T.S.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 52/25, 13/3/2026
print
Τίτλος:
T.S.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 52/25, 13/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 52/25

 13 Μαρτίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

T.S.D.

Αιτητής

-και-

 

 Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ν. Στυλιανού (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Χ. Καστάνας (κος), Δικηγόρος  για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 18/12/2025, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2) (β) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000,  ως παράνομο και/ή καταχρηστικό και/ή αντισυνταγματικό και/ή στερημένο οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.  Διαζευκτικά, αιτείται απόφαση Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται το επίδικο διάταγμα κράτησης και να διατάζονται εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.  Επίσης αιτείται διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του.  Περαιτέρω, αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται η απόφαση ημερομηνίας 27/11/2025, μέσω της οποίας κηρύχθηκε ως παράνομος μετανάστης. 

 

Γεγονότα

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτίθενται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά παραρτήματα και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο Αιτητής είναι Νιγηριανός υπήκοος και εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

 

Στις 29/06/2022, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας το οποίο αποσύρθηκε σιωπηρά στις 28/08/2023. Έκτοτε δεν καταχώρησε προσφυγή στο Δικαστήριο και διέμενε παράνομα.

 

Στις 26/11/2025, δυο οχήματα σε ένα εκ των οποίων επέβαινε ο Αιτητής ως συνοδηγός, ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα.  Ο Αιτητής συνελήφθη επ’ αυτοφώρω για το αδίκημα της παράνομης παραμονής και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού.

  

Εις βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, ημερομηνίας 27/11/2025. 

 

Την 01/12/2025 και ενόσω τελούσε υπό κράτηση στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα διεθνούς προστασίας που έγινε δεκτό στις 10/12/2025 και στις 18/12/2025, ανεστάλη το διάταγμα απέλασης του ημερομηνίας 27/11/2025 και εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης του βάσει του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο του απεστάλη αυθημερόν και το οποίο προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

 

Η συνήγορος του Αιτητή εγείρει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας, νομικής και/ή πραγματικής πλάνης, συνοδεύεται από ελλιπή και/ή εσφαλμένη αιτιολογία, παραβιάζει τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και λήφθηκε κατά κατάχρηση και/ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας. 

 

Βασικό της επιχείρημα αποτελεί ότι από την Ένσταση/ διοικητικό φάκελο απουσιάζει η απαιτούμενη αιτιολόγηση των λόγων και της έρευνας που διεξήχθη και που οδήγησαν στο να παρθεί η απόφαση για κράτηση παρά για επιβολή εναλλακτικών μέτρων.  Οι Καθ’ ων η Αίτηση εξέδωσαν την επίδικη, μέσω μιας αυτοματοποιημένης διαδικασίας, χωρίς να διεξάγουν έρευνα, να προβληματιστούν για την πλήρωση ή μη των αντικειμενικών προϋποθέσεων του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά και να αξιολογήσουν την υποκειμενική συμπεριφορά του Αιτητή, με αποτέλεσμα την παραβίαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, δεδομένου του ότι η κράτηση πρόκειται για έσχατο μέτρο και ο πήχης απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής της είναι ιδιαίτερα υψηλός.  Η απόφαση για κράτηση αντί λήψη εναλλακτικών μέτρων πρέπει να δικαιολογείται πλήρως και δεόντως και να συμφωνεί με τις αρχές, κάτι το οποίο επί του παρόντος έχει παραληφθεί.   

 

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν ως αιτιολογία στο διάταγμα κράτησης τη μη συμμόρφωση του Αιτητή με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, ήτοι την απορριπτική απόφαση ημερ. 28/08/2023 και το διάταγμα απέλασης ημερ. 27/11/2025.  Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν έλαβε γνώση της απορριπτικής και ως προς το διάταγμα απέλασης, η ισχύς του οποίου αναστάλθηκε λόγω της από πλευράς του Αιτητή καταχώρησης μεταγενέστερου αιτήματος.  Ούτε και νομιμοποιούνται να προβάλλουν ως έτερες αιτιολογίες τη μη συνεργασία του για σκοπούς επαναπατρισμού του, τη μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής αλλά και την ύπαρξη προηγούμενης εξαφάνισης, αφ’ ης στιγμής ο Αιτητής δεν έλαβε γνώση της απορριπτικής και δεν εκκρεμούσε οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του.

 

Συνεχίζει, προβάλλοντας ότι τα στοιχεία επί των οποίων βασίστηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση για να καταλήξουν στην επίδικη είναι σε πολλά σημεία ελλιπή και εύλογα προκύπτει πλάνη.  Δεν φαίνεται να έγινε η όποια έρευνα των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, του ιστορικού ή των προϋποθέσεων του Αιτητή, ενώ το παρόν επιβληθέν μέτρο, απαιτεί ενδελεχή έρευνα και επαρκή αιτιολογία ως επίσης και αναγκαιότητα, αφού αφορά σε στέρηση της προσωπικής ελευθερίας. 

 

Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το Σύνταγμα, τις Διεθνείς Συμβάσεις, τους Νόμους, τους Κανονισμούς και τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίδει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Ισχυρίζεται ακόμη ότι η προσβαλλόμενη βρίσκεται εντός του οικείου νομοθετικού πλαισίου που τίθεται από το Ενωσιακό δίκαιο αλλά και σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η προστασία της δημόσιας τάξης, ως ο σκοπός αυτός ειδικά ρυθμίζεται μέσω των προβλεπόμενων εξαιρέσεων του εδαφίου 2 του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Επιπλέον, θέτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν στην αναγκαία έρευνα που απαιτείτο για να καταλήξουν στην επίδικη και έλαβαν γνώση των σχετικών ουσιωδών παραγόντων.  Πλέον, η επίδικη, είναι δεόντως αιτιολογημένη και όποια περαιτέρω στοιχεία αιτιολόγησης της κράτησης, συμπληρώνονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. 

 

Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό περί μη εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, υποστηρίζει ότι η επίδικη, βρίσκεται σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η προστασία της δημόσιας τάξης.  Ο χαρακτηρισμός του Αιτητή ως επικίνδυνου για τη δημόσια τάξη ατόμου ήταν αρκούντος σοβαρός για να αιτιολογεί την αναγκαιότητα της κράτησής του.  Δεδομένης της φύσης και της σοβαρότητας του συγκεκριμένου σκοπού, οποιαδήποτε επιβολή εναλλακτικών μέτρων δεν θα μπορούσε να επιφέρει αποτέλεσμα ανάλογο/ ισοδύναμο με αυτό της κράτησης. 

 

Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή, υιοθετεί τα όσα κατέγραψε στη γραπτή της αγόρευση.  Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι ο Αιτητής έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο στοιχεία πραγματικά αλλά και νομικά τα οποία κλονίζουν το τεκμήριο της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης απόφασης. Πρόσθεσε δε ότι εφόσον ο διοικητικός φάκελος αποτελεί τον οδηγό του ιστορικού που οδήγησε στη συγκεκριμένη διοικητική πράξη, στην περίπτωση του Αιτητή προκύπτουν από αυτόν παραβιάσεις προς έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Επιπλέον, θέτει ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραγράφων (β) και (δ) του εδαφίου 2 του άρθρου 9ΣΤ του Νόμου, που αποτέλεσαν και τη βάση για την έκδοση της επίδικης.  Δεν γίνεται οι Καθ’ ων η Αίτηση από τη μια να γνωρίζουν το περιεχόμενο της αίτησης (παραγρ. δ) ενώ από την άλλη να επικαλούνται άγνοια ή ανάγκη συλλογής στοιχείων (παραγρ. β).

 

Αρχικά, αναφέρω ότι η θεραπεία που επιζητείται με το αιτητικό (Β), ήτοι απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση με την οποία ο Αιτητής κηρύχθηκε ως παράνομος μετανάστης είναι άκυρη, παράνομη, καταχρηστική και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, εκπίπτει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και δεν αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση κράτησης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση ακυρώσεως.  Εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να προωθήθηκε οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός και/ή λόγος ακυρώσεως με την αγόρευση του Αιτητή.

 

Πριν εξετάσω τους ισχυρισμούς και/ή λόγους ακυρώσεως που προωθήθηκαν από τη συνήγορο του Αιτητή σε σχέση με το επίδικο διάταγμα κράτησης, δέον να σημειωθεί ότι το δικαίωμα της ελευθερίας προστατεύεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ρητά τις περιπτώσεις όπου δικαιολογείται η στέρηση του, σύμφωνα πάντα με το Νόμο. Ο περί Προσφύγων Νόμος προβλέπει στο άρθρο 9ΣΤ(2) εξαντλητικά τους λόγους για τους οποίους αιτητής ασύλου μπορεί να τεθεί υπό κράτηση.  Αναφέρεται στο ίδιο άρθρο, ότι διάταγμα κράτησης μπορεί να εκδοθεί, εκτός και εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα και εφόσον κρίνεται αναγκαίο κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης.

 

Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην αιτιολογία που έχει προταθεί για σκοπούς υποστήριξης της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, παραθέτοντας το αυτούσιο: 

 

Για την εξέταση του εν λόγω λόγου ακυρώσεως, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αυτούσιου του επίδικου διατάγματος κράτησης.

 

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2020)

ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο T.S.D. υπήκοος Νιγηρίας είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

ο T.S.D. κρατείται

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του, και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο T.S.D. αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα, υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε μετά από σιωπηρή απόσυρση, και συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, και μόνο αφού συνελήφθη και κρατήθηκε με σκοπό την απέλασή του, μετά από (5) ημέρες, υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του. 

 

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο T.S.D. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ (2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1.   ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής: (1) Απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ.28/08/2023, (2) Διάταγμα απέλασης ημερ. 27/11/2025.

2.   ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε τη μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.  Σύμφωνα με επιστολή της ΥΑΜ Πάφου ημερ. 27/11/2025, ο αλλοδαπός δεν είναι συνεργάσιμος με την ΥΑΜ για τους σκοπούς του επαναπατρισμού του. 

3.   ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής.

4.   ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση.  Μετά την απορριπτική της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 28/08/2023, συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία. 

5.   ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2021), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 27/11/2025.

6.   ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020) και το άρθρο 188.3(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, με το παρόν διατάσσω όπως ο T.S.D. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεση του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 18η ημέρα του Δεκεμβρίου 2025».

(στην ανωτέρω παράθεση το Δικαστήριο παρέθεσε τα αρχικά και όχι το ονοματεπώνυμο του Αιτητή).

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατ’ επίκληση των παραγράφων (β) και (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου.  Το μεν άρθρο 9ΣΤ(2)(β)  θέτει ως λόγο για την επιβολή κράτησης τον προσδιορισμό των στοιχειών πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή· το δε άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) θέτει ως προϋπόθεση, να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι, αντικειμενικά κρινόμενοι, να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής. Ένα από τα αντικειμενικά κριτήρια που λαμβάνεται υπόψιν, και το οποίο τίθεται ρητώς και ενδεικτικώς στο ανωτέρω αναφερόμενο εδάφιο του άρθρου 9ΣΤ, είναι κατά πόσον ο αιτητής είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου.

 

Το Δικαστήριο δύναται να εξετάζει τη νομιμότητας της κράτησης αιτητή ασύλου έχοντας πλήρη δικαιοδοσία και επανεξετάζοντας όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η διοίκηση.  Ως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C-924/19 PPU και C-925/19 FMS, FNZ ημερ. 14/05/20, το Δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση την απόφαση της διοικητικής αρχής με την οποία διατάχθηκε η κράτηση αιτητή και κατά την άποψη μου, για να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα του, θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία και περιστατικά της υπόθεσης.  Περαιτέρω παραπέμπω στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση  C‑146/14 PPU, Bashir Mohamed Ali Mahdi, ημερ. 5/06/14, όπου λέχθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«64. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα, στοιχεία β΄ και γ΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 3 και 6, της οδηγίας 2008/115 έχουν την έννοια ότι ο έλεγχος στον οποίο πρέπει να προβεί η δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται αιτήματος παρατάσεως της κρατήσεως υπηκόου τρίτης χώρας πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στην αρχή αυτή να αποφαίνεται επί της ουσίας, και δη κατά περίπτωση, επί της παρατάσεως της κρατήσεως του ενδιαφερομένου, επί της δυνατότητας αντικαταστάσεως της κρατήσεως με ηπιότερο μέτρο ή επί της απολύσεώς του, οπότε η εν λόγω δικαστική αρχή είναι αρμόδια να στηριχθεί σε πραγματικά περιστατικά και σε αποδεικτικά στοιχεία που εκθέτει ή προσκομίζει η διοικητική αρχή με πρωτοβουλία της οποίας ζητήθηκε η δικαστική παρέμβαση, καθώς και σε πραγματικά περιστατικά, αποδεικτικά στοιχεία και παρατηρήσεις που ενδεχομένως προβάλλονται ενώπιόν της κατά τη διαδικασία αυτή.

(…)

72      Επομένως, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί σε εκτίμηση των πραγματικών περιστάσεων της καταστάσεως του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού προκειμένου να προσδιορίσει, κατά την επανεξέταση των όρων που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, αν μπορεί να ληφθεί, όπως πρότεινε ο διευθυντής στην υπόθεση της κύριας δίκης, άλλο αποτελεσματικό αλλά ηπιότερο μέτρο έναντι του αλλοδαπού και, σε περίπτωση που τούτο δεν είναι δυνατό, να προσδιορίσει αν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής αυτού. Μόνον στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής περιπτώσεως το δικαστήριο αυτό μπορεί να λάβει υπόψη την έλλειψη εγγράφων ταυτότητας.»

 

Θα συμφωνήσω με τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή, ότι στον διοικητικό φάκελο υπάρχουν τα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση και δεν υφίστατο τέτοιος λόγος για να τεθεί υπό κράτηση.  Συγκεκριμένα, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία επιβεβαιώθηκε από το Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης στις 20/07/22 (βλ. ερυθρό 1) και σε αυτό το έγγραφο καταγράφονται πλήρως και τα προσωπικά του στοιχεία. Οπότε εύλογα αμφισβητεί ο Αιτητής την κράτηση του για αυτό το λόγο και δεν προκύπτει από κανένα άλλο στοιχείο του διοικητικού φακέλου η αναγκαιότητα της κράτησης προς το σκοπό αυτό.  Περαιτέρω, και ως προς τον κίνδυνο διαφυγής, ακόμη κι αν αυτός υπάρχει, δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει το λόγο της κράτησης βάσει της υποπαραγράφου (β) του άρθρου 9ΣΤ(2), αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο επικουρικά, και εφόσον έχει ήδη διαπιστωθεί η αντικειμενική αδυναμία λήψης των σχετικών στοιχείων χωρίς την επιβολή κράτησης. 

 

Όσον αφορά την έτερη νομική βάση που επικαλούνται οι Καθ’ων η Αίτηση προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, ήτοι την υποπαράγραφο (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2), είναι δεδομένο και δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία είχε υποβληθεί πολύ πριν τεθεί υπό κράτηση, και συγκεκριμένα στις 29/06/22 και δόθηκε βεβαίωση από το Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης στις 20/07/22 (βλ. ερυθρό 1). Διαφαίνεται από τα στοιχεία που εξήχθησαν από το Σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου ότι η απόφαση επί της αίτησης αυτής αφορούσε απόρριψη λόγω σιωπηρής απόσυρσης και η απόφαση αυτή λήφθηκε στις 29/08/23 (βλ. ερυθρό 8 του διοικητικού φακέλου).  Σε κανένα άλλο στοιχείο του διοικητικού φακέλου δεν ανευρίσκεται η εν λόγω επιστολή κοινοποίησης της απόφασης περί απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία, αλλά ούτε αποδεικνύεται ότι στάλθηκε η απόφαση αυτή και κοινοποιήθηκε στον Αιτητή.  Το μόνο που υπάρχει είναι σημείωμα του Αναπλ. Ανωτ. Υπαστυνόμου της Υπηρεσία Αλλοδαπών Πάφου, ο οποίος καταγράφει ότι η απορριπτική επιστολή του αποστάλθηκε στις 13/09/23 (βλ. ερυθρό 16).  Περαιτέρω, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να στηρίζει την θέση των Καθ’ων η Αίτηση, που ενσωματώθηκε ως αιτιολόγηση του επίδικού διατάγματος, ότι μετά την απόρριψη λόγω σιωπηρής απόσυρσης εκδόθηκε απόφαση επιστροφής. 

 

 

Συντρέχει πλάνη περί τα πράγματα όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία των πραγματικών ή νομικών καταστάσεων που έλαβε υπόψη το διοικητικό όργανο για την εφαρμογή του κανόνα ο οποίος προβλέπει την έκδοση της διοικητικής πράξης, δηλαδή όταν αποδεικνύεται ότιτο διοικητικό όργανο από πλάνη θεώρησε ότι υφίστανται οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης (βλ. Chrystalleni Kallimachou and Others v. The Municipality of Polis Chrysochous (1988) 3 Α.Α.Δ. 1040, «Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο» του Δρ. Παρασκευά, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη). Ελλείψει των στοιχείων αυτών, διαφαίνεται ότι τα συμπεράσματα των Καθ’ων η Αίτηση επί του σημείου αυτού λήφθηκαν με πλάνη περί τα πράγματα, η οποία μετά επηρέασε την αιτιολόγηση τους ώστε να την καθιστά λανθασμένη αφού ουδέν στοιχείο περί τούτου τέθηκε ενώπιον των Καθ’ων η Αίτηση που να δικαιολογεί τα συμπεράσματά τους.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής στις 26/11/25 βρισκόταν σε όχημα που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στην Πάφο, ως συνοδηγός.  Από διαβατηριακό έλεγχο που έγινε κατά το συμβάν διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται παράνομα στην Δημοκρατία και μέλη της Τροχαίας Πάφου τον συνέλαβαν για παράνομη παραμονή και τέθηκε υπό κράτηση.    Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, με ημερ. 1/12/25 η οποία έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα να επανανοίξει ο φάκελος του ώστε να εξεταστεί επί της ουσίας η αίτηση του για διεθνή προστασία (βλ. ερυθρά 20-24 του διοικητικού φακέλου).

 

Ως εκ τούτου, αρχικά θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής δεν καθυστέρησε στην υποβολή του αιτήματος του για διεθνή προστασία και δεν την υπέβαλε μετά την σύλληψη και κράτηση του με σκοπό την απέλαση του δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, κάτι που θα συνιστούσε επιβαρυντικό παράγοντα για την γνησιότητα του αιτήματος του (βλ. Mahfuja Akter ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1669/2011, ημερ. 22.3.2013, Md Jakir Hossain v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2319/06, ημερ. 16.7.2008, Forhad Molla v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2051/06, ημερ. 19.3.2008, Inram Ashraf  v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 571/07, ημερ. 8.5.2008 και Postolachi Konstantin v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1458/2009, ημερ. 25.2.2011)Πόσω δε μάλλον, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η μεταγενέστερη του αίτηση έγινε δεκτή, δείχνει ότι μετά τον προκαταρκτικό έλεγχο από την Υπηρεσία Ασύλου, με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, υπάρχουν νέα στοιχεία που πρέπει να εξεταστούν, και αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και η διοίκηση ικανοποιήθηκε πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.   

 

Ως εκ τούτου, τα πιο πάνω στοιχεία καταρρίπτουν και τον δεύτερο λόγο που προέβαλαν οι Καθ’ων η Αίτηση προς αιτιολόγηση της έκδοσης του επίδικου διατάγματος με βάση το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού:

-      Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής.  Το δε διάταγμα απέλασης ημερ. 27/11/25 εκδόθηκε μετά τη σύλληψη και κράτηση του ως παράνομος μετανάστης και δεν αποδείχθηκε ότι ενημερώθηκε προηγουμένως για υποχρέωση του να αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία.

-      Η αίτηση του έγινε δεκτή με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, όπως ανέλυσα πιο πάνω, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός ότι η αίτηση του υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του αλλά διαφαίνεται με την αποδοχή της και το επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή ότι τα στοιχεία και ισχυρισμοί του Αιτητή είναι εκ πρώτης όψεως συζητήσιμα και υπό διερεύνηση.

Στη βάση και της πιο πάνω κατάληξής μου, δεν θεωρώ ότι η απροθυμία του Αιτητή να επαναπατριστεί είναι αβάσιμη, αφού διαφαίνεται ότι επικαλείται κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του, ισχυρισμοί που κρίθηκαν εκ πρώτης όψεως βάσιμοι ώστε να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης του διεθνούς προστασίας.

 

Ως εκ τούτου ο λόγος που οδήγησε τους Καθ’ων η Αίτηση στην κράτηση του Αιτητή με βάση το άρθρο 9 ΣΤ(2)(δ), ήτοι ότι είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και ότι υπέβαλε αίτηση προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής πάσχει και δεν βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.  Ο Αιτητής, παρόλο που στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε υποβάλει το αίτημά του για διεθνή προστασία, και δεν το υπέβαλε μόνο αφού συνελήφθη και εκκρεμούσαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης.

 

 Επιπρόσθετα, οι λόγοι που δόθηκαν από τους Καθ’ων η Αίτηση προς αιτιολόγηση του επίδικου διατάγματος έχουν τεθεί στο κείμενο του διατάγματος δεν συμπληρώνονται και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που αφορά τον Αιτητή.  Η δε κατάληξη τους ότι η υποβολή της αίτησης για διεθνή προστασία έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει την διαδικασία επαναπατρισμού του είναι αυθαίρετη και αντιφατική της συμπεριφοράς της διοίκησης, η οποία αποδέχθηκε την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή και επανάνοιξε το φάκελο του ώστε να εξετάσει την αίτησή του επί της ουσίας.

 

Ως εκ τούτου επιτυγχάνουν οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η συνήγορος του Αιτητή σχετικά με την παράνομη έκδοση του επίδικου διατάγματος, χωρίς να υφίστανται οι προϋποθέσεις του Νόμου, με πλάνη περί τα πράγματα που οδήγησε σε εσφαλμένη αιτιολόγηση και χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας.

 

Υιοθετώ επίσης τα όσα έχουν λεχθεί στην προσφυγή αρ. 61/20, H.L.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσηςαπόφαση ημερ. 11/12/20:

«Η παρούσα προσφυγή διαφοροποιείται από άλλες υποθέσεις όπου το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε ότι θα μπορούσε η αιτιολογία της επίδικης απόφασης να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, δίνοντας βαρύτητα, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό και στη συμπεριφορά του αιτητή σε βάθος χρόνου (βλ. ενδεικτικά υπόθεση ΔΚ 36/20, M.A.Rv. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., απόφαση ημερ. 13 Οκτωβρίου 2020 και ΔΚ 31/20 A.B.C. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κ.α., απόφαση ημερ. 2 Σεπτεμβρίου 2020) αφού τα απαιτούμενα στοιχεία στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (βλ. Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 342).  Παραπέμπω, εν προκειμένω, και στο σκεπτικό της απόφασης που έχει επικαλεστεί η συνήγορος του Αιτητή στην υπόθεση Win Α.Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1827/2012, 1828/2012), απόφαση ημερ. 10/1/2018 , σχετικά με την αιτιολόγηση των διοικητικών πράξεων, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Η προβλεπόμενη στο νόμο απαίτηση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων αποτελεί διατεταγμένο ουσιώδη τύπο έκδοσής της. Η έλλειψη δε αιτιολογίας αποτελεί στις περιπτώσεις αυτές λόγο ακυρώσεως, λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της απόφασης. Ανεξάρτητα όμως από την έλλειψη ρητής αναφορά στο νόμο περί απαίτησης αιτιολογίας της πράξης, αιτιολογητέες εκ της φύσεως τους είναι και άλλες διοικητικές αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων οι πράξεις διακριτικής εξουσίας, που οφείλουν να είναι αιτιολογημένες.»

 

Επίσης «...Όταν ο νόμος προβλέπει ρητώς την αιτιολογία ...το Συμβούλιο της Επικράτειας θεωρεί την αιτιολογία ως «ουσιώδη τύπο» του οποίου η παράβαση οδηγεί στην ακύρωση της πράξεως (.)[ο] ουσιώδης αυτός τύπος τηρείται μόνον αν η αιτιολογία περιέχεται, περιληπτικώς έστω, αλλά σαφώς και εξειδικευμένως στο ίδιο το σώμα της διοικητικής πράξεως [ΣτΕ 2254/64] τα στοιχεία του φακέλου μπορούν να την συμπληρώσουν αλλά όχι να την αναπληρώσουν [ΣτΕ 2331/64].» (βλ. Π.Δ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» σελ. 287 (παρ. 641)).»

 

Με βάση τα όσα ανέλυσα ανωτέρω, κρίνω ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση πάσχει, καθώς εκδόθηκε υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης, στη βάση λανθασμένης και πεπλανημένης αιτιολογίας και δεν φαίνεται σε κανένα σημείο της απόφασης τους αλλά ούτε και από το σύνολο του διοικητικού φακέλου, ότι προέβησαν στη δέουσα έρευνα και ατομική αξιολόγηση της περίπτωσης του Αιτητή.  Για την κατάληξη αυτή, όπως και για το γεγονός ότι η κράτηση δεν είναι αναγκαίο μέτρο ούτε δικαιολογείται στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο άσκησε τη δικαιοδοσία του να εξετάσει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, και  κρίνει ότι το μέτρο της κράτησης δεν είναι εύλογο, αναγκαίο και αναλογικό για τον Αιτητή, στην υπό εξέταση υπόθεση, βάσει των γεγονότων της υπόθεσης.   

 

Στο σημείο αυτό θα τονίσω σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και όπως προκύπτει από τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, η διοίκηση και τα αρμόδια όργανά της έχουν υποχρέωση να διεξάγουν δέουσα έρευνα ως προς την πλήρωση των κριτηρίων που θέτει ο Νόμος και να επενδύουν τις αποφάσεις τους με στοιχεία που την δικαιολογούν και τεκμηριώνουν επαρκώς. Τα όσα ανέφερα ανωτέρω, καταδεικνύουν την προχειρότητα λήψης της απόφασης περί έκδοσης διατάγματος κράτησης, απόφαση η οποία θα πρέπει να αντικρίζεται από τους Καθ' ων η Αίτηση με υπευθυνότητα και σοβαρότητα, ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα επιβολής της και των επιπτώσεων που αυτή έχει, ήτοι του περιορισμού ενός από τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, του δικαιώματος της ελευθερίας. 

 

Επομένως καταλήγω ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης έχει εκδοθεί παράνομα, χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και χωρίς την επίκληση ορθής αιτιολογίας και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η κράτηση του Αιτητή βάσει του άρθρου 9ΣΤ (2) του περί Προσφύγων Νόμου.

   

Υπό το φως των όσων έχουν αναλυθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Διατάσσεται η άμεση απελευθέρωση του Αιτητή. Επιδικάζονται €1.500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. 

 

 Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ,Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο