Α. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου κ.α., Υπόθεση Aρ.: ΔΑ 5/25, 30/3/2026
print
Τίτλος:
Α. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου κ.α., Υπόθεση Aρ.: ΔΑ 5/25, 30/3/2026
Α. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου κ.α., Υπόθεση Aρ.: ΔΑ 5/25, 30/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: ΔΑ 5/25

 

30 Μαρτίου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:

Α. S.

                                            

Αιτητού,

 

και 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

1. Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου

2. Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης

Καθ' ων η αίτηση

 .........

 

Χρήστος Κ. Φελλάς (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους Δ.Δ.Δ.Δ.Π. Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την ακόλουθη θεραπεία:

««Α. Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ' ων η αίτηση ημερ. 06.08.2025 και η οποία γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή την 13.08.2025 (Παράρτημα Α) και με την οποία ο Αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105) είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

 

Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 06.08.2025 και η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 13.08.2025 και με την οποία οι καθ' ων η αίτηση απαγορεύουν στον Αιτητή να εισέρχεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από 06/08/2025 και επ' αόριστο, είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Γ. Δήλωση ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση με ημερομηνία 06.08.2025 (Παράρτημα Β), με την οποία διατάσσεται η απέλαση του Αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Δ. Δήλωση ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση με ημερομηνία 06.08.2025, με την οποία διατάσσεται η κράτηση του Αιτητή (Παράρτημα Γ) δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) μέχρις ότου απελαθεί, είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Ε. Δήλωση ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής δικαιούται προστασίας από επαναπροώθηση δυνάμει των άρθρων 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)».

 

ΣΤ. Διαζευκτικά με την πιο πάνω θεραπεία και/ή εναλλακτικά με την πιο πάνω θεραπεία, απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να κρίνεται η κράτηση του Αιτητή ως παράνομη και με την οποία να διατάζονται πραγματικά εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα και τα οποία δεν συνιστούν κράτηση, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου.

 

Ζ. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς των πιο πάνω Διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερ. 06.08.2025, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας προσφυγής.

 

Η. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 06.08.2025, για την έκδοση διατάγματος κράτησης εναντίον του Αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

 

Θ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 06/08/2024 για την έκδοση διατάγματος απέλασης του Αιτητή είναι άκυρη, παράνομη, και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

I. Διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή.

 

ΙΑ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο».

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως, όπως προκύπτουν από τα υποβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα: O Αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία γεννηθείς στις 15.9.2006. Στις 9.11.2022, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 15.2.2024, χορηγήθηκε σε αυτόν καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Στις 8.11.2024, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τού επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών (από την 31.5.2024 που τελούσε υπό κράτηση) για τα αδικήματα της ληστείας, επίθεσης που προκαλεί σωματική βλάβη και αντίστασης δια ματαίωση νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του δια ποινικό αδίκημα επίθεσης.  Στις 5.8.2025, ο Υπεύθυνος της Υπηρεσίας   Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας (στο εξής: η ΥΑΜ) απέστειλε επιστολή προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης  (στο εξής: η Διευθύντρια), αναφορικά με το μεταναστευτικό και ποινικό ιστορικό του Αιτητή, διατυπώνοντας την εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, αφού προηγουμένως διατύπωσε την άποψη ότι ο Αιτητής ένεκα των ανωτέρω αδικημάτων και της συμπεριφοράς του  αποτελεί πραγματική και ενεστώτα και επαρκώς σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη. Στις 6.8.2025 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 14 που του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και του άρθρου 29 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Στις 24.10.2025, ο Αιτητής καταχώρισε εναντίον των ανωτέρω διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 6.8.2025, την υπ’ αριθμό 1202/2025 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Με την από 18.12.2025 απόφασή του το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, επικυρώνοντας ωστόσο το επίδικο διάταγμα κράτησης.  Τέλος κρίνοντας ότι το διάταγμα απέλασης δυνάμει του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου εκπίπτει της δικαιοδοσίας του, καθώς εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου, το Διοικητικό Δικαστήριο παρέπεμψε προς εκδίκαση το διάταγμα απέλασης του Αιτητή προς εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο.  

 

2.             Το αντικείμενο συνεπώς της παρούσας προσφυγής περιορίζεται καταρχήν στην διάταγμα απέλασης του Αιτητή Η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά του διατάγματος απέλασης εναντίον του Αιτητή ημερομηνίας 6.8.2025.

 

Το νομικό πλαίσιο

(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Ενωσιακό Δίκαιο

3.             Το άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής: η Οδηγία 2011/95/ΕΕ), τιτλοφορείται «Προστασία από την επαναπροώθηση» και προβλέπει τα εξής:

 

«1.   Τα κράτη μέλη σέβονται την αρχή της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τις διεθνείς τους υποχρεώσεις.

2.   Οσάκις δεν απαγορεύεται από τις διεθνείς υποχρεώσεις της παραγράφου 1, ένα κράτος μέλος δύναται να επαναπροωθήσει πρόσφυγα, ανεξαρτήτως του αν αναγνωρίζεται επισήμως ως τέτοιος, όταν:

α)

υφίστανται εύλογοι λόγοι για να θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται· ή

 

β)

δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους αυτού.

3. Τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν ή να χορηγήσουν την άδεια διαμονής πρόσφυγα επί του οποίου έχει εφαρμογή η παράγραφος 2.».

 

4.             Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις (8) και (9) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (στο εξής: η Οδηγία 2008/115/ΕΚ):

 

«(8)

 

Αναγνωρίζεται ότι είναι νόμιμο τα κράτη μέλη να επιστρέφουν τους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται δίκαια και αποτελεσματικά συστήματα ασύλου, τα οποία τηρούν πλήρως την αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

(9)

Σύμφωνα με την οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο σε ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι διαμένει παράνομα στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους μέχρι να εκδοθεί απόφαση που να απορρίπτει την αίτηση, ή απόφαση που να του/της στερεί το δικαίωμα να διαμείνει ως αιτών άσυλο.».

 

5.   Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, με το τίτλο «Ευνοϊκότερες διατάξεις» ορίζει τα εξής:

 

«2.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη διατάξεως ευνοϊκότερης για τους υπηκόους τρίτων χωρών που περιέχεται στο κοινοτικό κεκτημένο περί μετανάστευσης και ασύλου.».

 

6.             Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας καθορίζει τα της απόφασης επιστροφής, το άρθρο 8 αυτής τα της αποφάσεως απομάκρυνσης και το άρθρο 15 αυτής, τα της κράτησης ενόψει απομάκρυνσης.

 

Διεθνές Δίκαιο

7.              Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

 

8.             Δυνάμει του Άρθρου 32  της Σύμβασης της Γενεύης

 « 1. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα απελαύνουν πρόσφυγας νομίμως διαμένοντας επί του εδάφους αυτών, ειμή μόνον δια λόγους εθνικής ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως. 2. Η απέλασις τοιούτου πρόσφυγος δεν θα πραγματοποιείται ειμή μόνον κατόπιν αποφάσεως λαμβανομένης συμφώνως προς την υπό της νομοθεσίας προβλεπομένην διαδικασίαν. - Εφ' όσον επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφαλείας δεν αντιτίθενται εις τούτο, οι πρόσφυγες θα δικαιούνται να προσάγουν αποδείξεις περί της αθωότητος αυτών, να προσφεύγουν και να παρίστανται προς τούτο ενώπιον αρμοδίων αρχών ή ενός ή πλειόνων προσώπων ειδικώς εντεταλμένων υπό της αρμοδίας αρχής. 3. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα παράσχουν εις τους ανωτέρω πρόσφυγας λογικάς προθεσμίας προς επιδίωξιν αδείας κανονικής εισόδου εις ετέραν χώραν. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δύνανται να εφαρμόζουν, κατά τας προθεσμίας ταύτας, μέτρα εσωτερικής τάξεως οία ήθελον κριθή αναγκαία.».

 

9.               Το άρθρο 33 της Σύμβασης αυτής ορίζει τα εξής:

«1.      Ουδεμία Συμβαλλομένη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών απειλούνται διά λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων.

2.      Το εκ της παρούσης διατάξεως απορρέον ευεργέτημα δεν δύναται πάντως να επικαλήται πρόσφυξ όστις, διά σοβαράς αιτίας, θεωρείται επικίνδυνος εις την ασφάλειαν της χώρας ένθα ευρίσκεται ή όστις, έχων τελεσιδίκως καταδικασθή δι’ ιδιαιτέρως σοβαρόν αδίκημα, αποτελεί κίνδυνον διά την Χώραν.»

 

Εθνικό Δίκαιο

(η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

10.          Η δικαιοδοσία του ΔΔΔΠ καθορίζεται στους περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμους του 2018 έως 2025.

 

11.          Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις υπαγωγής ενός αιτούντος διεθνούς προστασίας στο καθεστώς του πρόσφυγα.

 

12.          Το εδάφιο (4) του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου υπό τον τίτλο «Αποκλεισμός αιτητή» καθορίζει τα ακόλουθα:

«(4)(α) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει εκ των υστέρων, βάσει γεγονότων που αποκαλύπτονται μετά την αναγνώριση σε πρόσωπο του καθεστώτος του πρόσφυγα, ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε, κατά την ημερομηνία που του αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς, σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), με αιτιολογημένη απόφασή του, ανακαλεί την απόφαση βάσει της οποίας αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς.

) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει εκ των υστέρων, βάσει γεγονότων που αποκαλύπτονται μετά την αναγνώριση σε πρόσωπο του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας, ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε, κατά την ημερομηνία που του αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς, σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), με αιτιολογημένη απόφασή του, ανακαλεί την απόφαση βάσει της οποίας αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς.

(5) Χωρίς επηρεασμό του καθήκοντος του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας να αποκαλύπτει κάθε σχετικό στοιχείο το οποίο έχει στη διάθεσή του, ο Προϊστάμενος καταδεικνύει στην προβλεπόμενη στην παράγραφο (β) του εδάφιου (4) απόφασή του, σε εξατομικευμένη βάση, ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν δικαιούται συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2).

(6) Αιτήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (3), εξετάζονται με την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων του άρθρου 13 και, αποφάσεις για ανάκληση του καθεστώτος που αναγνωρίστηκε δυνάμει του εδαφίου (4) λαμβάνονται μετά από την κατ’ αναλογία εφαρμογή της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 13.».

 

13.           Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

14.          Το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο τιτλοφορείται «Απέλαση προσώπων υπό διεθνή προστασία» ορίζει τα εξής:

 

«(1) Ο Διευθυντής δικαιούται να αποφασίζει την απέλαση δικαιούχου διεθνούς προστασίας-

(α) όταν υφίσταται εύλογος λόγος για να θεωρεί ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ή

(β) όταν το εν λόγω πρόσωπο έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού αδικήματος και, ως εκ τούτου, συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία.

(2) Προτού ο Διευθυντής προβεί στην έκδοση διατάγματος απέλασης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου (1), ο Διευθυντής-

     α) Παρέχει στο επηρεαζόμενο πρόσωπο την ευκαιρία να προβεί σε γραπτές ή προφορικές παραστάσεις, και

(β) ενημερώνει τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου:

Νοείται ότι ο εκπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ενημερώνεται για τις αποφάσεις του Διευθυντή μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος προς αυτόν.

(2Α) Ο Διευθυντής ενημερώνει γραπτώς τον πρόσφυγα ή το πρόσωπο με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για την απόφασή του για την έκδοση διατάγματος απέλασης.

[…]

(4) Απαγορεύεται η έκδοση διατάγματος απέλασης πρόσφυγα ή προσώπου με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε χώρα, στην οποία η ζωή ή η ελευθερία του θα βρισκόταν σε κίνδυνο ή θα κινδύνευε να υποστεί βασανιστήρια ή εξευτελιστική ή απάνθρωπη μεταχείριση ή τιμωρία ή καταδίωξη λόγω φύλου, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας του ως μέλος σε συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο, πολιτικών του αντιλήψεων, ένοπλης σύρραξης ή περιβαλλοντικής καταστροφής.

 

(5) Απαγορεύεται η έκδοση διατάγματος απέλασης οποιουδήποτε προσώπου σε χώρα όπου θα κινδύνευε να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

 

(6) Πρόσωπα στα οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του εδαφίου (1) απολαμβάνουν καθ’ ον χρόνο είναι παρόντα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4,16, 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης.».

 

15.          Το άρθρο 30Α του περί Προσφύγων Νόμου, με τον τίτλο «Έκδοση αδειών διαμονής» ορίζει τα εξής:

30Α.—(1) Κάθε μία από τις άδειες διαμονής που προβλέπονται στα άρθρα 18Α, 19 και 20ΣΤ εκδίδεται από το Διευθυντή ως ειδική άδεια, δυνάμει του Κανονισμού 15 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 μέχρι 2002, στην οποία καθορίζεται το καθεστώς που διέπει την παραμονή του προσώπου στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα.

 

(2) Κατά την έκδοση των αδειών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι οποίες υπερισχύουν οποιωνδήποτε τυχόν αντίθετων διατάξεων των περί Αλλοδαπών κα Μεταναστεύσεως Κανονισμών.».

 

16.          Τα άρθρο 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου υπό τον τίτλο «Διατάγματα απέλασης» προβλέπει τα εξής:

«14.-(1) Τηρούμενων των διατάξεων του Νόμου αυτού και των όρωv oπoιασδήπoτε άδειας ή έγκρισης που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv που εκδόθηκαν βάσει αυτού και με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, o Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται να διατάξει οποιοδήποτε αλλοδαπό o oπoίoς είναι απαγoρευμέvoς μετανάστης ή οποιοδήποτε πρόσωπο τo oπoίo, αφου εισήλθε στη Δημοκρατία με άδεια να παραμείνει σε αυτή για περιoρισμέvη περίoδo, παραμένει στη Δημοκρατία μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής ή οποιοδήποτε πρόσωπο τo oπoίo περιλαμβάνεται εντός της κατηγορίας που απαριθμείται στην παράγραφο (θ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 να απελαθεί από τη Δημοκρατία και, eν τω μεταξύ, να τεθεί υπό κράτηση.

(2) Αλλοδαπός o oπoίoς διατάσσεται να απελαθεί θα απελαύνεται-

(α) σε κάπoιo μέρος στη χώρα στηv oπoία αυτός ανήκει·

(β) με την έγκριση του Υπoυργικoύ Συμβουλίου, στο μέρος από όπου αυτός ήρθε που δεν είναι η χώρα στηv oπoία αυτός ανήκει ή σε οποιοδήποτε μέρος στo oπoίo αυτός συγκατατίθεται να απελαθεί, vooυμέvoυ ότι η κυβέρνηση κάθε τέτoιoυ τόπου συγκατατίθεται να δεχτεί αυτόν.

(3) Βρεττανός υπήκooς o oπoίoς περιλαμβάνεται στην κατηγορία που απαριθμείται στην παράγραφο (ι) του εδαφίου  (1) του άρθρου 6 και o oπoίoς διατάσσεται να απελαθεί, με την έγκριση του Υπoυργικoύ Συμβουλίου θα απελαύνεται στο μέρος από όπου αυτός ήλθε ή σε οποιοδήποτε μέρος στo oπoίo αυτός συγκατατίθεται να απελαθεί, vooυμέvoυ ότι η Κυβέρνηση κάθε τέτoιoυ τόπου συγκατατίθεται να δεχτεί αυτόν.

(4) […]

(5)-  (α) Η εξουσία απέλασης που χορηγείται από το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται στο Νόμο αυτό, θα επεκτείνεται στην απέλαση οποιουδήποτε προσώπου που περιλαμβάνεται εντός των κατηγoριώv που απαριθμoύvται στις παραγράφους (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 6:

Νοείται μόvo ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι Βρεττανός υπήκooς και κατέχει την υπηκοότητα ξέvoυ Κράτους κατά το χρόvo που εκδίδεται διάταγμα απέλασης.

(β) Πρόσωπο, τo oπoίo διατάσσεται να απελαθεί βάσει του εδαφίου αυτού, θα απελαθεί σε κάπoιo μέρος στη χώρα της oπoίας την υπηκοότητα αυτός κατέχει ή σε τέτoιo άλλο μέρος όπως το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να διατάξει με τη συγκατάθεση της Κυβέρνησης του μέρους αυτού.

(γ) Το Υπουργικό Συμβούλιο θα έχει εξουσία να διορίζει, με  ένταλμα που φέρει την υπογραφή του, φύλακα της κινητής και ακίνητης περιουσίας οποιουδήποτε προσώπου εvαvτίov του oπoίoυ έχει εκδοθεί διάταγμα απέλασης βάσει του εδαφίου αυτού και o oπoίoς έχει απελαθεί από τη Δημοκρατία σύμφωνα με αυτό και δύναται να εκδίδει καvovισμoύς για τη διαχείριση από το φύλακα τέτοιας περιουσίας, μέχρις ότου o απελαθείς δυνατό να διορίσει το δικό του αvτιπρόσωπo ή να κάνει άλλες διευθετήσεις που αφoρoύv τέτοια περιουσία, και γενικά για την καλύτερη εφαρμογή των σκoπώv της παραγράφου αυτής.

(6) Πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία και /ή διάταγμα κράτησης ή περιορισμού—

(α) Πληροφορείται γραπτώς σε γλώσσα κατανοητή από αυτό τους λόγους για την πιο πάνω απόφαση εκτός εάν λόγοι εθνικής ασφάλειας καθιστούν κάτι τέτοιο ανεπιθύμητο· και

(β) έχει δικαίωμα να αντιπροσωπευθεί ενώπιον του Διευθυντή ή οποιασδήποτε άλλης αρχής της Δημοκρατίας και να ζητήσει την παροχή υπηρεσιών μεταφραστή.».

 

Νομολογία και Κατευθυντήριες γραμμές

17.          Προκειμένου να εφαρμοστούν οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις και κυρίως το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου είναι σκόπιμη η επισκόπηση των βασικότερων αρχών που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: το ΕΔΑΔ) αναφορικά με το ζήτημα της απέλασης τόσο από διαδικαστικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως (έννοια του κινδύνου για τη δημόσια τάξη, περιεχόμενο της αρχής της μη επαναπροώθησης).

 

18.          Για την εξέταση της επίδικης απόφασης απαιτείται ως εκ τούτου η ανάλυση των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου. Προς τούτου θα γίνει αναφορά στο κρίσιμο διαδικαστικό δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και στην εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας της αποφαινόμενης αρχής.

 

19.          Καταρχάς, οι περιπτώσεις όπου μπορεί ένα κράτος μέλος να ανακαλέσει το καθεστώς διεθνούς προστασίας (δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 4, της οδηγίας 2011/95, αντίστοιχο του άρθρου 6Α του περί Προσφύγων Νόμου), αντιστοιχούν κατ’ ουσίαν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να επαναπροωθήσουν πρόσφυγα βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας και του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Γενεύης (βλ. C-663/21, σκέψη 35) [βλ. επίσης απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 93]. Ως εκ τούτου, η νομολογιακή ανάλυση της έννοιας αυτής προκύπτει από τις αντίστοιχες περιπτώσεις ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η συνοχή που οφείλεται να διασφαλίζεται μεταξύ της εν λόγω έννοιας είτε αφορά σε ανάκλησης καθεστώς διεθνούς προστασίας είτε αφορά στην περίπτωση της απέλασης δυνάμει του άρθρου 29, επιβεβαιώνεται και στην Απόφαση του ΔΕΕ της 6ης  Ιουλίου 2023, ΧΧΧ, C-8/22, ECLI:EU:C:2023:542, σκέψη 38. Η αντιστοιχία αυτή είναι καθόλα εύλογη καθώς οι συνέπειες στην περίπτωση της απέλασης είναι εκ των πραγμάτων δραστικότερες για την κατάσταση του προσώπου σε σχέση με την περίπτωση της ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όπως δε διευκρινίζεται στις ανωτέρω αποφάσεις, η ανάκληση καθεστώς δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου της απέλαση ενός προσώπου αλλά αποστέρηση κατ’ ουσίαν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αναγνώριση του εν λόγω καθεστώτος. Και τούτο διότι η ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν παρέχει τη δυνατότητα απόκλισης από την εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης, καθώς η τελευταία εδράζεται και σε άλλες διατάξεις πέραν αυτών της αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, όπως του δικαιώματος στη ζωή και στην απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης, τα οποία κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (στο εξής: o Χάρτης) και βεβαίως στην ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, εφόσον η απέλαση συνεπάγεται την αναγκαστική απομάκρυνση του προσώπου από το έδαφος της Δημοκρατίας δεν μπορεί παρά να εφαρμόζονται κατ’ ελάχιστον οι ανάλογες ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις με την περίπτωση της ανάκλησης καθεστώτος. 

 

20.          Συναφώς επισημαίνεται ότι το άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/95/ΕΚ, το οποίο μεταφέρθηκε στην εθνική έννομη τάξη με το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου, στην παράγραφο 3 αυτού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν ή να χορηγήσουν την άδεια διαμονής πρόσφυγα επί του οποίου έχει εφαρμογή η παράγραφος 2 (απόφαση επαναπροώθησης πρόσφυγα και προϋποθέσεις εφαρμογής της), δίδοντας έτσι κατεύθυνση ως προς τις ενέργειες που αναμένεται να προηγηθούν της απέλασης πρόσφυγα, ιδίως όταν υφίσταται πράξη αναγνώρισης. Από την εν λόγω διάταξη εξάλλου προκύπτει και η διάκριση μεταξύ της χορήγησης καθεστώς του πρόσφυγα σε σχέση με την ιδιότητα του πρόσφυγα, η οποία ιδιότητα είναι δεδομένη εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανεξαρτήτως πράξεως αναγνώρισής της (Βλ. απόφαση του ΔΕΕ τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, της 14ης Μαΐου 2019, ECLI:EU:C:2019:403, σκέψεις 90 έως 92). Εξ ου και η απέλαση σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης δεν συνεπάγεται παύση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά απλώς απώλεια προστασίας έναντι επαναπροώθησης.[1] Αυτό δεν ισχύει ωστόσο με την ιδιότητα του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, όπως εν προκειμένω, καθώς η ιδιότητά του δεν απορρέει απευθείας από τη Σύμβαση της Γενεύης αλλά αποτελεί ευνοϊκότερη ρύθμιση του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Επισημαίνεται συναφώς ότι το άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/95/ΕΚ δεν κάνει λόγο σε δικαιούχο διεθνούς προστασίας, παρά μόνο σε πρόσφυγα. Ως εκ τούτου το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου, του εθνικού δηλαδή νόμου, φαίνεται να  επεκτείνει την εφαρμογή του και στις περιπτώσεις δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως της συμβατότητας της εθνικής ρύθμισης με το ενωσιακό δίκαιο, η έννοια της απέλασης και οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της δεν θα μπορούν να έχουν άλλο περιεχόμενο όταν γίνεται λόγος για απέλαση δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, καθώς το διακύβευμα παραμένει το ίδιο, ήτοι η προστασία του προσώπου από τυχόν παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Όπως δε θα εξεταστεί στη συνέχεια το άρθρο 21 της  της Οδηγίας 2011/95/ΕΚ ερμηνευόμενο υπό φως του Χάρτη, δεν επιτρέπει σε κάθε περίπτωση την απέλαση προσώπου όταν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης, παρέχοντας ένα ανώτερο επίπεδο προστασίας.

 

21.          Συναφής με τη δυνατότητα απέλασης δικαιούχων διεθνούς προστασίας και δη προσφύγων είναι και η απόφαση του ΔΕΕ της 24ης Ιουνίου 2015 στην υπόθεση C‑373/13, Η.Τ. ν. κατά Land Baden-Württemberg,  ECLI:EU:C:2015:413 (σκέψεις 57 έως 80) και η εκεί μνημονευόμενη νομολογία (η οποία νομολογία εφαμρόζεται όπως εξηγείται ανωτέρω, mutadis mutandis και στην περίπτωση όπως η παρούσα δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας). Ειδικότερα επισημαίνονται τα ακόλουθα:

 

22.          Επαναλαμβάνει το ΔΕΕ στην εν λόγω απόφασή του (σκέψη 63,  C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω) ότι η πράξη αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα είναι αναγνωριστικού χαρακτήρα και συνεπώς τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν συναφώς καμία διακριτική ευχέρεια. Το άρθρο 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 διατυπώνει την αρχή ότι οι πρόσφυγες προστατεύονται κανονικά από την επαναπροώθηση. Αντιθέτως, το άρθρο 21, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής εισάγει εξαίρεση από την ως άνω αρχή, προβλέποντας ότι η επαναπροώθηση πρόσφυγα, ανεξαρτήτως αν του έχει αναγνωριστεί τυπικώς το συγκεκριμένο καθεστώς, επιτρέπεται είτε δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας, όταν υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να θεωρηθεί αυτός επικίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους μέλους όπου βρίσκεται, είτε δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της ίδιας οδηγίας, όταν γίνεται δεκτό ότι, επειδή αυτός έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα, συνιστά απειλή για την κοινωνία του ως άνω κράτους μέλους. (σκέψη 70, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω).  Η επαναπροώθηση πρόσφυγα, μολονότι κατ’ αρχήν επιτρέπεται από τη Σύμβαση τη Γενεύης, βάσει της εξαιρετικής διάταξης του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/83, συνιστά σε κάθε περίπτωση την ultima ratio στην οποία μπορεί να καταφύγει κράτος μέλος όταν ουδέν άλλο μέτρο υφίσταται ή αρκεί προς αντιμετώπιση της απειλής που συνεπάγεται ο πρόσφυγας αυτός για την ασφάλεια ή την κοινωνία του οικείου κράτους μέλους. Στην περίπτωση όπου κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, ανακαλεί, τερματίζει ή δεν ανανεώνει το καθεστώς πρόσφυγα το οποίο έχει αναγνωριστεί σε συγκεκριμένο πρόσωπο, τότε το πρόσωπο αυτό απολαύει, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας, των δικαιωμάτων που απαριθμούνται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης (σκέψη 71, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω).

 

23.          Οι συνέπειες  δε ειδικά για τον πρόσφυγα τυχόν ανάκλησης της άδειας παραμονής του, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, είναι λιγότερο επαχθείς, στο μέτρο που δεν επιφέρει ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα ούτε, πολύ περισσότερο, επαναπροώθησή του κατά την έννοια του άρθρου 21, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας (βλ. σκέψη 74, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω).

 

24.          Επισημαίνει περαιτέρω το Δικαστήριο ότι οι έννοιες «εθνική ασφάλεια» και «δημόσια τάξη» στο πλαίσιο των άρθρων 27 και 28 της οδηγίας 2004/38[2], μολονότι η τελευταία αυτή οδηγία επιδιώκει διαφορετικούς σκοπούς από εκείνους της οδηγίας 2004/83 και μολονότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες, που ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο, τις απαιτήσεις της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας (απόφαση I., C‑348/09, EU:C:2012:300, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), είναι βέβαιο ότι ο βαθμός στον οποίο μια κοινωνία προτίθεται να προστατεύσει τα θεμελιώδη της συμφέροντα δεν επιτρέπεται να ποικίλλει ανάλογα με το νομικό καθεστώς του προσώπου, του οποίου τα θεμελιώδη αυτά συμφέροντα θίγονται.

 

25.          Κατά συνέπεια, καταλήγει, προκειμένου να ερμηνευθεί η έννοια «επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης» του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, πρέπει κατ’ αρχάς να ληφθεί υπόψη ότι έχει ήδη κριθεί ότι ο όρος «δημόσια ασφάλεια», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 28, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, καλύπτει τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική ασφάλεια του κάθε κράτους μέλους (βλ., ιδίως, απόφαση Τσακουρίδης, C‑145/09, EU:C:2010:708, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και ότι, ως εκ τούτου, η δημόσια ασφάλεια μπορεί να επηρεάζεται από την παρακώλυση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών και των βασικών δημόσιων υπηρεσιών, από την επιβίωση του πληθυσμού από τον κίνδυνο σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών, καθώς και από την προσβολή των στρατιωτικών συμφερόντων (απόφαση Τσακουρίδης, C‑145/09, EU:C:2010:708, σκέψη 44). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί, στην ίδια αλληλουχία, ότι η έννοια «επιτακτικοί λόγοι δημόσιας ασφάλειας» του ίδιου αυτού άρθρου 28, παράγραφος 3, προϋποθέτει όχι μόνον ότι συντρέχει προσβολή της δημόσιας ασφάλειας, αλλά και ότι η προσβολή αυτή είναι ιδιαιτέρως σοβαρή, όπως υποδηλώνει η χρήση του όρου «επιτακτικοί λόγοι» (απόφαση Τσακουρίδης, C‑145/09, EU:C:2010:708, σκέψη 41). (σκέψη 78, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω)

 

26.          Εν συνεχεία, το ΔΕΕ ερμηνεύει την έννοια «του κινδύνου για τη δημόσια τάξη» στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38, και ειδικότερα των άρθρων 27 και 28 της συγκεκριμένης οδηγίας, διευκρινίζοντας ότι για να γίνει επίκληση της έννοιας αυτής πρέπει εν πάση περιπτώσει, εκτός της διασάλευσης της κοινωνικής τάξης, την οποία συνεπάγεται κάθε παράβαση του νόμου, να υφίσταται πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας (βλ., ιδίως, απόφαση Byankov, C‑249/11, EU:C:2012:608, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (σκέψη 79, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω). Κατ’ αναλογία, ως προς την έννοια του κινδύνου για την εθνική ασφάλεια του κράτους ασύλου, θα πρέπει να δοθεί αντίστοιχο περιεχόμενο, ήτοι ότι το εν λόγω πρόσωπο, αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. (Βλ. επίσης κατ’ αναλογία εφαρμογή, Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Υπόθεση C-601/15 PPU, J. N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2016:84, σκέψη 67 και Απόφαση του Δικαστηρίου  της 2ας Ιουλίου 2020, Υπόθεση C-18/19,  WM κατά Stadt Frankfurt am Main, ECLI:EU:C:2020:130).

 

27.          Το προδικαστικό ερώτημα στην υπό αναφορά απόφαση του ΔΕΕ αφορούσε συγκεκριμένα στη συμμετοχή προσώπου σε τρομοκρατική ομάδα και κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις η συμμετοχή σε αυτήν δικαιολογεί την εφαρμογή της άρσης της προστασίας του πρόσφυγα και τη δυνατότητα απέλασής του για λόγους εθνικής ασφάλειας και δημοσίας τάξεως. Έτσι ενώ καταλήγει ότι οι έννοιες «εθνική ασφάλεια» και «δημόσια τάξη» καλύπτουν και τις περιπτώσεις στις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας είτε ανήκει σε οργάνωση που υποστηρίζει τη διεθνή τρομοκρατία είτε παρέχει στήριξη σε οργάνωση αυτού του είδους (σκέψη 80, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω), η εξέταση των προϋποθέσεων επίκλησης της νομικής αυτής βάσης δεν εξαντλείται σε αυτή και μόνο τη διαπίστωση. Η υποστήριξη της τρομοκρατικής οργάνωσης δεν επιφέρει, όπως καταλήγει το ΔΕΕ, αυτοδικαίως στην ανάκληση της άδειας παραμονής του. Σύμφωνα με το ΔΕΕ το εθνικό δικαστήριο, και κατ’ επέκταση η αποφαινόμενη αρχή, οφείλει να εξετάσει ποιον ρόλο διαδραμάτισε στην πράξη το υπό εξέταση πρόσωπο στην οργάνωση αυτή, διερευνώντας ιδίως αν ο ίδιος τέλεσε τρομοκρατικές πράξεις, αν και σε ποιον βαθμό ενεπλάκη στον σχεδιασμό, στη λήψη αποφάσεων ή στην καθοδήγηση άλλων προσώπων ενόψει της τέλεσης παρόμοιων πράξεων και, τέλος, αν και σε ποιον βαθμό χρηματοδότησε τέτοιες πράξεις ή εξασφάλισε σε τρίτους τα μέσα για την τέλεσή τους (βλ. σκέψεις 81 έως 90, C‑373/13, Η.Τ. ανωτέρω και την εκεί μνημονευόμενη νομολογία και ιδίως την κατ’ αναλογία εφαρμογή της  απόφασης του ΔΕΕ B και D, C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 80 έως 91).

 

28.          Από την ανωτέρω νομολογία του ΔΕΕ υπογραμμίζεται η υποχρέωση εξατομικευμένης εξέτασης και της ανάγκης αξιολόγησης της ατομικής συμπεριφοράς του ενδιαφερόμενου προσώπου.  Η ανάγκη για εξατομικευμένη εξέτασης της εκτίμησης του κινδύνου για τη δημόσια τάξη και του περιεχομένου αυτής (και κατ’ επέκταση και για του κινδύνου για την εθνική ασφάλεια) ανέλυσε το ΔΕΕ  και στην απόφασή της 11ης Ιουνίου 2015 στην υπόθεση C‑554/13, Z. Zh. κατά Staatssecretaris voor Veiligheid en Justitie και Staatssecretaris voor Veiligheid en Justitie κατά Ι. O., ημερ., ECLI:EU:C:2015:377 όπου επεσήμανε ότι η εκτίμηση από ένα κράτος του κινδύνου για τη δημόσια τάξη πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα, στη βάση της προσωπικής συμπεριφοράς του ατόμου. Η γενική πρακτική δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ένας τέτοιος κίνδυνος. Σημείωσε εξάλλου ότι εάν ένα άτομο είναι ύποπτος ή έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, δεν αρκεί αυτό από μόνο του για να εκτιμηθεί ένα άτομο ως κίνδυνος για την δημόσια τάξη (βλ. σκέψη 50, C‑554/13). Διευκρινίστηκε επίσης ότι η απλή υπόνοια τέλεσης ποινικού αδικήματος δεν αρκεί για να κρίνει ένα κράτος κάποιον ως κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, καθότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία για να θεμελιωθεί ένας τέτοιος κίνδυνος.

 

29.          Αναφορικά με το ίδιο ζήτημα της υποχρέωσης εξατομικευμένης εξέτασης στην απόφαση του ΔΕΕ της 29ης Απριλίου 2004, υποθέσεις C-482/01 και C- 493/01, Ορφανόπουλος κ.α κατά Oliveri κ.α, κρίθηκε ότι απαγορεύεται η απέλαση η οποία στηρίχθηκε σε λόγους γενικής προλήψεως με σκοπό την αποτροπή άλλων αλλοδαπών, χωρίς να ληφθεί υπόψη η ατομική συμπεριφορά του ατόμου.

 

30.          Ως προς την ίδια έννοια, στο εγχειρίδιο του EASO, Ending International Protection: Articles 11, 14, 16 and 19 Qualification Directive (2011/95/EU), έκδοσης 12/2016 αναλύεται το περιεχόμενο του όρου «κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους», σε περιπτώσεις ανάκλησης προσφυγικού καθεστώτος, ο οποίος  ως αναφέρεται, αντιστοιχεί στο άρθρο 33(2) της Σύμβασης της Γενεύης και στο άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου:

 

‘danger to the community’ exception: Article 14(4)(b) for the ‘danger to the community’ exception to apply, not only must the refugee in question have been convicted of a particularly serious crime, but it must also be established that there is a connection between the crime for which the person was convicted and the danger the person constitutes: the person must constitute a danger because of the particular crime he or she committed. It is not sufficient that e.g. due to his/her general behavior, which has not led to the conviction for a particular serious crime or due to several convictions for minor crimes, a danger to the community persists . In making this determination, it will be necessary to consider the nature and circumstances of the particular crime and other relevant factors (e.g. evidence or likelihood of recidivism) […]Although some crimes typically constitute particularly serious crimes (e.g. rape, drug trafficking, aggravated robbery, attempted murder, kidnapping and aggravated personal injury), it is necessary to assess whether, in the individual case, the criminal act can be considered as objectively and subjectively particularly serious.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εξαίρεση «κινδύνου για την κοινωνία»:

Για να εφαρμοστεί το άρθρο 14(4)(β) ως προς την εξαίρεση του «κινδύνου για την κοινωνία», δεν αρκεί μόνο ο πρόσφυγας να έχει καταδικαστεί για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα, αλλά πρέπει επίσης να διαπιστωθεί ότι υφίσταται σύνδεση μεταξύ του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και του κινδύνου που το πρόσωπο συνιστά: το πρόσωπο πρέπει να συνιστά κίνδυνο λόγω του συγκεκριμένου εγκλήματος που διέπραξε.

Δεν είναι επαρκές ότι, για παράδειγμα, λόγω της γενικής του/της συμπεριφοράς, η οποία δεν οδήγησε σε καταδίκη για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα, ή λόγω πολλαπλών καταδικών για ελαφρότερα αδικήματα, εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος για την κοινότητα.

Κατά τη διενέργεια της εν λόγω εκτίμησης, θα είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη η φύση και οι περιστάσεις του συγκεκριμένου εγκλήματος, καθώς και άλλοι συναφείς παράγοντες (π.χ. αποδείξεις ή πιθανότητα υποτροπής) […].

Παρότι ορισμένα εγκλήματα συνιστούν κατά κανόνα ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα (π.χ. βιασμός, διακίνηση ναρκωτικών, ληστεία με επιβαρυντικές περιστάσεις, απόπειρα ανθρωποκτονίας, απαγωγή και βαριά σωματική βλάβη), είναι αναγκαίο να αξιολογείται κατά πόσον, στην εκάστοτε ατομική περίπτωση, η εγκληματική πράξη μπορεί να θεωρηθεί, αντικειμενικά και υποκειμενικά, ως ιδιαιτέρως σοβαρή..».

 

31.          Η πιο πάνω νομολογιακή θέση θα πρέπει να διαβάζεται και υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΕ η οποία αναγνωρίζει αφενός την ευθύνη που υπέχουν τα κράτη μέλη για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας αφετέρου ωστόσο, επισημαίνεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν κατ΄ επίκληση αυτής της εξουσίας του να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή των ενωσιακών διατάξεων και του πλαισίου που αυτό θεσπίζει ως προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, για την ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση από την αποφαινόμενη αρχή του κινδύνου για την εθνική ασφάλεια ή/και τη δημόσια δεν μπορεί να γίνει in abstracto αλλά αποτελεί μια εκτίμηση, η οποία πρέπει να πληροί το ουσιαστικό και διαδικαστικό πλαίσιο που θεσπίζει το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας του ΔΕΕ.

 

32.           Ειδικότερα, ως προς τη διαδικαστική πτυχή της αξιολόγησης την οποία καλείται η αρμόδια αρχή να προβεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, C‑159/21, GM, ECLI:EU:C:2022:708, σκέψεις 72 έως 86, η οποία αφορούσε σε περίπτωση ανάκλησης καθεστώτος. Επισημαίνονται τα εξής κρίσιμα.

 

33.          Η εφαρμογή των διατάξεων αποκλεισμού[3] προϋποθέτει ότι η αρμόδια αρχή προβαίνει, σε κάθε περίπτωση ατομικώς, σε εκτίμηση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών των οποίων έχει λάβει γνώση, προκειμένου να κρίνει αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι η κατάσταση του ενδιαφερομένου, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά τα κριτήρια υπαγωγής στο καθεστώς διεθνούς προστασίας ή διατήρησης του καθεστώτος αυτού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μίας εκ των διατάξεων αυτών (πρβλ. αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2017, Lounani, C‑573/14, EU:C:2017:71, σκέψη 72, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Ahmed, C‑369/17, EU:C:2018:713, σκέψη 55). Η εκτίμηση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, η οποία πρέπει να διεξάγεται συμφώνως προς τις οδηγίες 2011/95/ΕΚ και 2013/32 και η οποία, δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικώς στην εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας του ενδιαφερομένου.

 

34.          Συνακόλουθα κρίθηκε ότι, στην αποφαινόμενη αρχή και μόνον απόκειται να προβεί, υπό τον έλεγχο των δικαστηρίων, στην αξιολόγηση του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, περιλαμβανομένων και εκείνων που αναφέρονται στην εφαρμογή των άρθρων 14 και 17 της οδηγίας 2011/95, αξιολόγηση κατόπιν της οποίας θα αποφανθεί επ’ αυτών (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, F, C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψεις 40 και 41).

 

35.          Δεύτερον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, όταν απορρίπτεται αίτηση σχετιζόμενη με το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας, στην απόφαση της αποφαινόμενης αρχής πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι.

 

36.           Ομοίως, με τα όσα ισχύουν σε περίπτωση έκδοσης απορριπτικής απόφασης επί αιτήσεως ασύλου αντίστοιχα στην απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει τη διεθνή προστασία αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή.  Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, οι λόγοι που οδήγησαν την αρμόδια αρχή να λάβει την απόφασή της πρέπει να εκτίθενται στην εν λόγω απόφαση. Κατ΄ αναλογία, τα αυτά ισχύουν και στην περίπτωση έκδοσης απόφασης απέλασης  δυνάμει του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου, ιδίως σε περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, κατά τις οποίες δεν προηγήθηκε πράξη ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

37.          Περαιτέρω, το ΔΕΕ επισημαίνει ότι δεδομένου του ρόλου και των υποχρεώσεων που υπέχει η αποφαινόμενη αρχή όσο και την υποχρέωση αιτιολογήσεως που αυτή υπέχει, προκύπτει ότι η εν λόγω αρχή δεν μπορεί εγκύρως να περιοριστεί στην εφαρμογή αποφάσεως εκδοθείσας από άλλη αρχή, η οποία τη δεσμεύει βάσει της εθνικής νομοθεσίας, και να λάβει, επί της βάσεως αυτής και μόνον, την απόφαση περί αποκλεισμού από την επικουρική προστασία ή περί ανακλήσεως προηγουμένως χορηγηθείσας διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, η αποφαινόμενη αρχή πρέπει να έχει στη διάθεσή της το σύνολο των σχετικών πληροφοριών και να προβαίνει, βάσει των πληροφοριών αυτών, στη δική της αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων, προκειμένου να προσδιορίσει το περιεχόμενο της αποφάσεώς της και να την αιτιολογήσει πλήρως.

 

38.          Εξάλλου, από το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ προκύπτει ότι η αρχή αυτή πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει αν λόγοι σχετικοί με την εθνική ασφάλεια του οικείου κράτους μέλους πρέπει ή όχι να οδηγήσουν στην ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπερ αποκλείει το ενδεχόμενο η διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου για την εθνική ασφάλεια να συνεπάγεται αυτομάτως την ανάκληση αυτή.

 

39.          Βεβαίως, όπως σημειώνεται το ΔΕΕ οι ανωτέρω διαπιστώσεις ουδόλως αποκλείουν το ενδεχόμενο ένα μέρος των πληροφοριών που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή για τη διενέργεια της εκτιμήσεώς της να έχει τεθεί στη διάθεσή της από ειδικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της αποφαινόμενης αρχής. Περαιτέρω, ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές μπορούν, ενδεχομένως, να υπαχθούν σε καθεστώς εμπιστευτικότητας εντός του πλαισίου που καθορίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32.

 

40.          Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων που έχουν ειδικώς ανατεθεί στην αποφαινόμενη αρχή, το περιεχόμενο των πληροφοριών αυτών και η λυσιτέλειά τους για την επίδικη απόφαση πρέπει να εκτιμώνται ελευθέρως από την αρχή αυτή, η οποία δεν δύναται, επομένως, να υποχρεωθεί να στηριχθεί σε μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση εκδοθείσα από ειδικά όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, βάσει εκτιμήσεως της οποίας η πραγματική βάση δεν της έχει γνωστοποιηθεί.

 

41.          Επιπλέον το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι καίτοι  δυνάμει των άρθρων 72 και 73 ΣΛΕΕ η τήρηση της δημόσιας τάξης και η διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στηριζόμενα απλώς και μόνο στην επίκληση των ευθυνών που υπέχουν για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας (πρβλ. απόφαση της 2ας Ιουλίου 2020, Stadt Frankfurt am Main, C‑18/19, EU:C:2020:511, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 

42.          Το ΔΕΕ απαντώντας στο εγειρόμενο προδικαστικό ερώτημα κατέληξε ότι δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις της ανάκλησης καθεστώς διεθνούς προστασίας εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η αποφαινόμενη αρχή υποχρεούται συστηματικώς, στην περίπτωση που όργανα επιφορτισμένα με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια έχουν διαπιστώσει, με μη αιτιολογημένη γνωμοδότηση, ότι ένα πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, να αποκλείει το εν λόγω πρόσωπο από την επικουρική προστασία ή να ανακαλεί τη διεθνή προστασία που του είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο, στηριζόμενη στην ως άνω γνωμοδότηση.

 

43.          Η ανωτέρω νομολογία, η οποία ισχύει mutatis mutandis και στην περίπτωση απόφασης απέλασης, υπογραμμίζει τον αυτόνομο ρόλο που υπέχει η αποφαινόμενη αρχή κατά την εξέταση αίτησης ασύλου, ανάκληση καθεστώτος και απέλασης δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ο ρόλος αυτός υποχρεώνει την αποφαινόμενη αρχή, εν προκειμένω τους Καθ’ ων η αίτηση, να προβαίνει η ίδια αυτοτελώς σε αξιολόγηση της συνδρομής των προϋποθέσεών που θέτει ο νόμος για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και δη σε αξιολόγηση της επικινδυνότητας του Αιτητή, διαθέτοντας ενώπιον της όλα τα αναγκαία για την κρίση της στοιχεία, χωρίς να υπέχει υποχρέωση να στηριχτεί σε μια τυχόν αναιτιολόγητη απόφαση άλλου ειδικού οργάνου επιφορτισμένου με καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια.

 

Αρχή της αναλογικότητας

 

44.          Εφόσον διαπιστωθεί η επικινδυνότητα του προσώπου για τη δημόσια τάξη του κράτους, η αρμόδια αρχή, στο μέτρο που η απέλαση του εν λόγω προσώπου αποτελεί ευχέρεια και όχι υποχρέωση, καλείται να σταθμίσει τον κίνδυνο που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται και, αφετέρου, των δικαιωμάτων που πρέπει να διασφαλίζονται υπέρ των προσώπων που πληρούν καταρχήν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

45.          Συναφής είναι η απόφαση του ΔΔΕ C-8/22, σκέψεις 66 έως 71, ανωτέρω στο  πλαίσιο της οποίας καθορίστηκαν τα ακόλουθα:

 

«66      […], πρέπει να επισημανθεί ότι το οικείο κράτος μέλος, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95, έχει την ευχέρεια να λάβει το προβλεπόμενο στη διάταξη αυτή μέτρο, χωρίς ωστόσο να υποχρεούται να ασκήσει την εν λόγω ευχέρεια (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2015, T., C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 72, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság κ.λπ., C‑159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 81).

 

67      Η ως άνω ευχέρεια πρέπει να ασκείται τηρουμένης, μεταξύ άλλων, της αρχής της αναλογικότητας, η οποία απαιτεί να γίνεται στάθμιση μεταξύ, αφενός, του κινδύνου που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται και, αφετέρου, των δικαιωμάτων που πρέπει να διασφαλίζονται, σύμφωνα με την οδηγία αυτή, υπέρ των προσώπων που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας [πρβλ. αποφάσεις της 2ας Μαΐου 2018, K. και H. F. (Δικαίωμα διαμονής και ισχυρισμοί περί εγκλημάτων πολέμου), C‑331/16 και C‑366/16, EU:C:2018:296, σκέψη 62, της 12ης Δεκεμβρίου 2019, G.S. και V.G. (Απειλή για τη δημόσια τάξη), C‑381/18 και C‑382/18, EU:C:2019:1072, σκέψη 64, καθώς και της 9ης Φεβρουαρίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κ.λπ. (Ανάκληση του δικαιώματος διαμονής Τούρκου εργαζομένου), C‑402/21, EU:C:2023:77, σκέψη 72].

 

68      Στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, η αρμόδια αρχή πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, να εξακριβώσει τη δυνατότητα λήψης άλλων μέτρων τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους πρόσφυγες, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα, και τα οποία θα είναι εξίσου αποτελεσματικά για τη διασφάλιση της προστασίας της κοινωνίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας [πρβλ. απόφαση της 2ας Μαΐου 2018, K. και H. F. (Δικαίωμα διαμονής και ισχυρισμοί περί εγκλημάτων πολέμου), C‑331/16 και C‑366/16, EU:C:2018:296, σκέψεις 63 και 64].

 

69      Για τους σκοπούς της εκτίμησης αυτής, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, σε περίπτωση ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα, οι ενδιαφερόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών στερούνται το εν λόγω καθεστώς και, επομένως, παύουν να διαθέτουν πρόσβαση στο σύνολο των δικαιωμάτων και των πλεονεκτημάτων που προβλέπει η οδηγία 2011/95, αλλά εξακολουθούν να απολαύουν, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 6, της οδηγίας, ορισμένων δικαιωμάτων που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης [πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 99].

 

70      Ως εκ τούτου, το άρθρο 14, παράγραφος 6, της οδηγίας 2011/95 πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και με το άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος το οποίο κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας οφείλει να παρέχει σε όποιον πρόσφυγα εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις της τελευταίας αυτής διάταξης και βρίσκεται εντός του εδάφους του συγκεκριμένου κράτους, τουλάχιστον, τα κατοχυρωμένα με τη Σύμβαση της Γενεύης δικαιώματα στα οποία ρητώς αναφέρεται το άρθρο 14, παράγραφος 6, καθώς και όσα δικαιώματα προβλέπονται από την εν λόγω Σύμβαση χωρίς προϋπόθεση νόμιμης διαμονής, λαμβανομένων υπόψη τυχόν επιφυλάξεων που έχει διατυπώσει το κράτος μέλος αυτό [πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 107].

 

71      Κατά συνέπεια, στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, η αρμόδια αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κίνδυνος που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται είναι πραγματικός, ενεστώς και αρκούντως σοβαρός και ότι η ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα συνιστά μέτρο ανάλογο προς τον κίνδυνο αυτόν.».

 

66.          Αντίστοιχη ανάλυση της υποχρέωσης της αρμόδιας αρχής προς διασφάλιση της αρχής της αναλογικότητας αναπτύσσεται και στις σκέψεις 33 έως 43 απόφασης του ΔΕΕ, C-663/21, ανωτέρω.

 

Αρχή της μη επαναπροώθησης

 

67.          Επόμενο σταθμό της νομολογιακής ανάλυσης των προϋποθέσεων έκδοσης διατάγματος απέλασης δυνάμει του άρθρου 29 αποτελεί η αρχή της μη επαναπροώθησης όπως ανατυπώνεται στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου. Η αρχή της μη επαναπροώθησης αναφέρεται στην υποχρέωση των κρατών μελών και κατ’ επέκταση της Δημοκρατίας να μην απελαύνουν ή  επαναπροωθούν με οποιονδήποτε τρόπο άτομα σε περιοχές εκτός της επικράτειάς τους ή  σε οποιονδήποτε τόπο, όπου τα άτομα αυτά ενδέχεται να αντιμετωπίσουν διώξεις, τη θανατική ποινή, βασανιστήρια ή  άλλη απάνθρωπη ή  εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια, απαγορεύεται η έκδοση διατάγματος απέλασης πρόσφυγα ή προσώπου με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε χώρα, στην οποία η ζωή ή η ελευθερία του θα βρισκόταν σε κίνδυνο ή θα κινδύνευε να υποστεί βασανιστήρια ή εξευτελιστική ή απάνθρωπη μεταχείριση ή τιμωρία ή καταδίωξη λόγω φύλου, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας του ως μέλος σε συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο, πολιτικών του αντιλήψεων, ένοπλης σύρραξης ή περιβαλλοντικής καταστροφής.

 

68.          Από τη πλευρά του ενωσιακού και του διεθνούς δικαίου πρέπει να επισημανθεί ότι η αρχή της μη επαναπροωθήσεως κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 18 και του άρθρου 19, παράγραφος 2, του Χάρτη (απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, H. T., C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 65), διακηρύσσεται δε εκ νέου, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 3 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς και στην αιτιολογική σκέψη 8 και το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115/EK. Το άρθρο 18 του Χάρτη προβλέπει άλλωστε, όπως και το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, την τήρηση των κανόνων της Συμβάσεως της Γενεύης (βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 75).

 

69.          Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οσάκις κράτος αποφασίζει να επαναπροωθήσει αιτούντα διεθνή προστασία σε χώρα ως προς την οποία υπάρχουν αποχρώντες λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί σε σοβαρό κίνδυνο υποβολής σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 18 του Χάρτη, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 33 της Συμβάσεως της Γενεύης, ή προς το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη, επιτάσσει να διαθέτει ο αιτών προσφυγή με αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εκτέλεση του μέτρου απομακρύνσεώς του (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida, C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψη 52, και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall, C‑239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 54).

 

70.          Ως προς την ερμηνεία της αντίστοιχης ενωσιακής διάταξης του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου αναφορικά με αυτή την παράμετρο, ήτοι του άρθρο της 21 της οδηγίας 2011/95, το ΔΕΕ ξεκαθαρίζει ότι ενώ το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Γενεύης στερεί, στις περιπτώσεις αυτές, από τον πρόσφυγα την προστασία που παρέχει η αρχή της μη επαναπροώθησης σε χώρα όπου απειλείται η ζωή ή ελευθερία του, το άρθρο 21, παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 πρέπει, εντούτοις όπως επιβεβαιώνει και η αιτιολογική της σκέψη 16, να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να συνάδει με τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (στο εξής: o Χάρτης), ιδίως δε με το άρθρο 4 και με το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, τα οποία απαγορεύουν απολύτως τα βασανιστήρια και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή και μεταχείριση, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου, καθώς και την απομάκρυνση προς κράτος όπου υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να υποστεί ο ενδιαφερόμενος τέτοια μεταχείριση. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να απομακρύνουν, να απελαύνουν ή να εκδίδουν αλλοδαπό σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι θα διατρέξει στη χώρα προορισμού πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 4 (απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης) και το άρθρο 19, παράγραφος 2 (Προστασία σε περίπτωση απομάκρυνσης, απέλασης και έκδοσης), του Χάρτη Βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 94] (βλ. C-663/21, σκέψη 36). Η αντίστοιχη δε ημεδαπή διάταξη, άρθρο 29, ερμηνεύεται και υπό το φως των άρθρων 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 3 (απαγόρευση των βασανιστηρίων) της ΕΣΔΑ.

 

71.          Κατά συνέπεια, εφόσον η επαναπροώθηση πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας ο οποίος εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου θα μπορούσε να τον εκθέσει σε κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών του δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, το κράτος μέλος υποδοχής, εν προκειμένω η Δημοκρατία, δεν επιτρέπεται να παρεκκλίνει από την αρχή της μη επαναπροώθησης, κατ’ επίκληση του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Γενεύης [πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 95]. (βλ C-663/21, σκέψη 37). Η χώρα στην οποία ο Αιτητής θα προωθηθεί θα πρέπει να είναι κάποια χώρα στην οποία δεν ενδέχεται να υπάρξει παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσης του Αιτητή, ακόμα και εάν υφίσταται εύλογος λόγος για να θεωρεί ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Τούτο διότι το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου ερμηνεύεται υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων του Χάρτη και της ΕΣΔΑ. (Βλ σχετικά και Judicial analysis Asylum procedures and the principle of non-refoulement, παρ. 1.5., έκδοση 2018 και Απόφαση του ΔΕΕ της 5ης Απριλίου 2016, of 5 April 2016, Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-404/15 and C-695/15 PPU, Pál Aranyosi and Robert Căldăraru, EU:C:2016:198, σκέψεις 85-87)[4] Επιπλέον, η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν περιορίζει την εφαρμογή της στο δίκαιο διεθνούς προστασίας αλλά εδράζεται και σε πτυχές του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξ ου και ένα πρόσωπο, το οποίο δεν είναι δικαιούχος διεθνούς προστασίας καλύπτεται από το προστατευτικό περιεχόμενο της εν λόγω αρχής. [5]

 

72.          Υπό τις συνθήκες αυτές, στον βαθμό που το άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας 2011/95 προβλέπει ότι, στις εκεί αναφερόμενες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ανακαλούν το καθεστώς πρόσφυγα κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, ενώ το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Γενεύης επιτρέπει στις ίδιες περιπτώσεις την επαναπροώθηση πρόσφυγα προς χώρα όπου ενδέχεται να απειλείται η ζωή ή η ελευθερία του, το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει, υπέρ των προσφύγων οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, διεθνή προστασία ευρύτερη από εκείνη που διασφαλίζει η ως άνω Σύμβαση [πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 96].  Επομένως, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, η αρμόδια αρχή μπορεί να έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95, το καθεστώς πρόσφυγα που χορηγήθηκε σε υπήκοο τρίτης χώρας, χωρίς ωστόσο κατ’ ανάγκην να δύναται να τον απομακρύνει προς τη χώρα καταγωγής του (βλ. C-663/21, σκέψεις 38 και 39).

 

73.          Από διαδικαστική άποψη, μια τέτοια απομάκρυνση προϋποθέτει, επιπλέον όπως υπογραμμίζει το ΔΕΕ, την έκδοση απόφασης επιστροφής, σύμφωνα με τις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η οδηγία 2008/115/EK, (ήτοι, ως προς την ημεδαπή νομοθεσία του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου) η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 5 ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, να τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης (βλ. C-663/21, σκέψη 40).

 

74.          Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που εγείρεται στην εν λόγω απόφαση C-663/21, το οποίο αφορούσε στα συμφέροντα που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχομένου ανάκλησης καθεστώς διεθνούς προστασίας, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 (ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα) έχει την έννοια ότι, για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, η αρμόδια αρχή πρέπει να αποδείξει ότι η ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα αποτελεί μέτρο ανάλογο προς τον κίνδυνο που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος. Προς τούτο, η αρμόδια αρχή οφείλει να σταθμίσει τον κίνδυνο αυτόν με τα δικαιώματα που πρέπει να διασφαλίζονται, σύμφωνα με την ως άνω οδηγία, υπέρ των προσώπων που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας, χωρίς ωστόσο να υποχρεούται, επιπλέον, να εξακριβώσει ότι το δημόσιο συμφέρον που συνδέεται με την επιστροφή του υπηκόου τρίτης χώρας στη χώρα καταγωγής του υπερτερεί του συμφέροντός του για διατήρηση της διεθνούς προστασίας, λαμβανομένων υπόψη της έκτασης και της φύσης των μέτρων στα οποία αυτός ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του (βλ. C-663/21, σκέψη 41 και C-8/22, σκέψη 43)

 

75.          Στο πλαίσιο της απάντησης του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-663/21, το ΔΕΕ επίσης διευκρινίζει ότι εφόσον προηγηθεί απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα προκειμένου να απομακρυνθεί από το κράτος μέλος στο οποίο αυτός βρίσκεται ως παρανόμως διαμένων πλέον (εκτός εάν βρίσκεται στο κράτος με άδεια παραμονής δυνάμει άλλης ρύθμισης), θα πρέπει προκειμένου να προβεί το κράτος μέλος στην απομάκρυνσή του να εκδώσει απόφαση επιστροφής, η οποία να ικανοποιεί όλες τις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις της οδηγίας 2008/115 (ήτοι, των αντίστοιχων διατάξεων περί απομάκρυνσης του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου). Αυτό συνεπάγεται ότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής θα πρέπει να τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης ως θεμελιώδες δικαίωμα του άρθρου 18 του Χάρτη. Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων και ότι όταν η αρχή του κράτους μέλους, αφού ακούσει τον ενδιαφερόμενο, εκδώσει σε βάρος του απόφαση επιστροφής. Οι ανωτέρω, ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις θα πρέπει να ισχύουν σε κάθε περίπτωση απομάκρυνσης, καθώς το γεγονός ότι δεν προηγείται, όπως εν προκειμένω ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, δεν μπορεί να δώσει έρεισμα για παράκαμψη των ανωτέρω κρίσιμων εγγυήσεων.

 

76.          Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου σε συνάρτηση με την ερμηνεία του άρθρου 33 της Συνθήκης καθιστά σαφές ότι η επαναπροώθηση απαγορεύεται στα σύνορα οποιασδήποτε επικράτειας στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα κινδυνεύσει – ανεξάρτητα από το εάν τα εδάφη αυτά είναι η χώρα καταγωγής του ενδιαφερόμενου. Η ίδια απαγόρευση αποκλείει επίσης την απομάκρυνση ενός πρόσφυγα (εν  προκειμένω δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας) ή αιτούντος άσυλο σε ένα τρίτο κράτος σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος να σταλεί από εκεί σε έδαφος όπου θα κινδύνευε. Ωστόσο, το άρθρο 33 παράγραφος 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκλείει την απομάκρυνση σε μια «ασφαλή» τρίτη χώρα, δηλαδή σε μια τρίτη χώρα στην οποία δεν υπάρχει κίνδυνος αυτού του είδους που μόλις περιγράφηκε. Η απαγόρευση επαναπροώθησης ισχύει μόνο για εδάφη όπου ο πρόσφυγας ή ο αιτών άσυλο θα κινδύνευε, όχι γενικότερα. Ωστόσο, απαιτεί από ένα κράτος που προτείνει την απομάκρυνση ενός πρόσφυγα ή αιτούντος άσυλο να προβεί σε κατάλληλη αξιολόγηση ως προς το εάν η εν λόγω τρίτη χώρα είναι όντως ασφαλής. Η ορθότητα αυτής της ερμηνείας του άρθρου 33, παράγραφος 1, υποστηρίζεται από διάφορες πηγές. Πρώτον, στο πλαίσιο του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι σαφές ότι η μη επαναπροώθηση αποκλείει «την έμμεση απομάκρυνση . . . σε μια ενδιάμεση χώρα» σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος μεταγενέστερης επαναπροώθησης του ατόμου σε έδαφος όπου θα κινδύνευε. Το κράτος που εξετάζει την απέλαση, εν προκειμένω, οι Καθ’ ων η αίτηση, έχει ευθύνη να διασφαλίσει ότι το εν λόγω άτομο δεν εκτίθεται σε τέτοιο κίνδυνο. Περαιτέρω, το κράτος που προτείνει την απομάκρυνση ενός πρόσφυγα ή αιτούντος άσυλο πρέπει να εξετάσει εάν υπάρχει πιθανότητα έμμεσης – μεταγενέστερης επαναπροώθησής του. [6]

 

 

Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης

 

77.          Τέλος, δεδομένη είναι και η υποχρέωση της αρμόδιας αρχής προς διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του Αιτητή. Το εδάφιο (2) του άρθρου 29 προβλέπει ότι προτού η  Διευθύντρια προβεί στην έκδοση διατάγματος απέλασης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου (1), η Διευθύντρια παρέχει στο επηρεαζόμενο πρόσωπο την ευκαιρία να προβεί σε γραπτές ή προφορικές παραστάσεις, και ενημερώνει τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, θεσπίζοντας κρίσιμη διαδικαστική προϋπόθεση προ της εκδόσεως διατάγματος απέλασης.

 

78.          Επισημαίνεται περαιτέρω ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης προ της εκδόσεως βλαπτικής για το διοικούμενο απόφασης, όπως εν προκειμένω η απόφαση απέλασης δυνάμει του άρθρου 29, απορρέει σε κάθε περίπτωση και από το ενωσιακό δίκαιο και δη το πρωτογενές ενωσιακό δικαίου. Καίτοι το εν λόγω δικαίωμα ακρόασης κατοχυρώνεται και στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου (Ν. 158(Ι)/1999), σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου όπως θεσπίζονται στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου υποχωρούν όταν υπάρχουν ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις (Βλ. Α.Ε. Αρ. 2422, Κυπριακά Διϋλιστήρια Πετρελαίου Λτδ. ν. Δήμου Λάρνακας (2000) 3 Α.Α.Δ. 345 και Α.Ε. Αρ.: 2824, Ακίνητα Λούλλας Ιωνίδου Λτδ. ν. Εφόρου Φόρου Εισοδήματος (2001) 3 Α.Α.Δ. 1011, και η εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η εξέταση αιτήσεων ασύλου και εν προκειμένω η απόφασης απέλασης δικαιούχου διεθνούς προστασίας ακολουθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία θεσπίζεται με τον περί Προσφυγών Νόμο, συνεπώς υποχωρεί η οικεία διάταξη του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου. Ως εκ τούτου, οι ενωσιακοδικαιικές καταβολές του άρθρου 29, επιβάλουν κατ’ επέκταση την ερμηνεία του δικαιώματος ακρόασης που θεσπίζονται με την εν λόγω διάταξη υπό το φως του ενωσιακού δικαίου. 

 

79.          Ειδικότερα, σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης το δικαίωμα ακρόασης και το περιεχόμενό του εξετάστηκαν και αναλύθηκαν στην απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, στην  υπόθεση C‑277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, ECLI:EU:C:2012:744 όπου διατυπώθηκαν τα εξής σημαντικά:

«82      Εν προκειμένω, όσον αφορά ειδικότερα το δικαίωμα ακροάσεως σε κάθε διαδικασία, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω θεμελιώδους αρχής (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 7, και της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87, Orkem κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3283, σκέψη 32), το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται σήμερα όχι μόνον με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, τα οποία εγγυώνται τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη στο πλαίσιο κάθε δικαστικής διαδικασίας, αλλά και με το άρθρο 41 του Χάρτη, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως.

 

83   Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 41 προβλέπει ότι το εν λόγω δικαίωμα χρηστής διοικήσεως περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του, το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου, καθώς και την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.

 

84      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της, είναι γενικής εφαρμογής.

 

85     Το Δικαστήριο έχει, επίσης, τονίσει τη σημασία του δικαιώματος ακροάσεως και το ευρύτατο περιεχόμενό του στην έννομη τάξη της Ένωσης, κρίνοντας ότι το δικαίωμα αυτό εφαρμόζεται σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1974, 17/74, Transocean Marine Paint κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 441, σκέψη 15, Krombach, προπαρατεθείσα, σκέψη 42, και, Sopropé, προπαρατεθείσα, σκέψη 36).

 

86     Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σεβασμός του εν λόγω δικαιώματος επιβάλλεται ακόμη και όταν η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν προβλέπει ρητώς την τήρηση μιας τέτοιας διατυπώσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sopropé, σκέψη 38).

 

87    Το δικαίωμα ακροάσεως διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2005, C‑287/02, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5093, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, Sopropé, προπαρατεθείσα, σκέψη 37, της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑141/08 P, Foshan Shunde Yongjian Housewares & Hardware κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σ. I‑9147, σκέψη 83, και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C‑27/09 P, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran Συλλογή 2011, σ. I‑13427, σκέψεις 64 και 65).

 

88      Το εν λόγω δικαίωμα συνεπάγεται, επίσης, την υποχρέωση της διοικήσεως να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα συναφή στοιχεία της οικείας υποθέσεως και αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή της (βλ. αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München, Συλλογή 1991, σ. I‑5469, σκέψη 14, και Sopropé, προπαρατεθείσα, σκέψη 50), η δε υποχρέωση αρκούντως εξειδικευμένης και συγκεκριμένης αιτιολογήσεως της αποφάσεως ώστε να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους απορρίψεως της αιτήσεώς του αποτελεί, συνεπώς, αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.

 

89    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το ούτως εννοούμενο δικαίωμα ακροάσεως του αιτούντος άσυλο πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξετάσεως, εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής, των αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας, βάσει των κανόνων που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού καθεστώτος ασύλου.».

 

80.          Σχετική εξάλλου με το δικαίωμα ακρόασης σε διαδικασίες διεθνούς προστασίας και ιδιαιτέρως αναφορικά με τις προϋποθέσεις λυσιτελούς άσκησής του είναι και η απόφαση του ΔΕΕ,  στην υπόθεση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, C-159/21, GM κατά Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, Alkotmányvédelmi Hivatal, Terrorelhárítási Központ, ECLI:EU:C:2022:708, στην οποία κρίθηκαν τα ακόλουθα:

 

«45      Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τη διοικητική διαδικασία, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας προϋποθέτει ότι ο αποδέκτης αποφάσεως που θίγει αισθητά τα συμφέροντά του πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την απόφασή της, υποχρέωση που βαρύνει τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary, C‑189/18, EU:C:2019:861, σκέψη 39, και της 3ης Ιουνίου 2021, Jumbocarry Trading, C‑39/20, EU:C:2021:435, σκέψη 31).

 

46      Η απαίτηση αυτή αποσκοπεί, ιδίως, στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με τη διεθνή προστασία, να καταστήσει δυνατό στη διοικητική αρχή να προβεί με πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως στην εξατομικευμένη εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων, γεγονός που επιβάλλει την παροχή προς τον αποδέκτη της αποφάσεως της δυνατότητας να διορθώσει ένα λάθος ή να προβάλει στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση που συνηγορούν υπέρ του να ληφθεί ή να μη ληφθεί η απόφαση ή να έχει αυτή συγκεκριμένο περιεχόμενο (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 2017, M, C560/14, EU:C:2017:101, σκέψεις 32 και 37, και της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 35).

 

47         Καθόσον εν λόγω απαίτηση προϋποθέτει κατ' ανάγκην την παροχή στον αποδέκτη της αποφάσεως, ενδεχομένως διά του νομικού συμβούλου του, συγκεκριμένης δυνατότητας να γνωρίζει τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται το δικαίωμα πρόσβασης σε όλα τα στοιχεία του φακέλου κατά τη διοικητική διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary, C189/18, EU:C:2019:861, σκέψεις 51 έως 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).».

 

81.          Το δικαίωμα ακρόασης στο ενωσιακό δίκαιο απαιτεί συνεπώς να ενημερώνονται οι αποδέκτες των αποφάσεων ώστε να μπορούν να γνωστοποιούν τις απόψεις τους ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Απόφαση ΔΕΕ της 15ης Ιουνίου 2006, Υπόθεση C-28/05, G. J. Dokter, Maatschap Van den Top en W. Boekhout tegen Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit, σκέψη 74). Αυτό προϋποθέτει ότι ο αποδέκτης της απόφασης οφείλει να ενημερώνεται για τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η απόφαση (CFI, Υπόθεση T-228/02, Organisation des Modjahedines du peuple ďIran κ. Συμβουλίου, 12 Δεκεμβρίου 2006,  σκέψη 93). Επιπλέον, το ΔΕΕ αποφάνθηκε στην απόφασή του της 22ας Νοεμβρίου 2012, στην υπόθεση C–277/11, M.M. κ. Υπουργού Δικαιοσύνης, Ισότητας και Νομοθετικής Μεταρρύθμισης, Ιρλανδία, Γενική Εισαγγελική Αρχή, σκέψη 87 ότι «το δικαίωμα ακρόασης εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί τις απόψεις του αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια μιας διοικητικής διαδικασίας, πριν από την λήψη οποιασδήποτε απόφασης που μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του». Το δικαίωμα ακρόασης μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά μόνο εάν παραχωρηθεί στον ενδιαφερόμενο πρόσβαση στον φάκελο (Βλ. Υπόθεση T-170/06, Alrosa κ. Επιτροπής, 11 Ιουλίου 2007, σκέψη 197).

 

82.          Πράγματι, σύμφωνα με Note on the Cancellation of Refugee Status της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, στις διαδικασίες ακύρωσης, πρέπει να τηρούνται πλήρως οι διαδικαστικές εγγυήσεις[7]. Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς τέτοιες διαδικασίες καθορίζουν την αξίωση ενός ατόμου για προστασία από επαναπροώθηση βάσει της Σύμβασης της Γενεύης και θέτουν υπό αμφισβήτηση ένα νομικό καθεστώς που του έχει ήδη αναγνωριστεί.

 

83.          Όλα τα ανωτέρω σημεία απασχόλησαν και την αδελφή μου δικαστή κα. Πλαστήρα στην πρόσφατη απόφασή της στην Προσφυγή Αρ. 3261/2023, H.S. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 13.2.2024, και, ως προς το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, στην απόφασή της στην Προσφυγή Αρ. 8975/2021, QS ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α.,  30.11.2022, τη νομολογιακή ανάλυση της οποίας υιοθετώ.

 

48           Στην τελευταία αυτή απόφασή της η Έντιμη δικαστής κα Πλαστήρα επισημαίνει, παραπέμποντας εκτενώς σε συναφή νομολογία και βιβλιογραφία, ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης αποτελεί ουσιώδη τύπο, ότι για τη λυσιτελή ενάσκησή του  προηγείται η δυνατότητα να γνωρίζει τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση προτίθεται να στηρίξει την απόφασή της και ότι τέλος για το λυσιτελές της προβολής λόγου προσφυγής περί μη τήρησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης απαιτείται και αναφορά των ισχυρισμών που ο διοικούμενος θα προέβαλε ενώπιον της Διοίκησης, αν είχε κληθεί. (Βλ. συναφώς με τη λυσιτέλεια του υπό αναφορά λόγου προσφυγής και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2018, Papouis Dairies v. Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού).

 

49           Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω σημεία, επισημαίνεται ότι της απόφασης απέλασης δικαιούχου διεθνούς προστασίας οφείλεται να προηγηθεί μια σύνθετη διεργασία, δεδομένων και των ενδεχόμενων κρίσιμων συνεπειών για τον ενδιαφερόμενο. Ειδικότερα, στην παρούσα υπόθεση πριν από την έκδοση απόφασης απέλασης δυνάμει του άρθρου 29, η διοίκηση οφείλει, κατόπιν εξατομικευμένης ανάλυσης της ατομική συμπεριφοράς του προσώπου, να καταλήξει ότι αυτός, θεωρείται κίνδυνος για την κυπριακή κοινωνία ένεκα τελεσίδικης καταδίκης του για η διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού αδικήματος, με την έννοια ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει η ίδια να έχει ενώπιον της όλα τα κρίσιμα στοιχεία προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω συμπέρασμα. Επιπλέον, η αρμόδια αρχή  οφείλει, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, να σταθμίσει τον κίνδυνο που αποτελεί ο ενδιαφερόμενος για τη Δημοκρατία, όπως απορρέει από την προσωπική του συμπεριφορά και των δικαιωμάτων που αυτός αποστερείται και τα οποία καταρχήν δικαιούται δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και των συνεπειών που θα έχει η προώθησή του στη χώρα προορισμού του εκτός της Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο της ίδιας στάθμισης οφείλεται εξάλλου να εξεταστεί και η δυνατότητα λήψης άλλων μέτρων που να θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα δικαιώματά του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, προς διασφάλιση του θιγόμενου συμφέροντος του κράτους. Ακόμα δε και εάν κριθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να απελαθεί σε έδαφος κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Κατά την έκδοση της απόφασης απέλασης εφαρμόζονται όλες οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται και στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο (Κεφ. 105) και ιδιαιτέρως η προηγούμενη και λυσιτελής άσκησης του δικαιώματος ακρόασης του ενδιαφερομένου, επί όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 29 στην περίπτωσή του.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

 

Θέσεις Αιτητή

84.          Ο Αιτητής, με τη γραπτή του αγόρευση προωθεί τους ακόλουθους λόγους προσφυγής. Καταρχάς υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας, καθότι η αρμόδια αρχή ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής βάσης. Προβάλλει, συναφώς, την  ύπαρξη πραγματικής και νομικής πλάνης, δεδομένου ότι δεν λήφθηκε υπόψη η ιδιότητά του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, ούτε ενημερώθηκε προσηκόντως για την επίδικη πράξη απέλασης, ενώ παραγνωρίστηκε το δικαίωμά παραμονής του στη Δημοκρατία ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

 

85.          Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, καθότι δεν εξηγείται πώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απομάκρυνσή του, ούτε προκύπτει οποιαδήποτε προηγούμενη ανάκληση του καθεστώτος ή της άδειας παραμονής του. Προβάλλει επίσης ότι δεν διενεργήθηκε ορθή στάθμιση βάσει της αρχής της αναλογικότητας ως προς τη φύση και τη βαρύτητα των αδικημάτων που τέλεσε σε συνάρτηση με την απόφαση απέλασής του, παραπέμποντας προς τούτο στη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου ( βλ. απόφαση ΔΔΔΠ στην υπόθεση Δ.Α 8/2024,   SO ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας διά της Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 7.2.2025, αναφορικά με την έννοια του σοβαρού αδικήματος και τον συναφή κίνδυνο για την κοινωνία). Εν κατακλείδι, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται νόμιμο έρεισμα για τον χαρακτηρισμό του ως παράνομου μετανάστη ούτε για την απέλασή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, καθότι δεν αποδεικνύεται ότι τα αποδιδόμενα αδικήματα είναι τέτοιας φύσης και σοβαρότητας που να δικαιολογούν το εν λόγω μέτρο. Επιπλέον, προβάλλει παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται χώρα απομάκρυνσης, ενώ δεν ελήφθησαν υπόψη οι δεσμοί του με τη Δημοκρατία και οι ειδικές περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων.

 

86.          Οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της ορθότητας της επίδικης απόφασης. Υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί παράνομου μετανάστη, καθότι εφαρμόζεται το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο επιτρέπει την απέλαση και δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Υποστηρίζουν ότι η αρμόδια αρχή έλαβε δεόντως υπόψη τα ενώπιόν της δεδομένα και τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, περιλαμβανομένων σχετικών επιστολών στις οποίες περιλαμβάνονται καταγράφονται οι περιστάσεις του Αιτητή, πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος απέλασης, από τα οποία προκύπτει ότι ο Αιτητής συνιστά άμεσο κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία.

 

87.          Περαιτέρω, προβάλλουν ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, παραπέμποντας σε πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στη Σομαλία, από τις οποίες, κατά την άποψή τους, δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του, ούτε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, εισηγούνται την απόρριψη της παρούσας προσφυγής.

 

Κατάληξη

88.          Όπως προκύπτει από το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αποτελεί το διάταγμα απέλασης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου, ημερομηνίας 6.8.2025, το οποίο αποτελεί και τη νομιμοποιητική βάση του διατάγματος κράτησής του το οποίο μετά την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. 1202/2025 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Το επίδικο διάταγμα απέλασης παρατίθεται αυτούσιο στη συνέχεια για σκοπούς εύκολης αναφοράς στο περιεχόμενό του:

 

«Δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105
όπως τροποποιήθηκε μέχρι το 2002 και του άρθρου 29 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020

 Αρχηγό Αστυνομίας

ΕΠΕΙΔΗ ο Α. G. υπήκοος Σομαλίας, κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας στη Δημοκρατία είναι απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) έχω αποφασίσει την απέλασή του δυνάμει του Άρθρου 29 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020.  

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 4 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 και το Άρθρο 188(2)(γ) του Συντάγματος, και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια με το παρόν διάταγμα διατάσσω όπως ο Α. G. απελαθεί από τη Δημοκρατία το συντομότερο δυνατό και στη συνέχεια παραμείνει εκτός της Δημοκρατίας.

ΚΑΙ με το παρόν εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης πού τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του, το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 07η ημέρα του Φεβρουάριου, 2024.».                             

 

89.          Εκ προοιμίου παρατηρείται ότι η νομική βάση του υπό εξέταση διατάγματος, παρά τη δήλωση των Καθ’ ων η αίτηση περί σαφούς θεμελίωσής του στο άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου, παρουσιάζεται συγκεχυμένη, καθόσον γίνεται ταυτόχρονα αναφορά τόσο σε «παράνομο μετανάστη» όσο και σε «δικαιούχο διεθνούς προστασίας». Το ζήτημα αυτό έχει ήδη ξεκαθαριστεί με την απόφαση υπ’ αριθμό 1202/2025 του Διοικητικού Δικαστηρίου ανωτέρω, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Επισημαίνεται συναφώς ότι δεν δύναται δικαιούχος διεθνούς προστασίας να χαρακτηρίζεται ως απαγορευμένος μετανάστης παρά την ενδεχόμενα συνδρομή λόγων ανάκλησης του καθεστώτος του. Ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ο Αιτητής απολαμβάνει σειρά δικαιωμάτων που προβλέπονται στις εναρμονιστικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, περιλαμβανομένων του δικαιώματος παραμονής του στη Δημοκρατία (άρθρο 19(6) και 21 του περί Προσφύγων Νόμου). Περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο υπό τους όρους του περί Προσφύγων Νόμου. Ο ατυχής χαρακτηρισμός του Αιτητή, ενώ αυτός τελεί υπό καθεστώς δικαιούχου διεθνούς προστασίας, ως απαγορευμένου μετανάστη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη επίκληση του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου, δημιουργεί σύγχυση ως προς τη νομική βάση και, κατ’ επέκταση, ως προς το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο εκδίκασης των προσβαλλόμενων πράξεων. Τούτο διότι η εξέταση των εν λόγω διακριτών νομικών βάσεων υπάγεται στην αρμοδιότητα διαφορετικών διοικητικών δικαστηρίων, ήτοι αφενός στο Διοικητικό Δικαστήριο ως προς την κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, και αφετέρου στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας ως προς πράξεις εκδιδόμενες δυνάμει του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

90.          Περαιτέρω, παρατηρείται ότι εσφαλμένως γίνεται αναφορά στους περί Προσφύγων Νόμους του 2000 έως 2020, ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος εφαρμοστέοι ήταν οι περί Προσφύγων Νόμοι του 2000 έως 2023. Αντιστοίχως, γίνεται αναφορά και στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, Κεφ. 105. Ωστόσο, και ο εν λόγω νόμος, στον οποίο παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση, είχε τροποποιηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, με τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2024, γεγονός το οποίο καθιστά την παραπομπή σε προηγούμενο νόμο πλημμελή. Η πλημμελής αυτή αναφορά δεν αποτελεί ουσιώδη πλάνη καθώς οι σχετικές διατάξεις παραμένουν οι ίδιες.

 

91.          Ως προς την ουσία του επίδικου διατάγματος, παρατηρείται ότι στο εν λόγω απουσιάζει η επίκληση συγκεκριμένης νομικής βάσης ήτοι στη βάση ποιων εκ των δύο στοιχείων του εδαφίου (1) του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου βασίζεται η έκδοση του εν λόγω διατάγματος αλλά γίνεται γενική επίκληση του άρθρου 29. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι στο σώμα του επίδικου διατάγματος δεν προκύπτει το πραγματικό υπόβαθρο της έκδοσής του, ούτε η αιτιολογική του βάση.

 

92.          Εντός του διοικητικού φακέλου εντοπίζεται επιστολή του Υπεύθυνου ΥΑΜ Λάρνακας προς τη Διευθύντρια, ημερομηνίας 5.8.2025. Στην εν λόγω επιστολή καταγράφονται τα αδικήματα που αποδίδονται στον Αιτητή, καθώς και, εν μέρει, οι περιστάσεις τέλεσής τους, ενώ επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Καταληκτικά, διατυπώνεται η άποψη ότι ο Αιτητής αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και εισηγείται η έκδοση εναντίον του διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου και του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Στην ίδια επιστολή επισυνάπτονται το κατηγορητήριο, το ένταλμα φυλάκισης του Αιτητή, καθώς και ηλεκτρονική εκτύπωση σχετικών στοιχείων.

 

93.          Περαιτέρω, επί της επιστολής διατυπώνεται χειρόγραφη εισήγηση προς τη Διευθύντρια, σύμφωνα με την οποία, δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία έχει καταδικαστεί ο αλλοδαπός, θα πρέπει να ενημερωθεί η ΥΠΑΣ (ήτοι η Υπηρεσία Ασύλου) για σκοπούς ανάκλησης του καθεστώτος του, ενώ ταυτόχρονα εισηγείται η έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Δίπλα στην εν λόγω εισήγηση, η Διευθύντρια υπογράφει κάτω από το λεκτικό «Συμφωνώ με εισήγηση».

 

94.          Έχω διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε ενώπιόν μου. Ουδέν έγγραφο εντός του διοικητικού φακέλου, και σε κάθε περίπτωση οι Καθ’ ων η αίτηση δεν υποδεικνύουν οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ή διαδικασία που να ακολουθήθηκε εν προκειμένω, από την οποία να προκύπτει ότι, πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ο Αιτητής ενημερώθηκε δεόντως, προκειμένου να προβεί σε γραπτές ή προφορικές παραστάσεις επ’ αυτού, ως ρητώς επιτάσσει το άρθρο 29(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται παράβαση της εν λόγω διάταξης.

 

95.          Το μόνο έγγραφο που εντοπίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο, και το οποίο μνημονεύεται επίσης στην ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, είναι επιστολή ημερομηνίας 6.8.2025, ήτοι της ίδιας ημερομηνίας με την έκδοση του επίδικου διατάγματος, η οποία απευθύνεται προς τον Αιτητή. Στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται η πρόθεση της Διοίκησης να προβεί στην απέλασή του, ένεκα της προηγούμενης καταδίκης του για ποινικά αδικήματα, και καλείται όπως υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις εντός 48 ωρών. Παρατηρείται, συναφώς καταρχάς ότι το επίδικο διάταγμα απέλασης εκδόθηκε κατά την ίδια ημερομηνία με την ανωτέρω επιστολή συνεπώς δεν παρήλθαν οι 48 ώρες που αναφέρονται στην εν λόω επιστολή για υποβολή τυχόν παρατηρήσεων. Περαιτέρω, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε πράγματι στον Αιτητή, ενώ, επιπλέον, ούτε σε αυτήν ούτε στο επίδικο διάταγμα απέλασης καθορίζεται ο τόπος στον οποίο πρόκειται να απελαθεί.

 

96.          Το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, όπως προκύπτει από την ανωτέρω καταγραφείσα νομολογία, προκειμένου να ασκηθεί λυσιτελώς, προϋποθέτει καταρχήν την πρόσβαση και τη γνώση του προσώπου κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του να έχει τη δυνατότητα να εκθέσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την απόφασή της, υποχρέωση που βαρύνει τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπως εν προκειμένου το άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary, C‑189/18, EU:C:2019:861, σκέψη 39, και της 3ης Ιουνίου 2021, Jumbocarry Trading, C‑39/20, EU:C:2021:435, σκέψη 31 και βλ. ανωτέρω GM κατά Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, Alkotmányvédelmi Hivatal, Terrorelhárítási Központ, ECLI:EU:C:2022:708, σκέψεις 45 έως 50).

 

97.          Το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης αποτελεί μία επιμέρους έκφανση της υποχρέωσης που διαρρέει ολόκληρη τη διαδικασία εξετάσεων αιτήσεων ασύλου, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και κατά μείζονα λόγο της διαδικασίας απέλασης δικαιούχου διεθνούς προστασίας, για εξατομικευμένη εξέταση των περιστάσεών του ενδιαφερόμενου πριν από την έκδοσης βλαπτικής για τον ίδιο απόφαση. Ιδίως στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 29 σε πρόσωπο του οποίου το καθεστώς δεν έχει ανακληθεί, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η απέλασή του στην χώρα καταγωγής του, γεγονός που απορρέει από την πράξη χορήγησης σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η απέλασή του σε τρίτη χώρα, δεν νοείται χωρίς να του χορηγηθεί η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται σε τυχόν παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, και οι οποίες δεν θα μπορούσαν εκ των πραγμάτων να είναι γνωστές στη διοίκηση. Προς τούτο προκαλεί έντονη έκπληξη η κλήση του Αιτητή προς διατύπωση απόψεων στη βάση της προοπτικής απέλασής του χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί κατ’ ελάχιστον για τη χώρα απέλασης και κατ’ επέκταση τα κριτήρια και τα στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε η κρίση τους ότι αυτή είναι ασφαλής ειδικώς για τον Αιτητή.

 

98.          Πέραν τούτου, η παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να περιλάβουν στο επίδικο διάταγμα απέλασης τη χώρα προορισμού του Αιτητή καθιστά την εν λόγω πράξη αντίθετη με την αρχή της μη επαναπροώθησης, τόσο από διαδικαστικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως. Αφενός, διότι δεν δόθηκε η δυνατότητα στον Αιτητή να διατυπώσει τις απόψεις του αναφορικά με συγκεκριμένο προορισμό, ο οποίος ενδεχομένως να εγείρει ζητήματα συναρτόμενα με την εν λόγω αρχή, και αφετέρου, διότι η παράλειψη καθορισμού της χώρας προορισμού δεν επιτρέπει την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (Άρθρα 30 και 146 του Συντάγματος, Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.  σε συνδυασμό με το Άρθρο 19 αυτού). Τούτο διότι ο Αιτητής, μη διαθέτοντας, καταρχήν, άλλο ένδικο βοήθημα για την ανατροπή της απόφασης απέλασης σε περίπτωση εκ των υστέρων καθορισμού της χώρας προορισμού, δεν θα δύναται να εγείρει τα τυχόν ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης σε μεταγενέστερο στάδιο.  Σημειώνεται εξάλλου, η αναφορά των Καθ’ ων η αίτηση στο πλαίσιο της γραπτής τους αγόρευσης περί της κατάστασης ασφαλείας στη Σομαλίας είναι ατυχής και εκτός το πλαισίου της επίδικης απόφασης καθώς δεν έχει καθοριστεί η Σομαλία ως προορισμός απέλασης του Αιτητή ενώ δεδομένου ότι αυτός εξακολουθεί να είναι δικαιούχος διεθνούς προστασίας με χώρα καταγωγής τη Σομαλία αυτή θα ήταν η πλέον ακατάλληλη χώρα για αυτόν καθώς με απόφαση της ίδιας της διοίκησης αναγνωρίζεται ότι τυχόν εκεί επιστροφή του θα παραβίαζε την εν λόγω αρχή.

 

99.          Όπως εξάλλου επισημαίνει το ΔΕΕ στην απόφασή του της 22ας Νοεμβρίου 2012, στην  υπόθεση C‑277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, ECLI:EU:C:2012:744, σκέψη 88, αναφερόμενο στο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, το εν λόγω δικαίωμα συνεπάγεται, επίσης, την υποχρέωση της διοικήσεως να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα συναφή στοιχεία της οικείας υποθέσεως και αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή τηςΕν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση παρείχε στον Αιτητή τέτοια δυνατότητα, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η σχετική πληροφόρηση θα ήταν ελλιπής για σκοπούς άσκησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, καθότι δεν είχε προηγουμένως καθοριστεί ο προορισμός της απέλασής του.

 

100.        Τέλος, ως προς την κρίση της Διοίκησης ότι ο Αιτητής συνιστά κίνδυνο για τη κυπριακή κοινωνία, δεδομένου ότι τούτο δεν προκύπτει με σαφήνεια από το ίδιο το επίδικο διάταγμα, αλλά επιχειρείται να συναχθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την ανωτέρω νομολογία, απαιτείται αφενός σαφής παράθεση των σταθμισθέντων δεδομένων και αφετέρου ειδική και εξατομικευμένη αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην εκάστοτε περίπτωση.

 

101.        Η απλή αναφορά στα αδικήματα που διέπραξε ο Αιτητής δεν επαρκεί, αφ’ εαυτής, για τη διαπίστωση ότι αυτός συνιστά πραγματική και ενεστώσα απειλή για τη δημόσια τάξη. Αντιθέτως, θα έπρεπε να έχουν εξεταστεί και αξιολογηθεί, σε εξατομικευμένο επίπεδο, μεταξύ άλλων, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, η φύση και η βαρύτητά τους, το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν ανήλικος κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθώς και το ότι έχει ήδη εκτίσει την ποινή του. Περαιτέρω, θα έπρεπε να αιτιολογείται ειδικώς γιατί θεωρείται ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να συνιστά πραγματική και ενεστώσα απειλή για την κοινωνία, καθώς και για ποιο λόγο το μέτρο της απέλασης κρίνεται ως το πρόσφορο και αναγκαίο υπό το φως των προσωπικών του περιστάσεων.

 

102.        Επισημαίνεται ότι η δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης με αναφορά σε στοιχεία του διοικητικού φακέλου συναρτάται με το είδος και τη φύση της διοικητικής πράξης, καθώς και με το κατά πόσον τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν, κατά τρόπο αναμφίβολο και αναντίλεκτο, τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της (βλ. Υπόθεση Αρ. 1517/1999 Nemitsas Ltd v. Δημοκρατίας, (2001) 4 ΑΑΔ 428, καθώς και Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 189/2019, K.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 10.12.2020).

 

103.        Από την ανωτέρω νομολογιακή προσέγγιση προκύπτει ότι η απέλαση δικαιούχου διεθνούς προστασίας συνιστά ζήτημα ιδιαίτερης βαρύτητας και πολυπλοκότητας στο πλαίσιο του δικαίου διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση οφείλει να διατυπώνει εμπεριστατωμένη και πλήρη αιτιολογία, περιλαμβανομένης της εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, καθώς δεν δύναται να αναμένεται από το Δικαστήριο να ανασυνθέσει εκ των υστέρων τη σχετική κρίση της Διοίκησης, ιδίως όταν τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου περιορίζονται σε απλή καταγραφή της διάπραξης ποινικών αδικημάτων, χωρίς περαιτέρω ανάλυση και εξατομικευμένη υπαγωγή των περιστάσεων του Αιτητή.

 

104.        Ως εκ των ανωτέρω, διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν παρασχέθηκε στον Αιτητή η δυνατότητα να τοποθετηθεί επί της πρόθεσης της Διοίκησης να τον απελάσει. Περαιτέρω, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, το οποίο εξειδικεύεται στο πλαίσιο της εν λόγω διάταξης, παραβιάζεται εκ προοιμίου, στο μέτρο που δεν καθορίστηκε ειδικώς ο προορισμός της απέλασής του. Ως εκ τούτου, η επίδικη πράξη παραβιάζει και την αρχή της μη επαναπροώθησης. Ανάλογα ζητήματα εξετάστηκαν και στο πλαίσιο της απόφασής της αδελφής μου Δικαστού κα Ρήγα στην Υπόθεση Αρ. Δ.Α. 8/2024, ανωτέρω την κατάληξη, τις επιμέρους επισημάνσεις και μνημονευόμενη νομολογία υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας.

 

105.        Εξάλλου, ούτε από το επίδικο διάταγμα ούτε από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και επαρκή, η αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων απέλασης του Αιτητή, και δη η κατάληξη ότι αυτός συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για την κυπριακή κοινωνία, ούτε και η αναγκαία στάθμιση μεταξύ του εν λόγω κινδύνου και του δραστικού μέτρου της απέλασης (Βλ mutadis mutandis απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ. 3/2024, Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επί της ΄Εφεσης κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 28/23 κ.α., ημερ. 15.1.2025). Δεδομένων των ανωτέρω ευρημάτων, παρέλκει η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών του Αιτητή.

 

106.        Συνεπώς, το επίδικο διάταγμα απέλασης ακυρώνεται. Η ακύρωση αυτή συμπαρασύρει, αναπόδραστα, και το συναρτώμενο με αυτό διάταγμα κράτησης, καθότι εκλείπει η νομιμοποιητική του βάση (βλ. Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2022, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-704/20 και C-39/21, ECLI:EU:C:2022:858).

 

107.        Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί, παρεμπιπτόντως, ότι παρά την ύπαρξη σημαντικού αριθμού αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου επί του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου, η Διοίκηση εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται πλήρως προς τις επιταγές της σχετικής νομολογίας, ιδίως ως προς τη διασφάλιση των ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων. Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη συνεπούς και ορθής εφαρμογής του ισχύοντος νομικού πλαισίου, προς αποφυγή επανάληψης πλημμελειών παρόμοιας φύσεως.

 

Υπό το φως των ανωτέρω το επίδικο διάταγμα απέλασης ακυρώνεται και εκδίδεται διαταγή για έξοδα €1700 εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση και υπέρ του Αιτητή.

 

              Κ. Κ. Κλεάνθους,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π. 



[1] Erika Feller, Volker Türk, Frances Nicholson. Refugee Protection in International Law: UNHCR’s Global Consultations on International Protection, Cambridge University Press, 2003.

[2] Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ 

[3] Εννοείται οι περιπτώσεις όπου είναι επιτρεπτή η ανάκληση.

[4] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/asylum-procedures-ja_en.pdf (τελευταία πρόσβαση 29.3.2026):

“As recalled by the CJEU itself in relation to the EU Charter Asylum procedures and the principle of non-refoulement EU charter, the prohibition of refoulement in international human rights law is absolute, protecting any individual from being returned to ill treatment, irrespective of their criminal record or the danger they may pose to the security of the host state.”

[5] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/asylum-procedures-ja_en.pdf (τελευταία πρόσβαση 29.3.2026): σελ 7

[6] Erika Feller, Volker Türk, Frances Nicholson. Refugee Protection in International Law: UNHCR’s Global Consultations on International Protection. Cambridge University Press; 2003 par. 113 έως 118 και βλ. επίσης https://euaa.europa.eu/sites/default/files/asylum-procedures-ja_en.pdf (τελευταία πρόσβαση 26.5.2024):


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο