιακή εμπειρία και χωρίς κάποια ένδειξη ευαλωτότητας, δεν επαρκούσαν ώστε να μπορούσε να συναχθεί ότι θα τίθετο σε κίνδυνο ως πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.  Επομένως, δεν δικαιολογείτο η υπαγωγή του αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, εξέτασε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.  Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σε σχέση με τους ακαδημαϊκού περιεχομένου λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο οποίος επίσης έγινε αποδεκτός, θα πρέπει να αναφερθεί πως οι εκπαιδευτικοί λόγοι δεν εμπίπτουν σε έναν από τους λόγους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας

 

Οι εκπαιδευτικοί λόγοι που ώθησαν τον αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και να αιτηθεί διεθνούς προστασίας, δεν εμπεριέχονται στους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν. 6 (Ι)/2000.  Όπως έχει κατ' επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του ορισμού του πρόσφυγα (Βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατίαυπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατίαυπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατίαυπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011). 

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3, του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37 και §38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών), κάτι που βεβαίως δεν αποδείχθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση.  Ούτως ή άλλως ο αιτητής δεν δήλωσε πως οποιοσδήποτε φορέας τον εμπόδιζε να διαμείνει και να εργαστεί στη χώρα καταγωγής του.

 

Πρόσθετα, κρίθηκε από το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6 (Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Θεωρώ αναγκαίο να προβώ σε ανάλυση των δεδομένων και στοιχείων που προκύπτουν από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, προκειμένου να διερευνηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη χώρα καταγωγής του αιτητή και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής του στην οποία αναμένεται να επιστρέψει και στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (χωριό Akum, κοινότητα Santa, τμήμα Mezam στις ΒΔ περιοχές).

 

Η έκθεση του OCHA - δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2025 - για την κατάσταση στις ΒΔ και ΝΔ περιοχές, αναφέρει ότι οι εν προκειμένω περιοχές, εξακολουθούν να δέχονται σοβαρό πλήγμα και αυτό ένεκα της εκεί επικρατούσας ένοπλης βίας και ανασφάλειας.  Παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό αποτελούν: η παράνομη φορολόγηση, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, τα παράνομα σημεία ελέγχου, οι απαγωγές για λύτρα, οι στοχευμένες δολοφονίες, οι εμπρησμοί σπιτιών και η δύσκολη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, ιδίως στις πιο απομακρυσμένες περιοχές.[1] 

 

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/03/2026), όσον αφορά τις ΒΔ περιοχές επί των οποίων εντοπίζεται το τμήμα Mezam, μια κοινότητά του οποίου αποτελεί η Santa και χωριό αυτής το Akum, έχουν καταγραφεί 1,909 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 592 θάνατοι.  Εξ’ αυτών, τα 2 περιστατικά σημειώθηκαν συγκεκριμένα στη Santa όπου βρίσκεται το Akum, από τα οποία δεν προκλήθηκε κανένας θάνατος.[2]  Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός των ΒΔ περιοχών ανέρχεται σε 2,428,200 κατοίκους (βάσει εκτίμησης του 2025)[3], ο πληθυσμός του τμήματος Mezam ανέρχεται στα 546,593[4] και ο πληθυσμός της κοινότητας Santa στα 200,000[5].

 

Βάσει των πιο πάνω αριθμητικών δεδομένων, διαφαίνεται πως τα περιστατικά ασφαλείας στον τόπο που αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται η κατάσταση που επεικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, δεν ανέρχεται σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

 

Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητούνται τα δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.  Παρά ταύτα, ως προκύπτει και από την πιο πάνω ανάλυση, ο αιτητής δεν διαφαίνεται να ανήκει σε κατηγορίες προσώπων υψηλού κινδύνου που θα ενέπιπταν στους στόχους επιθέσεων από τις αρχές του Καμερούν. Λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις, ο αιτητής πρόκειται για ενήλικο άτομο νεαρής ηλικίας, με μόρφωση και με εργασιακή εμπειρία, φέροντας οικογενειακό/υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του (μητέρα και αδελφός).  Με βάση και τα δεδομένα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι από τους οποίους να συνάγεται πως υπάρχει κίνδυνος δίωξης του ή πραγματικός κίνδυνος να υποστεί κακομεταχείριση, με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.

 

Ως εκ τούτου από τα ανωτέρω συνάγεται πως η κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές δεν έχει φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους στη χώρα. Επίσης, ούτε παρατηρώ κάποιο παράγοντα επίτασης του κινδύνου βάσει των ατομικών περιστάσεων του αιτητή ο οποίος επρόκειτο για έναν ενήλικο άνδρα, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, ικανό για εργασία και με ανώτατη μόρφωση.  Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου πως στην κοινότητα Santa όπου και βρίσκεται το χωριό του αιτητή  έχουν λάβει χώρα το τελευταίο έτος  δύο περιστατικά ασφαλείας.  Συνεπώς, δεν θα προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος για τον αιτητή να αντιμετωπίσει σοβαρή βλάβη ως άμαχος σε περίπτωση που θα επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. 

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο των ο στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No 73’ (January 2025) διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no73-january-2025

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στοhttps://acleddata.com/platform/explorer Τα αριθμητικά δεδομένα που αφορούν στην κοινότητα Santa, αντλήθηκαν από το διαδραστικό χάρτη στην εν λόγω πλατφόρμα.

[3] City Population, CameroonNord - Oueste, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/

[4]DB-City, Mezam, διαθέσιμο στο: https://en.db-city.com/Cameroon--North-West--Mezam 

[5] Grokipedia, Santa-Cameroon, διαθέσιμο στο: https://grokipedia.com/page/santa_cameroon  


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο