ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 619/24
31 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.S.E.
Αιτητής
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά.
Α. Φιλίππου (κος), για Π. Βρυωνίδου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
(Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Β. Κλαυδιανού για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα lingala και αντίστροφα.)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 08/12/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι ενήλικος, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (από τούδε και στο εξής, «ΛΔΚ») και στις 18/05/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Στις 30/11/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 04/12/2023 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 08/12/2023 την ενέκρινε και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Στις 05/02/2024 η Υπηρεσία Ασύλου συνέταξε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης, την οποία ο Αιτητής παρέλαβε προσωπικά αυθημερόν.
Ο Αιτητής καταχώρησε εμπρόθεσμα την υπό κρίση προσφυγή στις 21/02/2024.
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου και προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην αίτηση ακυρώσεως, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής καθώς θα κινδυνέψει λόγω του ότι απειλείται από τον αξιωματικό στον οποίο είχε αναφερθεί κατά τη συνέντευξή του. Στη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής διευκρίνισε τα ονόματα των προσώπων που είχε αναφέρει στην αφήγησή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και επανέλαβε τον κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, με την γραπτή της αγόρευση, υποστήριξε ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο Αιτητής ο οποίος δεν έχει καταφέρει να το αποσείσει, ούτε και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης. Τόνισε δε ότι ο λόγος που δεν έγινε δεκτό το αίτημα του Αιτητή ήταν ο κλονισμός της αξιοπιστίας του λόγω ουσιωδών αντιφάσεων και γενικών και αόριστων αναφορών του. Επιπλέον προβάλλει ότι ο Αιτητής δε κατάφερε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του αφού προέβη σε ανεπαρκή πληροφόρηση και μη ικανοποιητικές απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα και ορθώς κρίθηκε ως αναξιόπιστος από την διοίκηση ενώ ο πυρήνας του αιτήματός του δεν προσδίδει στο ελάχιστο οποιονδήποτε βάσιμο λόγο δίωξης. Διατείνεται δε, ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018). Λαμβάνω δε υπόψη μου, ότι ο Αιτητής δεν εκπροσωπείται από συνήγορο αλλά εμφανίζεται προσωπικά και δεν αναμένεται από αυτόν να προωθήσει νομικούς ισχυρισμούς εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα ως προνοούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε υποθέσεις όπου τα μέρη εκπροσωπούνται από δικηγόρο (βλ. συναφώς Διαδικαστικός Κανονισμός 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962). Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθόλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του.
Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω του ότι ενώ διατηρούσε σχέση με την κόρη του Αρχηγού του στρατού της περιοχής Kamina, η σύντροφός του έμεινε έγκυος γεγονός που όταν έγινε αντιληπτό από τον πατέρα της συντρόφου του, έστειλε κάποιους στρατιώτες για να αναζητήσουν τον Αιτητή περί τις βραδινές ώρες της 22ης Δεκεμβρίου 2020.
Στο έντυπο ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του, πρόσθεσε δε ότι όταν άρχισε να τoν αναζητά ο πατέρας της συντρόφου του, διέφυγε στην εκκλησία όπου ο πάστορας τον βοήθησε να φύγει από τη χώρα καταγωγής του.
Κατά την προφορική του συνέντευξη και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στις 25/09/1997 στη πόλη Kinshasa όπου μεγάλωσε και έζησε μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι o πατέρας του, η αδελφή του και τα οκτώ ετεροθαλή αδέλφια του από μεταγενέστερο γάμο του πατέρα του διαμένουν στην Kinshasa, ενώ η μητέρα του έχει αποβιώσει το 2011. Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενώ φοίτησε και σε πανεπιστήμιο για μικρό χρονικό διάστημα ένεκα της πανδημίας του Covid-19 όπου και αναγκάσθηκε να διακόψει τις σπουδές του. Σε σχέση με το επάγγελμά του δήλωσε ότι εργαζόταν ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο από το 2018 μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (ερ. 39-38 ΔΦ).
Ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 27/12/2020 με πτήση από το αεροδρόμιο Ndjili προς Κωνσταντινούπολη και έπειτα μετέβη στο αεροδρόμιο Ercan των Κατεχόμενων Εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 29/12/2020. Στις 01/04/2021 εισήλθε παράνομα στα ελεγχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας (Ερ. 36χ2, ερ.35χ1)
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής, κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του ο Αιτητής ανέφερε ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με την κόρη του του στρατού, η οποία έμεινε έγκυος. Το γεγονός αυτό, όπως ισχυρίστηκε, προκάλεσε την οργή του εν λόγω αρχηγού, ο οποίος, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αναζητούσε τον Αιτητή με σκοπό να τον σκοτώσει.
Κληθείς να επιβεβαιώσει εάν ο λόγος του εγκατέλειψε την χώρα του ήταν επειδή τον διώκει ο πατέρας της συντρόφου του, ο Αιτητής απάντησε θετικά ενώ συμπλήρωσε ότι η σύντροφός του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδίου, προέβη σε άμβλωση, κατά τη διαδικασία της οποίας προέκυψαν κάποιες επιπλοκές που οδήγησαν στη στείρωση της συντρόφου του. Ο πατέρας της συντρόφου, ο οποίος είναι συνταγματάρχης στον στρατό, έριξε το φταίξιμο στον Αιτητή, και για αυτόν τον λόγο ξεκίνησε να τον αναζητεί για να τον σκοτώσει.
Κατά τη διερεύνηση του ανωτέρω αφηγήματος, ο Αιτητής κλήθηκε να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με τη σύντροφό του, όπου ανέφερε ότι διέμεναν στην ίδια περιοχή και γνωρίστηκαν σε ένα κατάστημα. Άρχισαν να βγαίνουν ραντεβού περί τις αρχές του 2020 και ήταν κατά η διάρκεια της συνέντευξής του Αιτητή, 25 ετών. Κληθείς να περιγράψει τη σύντροφό του, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι ψηλή και λεπτή, σκουρόχρωμη και πολύ όμορφη. Πρόσθεσε ότι είναι πολύ καλός και πολύ ήρεμος άνθρωπος καθώς και καλοσυνάτη (Ερ. 34, 1χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τη σχέση τους ανέφερε ότι διατηρούσαν σχέση από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020. Η σύντροφός του ήταν τότε 22 ετών. Διέμεναν στην ίδια περιοχής και συναντιόντουσαν κάποτε στο σπίτι κάποιου φίλου του Αιτητή, κάποιες φορές σε εστιατόρια ή σε νυκτερινό κέντρο ή πήγαιναν για περπάτημα στον ποταμό. Κληθείς να αποσαφηνίσει τη δήλωση του ότι κατά το 2020 είχε αναφέρει διαφορετική περιοχή διαμονής από την περιοχή όπου ανέφερε ότι διέμεναν τόσο ο ίδιος όσο και η σύντροφός του, ο Αιτητής δήλωσε ότι διέμενε σε άλλη περιοχή περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο του 2020. Συνέχισαν ωστόσο να συναντιόνται τακτικά.
Ανέφερε περαιτέρω ότι για τη σχέση τους ήταν ενήμερη η οικογένεια του, ωστόσο κρατούσαν κρυφή τη σχέση τους από την οικογένεια της συντρόφου του καθώς δεν θα την ενέκριναν (Ερ. 34, 2χ του Δ.Φ.). Σε σχετικές ερωτήσεις ως προς τη σύντροφό του και την οικογένειά της, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνώρισε ποτέ την οικογένειά της. Αναφορικά με την εγκυμοσύνη, δήλωσε ότι τη διαπίστωσαν μετά από εννέα μήνες σχέσης, περί τα τέλη Νοεμβρίου 2020. Ο ίδιος ανέφερε ότι αισθάνθηκε πανικό και τρόμο, καθώς ανησυχούσε για την αντίδραση του πατέρα της συντρόφου του, ο οποίος —όπως δήλωσε— είναι συνταγματάρχης του στρατού της ΛΔΚ (FARDC) και είχε προαχθεί σε ιδιαίτερα ισχυρή θέση (Ερ. 33 του Δ.Φ.).
Κατονομάζοντας τον πατέρα της συντρόφου του, ο Αιτητής κλήθηκε να αποσαφηνίσει τα διαφορετικά ονόματα που είχε καταγράψει κατά την υποβολή του αιτήματός του. Ο Αιτητής εξήγησε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο ανέφερε διαφορετικά ονόματα. Αναφορικά με τα διαφορετικά ονόματα της συντρόφου του που ο ίδιος είχε δηλώσει, διευκρίνισε ότι κατά τη διαδικασία καταγραφής του Αιτήματός του ήταν ιδιαίτερα αγχωμένος και υπέπεσε σε λάθος.
Ερωτηθείς πως υπέπεσε στην αντίληψη του πατέρα της συντρόφου του η σχέση τους ο Αιτητής ανέφερε ότι το έμαθε αφού η σύντροφός του υπεβλήθη σε επέμβαση άμβλωσης και υπέστη επιπλοκές περί τον Δεκέμβριο του 2020. Αναφορικά με το πως ο πατέρας της συντρόφου του αντιλήφθηκε ότι ο Αιτητής ήταν ο σύντροφος της κόρης του ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά τις επιπλοκές που υπέστη η σύντροφός του νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο όπου μαζί της ήταν και οι φίλες της, οι οποίες αφού δέχθηκαν πιέσεις από τον πατέρα της συντρόφου του, του απεκάλυψαν όλες τις λεπτομέρειες για τον Αιτητή (Ερ. 33,2χ του Δ.Φ.).
Κληθείς να περιγράψει τι συνέβη αφού η οικογένεια της συντρόφου του αντιλήφθηκε τη σχέση τους, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας της συντρόφου του με την ομάδα ασφαλείας του μετέβησαν στο σπίτι όπου ενοικίαζε ο Αιτητής. Ο συγκάτοικός του τους ενημέρωσε ότι ο Αιτητής ήταν στην οικία του παππού του. Ο Συνταγματάρχης με την ομάδα ασφαλείας του επισκέφθηκαν στις 18/12/2020 την οικία του παππού του και επειδή ο ίδιος απουσίαζε συνέλαβαν την αδελφή του την οποίαν κράτησαν για 4 ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων, την πίεζαν να τους πει που βρίσκεται ο Αιτητής. Μετά από 4 ημέρες και δη στις 22/12/2020 ο Αιτητής ανέφερε ότι η αδελφή του αφέθηκε ελεύθερη.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος κρυβόταν στο σπίτι κάποιου φίλου του ο οποίος γνώριζε κάποιο άλλο πρόσωπο που βοηθούσε φοιτητές να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ο φίλος του διευθέτησε να συναντήσει το πρόσωπο αυτό για να βοηθήσει τον Αιτητή να μεταβεί στις μη ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ανέφερε ότι κρυβόταν στο σπίτι του φίλου του για περίπου 6 ημέρες, ενώ μετέβη σε ξενοδοχείο για ακόμα 2 ημέρες και έπειτα εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Κληθείς να περιγράψει το περιστατικό σύλληψης της αδελφής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η αδελφή του του ανέφερε ότι ο συνταγματάρχης επισκέφθηκε την οικία του παππού τους με πολλούς φύλακες και αναζητούσαν τον Αιτητή. Σύμφωνα με τον Αιτητή, η αδελφή του, τους ανέφερε ότι είναι η αδελφή του, ωστόσο δεν γνώριζε που βρίσκεται ο Αιτητής. Επειδή ο συνταγματάρχης δεν πίστεψε τα λεγόμενα της αδελφής του Αιτητή, διέταξε κάποιον από τους φύλακες του να την συλλάβουν. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η αδελφή του δεν γνώριζε που την μετέφεραν ωστόσο του είχε αναφέρει ότι για 4 μέρες την πίεζαν να τους αποκαλύψει που βρίσκεται ο Αιτητής (Ερ. 32, 2χ του Δ.Φ.).
Ο Αιτητής δεν γνώριζε περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τη σύλληψη της αδελφής του, όπως για παράδειγμα εάν λάμβανε φαγητό η τον χώρο που κοιμόταν. Ερωτηθείς, για πιο λόγο αφέθηκε ελεύθερη ο Αιτητής ανέφερε ότι εν τέλει πείσθηκαν ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν ο Αιτητής. Ο Αιτητής το βράδυ της σύλληψης της αδελφής του εργαζόταν και όταν ενημερώθηκε από τον ξάδελφό του ότι η αδελφή του συνελήφθη μετέβη στο σπίτι κάποιου φίλου του. Ερωτηθείς πως ο ξάδελφός του γνώριζε για τη σύλληψη της αδελφής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στο ίδιο σύμπλεγμα που άνηκε στον παππού του, διέμεναν 8 πρόσωπα σε διαφορετικές οικίες.
Ερωτηθείς εάν ενημέρωσε την αστυνομία για τη σύλληψη της αδελφής του ο Αιτητής απάντησε ότι ο ίδιος ο συνταγματάρχης είναι η αστυνομία. Κληθείς να αποσαφηνίσει το γεγονός ότι ο συνταγματάρχης διαφέρει από την αστυνομία ο Αιτητής ανέφερε ότι ο συνταγματάρχης δίνει τις οδηγίες.Ως προς τον αριθμό των ατόμων που επισκέφθηκαν την οικία του αναζητώντας τον, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν ρώτησε για τον ακριβή αριθμό, ωστόσο τα πρόσωπα αυτά μετέβησαν με δύο αυτοκίνητα τύπου τζιπ (Ερ. 31, χ1 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς εάν είχε επικοινωνήσει με την αδελφή του μετά το περιστατικό της σύλληψής της, ο Αιτητής ανέφερε ότι επικοινώνησε ο ίδιος τηλεφωνικώς μαζί της, αφού βρισκόταν ήδη στην Κύπρο, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2020. Ανέφερε ότι η αδελφή του τον ενημέρωσε, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ότι είχε απαχθεί και ότι ο συνταγματάρχης αναζητούσε τον Αιτητή. Αναφορικά με τις συνθήκες κράτησής της κατά την απαγωγή, του είπε ότι την είχαν βασανίσει και την είχαν χτυπήσει· ωστόσο, δεν του έδωσε περισσότερες πληροφορίες (Ερ. 31, 2χ του Δ.Φ.).
Σε ερώτηση σχετικά με τη διαδικασία άμβλωσης της συντρόφου του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η σύντροφός του φοβόταν τη συνέχιση της εγκυμοσύνης και του άσκησε πίεση προκειμένου να συναινέσει στην άμβλωση. Οι δύο τους επισκέφθηκαν μία νοσοκόμα, η οποία τους χορήγησε ορισμένα φάρμακα με σκοπό την πρόκληση άμβλωσης. Μετά τη λήψη των φαρμάκων, η σύντροφός του παρουσίασε έντονη αιμορραγία και μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε νοσοκομείο. Εκεί, ο ιατρός αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αφαίρεση της μήτρας. Ενημερώθηκε η οικογένειά της, και ο πατέρας της πληροφορήθηκε ότι η κόρη του δεν θα είναι πλέον σε θέση να τεκνοποιήσει (Ερ.31, 3χ του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς για το πότε συνέβη το περιστατικό αυτό ο Αιτητής ανέφερε περί τις 15/12/2020, ενώ ο πατέρας της συντρόφου του την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο στις 16/12/2020. Ο Αιτητής ενημερωνόταν από φίλες της συντρόφου του, όχι ωστόσο από την ίδια. Αναφορικά με την άμβλωση ανέφερε ότι τελικά αναγκάσθηκε να συμφωνήσει.
Όσον αφορά το πότε έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι το αποφάσισε αμέσως μετά την απαγωγή της αδελφής του. Δήλωσε ότι δεν μπορεί να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, καθώς θεωρεί ότι θα τον εντοπίσουν. Ερωτηθείς εάν ο συνταγματάρχης εξακολουθεί να είναι ενεργός, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά. Σε σχέση με τη θέση που κατέχει πλέον ο συνταγματάρχης, δεδομένης της αναφοράς του Αιτητή περί προαγωγής, ο τελευταίος διευκρίνισε ότι εξακολουθεί να φέρει τον βαθμό του συνταγματάρχη, αλλά με τον όρο «προαγωγή» εννοούσε ότι του έχουν ανατεθεί περισσότερα καθήκοντα (Ερ. 30, 2χ του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός, με το πέρας της συνέντευξης, διαμόρφωσε τους ακόλουθους δύο βασικούς ισχυρισμούς: (1) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, (2) καταζητείται από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του εξαιτίας του ότι αφαιρέθηκε η μήτρα κατά την άμβλωση και δεν μπορεί να τεκνοποιήσει.
Ο πρώτος ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, ο δεύτερος, ωστόσο, απορρίφθηκε λόγω μη ικανοποιητικών πληροφοριών και αντιφάσεων. Ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό καθότι ο Αιτητής υπέπεσε σε έλλειψη επαρκών πληροφοριών, αντιφάσεις, μη συνεκτικότητα και μη ευλογοφάνεια. Στην έκθεση-εισήγηση καταγράφονται με λεπτομέρεια οι αντιφάσεις και ανεπαρκείς απαντήσεις τις οποίες εντόπισε ο αρμόδιος λειτουργός κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή. Αναφορικά δε με την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Ο αρμόδιος λειτουργός με βάση τον πρώτο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την υπηκοότητα και το μέρος συνήθους διαμονής του Αιτητή, προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου. Με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαφαίνεται να υπάρχει ενεργή ένοπλη σύρραξη στην πόλη Kinshasa, της ΛΔΚ. Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην ΛΔΚ, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Συνεπώς, κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την υπαγωγή του Αιτητή στο προσφυγικό καθεστώς, ότι δηλαδή εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 των Περί Προσφύγων Νόμων του 2000-2020.
Όσον αφορά δε στην υπαγωγή του Αιτητή στις πρόνοιες της επικουρικής προστασίας, ο λειτουργός έκρινε ότι με βάση τα δεδομένα του αιτήματος του δεν κινδυνεύει σε περίπτωση επιστροφής του να υποστεί θανατική ποινή, βασανιστήρια ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, κατά το άρθρο 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000. Επίσης, με βάση τα δεδομένα του αιτήματος του Αιτητή και με βάση πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο στην περιοχή καταγωγής και διαμονής του Αιτητή, ο λειτουργός κατέληξε ότι σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλής σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί.
Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του για παραχώρηση προσφυγικού καθεστώτος και καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η επιστροφή του Αιτητή στην πόλη Kinshasa θα αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή της αρχής της μη-επαναπροώθησης.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ημερομηνίας 30/10/2023 ο Αιτητής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η πρώην σύντροφός του μετά τις επιπλοκές λόγω της επέμβασης αμβλώσεως που υπεβλήθη η κοπέλα εν τέλει απεβίωσε χωρίς να υπάρξει ωστόσο σχετική ενημέρωση για τον θάνατό της. Πρόσθεσε ότι προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, επισήμανε δε ότι στη χώρα καταγωγής του η Αστυνομία δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια ακόμη και όταν υπάρχει καταγγελία.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση από τη πλευρά τους υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της γραπτής τους αγόρευσης.
Ο Αιτητής, καταληκτικά, συμπλήρωσε ότι πρόσφατα είχε νυμφευτεί και αιτήθηκε όπως παρουσιάσει σχετικό πιστοποιητικό γάμου εντούτοις το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο.
Αξιολογώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού των Καθ΄ ων η Αίτηση, κρίνω ότι έγιναν στον Αιτητή επαρκείς ερωτήσεις για να διερευνηθεί ο πυρήνας του αιτήματός του για διεθνή προστασία και ορθά κρίθηκε επί της ουσίας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ήταν ανεπαρκείς και μη ικανοποιητικοί, με αντιφάσεις και ως εκ τούτου αναξιόπιστοι. Ο Αιτητής απέτυχε να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά που αντιμετώπισε στη χώρα καταγωγής του και τα οποία τον ώθησαν, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, να την εγκαταλείψει. Παρατηρώ ότι γενικά και αόριστα επικαλέστηκε φόβο δίωξης ή κίνδυνο να υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, χωρίς να παρέχει ευλογοφανή στοιχεία στα οποία στηρίζεται ο φόβος του αυτός. Ούτε και στο Δικαστήριο παρουσίασε επιπρόσθετη αξιόπιστη μαρτυρία ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ων η Αίτηση και να θέσει στοιχεία που να μπορούν να τεκμηριώσουν το αίτημά του για διεθνή προστασία. Ειδικότερα, δεν επεξήγησε με ακρίβεια ή ευλογοφάνεια ποιος είναι φορέας δίωξής του αλλά και τον λόγο που οι αρχές της χώρας του δεν μπορούν να τον προστατεύσουν (βλ. άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου).
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της Έκθεσης-Εισήγησης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου) και στην παρούσα δεν το έχει αποσείσει. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(α) Ο αιτών πρέπει:
(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.
(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.
(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν.».
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς. Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ως προς τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος του Αιτητή να κινδυνεύσει με σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία περί του ότι σε περίπτωση επιστροφής του θα κινδυνεύσει με κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας πρόνοιες σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Προκειμένου δε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει αυτών, απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο.[1] Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης προς εξέταση της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί γενικά στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και ειδικότερα στην Kinshasa, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.
Tο Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED (“Armed Conflict Location and Event Data Project”) και όσον αφορά γενικότερα τη ΛΔΚ, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 07/11/2025) έχουν καταγραφεί 2,995 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 6,827 θάνατοι[2].
Όσον αφορά τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, έχουν καταγραφεί κατά τη πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο, 39 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 41 θάνατοι[3].
Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της ΛΔΚ καταγράφεται στους 101,935,800, ενώ στη πόλη Κινσάσα ο πληθυσμός καταγράφεται στους 14.565.700 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020 [4].
Κατά συνέπεια, η περιοχή καταγωγής του Αιτητή που συνιστά και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρείται ότι ικανοποιεί το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ.[5] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Kinshasa, ώστε να του παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία δυνάμει των άρθρων 19(1) και (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] CJEU, C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, ECLI:EU:C:2009:94, <https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=5184758> : «32. Συναφώς, παρατηρείται ότι οι όροι «θανατική ποινή», «εκτέλεση» καθώς και «βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος» του άρθρου 15, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας, χαρακτηρίζουν περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών επικουρική προστασία διατρέχει ειδικώς τον κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής. 33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.» (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2025)
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/11/2025)
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/11/2025)
[4] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/11/2025
[5] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο