ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
24 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G. I.
Αιτητής
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Βασιλόπουλος (κος) για Γ. Χριστοδουλίδη (κος), Δικηγόροι για τον Αιτητή
Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. : Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 17/07/2021, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 25/08/2021, μέσω επιστολής ημερομηνίας 29/07/2021, με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και, στις 18/06/2018, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 30/07/2018 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας. Στις 03/03/2020, αρμόδιος λειτουργός του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum, εφεξής «EUAA») διεξήγαγε συνέντευξη με τον Αιτητή και, στις 02/07/2021, συνέταξε Έκθεση–Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη αυτή.
Ακολούθως, στις 17/07/2021, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ενώ στις 29/07/2021 εκδόθηκε απορριπτική επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή στις 25/08/2021.
Η τελευταία αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε στις 26/08/2021.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας αριθμό λόγων ακύρωσης, οι οποίοι, ωστόσο, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή επαναλαμβάνει ορισμένα από τα νομικά σημεία που παρατέθηκαν στο εισαγωγικό δικόγραφο, χωρίς όμως να προβαίνει σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση αυτών.
Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι αναιτιολόγητη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη, ότι εκδόθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και/ή τον νόμο, ότι συνιστά κατάχρηση εξουσίας και ότι εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ενώ προβάλλεται επίσης ότι δεν διεξήχθη η δέουσα έρευνα, με αποτέλεσμα να εμφιλοχωρούν πλημμέλειες στη διαδικασία. Περαιτέρω, τονίζεται ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως ευάλωτο πρόσωπο, καθότι είναι παραπληγικός και η ευαλωτότητά του έχει αναγνωριστεί από αρμόδιο λειτουργό.
Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποστήριξε ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης στερούνται σαφούς αιτιολογίας και συγκεκριμενοποίησης ως προς τα πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η ανάπτυξη συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας εκ μέρους των Καθ’ ων προς αντίκρουσή τους. Περαιτέρω, υποστήριξε τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλοντας ότι αυτή αποτελεί προϊόν δέουσας και επαρκούς έρευνας.
Επιπλέον, μέσω της γραπτής αγόρευσης, αναφέρεται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 3(1) του Νόμου. Οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι, στη βάση των ισχυρισμών του Αιτητή, αυτοί δεν στοιχειοθετούν λόγο υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθότι κρίθηκαν αναξιόπιστοι, αναληθείς και αντιφατικοί, και, εν πάση περιπτώσει, δεν εμπίπτουν στους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, προβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, ασκώντας τη διακριτική τους ευχέρεια βάσει του Νόμου και του ενώπιόν τους υλικού, κατέληξαν ορθώς και ευλόγως στο επίδικο συμπέρασμα.
Κατά την απαντητική γραπτή αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε ιατρική και ψυχολογική εξέταση, σύμφωνα με τα άρθρα 16 παρ. α΄ εδ. 2 και 3 και 18 εδ. 3 έως 5 του Νόμου, καθότι είχε ήδη χαρακτηριστεί ως ευάλωτο πρόσωπο από αρμόδιο λειτουργό.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του γενικού ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή, περί λανθασμένης αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αιτητή και, αντίστοιχα, λανθασμένη εκτίμηση του κινδύνου δίωξής του, λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε.1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι η αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του δεν αποτέλεσε δική του επιλογή, αλλά απόφαση του πατέρα του, ο οποίος, ως ένας εκ των αρχηγών της Biafra, είχε δώσει οδηγίες στα μέλη της ομάδας να φυγαδεύσουν τον Αιτητή σε περίπτωση που του συνέβαινε οτιδήποτε. Κατ’ ακολουθίαν, ο Αιτητής αναχώρησε και, μέσω Τουρκίας, αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Πολιτεία Imo και συγκεκριμένα στην περιοχή Mbaitoli, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του. Ως προς τους προσωπικούς του ισχυρισμούς, ανέφερε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Igbo και ότι είναι Χριστιανός Αγγλικανικού δόγματος. Αναφορικά με τη συμμετοχή του στην εθνοτική του ομάδα, δήλωσε ότι ήταν ενεργό μέλος, ιδίως κατά τα μαθητικά του χρόνια, λαμβάνοντας μέρος σε παραδοσιακές τελετές.
Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος, ενώ ως προς την πατρική του οικογένεια ανέφερε ότι είναι μοναχοπαίδι και ότι οι γονείς του διέμεναν στο χωριό Mbaitoli της Πολιτείας Imo. Αναφορικά με τον πατέρα του, δήλωσε ότι αγνοεί αν βρίσκεται εν ζωή, καθότι, μετά την αναχώρησή του, δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του, ενώ γνώριζε ότι καταζητείτο από τον στρατό ως αρχηγός της Biafra. Όσον αφορά τη μητέρα του, ανέφερε ότι απεβίωσε κατά τον τοκετό.
Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κατόπιν δωδεκαετούς φοίτησης, και ότι ομιλεί την αγγλική και την Igbo γλώσσα. Σε σχέση με την επαγγελματική του εμπειρία, ανέφερε ότι εργαζόταν σε φάρμες στη Νιγηρία, ενώ κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο σχολείο απασχολείτο περιστασιακά.
Ερωτηθείς για την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας από τις 18/01/2019, ήτοι ενώ ήδη ευρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο αφορά τα κάτω άκρα του, και ότι, σύμφωνα με ιατρική γνωμάτευση, δεν δύναται να εργαστεί εκ νέου (βλ. ιατρικά έγγραφα, ερυθρά 25–30 Δ.Φ.). Ωστόσο, ανέφερε ότι επί του παρόντος δεν λαμβάνει οποιαδήποτε θεραπεία.
Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του στις 30/05/2018 και, με τη βοήθεια φίλου του πατέρα του, μετέβη αρχικώς στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και, μετά από διάστημα περίπου δύο εβδομάδων, εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του και επαναλαμβάνοντας τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του, ισχυρίστηκε ότι διέφυγε κατ’ εντολή του πατέρα του, τον οποίο καταδίωκε ο νιγηριανός στρατός με σκοπό τη θανάτωσή του, λόγω της ιδιότητάς του ως ενός εκ των αρχηγών της Biafra ή άλλως IPOB (The Indigenous People of Biafra).
Κατά τη διερεύνηση των ισχυρισμών του, μέσω της υποβολής περαιτέρω ερωτήσεων από τον αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, θεωρεί ότι θα κινδυνεύσει η ζωή του, ιδίως εάν ο πατέρας του έχει ήδη δολοφονηθεί από τον νιγηριανό στρατό. Όπως δήλωσε, ο λόγος για τον οποίο επηρεάζεται ο ίδιος έγκειται στο γεγονός ότι είναι ο μοναχογιός του πατέρα του.
Ερωτηθείς σχετικά με την κατάσταση ασφάλειας στην Πολιτεία καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ήτοι την Imo, δήλωσε ότι, σε περίπτωση που αποκαλυφθεί η ιδιότητα κάποιου ως μέλους της Biafra, αυτός στοχοποιείται από τον νιγηριανό στρατό και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο θανάτωσης.
Αναφορικά με την απόφαση του πατέρα του να φυγαδεύσει τον Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του, επανέλαβε ότι αυτή ελήφθη λόγω του ότι ο νιγηριανός στρατός καταδίωκε τον πατέρα του με σκοπό τη θανάτωσή του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν είχε δει τον πατέρα του για δύο ημέρες πριν την αναχώρησή του και ότι δεν γνωρίζει τι τελικώς απέβη αυτού. Δήλωσε επίσης ότι τα πρόσωπα που τον μετέφεραν στο αεροδρόμιο του Lagos, προκειμένου να αναχωρήσει με φίλο του πατέρα του, τον ενημέρωσαν για την εν λόγω απόφαση χωρίς να του παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες, υποδεικνύοντάς του να μην προβεί σε ερωτήσεις.
Κατά τα λεγόμενά του, όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται με την Biafra αντιμετωπίζουν κίνδυνο από τον στρατό της χώρας, πλην όμως η περίπτωση του πατέρα του ήταν δυσμενέστερη λόγω της ηγετικής του ιδιότητας. Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο ο νιγηριανός στρατός θα επιθυμούσε να στραφεί και εναντίον του ιδίου, δήλωσε ότι τούτο οφείλεται τόσο στη συγγενική του σχέση με τον πατέρα του όσο και στο γεγονός ότι και ο ίδιος είναι μέλος της Biafra.
Σε σχέση με την ιδιότητά του ως μέλους της Biafra, ο Αιτητής κλήθηκε να περιγράψει τον ρόλο του, αναφέροντας αρχικώς ότι τα μέλη της επιδιώκουν την ελευθερία τους, ενώ, κατόπιν επανάληψης της ερώτησης, διευκρίνισε ότι ο ίδιος ήταν απλό μέλος, χωρίς ιδιαίτερο ρόλο. Όσον αφορά τον πατέρα του, δήλωσε ότι ήταν ένας εκ των αρχηγών της Biafra.
Στη συνέχεια, κληθείς να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την IPOB, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θυμόταν ποιος ήταν ο ιδρυτής της, επικαλούμενος την παρέλευση πολλών ετών από την ίδρυσή της. Ανέφερε ότι τα χρώματα της σημαίας της είναι το πράσινο, το μαύρο και το κόκκινο. Κληθείς να αναφερθεί στους στόχους της IPOB, περιορίστηκε να αναφέρει την «ελευθερία» ως σκοπό της οργάνωσης, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού.
Ως προς τα προσωπικά του κίνητρα για ένταξη στην οργάνωση, επανέλαβε ότι τα μέλη της Biafra/IPOB επιδιώκουν την ελευθερία, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να ανακαλέσει την ημερομηνία εγγραφής του. Ερωτηθείς σχετικά με τις δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε, ανέφερε ότι τα μέλη προέβαιναν σε ανάρτηση σημαιών, διεκδικώντας την ελευθερία τους από τη Νιγηρία, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε ως αποτέλεσμα να απειλείται η ζωή τους από τον νιγηριανό στρατό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διαπράττονται δολοφονίες. Πρόσθεσε ότι παρόμοιες δράσεις λάμβαναν χώρα τόσο εντός όσο και εκτός Νιγηρίας, με σκοπό τη διεθνοποίηση του αιτήματός τους.
Αναφορικά με την Πολιτεία Imo, δήλωσε ότι αρχηγός της IPOB είναι ο Mazi Nnamdi Kanu. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ερωτηθείς εκ νέου σχετικά με τις ανωτέρω δραστηριότητες, ανέφερε ότι αυτές λάμβαναν χώρα στην «Igbo Land» και στη «Biafra Land», στο πλαίσιο συγκεντρώσεων κατά τις οποίες τραγουδούσαν τον ύμνο της Biafra. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό όταν κλήθηκε να αναφέρει την πλέον αξιομνημόνευτη στιγμή των εν λόγω συγκεντρώσεων.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι όλοι οι Igbo της προαναφερθείσας Πολιτείας είναι μέλη της IPOB, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τα πρόσωπα με τα οποία διατηρούσε επικοινωνία εντός της οργάνωσης. Όταν του υποβλήθηκε εκ νέου το σχετικό ερώτημα, ανέφερε ότι, μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με μέλη της οργάνωσης.
Κληθείς να διαφοροποιήσει τη δική του δραστηριοποίηση από εκείνη του πατέρα του, επαναλάμβανε ότι ο πατέρας του ήταν αρχηγός, ενώ ο ίδιος απλό μέλος, δηλώνοντας ωστόσο ρητώς ότι αγνοεί τις αρμοδιότητες του πατέρα του υπό την ιδιότητά του αυτή.
Ακολούθως, αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο πατέρας του, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανακαλέσει πότε αυτά ξεκίνησαν. Ερωτηθείς ως προς το πώς ο ίδιος βίωσε τα εν λόγω προβλήματα, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και δεν παρείχε περαιτέρω απάντηση. Όσον αφορά τον ίδιο, ανέφερε ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε προσωπική βλάβη, ενώ δήλωσε ότι κατόρθωσε να αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του με θεώρηση εισόδου (visa), παρά τον ισχυρισμό του ότι καταζητείτο από τον νιγηριανό στρατό. Όταν του υποβλήθηκε εκ νέου το ερώτημα ως προς το πώς κατέστη δυνατή η αναχώρησή του υπό τις περιστάσεις αυτές, απάντησε ότι δεν θυμάται.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε ερωτήματα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του Αιτητή, ο οποίος ανέφερε ότι υπέστη κάταγμα στο πόδι του στη Λευκωσία. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι, επιστρέφοντας από συνάντηση για εξεύρεση εργασίας, «κάτι τον τράβηξε», με αποτέλεσμα να πέσει και να υποστεί το εν λόγω κάταγμα.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και στα δύο κάτω άκρα, κατά την οποία τοποθετήθηκαν βίδες και μεταλλικά στηρίγματα, και ότι ο θεράπων ιατρός τον ενημέρωσε πως δεν θα είναι σε θέση να εργαστεί εκ νέου. Κληθείς να διευκρινίσει ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις της κατάστασης της υγείας του σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ανέφερε ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες, καθότι δεν γνωρίζει εάν θα ήταν εφικτή η αφαίρεση των εν λόγω υλικών, ενώ, σύμφωνα με όσα του αναφέρθηκαν από τους ιατρούς στην Κυπριακή Δημοκρατία, αυτά θα παραμείνουν μόνιμα.
Ερωτηθείς σχετικά με το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή της Νιγηρίας, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο θα μπορούσε να διαβιώσει σε διαφορετική περιοχή της χώρας. Παράλληλα, ανέφερε ότι, σε περίπτωση που ο πατέρας του είναι εν ζωή, εκτιμά ότι αυτός θα εξακολουθεί να διαμένει στην περιοχή της «Igbo Land».
Ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε και εξέτασε συνολικά δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε από τον νιγηριανό στρατό λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της IPOB.
Ο πρώτος ισχυρισμός, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή (συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης της υγείας του), έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από ανεπάρκεια, ασυνέπεια και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών.
Ειδικότερα, κατόπιν του ισχυρισμού του περί ένταξής του στην IPOB, ζητήθηκε από τον Αιτητή να αναπτύξει περαιτέρω τόσο τη γενική κατάσταση στην Πολιτεία Imo όσο και το συγκεκριμένο περιστατικό που επικαλέστηκε κατά την ελεύθερη αφήγησή του ως καθοριστικό για την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 40 – 1Χ Δ.Φ.). Ωστόσο, περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές, δηλώνοντας ότι, στην Πολιτεία Imo, όποιος αποκαλύπτει ότι είναι «Biafran» στοχοποιείται και θανατώνεται από τον νιγηριανό στρατό (ερυθρά 40 – 3Χ και 39 – 1Χ Δ.Φ.), χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή λεπτομέρειες.
Λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών του, ευλόγως αναμενόταν να παράσχει συγκεκριμένη, συνεκτική και λεπτομερή περιγραφή αναφορικά με τη μεταχείριση των μελών της IPOB, καθώς και σαφή γνώση των δραστηριοτήτων του πατέρα του, στοιχεία που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι του δόθηκε επανειλημμένως η δυνατότητα να αναπτύξει τη φύση και την έκταση της συμμετοχής του στην εν λόγω οργάνωση, δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτικές και επαρκώς εξειδικευμένες απαντήσεις (ερυθρό 39 – 3Χ Δ.Φ.).
Περιορίστηκε δε στο να αναφέρει ότι ο πατέρας του ήταν ηγέτης, ενώ ο ίδιος ήταν απλό μέλος της IPOB (ερυθρό 39 – 3Χ Δ.Φ.). Όταν κλήθηκε να περιγράψει τον ρόλο του, προέβη κατ’ επανάληψη σε αόριστες και γενικόλογες δηλώσεις, αναφερόμενος γενικώς στην επιδίωξη της «ελευθερίας», χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα καθήκοντα ή δραστηριότητες (ερυθρό 39 – 6Χ Δ.Φ.).
Περαιτέρω, επέδειξε συγκεχυμένη και ασυνεπή κατανόηση των σκοπών της οργάνωσης και των κινήτρων που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον ώθησαν να ενταχθεί σε αυτήν (ερυθρό 38 – 1Χ Δ.Φ.), ενώ δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε τον χρόνο έναρξης της συμμετοχής του (ερυθρό 38 – 2Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείς να εξειδικεύσει τις ενέργειες στις οποίες συμμετείχε, περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι «σήκωναν σημαίες ζητώντας ελευθερία» (ερυθρά 38 – 3Χ και 36 – 2Χ Δ.Φ.), χωρίς περαιτέρω ανάλυση.
Παρά το ότι του ζητήθηκε να παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα δράσεων και να προσδιορίσει πρόσωπα με τα οποία διατηρούσε επαφή εντός της οργάνωσης, παρείχε εκ νέου αόριστες και ελλιπείς απαντήσεις (ερυθρά 37 – 4Χ και 35 – 3Χ Δ.Φ.). Υπό τις περιστάσεις, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, εάν πράγματι ο Αιτητής είχε ενεργό συμμετοχή, θα ήταν σε θέση να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά και βασικά στοιχεία της δομής και λειτουργίας της οργάνωσης.
Επιπλέον, ερωτηθείς να αποσαφηνίσει τη διάκριση ρόλων μεταξύ του ιδίου και του πατέρα του, προέβη εκ νέου σε γενικόλογες αναφορές, δηλώνοντας ότι «σε όλα πρέπει να υπάρχει ένας ηγέτης και μέλη», χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένες αρμοδιότητες (ερυθρό 37 – 5Χ Δ.Φ.).
Τέλος, ως προς τον τρόπο αναχώρησής του από τη Νιγηρία μέσω του αεροδρομίου του Lagos, παρά τον ισχυρισμό του ότι καταζητείτο από τις αρχές, παρείχε συγκεχυμένες και αόριστες απαντήσεις, αναφέροντας ότι «τον πήγαν στο αεροδρόμιο» και «του έδωσαν τη βίζα» (ερυθρό 37 – 3Χ Δ.Φ.), χωρίς να εξηγήσει πώς κατέστη δυνατή η νόμιμη έξοδός του από τη χώρα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ερωτηθείς εκ νέου επί του ζητήματος, δήλωσε ότι «δεν θυμάται» (ερυθρό 35 – 2Χ Δ.Φ.).
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ευλόγως αναμενόταν από τον Αιτητή να παράσχει σαφείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες αναχώρησής του, ιδίως ενόψει του ισχυρισμού του περί στοχοποίησής του από τις νιγηριανές αρχές.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη δράση της IPOB, καθώς και την εσωτερική ένταση στη Νιγηρία που συνδέεται με τη δράση της εν λόγω οργάνωσης. Ωστόσο, η αδυναμία του Αιτητή να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, ενόψει των ανεπαρκειών, των ασυνεπειών και της έλλειψης ουσιωδών λεπτομερειών που εντοπίστηκαν στο αφήγημά του, οδήγησε στην απόρριψή του (ερυθρό 77 Δ.Φ.).
Υπό το φως του αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι εκείνου που αφορά την ταυτότητα, τα προσωπικά του στοιχεία/προφίλ και τη χώρα και τον τόπο καταγωγής του, οι Καθ’ ων η Αίτηση, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και ειδικότερα στην Πολιτεία Imo, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προς τούτο, οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη Νιγηρία και ειδικότερα με την Πολιτεία Imo, ως τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας. Επιπλέον, ελήφθησαν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, χωρίς στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας, ο οποίος διέμενε στην Πολιτεία Imo καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του (βλ. ερ. 76–77 Δ.Φ.).
Παράλληλα, αξιολογήθηκε και η κατάσταση της υγείας του Αιτητή, σε σχέση με την οποία διενεργήθηκε σχετική έρευνα. Αν και από τις πηγές που παρατίθενται στην Έκθεση–Εισήγηση προκύπτει ότι υφίσταται κοινωνικός στιγματισμός ατόμων με κινητικά προβλήματα, αυτός δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης και/ή σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε οποιονδήποτε από τους πέντε λόγους δίωξης που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ούτε κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 15(β) της ίδιας Οδηγίας.
Όσον αφορά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι ο Αιτητής δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια της διάταξης αυτής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στην Πολιτεία Imo, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (βλ. ερ. 75–76 Δ.Φ.).
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν πιο πάνω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, όσο και τα όσα προέβαλε η εκπρόσωπος των συνηγόρων του Αιτητή κατά την ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του περί των προσωπικών του στοιχείων, του εν γένει προφίλ και της χώρας καταγωγής του, θα συμφωνήσω με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και θα υιοθετήσω την κατάληξη των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι ότι ο Αιτητής πρόκειται για υπήκοο της Νιγηρίας με τόπο γέννησης και τελευταίας συνήθους διαμονής την πολιτεία Imo.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι περί στοχοποίησής του από τις νιγηριανές αρχές λόγω της σχέσης του με την IPOB, το Δικαστήριο συμφωνεί με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετεί την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση.
Ειδικότερα, παρατηρείται ότι οι απαντήσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξη χαρακτηρίζονται από αοριστία, επιφανειακότητα και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του.
Καταρχάς, κατόπιν του ισχυρισμού του περί συμμετοχής του στην IPOB, ο Αιτητής κλήθηκε να αναπτύξει τόσο τη γενική κατάσταση στην Πολιτεία Imo όσο και το συγκεκριμένο περιστατικό που επικαλέστηκε ως καθοριστικό για την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Εντούτοις, οι απαντήσεις του περιορίστηκαν σε γενικές και αόριστες αναφορές, ήτοι ότι στην Πολιτεία Imo όποιος δηλώνει «Biafran» κινδυνεύει να θανατωθεί από τον νιγηριανό στρατό, χωρίς να παρατεθούν συγκεκριμένα περιστατικά ή επαρκείς λεπτομέρειες (ερυθρά 40 – 3Χ και 39 – 1Χ Δ.Φ.).
Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της αφήγησής του, ευλόγως θα αναμενόταν από τον Αιτητή να παράσχει συγκεκριμένη, συνεκτική και λεπτομερή περιγραφή αναφορικά με τη μεταχείριση των μελών της IPOB, καθώς και σαφή γνώση των δραστηριοτήτων του πατέρα του, στοιχείο που δεν προέκυψε από τις δηλώσεις του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπήρξε μέλος της IPOB κατά την παραμονή του στη Νιγηρία, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αναπτύξει τη φύση και την έκταση της συμμετοχής του. Παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που του παρασχέθηκαν, δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτικές και επαρκώς εξειδικευμένες απαντήσεις προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του (ερυθρό 39 – 3Χ Δ.Φ.), περιοριζόμενος στην αναφορά ότι ο πατέρας του ήταν ένας εκ των ηγετών και ότι ο ίδιος ήταν απλό μέλος.
Επιπλέον, κληθείς να εξειδικεύσει τον ρόλο του στην οργάνωση, προέβη κατ’ επανάληψη σε γενικόλογες αναφορές περί της επιδίωξης «ελευθερίας», δηλώνοντας ότι δεν είχε συγκεκριμένα καθήκοντα (ερυθρό 39 – 6Χ Δ.Φ.). Παράλληλα, επέδειξε ελλιπή κατανόηση των σκοπών της οργάνωσης και των κινήτρων που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον οδήγησαν στη συμμετοχή του, περιοριζόμενος σε μονοδιάστατες και ανεπαρκείς αναφορές (ερυθρό 38 – 1Χ Δ.Φ.).
Ομοίως, δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει τον χρόνο έναρξης της συμμετοχής του στην IPOB, ενώ, ερωτηθείς για τη φύση των δραστηριοτήτων του, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί ανάρτησης σημαιών και διεκδίκησης ελευθερίας, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση (ερυθρά 38 – 2Χ–3Χ και 36 – 2Χ Δ.Φ.).
Παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις να παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα δράσεων, να προσδιορίσει πρόσωπα με τα οποία διατηρούσε επαφή και να περιγράψει τη δομή της οργάνωσης, οι απαντήσεις του παρέμειναν αόριστες και ελλιπείς (ερυθρά 37 – 4Χ και 35 – 3Χ Δ.Φ.). Ομοίως, ερωτηθείς να διακρίνει τα καθήκοντα μεταξύ του ιδίου και του πατέρα του, προέβη σε γενικόλογες και ασαφείς δηλώσεις, περιοριζόμενος σε αφηρημένες αναφορές περί ύπαρξης ηγετών και μελών (ερυθρό 37 – 5Χ Δ.Φ.).
Τέλος, ως προς τον τρόπο αναχώρησής του από τη Νιγηρία μέσω του αεροδρομίου του Lagos, παρά τον ισχυρισμό του ότι καταζητείτο από τις αρχές, παρείχε ασαφείς και αντιφατικές απαντήσεις, αναφέροντας ότι μεταφέρθηκε στο αεροδρόμιο και του χορηγήθηκε θεώρηση εισόδου, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι «δεν θυμάται» τον τρόπο αναχώρησής του (ερυθρά 37 – 3Χ και 35 – 2Χ Δ.Φ.).
Υπό τις περιστάσεις αυτές, ευλόγως θα αναμενόταν να παράσχει συγκεκριμένες και επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη νόμιμη έξοδό του από τη χώρα, ιδίως ενόψει του ισχυρισμού ότι αποτελούσε πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές. Οι ανωτέρω ελλείψεις, ασυνέπειες και αντιφάσεις πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί στοχοποίησής του από τις νιγηριανές αρχές.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικής δίωξης ή βλάβης εις βάρος του. Αντιθέτως, ο ισχυριζόμενος φόβος του ερείδεται αποκλειστικά στην κατάσταση του πατέρα του, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε άμεση ή εξατομικευμένη απειλή προς το πρόσωπό του.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί της φερόμενης δράσης του πατέρα του στο πλαίσιο της IPOB, παρατηρείται ότι οι σχετικές δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ουσιώδη ασάφεια, έλλειψη συγκεκριμένων πληροφοριών και περιορισμένη γνώση επί κρίσιμων στοιχείων. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη φύση της δραστηριότητας του πατέρα του, τις αρμοδιότητες ή τον ρόλο που αυτός φέρεται να κατείχε εντός της οργάνωσης, ενώ δήλωσε ότι δεν γνωρίζει βασικά στοιχεία αναφορικά με τη δράση του.
Περαιτέρω, δεν κατόρθωσε να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά που να αφορούν τον πατέρα του ή να εξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η φερόμενη δραστηριότητά του συνδέεται με τον επικαλούμενο κίνδυνο. Επιπλέον, η αδυναμία του να δηλώσει εάν ο πατέρας του είναι εν ζωή, καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του μετά την αναχώρησή του, ενισχύουν την αοριστία και την αναξιοπιστία των σχετικών ισχυρισμών.
Υπό τις περιστάσεις, και δεδομένου ότι η αναφορά στον πατέρα του αποτελεί στοιχείο που ο ίδιος ο Αιτητής εντάσσει στον πυρήνα της αφήγησής του, θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει σαφείς, συνεκτικές και επαρκώς συγκεκριμένες πληροφορίες. Η αποτυχία του να το πράξει πλήττει ουσιωδώς την αξιοπιστία του εν λόγω σκέλους του αφηγήματός του και, κατ’ επέκταση, την αξιοπιστία της συνολικής του αφήγησης.
Συναφώς, ο φόβος που προβάλλεται από τον Αιτητή εμφανίζεται ως υποθετικός και αβέβαιος, καθότι ο ίδιος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει εάν ο πατέρας του είναι εν ζωή ή όχι, συνδέοντας τον κίνδυνο που επικαλείται με ενδεχόμενα σενάρια και όχι με συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα περιστατικά.
Επιπλέον, διαπιστώνεται ουσιώδης αντίφαση ως προς τον ισχυρισμό περί στοχοποίησής του από τις νιγηριανές αρχές, δεδομένου ότι, παρά τον ισχυρισμό ότι καταζητείτο, ο ίδιος ανέφερε ότι κατόρθωσε να εξέλθει νομίμως από τη χώρα μέσω του αεροδρομίου του Lagos, με θεώρηση εισόδου, χωρίς να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις ως προς το πώς κατέστη δυνατή η αναχώρησή του υπό τις περιστάσεις αυτές.
Επιπλέον, η περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εμφανίζεται ως μη εύλογη, καθότι, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τρίτα πρόσωπα τον μετέφεραν εκτός χώρας χωρίς να του παράσχουν ουσιαστικές πληροφορίες, ζητώντας του μάλιστα να μην υποβάλει ερωτήσεις, στοιχείο που δεν συνάδει με συνήθη πρότυπα συμπεριφοράς σε καταστάσεις πραγματικού κινδύνου.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί συμμετοχής του στην IPOB, ο Αιτητής επέδειξε εμφανή έλλειψη βασικών γνώσεων αναφορικά με την οργάνωση, καθώς δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ουσιώδη στοιχεία, όπως τον ιδρυτή, τη δομή ή τον τρόπο λειτουργίας της, ενώ προέβη και σε γενικευμένες και ανακριβείς δηλώσεις, όπως ότι όλοι οι Igbo αποτελούν μέλη της IPOB.
Συναφώς, διαπιστώνεται ασυνέπεια μεταξύ του ισχυρισμού του ότι ήταν μέλος της IPOB και της αδυναμίας του να προσδιορίσει τον ρόλο του, τη διάρκεια ή τη φύση της συμμετοχής του, καθώς και να περιγράψει συγκεκριμένες δραστηριότητες, γεγονός που αποδυναμώνει ουσιωδώς τον σχετικό ισχυρισμό.
Περαιτέρω, η περιγραφή των δραστηριοτήτων στις οποίες φέρεται να συμμετείχε περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί ανάρτησης σημαιών και διεκδίκησης ελευθερίας, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση, αναφορά σε περιστατικά ή προσωπικές εμπειρίες, στοιχείο που δεν συνάδει με πραγματική και ενεργή συμμετοχή σε πολιτική οργάνωση.
Επιπλέον, παρατηρείται επανειλημμένη αδυναμία κατανόησης ή ανταπόκρισης σε κρίσιμα ερωτήματα κατά τη συνέντευξη, με τον Αιτητή να ζητά επανειλημμένως επαναδιατύπωση ή να δηλώνει άγνοια, γεγονός που ενισχύει την εικόνα έλλειψης ουσιαστικής γνώσης επί των ισχυρισμών του.
Αντίστοιχα, οι δηλώσεις του ως προς τα πρόσωπα με τα οποία διατηρούσε επαφή εντός της IPOB παρουσιάζουν εσωτερική ασυνέπεια, καθότι αρχικώς ανέφερε ότι όλοι οι Igbo είναι μέλη της οργάνωσης, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με μέλη αυτής.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να περιγράψει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό ή εμπειρία που να συνδέεται με τη συμμετοχή του στην IPOB ή με ενδεχόμενη στοχοποίησή του, παρά τις σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
Επιπλέον, οι δηλώσεις του ως προς το ενδεχόμενο μετεγκατάστασής του εντός της Νιγηρίας παρουσιάζουν ασάφεια και αντίφαση, καθότι αφενός δήλωσε άγνοια ως προς τη δυνατότητα διαβίωσης σε άλλη περιοχή, αφετέρου άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να διαμείνει αλλού υπό προϋποθέσεις, γεγονός που υπονομεύει τον ισχυρισμό περί γενικευμένου κινδύνου.
Τέλος, το πρόβλημα υγείας που επικαλέστηκε ο Αιτητής προέκυψε μετά την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν συνδέεται με οποιονδήποτε λόγο δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ούτε προκύπτει ότι αυτό θα μπορούσε να θεμελιώσει αυτοτελώς βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το σύνολο των διαπιστωθεισών ελλείψεων, ασυνεπειών και αντιφάσεων στο αφήγημα του Αιτητή πλήττει καίρια την αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του. Η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένες, συνεκτικές και επαρκώς τεκμηριωμένες πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του, σε συνδυασμό με την έλλειψη προσωπικής εμπειρίας δίωξης και τη μη εύλογη εκδοχή των πραγματικών περιστατικών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς ο αρμόδιος λειτουργός και οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τον σχετικό ισχυρισμό ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστο.
Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αξίωση για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται ουσιαστικά και με επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα της αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγούμενα, της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του. Επομένως, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως έλλειψη σχετικών στοιχείων. Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, όπως επίσης και το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητας του,[1] φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια γνήσια προσωπική εμπειρία. Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί, αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/EE, αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (2018)», αναφέρεται στη σελ.98, ενότητα 4.5.3 ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του πιο πάνω εγχειριδίου, αναφέρεται ότι: «Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη 'λυσιτελών στοιχείων'.».
Συναφώς, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας». Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[2]
Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεών του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και η πληθώρα ασυνεπειών επί αρκετών σημείων, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ο οποίος απορρέει από τον εν λόγω ισχυρισμό του. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας πρωτίστως εναποτίθεται στους ώμους του Αιτητή, ο οποίος πρέπει να καταβάλλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί με βάση τα πραγματικά περιστατικά τις προϋποθέσεις για παραχώρηση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή της παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κάτι το οποίο η Αιτήτρια απέτυχε να το πράξει επί της παρούσας υπόθεσης. (William Crisantha Mal Francis Karumarathna v.Δημοκρατίας, υπόθ.αρ.1875/08, ημερ.1.3.2010 και Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε για τους προσφυγές - ότι ο Αιτητής οφείλει με ειλικρίνεια να θεμελιώσει το αίτημα του, (βλ. Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προέβησαν σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή και, στη βάση αυτής, προχώρησαν σε εκτίμηση του κινδύνου. Ωστόσο, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι περί στοχοποίησής του από τις νιγηριανές αρχές λόγω της σχέσης του με την IPOB, δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος και, συνακόλουθα, δεν μπορούσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Συναφώς, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα στην πιο πάν αναφερθείσα υπόθεση M. v Minister for Justice Equality and Law Reform, η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας προϋποθέτει, σε πρώτο στάδιο, την εξακρίβωση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία είναι καθοριστικά για την εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό, ο αιτητής υπέχει υποχρέωση συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τους ισχυρισμούς του. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στην εν λόγω υποχρέωση, καθότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασάφεια και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών.
Ο βασικός λόγος απόρριψης του εν λόγω ισχυρισμού έγκειται στην αποτυχία του Αιτητή να τεκμηριώσει την αληθοφάνειά του, καθώς και στον ουσιώδη κλονισμό της αξιοπιστίας του, λόγω σημαντικών ελλείψεων, ασυνεπειών και αντιφατικών απαντήσεων που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Οι διαπιστωθείσες αυτές αδυναμίες αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του και δεν δύνανται να θεωρηθούν επουσιώδεις ή δευτερεύουσες. Αυτό το εμπόδιο αναγνωρίζεται ρητά ως ένα από τα κωλύματα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, από τις πρόνοιες του Εγχειριδίου (Βλ. απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου EDWARD ESKANDAZ ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, 4/7/2013).
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[3], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η[4]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρία είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτού[5]. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση ενός εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα, οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα είναι κυρίως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Στην εκτίμηση αυτή, λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του αιτητή, όπως επίσης και πληροφορίες όσον αφορά τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση επικεντρώνεται αρχικά στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή ο βάσιμος φόβος του αιτητή πρέπει να είναι τρέχων, και κατά δεύτερον, ο «βάσιμος φόβος» βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, η οποία είναι μελλοντοστραφής (άρθρο 4 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, για σκοπούς κατ' ουσίαν εξέτασης του αιτήματός της.
Αναφορικά με την IPOB στη Νιγηρία:
Κατόπιν σχετικής έρευνας αναφορικά με την οργάνωση IPOB (Indigenous People of Biafra), αυτή αυτοπροσδιορίζεται ως μη βίαιη οργάνωση, αλλά παράλληλα έχει στο μεταξύ χαρακτηριστεί ως «τρομοκρατική οργάνωση» από το ίδιο το Νιγηριανό κράτος.[6] Η εντατικοποίηση της βίας τοποθετείται στο έτος 2021 μεταξύ της IPOB και του κράτους.[7] Σημειωτέον δε είναι ότι το Δεκέμβριο του 2020 ο αρχηγός της εν λόγω οργάνωσης, Nnambi Kanu, ανακοίνωσε την ίδρυση του Eastern Security Network (ESN), δηλ. ενός παραστρατιωτικού παραρτήματος της οργάνωσης, με σκοπό την προστασία των Igbo από τους Fullani.[8] Πρέπει επίσης, να σημειωθεί ότι στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δε γίνεται σαφής οριοθέτηση όσον αφορά το γεωγραφικό πεδίο δράσης της IPOB, ωστόσο αυτό που κατά κύριο λόγο εντοπίζεται στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης η δράση της επικεντρώνεται στην South-East περιοχή της Νιγηρίας[9], η οποία περιλαμβάνει τις πολιτείες Abia, Anambra, Ebonyi, Enugu και Imo. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι σε αυτές τις περιοχές κατοικούν κατά πλειοψηφία από τη φυλή Igbo[10].
Πιο πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν πως οι δυνάμεις ασφαλείας της Νιγηρίας επιδόθηκαν σε υπερβολική χρήση βίας, σωματική κακοποίηση, μυστικές κρατήσεις, εκβιασμό, κάψιμο σπιτιών, κλοπές και εξωδικαστικές εκτελέσεις υπόπτων μέσα στο 2021. Ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτίμησαν ότι ο αριθμός των νεκρών από τη βία μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2021 στις πολιτείες Anambra, Imo, Abia και Ebonyi ανήλθε σε εκατοντάδες. Η Διεθνής Αμνηστία διεξήγαγε εκτεταμένη έρευνα για να τεκμηριώσει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα εγκλήματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο στις πολιτείες Anambra, Imo, Ebonyi και Abia από τον Ιανουάριο του 2021 και έπειτα. Η οργάνωση κατέγραψε 52 περιστατικά παράνομων δολοφονιών και 62 περιπτώσεις αυθαίρετων συλλήψεων, κακομεταχείρισης και βασανιστηρίων. Αναφορές μέσων ενημέρωσης, βίντεο και ηχογραφήσεις που εξετάστηκαν δείχνουν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας της Νιγηρίας χρησιμοποίησαν υπερβολική βία και άλλα παράνομα μέσα για να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη βία.[11]
Πρόσφατη έκθεση της EUAA για τη Νιγηρία αναφέρει ότι το 2023 οι κύριοι πρωταγωνιστές των εντάσεων στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας είναι οι «αυτονομιστικές παρατάξεις» ή οι αυτόχθονες της Biafra (IPOB) και το Ανατολικό Δίκτυο Ασφαλείας (ESN). Η παρουσία των αυτονομιστών στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, περιγράφονται ως «ο νόμος τώρα» έχοντας αναλάβει τις εξουσίες των κυβερνητικών αξιωματούχων και των παραδοσιακών ηγετών στην περιοχή. Οι κρατικές δυνάμεις ήταν επίσης παρούσες στη Νοτιοανατολική Νιγηρία το 2023. Η Premium Times, επικαλούμενη επίσημες πηγές, ανέφερε ότι, κατά την περίοδο μεταξύ της 11ης Φεβρουαρίου 2024 και της 7ης Μαρτίου 2024, οι συνδυασμένες δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν μεγάλο αριθμό ύποπτων μελών της IPOB και της ένοπλης μαχητικής πτέρυγας του, του Ανατολικού Δικτύου Ασφαλείας (ESN), σε όλη τη νοτιοανατολική χώρα. Σύμφωνα με έναν αξιωματούχο, οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν από την κοινή επιχειρησιακή δύναμη της επιχείρησης Udoka, αποτελούμενη από προσωπικό του νιγηριανού στρατού, του ναυτικού, της αεροπορίας και προσωπικού της κρατικής υπηρεσίας ασφαλείας, καθώς και της αστυνομίας και της πολιτικής άμυνας. Το Nigeria Watch ανέφερε για το 2023 ότι οι δραστηριότητες της ομάδας IPOB και του ESN, καθώς και οι αντι-επιχειρήσεις των κρατικών δυνάμεων είχαν ως αποτέλεσμα 245 θανάτους στην νοτιοανατολική περιοχή. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέφερε ότι το 2023 ο ηγέτης της IPOB, ο Nnamdi Kanu, απαλλάχθηκε και αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αφορούσαν την προδοσία από το Εφετείο της Νιγηρίας, αλλά συνέχισε να βρίσκεται υπό κράτηση εν αναμονή της έφεσης που άσκησε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Οι νοτιοανατολικές πολιτείες επιχείρησαν να τερματίσουν μια «εντολή να παραμείνουν στο σπίτι τους» που εξέδωσε η IPOB, ωστόσο, ενώ η IPOB ισχυρίστηκε ότι η εντολή αυτή είχε ανασταλεί, ένοπλοι συνέχισαν να την επιβάλλουν σκοτώνοντας, στοχοποιώντας και καταστρέφοντας την περιουσία των πολιτών που δεν ακολουθούσαν την εντολή. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι οι αυτονομιστές της Biafra φέρεται να εμπλέκονται σε δολοφονίες, απαγωγές και εκβιασμούς στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας.[12]
Επίσης, η δίωξη των μελών της IPOB επιβεβαιώνεται και από την έκθεση της E.U.A.A. το Νοέμβριο του 2025.[13]
Με βάση τις συγκεκριμένες πληροφορίες, παρατηρείται πως πράγματι υφίσταται ένταση και περιστατικά βίας στη Νοτιοανατολική Νιγηρία, συνδεόμενα με τη δράση της IPOB και της ένοπλης πτέρυγάς της, καθώς και με τις αντιδράσεις των κρατικών δυνάμεων. Ειδικότερα, προκύπτει ότι η IPOB, αν και αυτοπροσδιορίζεται ως μη βίαιη οργάνωση, έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική από το νιγηριανό κράτος, ενώ η δράση της, ιδίως μετά το 2021, εντοπίζεται κυρίως στις πολιτείες της Νοτιοανατολικής περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Πολιτείας Imo. Περαιτέρω, καταγράφονται περιστατικά υπερβολικής χρήσης βίας από τις κρατικές δυνάμεις, καθώς και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυθαίρετες συλλήψεις, κακομεταχείριση και εξωδικαστικές εκτελέσεις, ενώ παράλληλα αναφέρεται και βίαιη δράση από πλευράς αυτονομιστικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, απαγωγών και εκβιασμών.
Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση της γενικής κατάστασης αστάθειας και έντασης, οι εν λόγω πληροφορίες δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης στο πρόσωπο του Αιτητή, ελλείψει αξιόπιστης τεκμηρίωσης του ατομικού του ισχυρισμού περί συμμετοχής του στην IPOB ή στοχοποίησής του από τις αρχές. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να δικαιολογείται η αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, ο προβαλλόμενος φόβος δίωξης πρέπει να είναι προσωπικός, εξατομικευμένος και βάσιμος, ήτοι να αφορά συγκεκριμένα τον αιτητή και να ερείδεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, και όχι απλώς να απορρέει από γενικότερες συνθήκες ανασφάλειας ή από περιστατικά που αφορούν τρίτα πρόσωπα, έστω και συγγενικά (βλ. συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Abdulla κ.λπ., C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08, απόφαση ημερ. 02.03.2010, Mohamed M’Bodj C‑542/13 ).
Συνεπώς, ενώ η εξωτερική πληροφόρηση επιβεβαιώνει την ύπαρξη σχετικού πλαισίου κινδύνου, δεν δύναται να υποκαταστήσει την απαιτούμενη ατομική αξιοπιστία του αιτήματος, η οποία, ως ανωτέρω διαπιστώθηκε, δεν πληρούται. Ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παραθέσει συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με τις δηλώσεις του, ούτε κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο φόβο δίωξης εξαιτίας αυτού. Ως εκ τούτου, δεν πληρούται η προϋπόθεση της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού. Δεδομένης της έλλειψης τεκμηριωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών ισχυρισμών του Αιτητή, όπως αναλύεται εκτενώς ανωτέρω, ο ισχυρισμός του περί φόβου δίωξης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και, συνεπώς, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκαν με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής.[14] Παράλληλα, οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε ο Αιτητής εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες στα λεγόμενα του που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του Αιτητή στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου, ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχεται τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής του, και ορθώς απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί δίωξης που αντιμετώπιζε από τις νιγηριανές αρχές λόγω της σχέσης του με την IPOB. Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι η εσωτερική αξιοπιστία των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών στην περίπτωση του Αιτητή ορθώς δεν έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης στην περίπτωσή του.
Επιπλέον, ο αιτών δεν παρουσίασε περαιτέρω στοιχεία ή μαρτυρία που να καλύπτουν τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν από τους καθ' ων η αίτηση. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω σημεία αναξιοπιστίας παραμένουν και η κρίση της διοίκησης θεωρείται ορθή από το Δικαστήριο. (F.E.E. και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αριθ. 2407/22, ημερ. 21/02/2023). Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Αιτητή που έγιναν αποδεκτοί από τον αρμόδιο λειτουργό, ήτοι τα προσωπικά του στοιχεία, ο τόπος καταγωγής και η συνήθης διαμονή του, δεν είναι επαρκείς για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ούτε προκύπτει ότι η βλάβη που επικαλείται είναι αρκούντως σοβαρή, είτε λόγω της φύσης είτε λόγω της επανάληψης των επαπειλούμενων περιστατικών, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. άρθρο 3Γ του Περί Προσφύγων Νόμου).
Επιπρόσθετα, ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εμπίπτει ο Αιτητής το οποίο δίδεται όταν ο Αιτητής πρόκειται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειας της. Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, παραβίασης ανθρωπίνου δικαιώματος, τόσο κατάφωρης ώστε να ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας ή να υπάρχει απειλή κατά της ζωής, της ασφάλειας ή της ελευθερίας ως αποτέλεσμα άσκησης αδιάκριτης βίας λόγω συνθηκών ένοπλής σύγκρουσης ή συστηματικών και γενικευμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο πλαίσιο του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, εξετάζεται ο ισχυρισμός του Αιτητή περί προβλήματος υγείας, σε συνδυασμό με τα ερυθρά 25–30 του Διοικητικού Φακέλου, τα οποία προσκόμισε κατά τη διοικητική διαδικασία, καθώς και τα δημοσιεύματα της “Premium Times” που κατατέθηκαν από τον συνήγορό του αναφορικά με το σύστημα υγείας στη Νιγηρία.
Από τα ερυθρά 25–30 Δ.Φ. προκύπτει ότι ο Αιτητής εξετάστηκε από ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει χρόνιο άλγος, συντηρητικό κάταγμα και δυσκαμψία των κάτω άκρων. Ωστόσο, δεν προκύπτει από τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα ότι ο Αιτητής λαμβάνει συγκεκριμένη και συνεχή θεραπευτική αγωγή, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξή του. Περαιτέρω, η αναφορά περί αδυναμίας εργασίας δεν τεκμηριώνεται από τα ιατρικά έγγραφα, αλλά συνιστά ισχυρισμό του ιδίου (ερυθρό 46 – 2Χ Δ.Φ.).
Παρά το ότι η ακριβής σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του δεν αποσαφηνίζεται πλήρως, διαπιστώνεται ότι υφίσταται πρόβλημα σχετικό με την κινητικότητα των κάτω άκρων, χωρίς όμως να προκύπτει πλήρης ανικανότητα βάδισης ή αυτοεξυπηρέτησης.
Ως προς τη γενική κατάσταση στη Νιγηρία, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι τα άτομα με σωματικές αναπηρίες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κοινωνικό στίγμα, διακρίσεις και δυσκολίες πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η εργασία.[15][16][17][18][19] Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι, παρά την ύπαρξη σχετικού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των ατόμων με αναπηρίες, η εφαρμογή του παραμένει περιορισμένη στην πράξη, ιδίως σε ορισμένες περιοχές.[20]
Ωστόσο, οι εν λόγω διαπιστώσεις, αν και καταδεικνύουν την ύπαρξη δυσχερειών και κοινωνικών ανισοτήτων, δεν ανέρχονται στο επίπεδο σοβαρότητας που απαιτείται για τη θεμελίωση «σοβαρής βλάβης» κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, λόγω της κατάστασης της υγείας του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Λαμβανομένων υπόψη τόσο της φύσης και της έντασης του προβλήματος υγείας του Αιτητή όσο και της γενικής κατάστασης στη Νιγηρία, κρίνεται ότι οι δυσχέρειες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει συνιστούν, κατ’ ανώτατο όριο, προβλήματα κοινωνικής και πρακτικής φύσεως, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διεθνούς προστασίας.
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τις υποθέσεις M’Bodj v État belge, C-542/13, απόφαση ημερ. 18.12.2014, και M.P. v Secretary of State for the Home Department, C-353/16, απόφαση ημερ. 24.04.2018, για να στοιχειοθετηθεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτή ενσωματώνεται στο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, απαιτείται η επίμαχη μεταχείριση να απορρέει από πράξη ή παράλειψη φορέα σοβαρής βλάβης. Δεν αρκεί η ύπαρξη γενικών ελλείψεων στο σύστημα υγείας της χώρας καταγωγής ή δυσχέρειες πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εφόσον δεν αποδεικνύεται στοχευμένη ή διακριτική μεταχείριση εις βάρος του αιτητή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας σχετικό με την κινητικότητα των κάτω άκρων. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση αυτή απορρέει ή ενδέχεται να απορρεύσει από πράξη ή παράλειψη κρατικού ή μη κρατικού φορέα που να συνιστά σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της ανωτέρω νομοθεσίας. Οι ισχυρισμοί του περί δυσχέρειας πρόσβασης σε κατάλληλη ιατρική φροντίδα στη Νιγηρία συνδέονται με γενικές κοινωνικές και διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος υγείας και όχι με οποιαδήποτε στοχευμένη κακομεταχείριση εις βάρος του.
Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες δεν προκύπτει πλήρης απουσία ιατρικής περίθαλψης στη χώρα καταγωγής του, ούτε ότι ο Αιτητής στερείται καθ’ ολοκληρίαν πρόσβασης σε θεραπεία για την κατάστασή του, ιδίως σε αστικά κέντρα, έστω και με δυσχέρειες.
Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται η απομάκρυνση αλλοδαπού με προβλήματα υγείας να αντίκειται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι η επιστροφή θα οδηγήσει σε σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ή σε πρόωρο θάνατο λόγω ουσιώδους έλλειψης κατάλληλης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στη χώρα προορισμού (βλ. Paposhvili v Belgium, αριθ. προσφ. 41738/10, απόφαση ημερ. 13.12.2016· Savran v Denmark, αριθ. προσφ. 57467/15, απόφαση ημερ. 07.12.2021). Στην παρούσα υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας του Αιτητή πληροί το αυξημένο αυτό κατώφλι σοβαρότητας.
Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης X v Secretary of State for the Home Department, C-663/21, απόφαση ημερ. 22.02.2024, η ύπαρξη γενικών ελλείψεων στο σύστημα υγείας της χώρας καταγωγής δεν αρκεί για τη θεμελίωση συμπληρωματικής προστασίας, ελλείψει στοχευμένης κακομεταχείρισης ή πρόθεσης στέρησης φροντίδας.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση της υγείας του Αιτητή, αν και υπαρκτή, δεν στοιχειοθετεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε δημιουργεί αντικειμενικό και εξατομικευμένο κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, παρόλο που από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι τα άτομα με αναπηρίες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις και δυσχέρειες πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, τα εν λόγω φαινόμενα δεν ανέρχονται στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να συνιστούν δίωξη κατά την έννοια των άρθρων 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ύπαρξη πράξεων ή σωρευτικών μέτρων επαρκούς έντασης που να οδηγούν σε σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του Αιτητή. Ως εκ τούτου, η εν λόγω κατάσταση δεν συνδέεται με οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δίωξης και δεν δύναται να θεμελιώσει την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji – Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σύμφωνα με τον διαδραστικό χάρτη του RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Από το 2014, η πολυεθνική ομάδα που δημιουργήθηκε (Multinational Joint Task Force) - η οποία περιλαμβάνει στρατεύματα από το Καμερούν, το Τσαντ, το Νίγηρα, το Μπενίν και τη Νιγηρία- έχει παρέμβει προς υποστήριξη της νιγηριανής κυβέρνησης, αφήνοντας έτσι αμετάβλητο το χαρακτηρισμό της κατάστασης ως μη διεθνούς.[21]
Σύμφωνα με τα όσα ο Αιτητής δήλωσε, ο τόπος που αναμένεται να επιστρέψει είναι η πολιτεία Imo. Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας του εν λόγω τόπου, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, παρατηρώ τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Acled, για την περίοδο ενός έτους περίπου στην πολιτεία Imo της Νιγηρίας καταγράφηκαν 60 περιστατικά ασφαλείας τα οποία επέφεραν 101 θανάτους.[22] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Imo το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5.459.300.[23]
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται στην πολιτεία Imo, στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν εμφανίζουν τέτοια συχνότητα, ένταση ή γεωγραφική έκταση ώστε να στοιχειοθετείται κατάσταση αδιάκριτης βίας σε βαθμό που να δημιουργεί, αφ’ εαυτής, πραγματικό κίνδυνο για άμαχο πληθυσμό λόγω και μόνης της παρουσίας του στην περιοχή.
Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της απόφασης Elgafaji (C-465/07, απόφαση ημερ. 17.02.2009), δεν προκύπτει ότι το επίπεδο της αδιακρίτως ασκούμενης βίας στην εν λόγω περιοχή ανέρχεται στο απαιτούμενο υψηλό κατώφλι, ώστε να ενεργοποιείται η προστασία του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας. Ούτε, εξάλλου, συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να δικαιολογούν την εφαρμογή χαμηλότερου κατωφλίου κινδύνου στο πλαίσιο της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
Ειδικότερα, ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, με βασικό μορφωτικό επίπεδο και εργασιακή εμπειρία, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν ειδικώς ευάλωτο έναντι της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή. Ως εκ τούτου, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τον γενικό πληθυσμό ως προς την έκθεση σε ενδεχόμενο κίνδυνο.
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, σημειώνεται ότι το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025) με το οποίο η χώρα καταγωγής του Αιτητή ορίζεται ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, χωρίς εν προκειμένω αυτός να έχει προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς/στοιχεία που αφορούν προσωπικά τον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας. Στην αξιολόγηση αυτή λαμβάνεται υπόψη και η ικανότητα του κράτους να παρέχει προστασία στους πολίτες του από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους (βλ. άρθρο 12Βτρις(2) του περί Προσφύγων Νόμου).
Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο, ενώ υπενθυμίζεται, σχετικά, ότι η διεθνής προστασία αποτελεί προστασία δευτερεύουσα εκείνης της χώρας καταγωγής.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με € 1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57
[2] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135
[3] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[4] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[5] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[6] Newsweek, Nigeria Declares Biafra Group a 'Terrorist' Organization as Civil War Fears Grow, 15/09/2017, https://www.newsweek.com/nigeria-biafra-ipob-nnamdi-kanu-665943 (assessed on 16/2/2026)
[7] Nextier SPD, Peace without guns, 8/12/2021, https://nextierspd.com/peace-without-guns/ (assessed on 16/2/2026)
[8] Council on Foreign Relations, John Campbell, Security Deteriorating in Nigeria's Former "Biafra", 09/02/2021, https://www.cfr.org/blog/security-deteriorating-nigerias-former-biafra (assessed on 16/2/2026)
[9] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria - Security situation, σελ. 39, Ιούνιος 2021,
https://www.ecoi.net/en/file/local/2053722/2021_06_EASO_COI_Report_Nigeria_Security_situation.pdf (assessed on 16/2/2026)
[10] Australian Government-Department of Foreign Affairs & Trade, Country Information Report Nigeria, σελ. 24, § 3.7 & 3.8, 3/12/2020, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/dfat-country-information-report-nigeria-3-december-2020.pdf (assessed on 16/2/2026)
[11] Amnesty International (2021), ‘Nigeria: At least 115 people killed by security forces in four months in country’s Southeast’, available at: Nigeria: At least 115 people killed by security forces in four months in country’s Southeast - Amnesty International (assessed on 16/2/2026)
[12] EUAA, Nigeria - Country Focus, July 2024, σ. 45-46, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-07/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf (assessed on 16/2/2026)
[13] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), “Country Focus: Nigeria”, November 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 (assessed on 16/2/2026)
[14] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[15] European Union Agency for Asylum, Country Guidance: Nigeria Common analysis and guidance note, 10.2021, pp. 73-74, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Country_Guidance_Nigeria_2021.pdf
[16] Ecoi.net, “Nigeria: Children and Young People with Disabilities”, October 2021, https://www.ecoi.net/en/file/local/2061263/AsylosARC-Foundation_Nigeria-disability-report_October-2021.pdf
[17] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), “Country Guidance: Nigeria”, p. 89 – 90, https://www.euaa.europa.eu/publications/country-guidance-nigeria
[18] Daily Post, “Nigeria has over 29 million persons with disabilities – CCD”, 28/6/2024,
https://dailypost.ng/2024/06/28/nigeria-has-over-29-million-persons-with-disabilities-ccd
[19] Federal Ministry of Information & National Orientation (Federal Republic of Nigeria), “Nigeria to Host 2025 National Disability Summit: A Step Towards Inclusive Development for Persons with Disabilities
[20] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), Nigeria: Country Focus, p. 89 – 91, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1
[21] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης
https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-nigeria (assessed on 16/2/2026)
[22] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Region: Imo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 06/02/2026), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 16/2/2026)
[23] City Population – Nigeria - Imo διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA017__imo/ (assessed on 16/2/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο