ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
06 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.A
Αιτήτρια
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Κασσάνδρα Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Χαραλάμπους Ιωάννα (κος), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 19/10/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»). Η Αιτήτρια αιτείται με την προσφυγή την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Γεγονότα
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 16/02/2020 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της καθώς και άδειας εισόδου. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και, στις 13/03/2020, υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.
Στις 14/10/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, αυθημερόν, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το περιεχόμενο της συνέντευξης. Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε στις 19/10/2022 την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας.
Στις 25/10/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της επί του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από την ίδια κατά την ίδια ημερομηνία. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια στις 26/10/2022.
Ακολούθως, στις 07/12/2022, η Αιτήτρια διόρισε δικηγόρο για την εκπροσώπησή της στην παρούσα διαδικασία και, κατόπιν σχετικού διατάγματος τροποποίησης που εκδόθηκε στις 27/03/2023, καταχωρήθηκε τροποποιημένη προσφυγή στις 22/05/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της, προέβαλε στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως. Ωστόσο, κατά το στάδιο της γραπτής αγόρευσης, περιόρισε τους προβαλλόμενους λόγους στη μη δέουσα έρευνα, στην παράβαση των άρθρων 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και στην παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι δεν υποβλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό οι αναγκαίες διευκρινιστικές ερωτήσεις επί της ελεύθερης αφήγησής της, ούτε της δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των αντιφάσεων στις οποίες, κατά την κρίση του λειτουργού, περιέπεσε. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν εξετάστηκε καθόλου το ενδεχόμενο ενδοοικογενειακής βίας και/ή βιασμού και/ή σεξουαλικής κακοποίησης. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά στη σεξουαλική κακοποίηση που, κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, υπέστη από τον πατριό της, στην αναγκαστική διακοπή κύησης, καθώς και στον εξαναγκασμό της σε γάμο σε ηλικία 16 ετών.
Επιπλέον, προβάλλεται ότι δεν έγινε οποιαδήποτε ενεργοποίηση των σχετικών διατάξεων των άρθρων 9 και/ή 15 του Περί Προσφύγων Νόμου, ούτε η Αιτήτρια αναγνωρίστηκε ως ευάλωτο πρόσωπο. Κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, η αρμόδια λειτουργός δεν έκρινε σκόπιμο να παραπέμψει την Αιτήτρια ως θύμα βίας, ούτε σε ιατρό για διαπίστωση των καταγγελλόμενων περιστατικών βιασμού και αναγκαστικής διακοπής κύησης, ούτε και για παροχή ψυχολογικής στήριξης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράβασης ουσιώδους τύπου λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 13 του Περί Προσφύγων Νόμου, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών προς τον κ. Ανδρέα Αγρότη, ο οποίος εξέδωσε την επίδικη πράξη. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει επιβεβαίωση ότι ο χειριστής της υπόθεσης τελούσε υπό καθεστώς απασχόλησης ορισμένου χρόνου, ως απαιτεί ο νόμος.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση, προβάλλουν ότι ο λειτουργός που υπέβαλε και/ή συνέταξε την Έκθεση/Εισήγηση τελούσε υπό καθεστώς απασχόλησης ορισμένου χρόνου και επιφυλάσσονται του δικαιώματος να προσκομίσουν τον προσωπικό του φάκελο προς απόδειξη του εν λόγω καθεστώτος.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας, υποστηρίζουν ότι ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης είναι αόριστος και ανεπαρκώς εξειδικευμένος, καθότι δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε εύρημα περί πλημμελούς έρευνας. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της.
Προς απάντηση των νομικών ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστη, ότι της παρασχέθηκε η δυνατότητα να διευκρινίσει τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, και ότι η παραπομπή της σε ιατρική και/ή ψυχολογική εξέταση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης.
Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζεται περαιτέρω, στο πλαίσιο της αγόρευσής της, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και των σχετικών κανονισμών, και ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ελλιπή έρευνα ή/και πραγματική ή νομική πλάνη. Προς υποστήριξη της θέσης τους, οι Καθ’ ων η αίτηση αναπτύσσουν επιχειρηματολογία που άπτεται τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης.
Όσον αφορά το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπει στην Ένστασή τους και στα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς και στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου.
Στην απαντητική της αγόρευση, ημερομηνίας 06/12/2024, η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρει ότι, σύμφωνα με ιατρική έκθεση που προσκομίστηκε, η Αιτήτρια πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της δικασίμου της 28/11/2024 προκύπτει ότι εξακολουθεί να παρουσιάζει κρίσεις, ενώ στο μεταξύ έχει καταστεί μητέρα βρέφους.
Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να διερευνηθεί από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας κατά πόσο η Αιτήτρια δύναται να συνεχίσει να ασκεί την επιμέλεια του βρέφους, καθώς και ότι επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Σημειώνεται επίσης ότι η Αιτήτρια λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, και συγκεκριμένα το φάρμακο Olanzapine.
Ενόψει των ανωτέρω, η συνήγορος της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και ότι η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί για εκ νέου εξέταση σε πρώτο βαθμό, κατά τρόπο που να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ευάλωτη κατάσταση της Αιτήτριας, καθώς και το συμφέρον του ανήλικου τέκνου.
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η μη αξιολόγηση των ανωτέρω ισχυρισμών κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων και την ελλιπή διεξαγωγή της συνέντευξης της Αιτήτριας —κατά την οποία δεν υποβλήθηκαν επαρκείς ερωτήσεις αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της, ούτε αξιολογήθηκε η ευαλωτότητά της και το μη υποστηρικτικό περιβάλλον της— καθιστούν αδύνατη την ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο.
Τέλος, υποστηρίζεται ότι, σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας σε δίκαιη δίκη, κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής, στις 18/01/2024 καταχωρίστηκε ενδιάμεση αίτηση για τη χορήγηση άδειας προσαγωγής μαρτυρίας. Στις 17/04/2024 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο, με το οποίο επετράπη η προσαγωγή μαρτυρίας διά ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας.
Στην ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια προσκόμισε, ως Τεκμήριο 1, έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης, η οποία συντάχθηκε στις 21/08/2023 από κλινική ψυχολόγο του Κέντρου Εξειδικευμένης Αξιολόγησης Ψυχικής Υγείας του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας (εφεξής «ΟΚΥΠΥ»). Κατά τους ισχυρισμούς της, η εν λόγω έκθεση είναι άμεσα συναφής με την υπόθεσή της, καθότι καταγράφει τα ψυχικά τραύματα που φέρεται να έχει υποστεί λόγω της συστηματικής βίας στη χώρα καταγωγής της, καθώς και την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης από ειδικούς ψυχικής υγείας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι δεν δύναται να έχει πρόσβαση σε αντίστοιχες υπηρεσίες στη χώρα καταγωγής της, λόγω της ανεπάρκειας του ιατροφαρμακευτικού συστήματος και της απουσίας δομών υποστήριξης θυμάτων σεξουαλικής και σωματικής βίας, ενώ προσθέτει ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με μέλη της οικογένειάς της και, συνεπώς, στερείται υποστηρικτικού δικτύου.
Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια προσκόμισε, ως Τεκμήριο 2, ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 30/09/2023, εκδοθείσα από γυναικολόγο, με την οποία διαγιγνώσκονται γυναικολογικές παθήσεις και βεβαιώνεται η ανάγκη τακτικής ιατρικής παρακολούθησης. Όπως επισημαίνει, η προσκόμιση της εν λόγω βεβαίωσης αποσκοπεί στο να καταδείξει την ευαλωτότητά της και την ανάγκη συνεχούς ιατρικής φροντίδας, καθώς και να ενισχύσει τον ισχυρισμό που προέβαλε κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι αντιμετώπιζε προβλήματα γονιμότητας, συνεπεία των οποίων ο σύζυγός της την εξανάγκασε να υποβληθεί σε παραδοσιακή θεραπεία, χωρίς να της επιτρέπει πρόσβαση σε άλλη μορφή ιατρικής περίθαλψης.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι η συνήγορος της Αιτήτριας, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για εξειδικευμένη ψυχιατρική αξιολόγηση, υπέβαλε σχετικό αίτημα προς το Κέντρο Εξειδικευμένης Αξιολόγησης Ψυχικής Υγείας, ημερομηνίας 12/04/2023. Κατόπιν τούτου, η Αιτήτρια συμμετείχε σε δύο συνεδρίες με κλινική ψυχολόγο, στις 07/06/2023 και στις 14/06/2023, μετά την ολοκλήρωση των οποίων συντάχθηκε σχετική έκθεση, η οποία κοινοποιήθηκε στη συνήγορό της στις 21/08/2023.
Η εν λόγω έκθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου, καταγράφει ότι η Αιτήτρια παρουσίαζε, κατά τον χρόνο της αξιολόγησης, συμπτωματολογία συμβατή με τη διάγνωση της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, με αποσυνδετικά χαρακτηριστικά, υπό την προϋπόθεση επιβεβαίωσης, από τις αρμόδιες αρχές, της έκθεσής της σε τραυματικά γεγονότα. Σημειώνεται ότι η εν λόγω κατάσταση φαίνεται να είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στις προσωπικές, επαγγελματικές και κοινωνικές πτυχές της λειτουργικότητάς της. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε αναγκαία η άμεση αξιολόγησή της από ψυχίατρο, καθώς και η έναρξη συστηματικής παρακολούθησης από κλινικό ψυχολόγο, με σκοπό τη διαχείριση της σχετικής συμπτωματολογίας.
Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, πρόκειται για ιατρική βεβαίωση εκδοθείσα από τον ΟΚΥΠΥ, η οποία επιβεβαιώνει ότι η Αιτήτρια πάσχει από υπογονιμότητα, συνεπεία απόφραξης σαλπίγγων λόγω πυελικής φλεγμονής, καθώς και από ινομύωμα μήτρας, αδενομύωση και δυσπλασία τραχήλου. Στη βεβαίωση συστήνεται τακτικός έλεγχος ανά εξάμηνο, με υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων και κυτταρολογική εξέταση τραχήλου, καθώς και παραπομπή σε ειδικό υπογονιμότητας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας περί παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 13 του περί Προσφύγων Νόμου, ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά δια της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο η σχετική εξουσιοδότηση του Υπουργού Εσωτερικών προς τον κ. Ανδρέα Αγρότη, ο οποίος υπέγραψε την επίδικη πράξη, ούτε ότι ο λειτουργός που χειρίστηκε την υπόθεση τελούσε υπό το καθεστώς ορισμένου χρόνου.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Καταρχάς, και αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο λειτουργός που χειρίστηκε την υπόθεση τελούσε υπό καθεστώς ορισμένου χρόνου, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι λόγοι ακύρωσης πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στο δικόγραφο της προσφυγής. Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέταση των λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια επηρεάζει αναπόφευκτα τη νομική βάση των λόγων αυτών, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης.
Ο λόγος ακύρωσης που επικαλείται η συνήγορος της Αιτήτριας μέσω της γραπτής της αγόρευσης, πέραν του ότι διατυπώνεται κατά τρόπο αόριστο και ασαφή, δεν καλύπτεται ούτε κατά προσέγγιση από τους νομικούς ισχυρισμούς όπως αυτοί διατυπώνονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσφυγής προκύπτει ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται στο σημείο 1 αυτής περιορίζονται σε γενική επίκληση παραβίασης διατάξεων νόμου και γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς συγκεκριμενοποίηση των πραγματικών ή νομικών περιστάσεων που φέρεται να θεμελιώνουν την προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Η νομολογία έχει με σταθερότητα καθιερώσει την αρχή ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή νέων λόγων ακύρωσης μέσω των αγορεύσεων των διαδίκων πέραν εκείνων που έχουν ήδη καταγραφεί στο δικόγραφο της προσφυγής. Το αντικείμενο της διαδικασίας καθορίζεται από τη δικογραφία, η οποία αποτελεί το δικονομικό μέσο για την έκθεση και τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτό να προβάλλεται νέος λόγος ακύρωσης στο στάδιο των αγορεύσεων χωρίς να έχει προηγουμένως διατυπωθεί και αιτιολογηθεί επαρκώς στο δικόγραφο της προσφυγής.
Ο εξεταστικός χαρακτήρας της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος δεν καταργεί τη δικογραφία ως το μέσο προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Διαφορετικά, το Δικαστήριο θα οδηγείτο σε εξέταση σχεδόν οποιουδήποτε ζητήματος που εγείρεται στο στάδιο των αγορεύσεων, κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών κανόνων και του ρόλου που αυτοί διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και στη διεξαγωγή της διοικητικής δίκης.
Συναφώς, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται επαρκώς, διότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα οδηγείτο σε συζήτηση ζητημάτων τα οποία δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων (βλ. Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται κατ’ αναλογία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924).
Συνεπώς, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν δύναται να εξεταστεί, καθότι δεν τυγχάνει ειδικής δικογράφησης στο δικόγραφο της προσφυγής και δεν συνιστά ζήτημα δημοσίας τάξεως.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν εξεταζόταν επί της ουσίας, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από τον κ. Ανδρέα Αγρότη δυνάμει ισχύουσας εξουσιοδότησης του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εντοπίζεται στο ερυθρό 71 του διοικητικού φακέλου. Με την εν λόγω εξουσιοδότηση παραχωρήθηκε στον κ. Αγρότη η αρμοδιότητα να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και να εκδίδει αποφάσεις επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000.
Υφίσταται, συνεπώς, ρητή διάταξη νόμου που επιτρέπει τη μεταβίβαση της σχετικής εξουσίας σε άλλο λειτουργό της διοίκησης. Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 17(4) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, επιτρέπεται η εκχώρηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, ενώ η σχετική νομολογία έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα μεταβίβασης διοικητικών εξουσιών σε εξουσιοδοτημένους λειτουργούς (βλ. Ανδρούλλα Ζηνοβίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 385).
Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από πρόσωπο που ενεργούσε δυνάμει έγκυρης εξουσιοδότησης, δεν προκύπτει οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς την αρμοδιότητα του εκδόντος οργάνου. Επιπλέον, οι διοικητικές πράξεις απολαύουν τεκμηρίου κανονικότητας, το οποίο δύναται να ανατραπεί μόνο εφόσον αποδειχθεί σαφώς το αντίθετο. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνήγορος της Αιτήτριας δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό (βλ. Μαυρονύχη ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 801/1999, ημερ. 12/03/2001· Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (2009) 4 Α.Α.Δ. 929). Η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως αυτό δεν συμβαίνει (Υποθ. Αρ. 623/21, Κumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης , ημερ.15/07/21, Υποθ. Αρ.1303/18 Fakir v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ.30/06/21)
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώντας, θα εξετάσω των γενικό ισχυρισμό που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτρια περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεση λαμβανομένης της δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν. 73(I)/2018) ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία.
Ως εκ τούτου δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενη να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή).
Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA, καθώς και όπως προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, στις 13/03/2020, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στις 10/04/1987 στην Kinshasa. Ανέφερε ότι ανήκει στη φυλή Central Congo, με μητρική γλώσσα τα Lingala, ενώ ομιλεί επίσης τη γαλλική γλώσσα. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε άγαμη. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 16/02/2020 και αφίχθηκε στη Δημοκρατία μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι στη χώρα της επιχειρήθηκε να της αφαιρεθεί η ζωή, στη θέση του συζύγου της μητέρας της, ο οποίος ήταν συνταγματάρχης και διέθετε φρουρά ασφαλείας (ερ. 3-1 και μετάφραση 15-3 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέγραψε ότι η Αιτήτρια επιβεβαίωσε τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στον διοικητικό φάκελο, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ποια συγκεκριμένα στοιχεία επιβεβαιώθηκαν.
Ως προς τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμενε στην περιοχή Bumbou Commune, Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τόπο γέννησής της, και συγκεκριμένα σε εκκλησία (ερ. 36-35 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση στο σχολείο Lycee Tshela, στην περιοχή Lubuzi του Bas-Congo, και ότι ουδέποτε εργάστηκε στη ΛΔΚ, καθότι συντηρείτο οικονομικά από τον σύζυγό της (ερ. 34-33 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε, περαιτέρω, ότι ομιλεί τη γλώσσα Lingala και σε περιορισμένο βαθμό τη γαλλική (ερ. 33 του διοικητικού φακέλου).
Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς της είναι διαζευγμένοι, ότι έχει έναν αδελφό και τρεις αδελφές, και ότι συνήψε παραδοσιακό γάμο σε ηλικία 16 ετών. Δήλωσε ότι αποτελούσε την τρίτη σύζυγο του συζύγου της και ότι διέμενε μαζί του, καθώς και με τις άλλες συζύγους του και ορισμένα από τα τέκνα τους, στην ίδια οικία (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι η μητέρα της διαμένει στο Bas-Congo, ότι αγνοεί την τρέχουσα τοποθεσία του πατέρα της, και ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τον σύζυγό της (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τον σύζυγό της, ανέφερε ότι είναι λοχαγός στον στρατό και ότι γεννήθηκε στις 03/06/1960 (ερ. 34 του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, δήλωσε ότι, από τον χρόνο τέλεσης του γάμου της σε ηλικία 16 ετών, δεν είχε επικοινωνία με τη μητέρα της και, γενικότερα, δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της (ερ. 34 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και, δη, κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής της, δήλωσε ότι, ενώ ζούσε με τη μητέρα της, ο πατριός της διατηρούσε σχέση μαζί της από τότε που ήταν δέκα ετών και ότι, όταν ήταν δεκαπέντε ετών, έμεινε έγκυος από αυτόν και προέβη σε έκτρωση. Όπως ανέφερε, ο ίδιος την απείλησε, λέγοντάς της να μην αποκαλύψει στη μητέρα της τη μεταξύ τους σχέση.
Στη συνέχεια, ο ίδιος την έδωσε σε γάμο, ο οποίος τελέστηκε παραδοσιακά, με την προσφορά δώρων και χρημάτων, και ακολούθως μετέβη από την περιοχή Bas-Congo, όπου διέμενε, στην Kinshasa, προκειμένου να ζήσει με τον σύζυγό της. Δήλωσε ότι αρχικά η κατάσταση ήταν καλή, ωστόσο μετά από κάποια χρόνια, όταν δεν μπορούσε να μείνει έγκυος από αυτόν, άρχισαν να επισκέπτονται διάφορα νοσοκομεία για θεραπείες και ο σύζυγός της άρχισε να την απειλεί και να την κακομεταχειρίζεται, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας, τόσο από τον ίδιο όσο και από τις άλλες δύο συζύγους του (ερ. 33 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω δήλωσε ότι εγκατέλειψε την οικία και μετέβη να διαμείνει με ξαδέλφια της μητέρας της στην περιοχή Bumbou, όπου παρέμεινε για τέσσερις ημέρες. Όπως ανέφερε, εκεί την εντόπισε η αστυνομία, η οποία την επέστρεψε στην οικία του συζύγου της (ερ. 33–32 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τα λεγόμενά της, ο τελευταίος συνέχισε να την απειλεί, άρχισε να την κακοποιεί και να τη βιάζει, δεν της επέτρεπε να εγκαταλείψει την οικία, ενώ παράλληλα σταμάτησε να της παρέχει χρήματα (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, η Αιτήτρια ανέφερε ότι άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία και να μαγειρεύει για την κοινότητα, λαμβάνοντας κάποια μικρή χρηματική αποζημίωση, η οποία ωστόσο δεν επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών της. Όπως δήλωσε, αφού μίλησε στον ιερέα για την κατάστασή της, εκείνος τη στήριξε οικονομικά και τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου).
Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι συνήψε γάμο με τον σύζυγό της προ πολλού, όταν ήταν ακόμη σε νεαρή ηλικία, στο χωριό Tshela της επαρχίας Bas-Congo, με παραδοσιακή τελετή (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο πατριός της ήταν αγρότης (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τη διαμονή της στην εκκλησία, την οποία είχε αναφέρει κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, διευκρίνισε ότι, μετά την εξεύρεση εργασίας εκεί, μετέβαινε το πρωί και επέστρεφε το απόγευμα. Ωστόσο, όταν επρόκειτο να εγκαταλείψει τη χώρα, ανέφερε στον σύζυγό της ότι θα παρακολουθούσε σεμινάριο στην εκκλησία διάρκειας δύο εβδομάδων. Δήλωσε ότι διέμεινε στην εκκλησία για ορισμένο χρονικό διάστημα και ότι, κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί, αστυνομικοί, κατόπιν εντολής του συζύγου της, επισκέφθηκαν την εκκλησία προκειμένου να εξακριβώσουν κατά πόσο πράγματι βρισκόταν στον χώρο (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο σύζυγός της, λόγω των απειλών που της απηύθυνε, θεωρούσε ότι ενδεχομένως να επιχειρούσε να διαφύγει και, για τον λόγο αυτό, διέτασσε συστηματικά στρατιώτες να την παρακολουθούν όταν βρισκόταν εκτός της οικίας (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου).
Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατά την πρώτη της απόπειρα να εκδώσει διαβατήριο και να εγκαταλείψει τη χώρα, συνελήφθη από στρατιώτες στα σύνορα μεταξύ Kinshasa και Brazzaville, οι οποίοι κατέσχεσαν το διαβατήριό της και ενημέρωσαν τον σύζυγό της, ο οποίος φέρεται να δήλωσε ότι δεν της είχε παράσχει άδεια να ταξιδέψει (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τα λεγόμενά της, την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο «Kokolo Camp», στην περιοχή Bandalungwa, όπου υπηρετούσε ο σύζυγός της. Ακολούθως, κατά την επιστροφή τους στην οικία, ο σύζυγός της παρέλαβε και κράτησε το διαβατήριό της. Περίπου δύο έτη αργότερα, μία από τις θυγατέρες του συζύγου της, ηλικίας 12 ετών, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, τη συμπαθούσε, της ανέφερε ότι είχε δει στο δωμάτιο του πατέρα της βιβλιάριο με τη φωτογραφία της. Κατόπιν αιτήματός της, η ανήλικη μετέβη στο δωμάτιο του πατέρα της, εντόπισε το διαβατήριο και της το παρέδωσε κρυφά (ερ. 31-30 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείσα πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα με τον σύζυγό της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτά άρχισαν περί τα έτη 2008–2009, όταν επισκέφθηκε γενικό νοσοκομείο και πληροφορήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να τεκνοποιήσει εκ νέου (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου). Έκτοτε, όπως ανέφερε, άρχισε να δέχεται απειλές και κακομεταχείριση, ενώ ο σύζυγός της απαιτούσε την επιστροφή των χρημάτων που είχε δαπανήσει για τον γάμο, συμπεριφορές που, κατά τους ισχυρισμούς της, της προκάλεσαν προβλήματα υγείας και έντονο στρες (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείσα κατά πόσο αποτάθηκε στην αστυνομία, η Αιτήτρια απάντησε ότι η χώρα καταγωγής της δεν λειτουργεί ως κράτος δικαίου και ότι, λόγω της υψηλής θέσης του συζύγου της στον στρατό, η αστυνομία δεν θα λάμβανε υπόψη οποιοδήποτε παράπονό της (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).
Σε ερώτηση ως προς το πώς κατόρθωσε να προστατεύσει τον εαυτό της κατά το διάστημα από το 2008, οπότε άρχισε να δέχεται απειλές, μέχρι το 2020, όταν εγκατέλειψε τη χώρα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι λάμβανε συμβουλές από τρίτα πρόσωπα να παραμείνει ήρεμη, με την προσδοκία ότι η κατάσταση ενδεχομένως θα βελτιωνόταν (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς τις απαιτήσεις του συζύγου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εκείνος επιθυμούσε να αποκτήσει τέκνα από αυτήν και ότι, προς τον σκοπό αυτό, την υπέβαλλε σε παραδοσιακές θεραπείες. Ωστόσο, οι άλλες σύζυγοί του άρχισαν να την κακομεταχειρίζονται και να την απειλούν, αποκαλώντας την «Komba», όρος που, κατά τα λεγόμενά της, σημαίνει «στείρα γυναίκα». Προσέθεσε ότι, στη χώρα καταγωγής της, οι γυναίκες που αδυνατούν να τεκνοποιήσουν στιγματίζονται ως «αμαρτωλές» και «άχρηστες» (ερ. 29 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου της, ως νεότερη σύζυγος, ο σύζυγός της τη χρησιμοποιούσε για την ικανοποίηση των σεξουαλικών του αναγκών. Αναφορικά με το ιατρικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε, ανέφερε ότι υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις, κατόπιν των οποίων πληροφορήθηκε ότι υπήρχε βλάβη ή απόφραξη στα ωάρια της. Αρχικώς της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή· ωστόσο, στη συνέχεια, ο σύζυγός της διέκοψε τη σχετική θεραπεία και άρχισε να της χορηγεί παραδοσιακά σκευάσματα (ερ. 28 του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο της συνέντευξης, ευρισκόμενη στην Κύπρο, ακολουθούσε γυναικολογική θεραπευτική αγωγή (ερ. 28 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αφορά στα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, ήτοι το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, ενώ ο δεύτερος αφορά στον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια υφίσταται δίωξη από τον σύζυγό της και τις λοιπές συζύγους αυτού, λόγω της αδυναμίας της να τεκνοποιήσει.
Αποδεκτός έγινε μόνον ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθότι οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν εσωτερικά συνεπείς και αξιόπιστες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης. Επιπλέον, καταγράφεται ότι η Αιτήτρια προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο εκδοθέν από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή υπέστη δίωξη από τον σύζυγό της και τις λοιπές συζύγους αυτού, απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της, ενώ διαπιστώθηκαν αντιφάσεις, ασάφειες, υπεκφυγές, έλλειψη ευλογοφάνειας και ανεπάρκεια συγκεκριμένων στοιχείων. Τα λεγόμενά της κρίθηκαν γενικού περιεχομένου, μη συγκεκριμένα και στερούμενα επαρκούς λεπτομέρειας.
Ειδικότερα, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου επισήμανε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρονικό πλαίσιο των γεγονότων που περιέγραψε, ούτε να αποσαφηνίσει τη θέση του συζύγου της στον στρατό, τη φύση των απειλών που φέρεται να δέχθηκε ή τους λόγους για τους οποίους ο σύζυγός της δεν προέβη σε λύση του γάμου. Περαιτέρω, καταγράφηκε έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς της, καθότι, αφενός, ο σύζυγός της φέρεται να τη συνδράμει στην αναζήτηση ιατρικής θεραπείας και, αφετέρου, να την απειλεί λόγω της αδυναμίας της να τεκνοποιήσει.
Επιπλέον, σημειώθηκε ότι, σε ερωτήσεις που αφορούσαν την αντιμετώπιση των απειλών, τις θεραπείες που ακολούθησε, καθώς και τις συνθήκες διαφυγής της, η Αιτήτρια απάντησε με αοριστίες, γενικολογίες, υπεκφυγές και ασάφειες, χωρίς να παράσχει επαρκείς πληροφορίες. Καταγράφηκε, επίσης, αντίφαση μεταξύ των δηλώσεών της κατά τη συνέντευξη και των όσων είχε αναφέρει στην αρχική της αίτηση για διεθνή προστασία.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός ανέφερε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός της και ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Παρά ταύτα, σημείωσε ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από επίσκεψή της σε γυναικολόγο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα ως προς το αίτημά της.
Καταληκτικά, ο λειτουργός κατέληξε στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, επικαλούμενος τις ανωτέρω διαπιστώσεις περί αντιφάσεων, ασάφειας, υπεκφυγών, έλλειψης ευλογοφάνειας και ανεπαρκούς παροχής πληροφοριών.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προέβη σε εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ, στηριζόμενος στον μοναδικό ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ήτοι τα προσωπικά της στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, καταλήγοντας ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε κίνδυνος για την Αιτήτρια.
Υπό το φως των ανωτέρω, και προβαίνοντας σε νομική αξιολόγηση, ο λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Συνεπώς, έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε οποιονδήποτε από τους πέντε περιοριστικώς προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να της αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα.
Περαιτέρω, κατέληξε ότι δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να δύναται να συναχθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Τέλος, ο λειτουργός σημείωσε ότι η ενδεχόμενη επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών της περιστάσεων και, ιδίως, της απουσίας οποιασδήποτε συγκεκριμένης και πραγματικής απειλής υποβολής της σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την επιστροφή της στην Kinshasa, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στη βάση των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε διά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έχοντας μελετήσει προσεκτικά τη συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, την Έκθεση–Εισήγηση του λειτουργού του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, καθώς και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν του, το παρόν Δικαστήριο κρίνει τα ακόλουθα:
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο οποίος αφορά στα προσωπικά της στοιχεία, στη χώρα καταγωγής της και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση και την αντίστοιχη αποδοχή του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας επί των εν λόγω ζητημάτων χαρακτηρίζονται από εσωτερική συνοχή, σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, ενώ δεν προκύπτουν αντιφάσεις ή ασάφειες που να πλήττουν την αξιοπιστία τους. Περαιτέρω, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, και ιδίως από το πρωτότυπο διαβατήριο που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποδεικνύεται και γίνεται αποδεκτός.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι τον ισχυρισμό περί δίωξής της από τον σύζυγό της και τις λοιπές συζύγους αυτού λόγω της αδυναμίας της να τεκνοποιήσει, το Δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν του και ιδίως το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης, συντάσσεται με την κρίση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, από τη μελέτη των απαντήσεων της Αιτήτριας προκύπτει ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συνεκτική, συγκεκριμένη και επαρκώς λεπτομερή αφήγηση ως προς τα γεγονότα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της. Παρατηρούνται επανειλημμένα αοριστίες και γενικολογίες, ιδίως ως προς κρίσιμα χρονικά σημεία, όπως ο χρόνος τέλεσης του γάμου της, ο χρόνος έναρξης των προβλημάτων με τον σύζυγό της, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε γνώση της αδυναμίας της να τεκνοποιήσει.
Ιδιαιτέρως, ως προς την ιδιότητα του συζύγου της ως στρατιωτικού, η οποία προβάλλεται από την ίδια ως κρίσιμη παράμετρος του ισχυρισμού της, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενική αναφορά του βαθμού του, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία, όπως τη μονάδα στην οποία υπηρετούσε, τη φύση των καθηκόντων του ή άλλα συναφή δεδομένα. Η έλλειψη αυτή καθίσταται ουσιώδης, δεδομένου ότι η εν λόγω ιδιότητα προβάλλεται προς ενίσχυση του ισχυρισμού περί επιρροής του και αδυναμίας προσφυγής στις αρχές.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με ουσιώδεις πτυχές των ισχυρισμών της, όπως η ακριβής φύση των απειλών που φέρεται να δεχόταν, οι περιστάσεις της κακομεταχείρισης, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο σύζυγός της δεν προέβη σε λύση του γάμου. Οι σχετικές απαντήσεις της χαρακτηρίζονται από ασάφεια, υπεκφυγές και έλλειψη συγκεκριμενοποίησης.
Επιπλέον, εντοπίζονται στοιχεία έλλειψης ευλογοφάνειας, καθότι, ενώ η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο σύζυγός της την κακομεταχειριζόταν και την απειλούσε λόγω της αδυναμίας της να αποκτήσει τέκνα, ταυτόχρονα αναφέρει ότι ο ίδιος μερίμνησε για τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων και την αναζήτηση θεραπείας, γεγονός που δεν συνάδει ευλόγως με την προβαλλόμενη ένταση της κακομεταχείρισης.
Έτι περαιτέρω, διαπιστώνονται αντιφάσεις ως προς επιμέρους στοιχεία της αφήγησής της, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών διαφυγής της, καθώς και διαφοροποιήσεις μεταξύ των δηλώσεών της κατά τη συνέντευξη και των όσων ανέφερε στην αρχική της αίτηση, χωρίς να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση προς άρση των εν λόγω αντιφάσεων.
Ακόμη, το Δικαστήριο εντοπίζει ασάφειες και ελλείψεις ως προς τη χρονική εξέλιξη των γεγονότων που επικαλείται η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, ερωτηθείσα πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα με τον σύζυγό της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτά άρχισαν περί τα έτη 2008–2009, όταν επισκέφθηκε γενικό νοσοκομείο και πληροφορήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να τεκνοποιήσει εκ νέου (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου). Όπως ανέφερε, έκτοτε άρχισε να δέχεται απειλές και κακομεταχείριση, ενώ ο σύζυγός της απαιτούσε την επιστροφή των χρημάτων που είχε δαπανήσει για τον γάμο (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).
Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε πώς κατόρθωσε να προστατεύσει τον εαυτό της κατά το διάστημα από το 2008, οπότε άρχισαν οι φερόμενες απειλές, μέχρι το 2020, όταν τελικώς εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια περιορίστηκε να αναφέρει ότι λάμβανε συμβουλές από τρίτα πρόσωπα να παραμείνει ήρεμη, με την προσδοκία ότι η κατάσταση ενδεχομένως θα βελτιωνόταν (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).
Η εξήγηση αυτή κρίνεται γενική και ανεπαρκής, καθότι δεν διευκρινίζει πώς η Αιτήτρια κατόρθωσε να διαχειριστεί μια κατάσταση που, κατά τους ισχυρισμούς της, περιλάμβανε συστηματικές απειλές και κακομεταχείριση επί μακρό χρονικό διάστημα. Επιπλέον, δεν παρατέθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά ή ενέργειες στις οποίες προέβη για την προστασία της ή για την απομάκρυνσή της από την εν λόγω κατάσταση κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου.
Η σημαντική αυτή χρονική απόσταση μεταξύ της φερόμενης έναρξης των προβλημάτων και της τελικής αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, σε συνδυασμό με την αοριστία των εξηγήσεων που παρείχε, αποδυναμώνει την εσωτερική συνοχή και πειστικότητα της αφήγησής της ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν υποστηρίζονται από ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά στηρίζονται αποκλειστικά στις δηλώσεις της ίδιας, ενώ τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα περιορίζονται στην επιβεβαίωση ζητημάτων υγείας και δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς περί δίωξης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, μέσω αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας και της σχετικής ένορκης δήλωσής της, ήτοι την ψυχολογική αξιολόγηση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας καθώς και την ιατρική βεβαίωση του θεράποντος γυναικολόγου της. Ωστόσο, από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δεν προκύπτει στοιχείο ικανό να ανατρέψει τα ευρήματα της αξιολόγησης αξιοπιστίας που προηγήθηκε.
Ειδικότερα, ως προς την ψυχολογική έκθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτή βασίζεται κυρίως στο ιστορικό όπως αυτό παρασχέθηκε από την ίδια την Αιτήτρια κατά τη διάρκεια των συνεδριών αξιολόγησης. Οι αναφορές περί σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατριό της, αναγκαστικού γάμου σε νεαρή ηλικία και άσκησης σωματικής, λεκτικής και σεξουαλικής βίας από τον σύζυγό της καταγράφονται στην έκθεση ως δηλώσεις της εξεταζόμενης και όχι ως γεγονότα που έχουν ανεξάρτητα επαληθευθεί από τον συντάκτη της έκθεσης. Συνεπώς, η εν λόγω έκθεση αποτυπώνει την ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας στη βάση των ισχυρισμών που η ίδια προέβαλε και δεν συνιστά αυτοτελή απόδειξη της βασιμότητας των γεγονότων που επικαλείται.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ακόμη και η διαγνωστική εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην εν λόγω έκθεση τελεί υπό ρητή επιφύλαξη, καθότι αναφέρεται ότι η διάγνωση της διαταραχής μετατραυματικού στρες πληροί τα σχετικά κριτήρια «εφόσον στο πλαίσιο της τρέχουσας διερεύνησης επιβεβαιωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι η εξεταζόμενη εκτέθηκε σε συμβάντα που της επέφεραν ψυχική βλάβη». Η ίδια η έκθεση, δηλαδή, αναγνωρίζει ότι η τελική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών ανήκει στις αρμόδιες αρχές και δεν επιβεβαιώνει αυτοτελώς ότι τα φερόμενα τραυματικά γεγονότα έλαβαν πράγματι χώρα.
Συναφώς, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι η Αιτήτρια αντιμετώπιζε ψυχικές δυσκολίες ήδη από την παιδική της ηλικία και ότι επισκεπτόταν συχνά γιατρούς και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες ως προς τη διάγνωση ή το είδος της αγωγής που λάμβανε. Η αναφορά αυτή υποδηλώνει την πιθανότητα ύπαρξης προϋπάρχουσας ψυχικής κατάστασης, η οποία δεν μπορεί να συνδεθεί κατ’ ανάγκη με τα γεγονότα που η ίδια επικαλείται ως λόγους αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της.
Όσον αφορά την ιατρική βεβαίωση που προσκομίστηκε, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτή καταγράφει γυναικολογικές παθολογικές καταστάσεις της Αιτήτριας, όπως υπογονιμότητα συνεπεία απόφραξης σαλπίγγων λόγω πυελικής φλεγμονής, ινομύωμα μήτρας, αδενομύωση και δυσπλασία τραχήλου. Η βεβαίωση αυτή περιορίζεται στην καταγραφή των ιατρικών ευρημάτων και στη σύσταση για τακτικό ιατρικό έλεγχο, χωρίς να αποδίδει τις εν λόγω παθήσεις σε περιστατικά κακοποίησης ή να τεκμηριώνει οποιαδήποτε σύνδεση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί βίας από τον σύζυγό της.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, ενώ η Αιτήτρια επικαλείται ότι η υπογονιμότητά της αποτέλεσε βασική αιτία κακομεταχείρισης από τον σύζυγό της και ότι αυτός την εξανάγκαζε να υποβάλλεται σε παραδοσιακές θεραπείες χωρίς να της επιτρέπει να λάβει άλλη ιατρική αγωγή, η ιατρική βεβαίωση που προσκομίστηκε καταγράφει συγκεκριμένες ιατρικές αιτίες της υπογονιμότητας, χωρίς να προκύπτει από το περιεχόμενό της οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοιου είδους πρακτικές ή σε περιστάσεις κακοποίησης. Κατά συνέπεια, το έγγραφο αυτό δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τα περιστατικά που επικαλείται.
Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ψυχολογική έκθεση ως προς τα περιστατικά κακοποίησης επαναλαμβάνουν ουσιαστικά την αφήγηση της Αιτήτριας, χωρίς να προσθέτουν νέα ανεξάρτητα δεδομένα που να ενισχύουν την αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω έγγραφα δεν δύνανται να ανατρέψουν τις ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της.
Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι έγγραφα όπως ψυχολογικές αξιολογήσεις ή ιατρικές βεβαιώσεις, τα οποία βασίζονται κυρίως στο ιστορικό που παρέχει ο ίδιος ο αιτητής, δεν δύνανται από μόνα τους να θεραπεύσουν ουσιώδεις ελλείψεις, αντιφάσεις ή ασυνέπειες που εντοπίζονται στην αφήγησή του. Τέτοια έγγραφα μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση της ψυχολογικής ή ιατρικής κατάστασης ενός προσώπου, πλην όμως δεν αποτελούν αυτοτελή επιβεβαίωση της βασιμότητας των ισχυριζόμενων περιστατικών δίωξης, ιδίως όταν τα περιστατικά αυτά δεν κρίνονται αξιόπιστα κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων του αιτητή.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής συνοχής, συνέπειας και ευλογοφάνειας και, ως εκ τούτου, ορθώς απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών. Ωστόσο, απαιτεί όπως οι δηλώσεις του αιτητή παρουσιάζουν συνοχή, επαρκή λεπτομέρεια και λογική συνέπεια, σε συνάρτηση με τα διαθέσιμα έγγραφα και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Κατά το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA («Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας», σελ. 91 & 98), η απουσία χρονολογικής συνέπειας, η αοριστία και η αδυναμία παροχής βασικών πληροφοριών συνιστούν ουσιώδεις ενδείξεις αναξιοπιστίας, εφόσον δεν αιτιολογούνται από ευάλωτα χαρακτηριστικά.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ορίζει ότι «ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του είναι συνεκτικοί, εύλογοι και μη αντιφατικοί προς γνωστά γεγονότα» (UNHCR Handbook, §§203–204). Αντίστοιχα, στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §53), το ΕΔΔΑ επεσήμανε τη σημασία της συνέπειας, τεκμηρίωσης και λογικής αλληλουχίας στην αξιολόγηση αξιοπιστίας. Στο ίδιο πνεύμα κινείται η νομολογία του ΔΕΕ στις υποθέσεις A, B και C (C-148/13 έως C-150/13), κατά τις οποίες η αξιοπιστία συναρτάται όχι μόνο με την εσωτερική συνοχή αλλά και με την ικανότητα παροχής συγκεκριμένων και σταθερών πληροφοριών.
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση BS v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 660/2020, η αναξιοπιστία των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, ασαφείς και αντιφατικές, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση AR v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 425/2020, όπου υπογραμμίστηκε ότι οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και επαρκώς τεκμηριωμένοι, και όχι γενικοί και αόριστοι, διαφορετικά δεν πληρούται το κριτήριο του βάσιμου φόβου δίωξης. Επιπλέον, στην Αίτηση F.B.B., Νομική Αρωγή 107/21, 19.4.2021, παραπέμπεται στις κατευθυντήριες οδηγίες του EUAA (πρώην EASO), οι οποίες αναφέρουν ότι «είναι εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων». Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η συμβατότητα των δηλώσεων του αιτητή με τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του, αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας του.
Επομένως, τόσο η νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες αξιολόγησης της αξιοπιστίας του αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του. (EUAA, Evidence and Credibility Assessment – Judicial Analysis, 2nd edition, 2023). Η Αιτήτρια εν προκειμένω απέτυχε να ικανοποιήσει επαρκώς τα κριτήρια αυτά, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της να κλονίζονται ουσιωδώς. Η απόρριψη των ισχυρισμών της Αιτήτριας δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθαίρετη, καθώς στηρίχθηκε σε εμπεριστατωμένη εσωτερική αξιολόγηση με αναλυτική αναφορά στις αντιφάσεις και ασάφειες, και ενισχύθηκε από την εξωτερική διερεύνηση, η οποία δεν κατέδειξε πειστικά στοιχεία συσχετισμένα με την προσωπική της περίπτωση. Η έλλειψη συνοχής, η αδυναμία παράθεσης λεπτομερειών, η ασάφεια των δηλώσεων και η απουσία ελέγξιμων πληροφοριών, πλήττουν καίρια την πειστικότητα του αιτήματος.
Επιπροσθέτως, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 6(Ι)/2000, ο οποίος υποχρεούται να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και να βοηθήσει με κάθε ειλικρίνεια την Αρχή να διακριβώσει τα γεγονότα της υπόθεσής του. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπ. αρ. 1875/2008, ημερ. 01.03.2010), ο αιτών πρέπει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του και να αποδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης, κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Το Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια ικανή από μόνη της να θεμελιώσει απόρριψη. Όταν όμως οι ελλείψεις αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, χωρίς να συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις ή αντικειμενικά εμπόδια, τότε η αναξιοπιστία αποκτά ουσιώδη σημασία και νομιμοποιεί την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. (βλ. F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11, Judgment of the Grand Chamber, 23 March 2016. σκ. 113)
Επιπλέον το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία τηρήθηκαν πλήρως οι εγγυήσεις δίκαιης ακρόασης. Η Αιτήτρια εξετάστηκε παρουσία διερμηνέα, απάντησε σε πλήθος ανοικτών ερωτήσεων και είχε εύλογη ευκαιρία να εκθέσει τις θέσεις της. Η τελική διοικητική απόφαση πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογίας και νομιμότητας, κατά τα άρθρα 13Α και 18 του Ν. 6(Ι)/2000, και στηρίζεται σε αντικειμενική, εξατομικευμένη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση. Από τα ενώπιον μου δεδομένα η σχετική απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης και είναι απόλυτα νόμιμή και ορθή (ANGELA ATAMANIUC ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1197/98., 29 Νοεμβρίου, 1999).
Από τα πραγματικά δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, προκύπτει ότι τηρήθηκαν πλήρως οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, ιδίως τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τα άρθρα 13 και 16 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(I)/2000). Όπως διαπιστώνεται και στη σχετική νομολογία (βλ. Ramesh Julian κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθ. Αρ. 1104/2011, 9/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D580· SATARI SABET BEHZAD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 251/2011, 27/9/2012· F.B.B., Νομική Αρωγή αρ. 107/21, 19/4/2021), η Αιτήτρια είχε στη διάθεσή της εύλογο χρόνο και επαρκή ευκαιρία να εκθέσει τις θέσεις της, ενώ η διάρκεια και το περιεχόμενο της συνέντευξης κρίθηκαν επαρκή και ικανά να διασαφηνίσουν τα ουσιώδη στοιχεία της αίτησης. Όπως ρητά επισημάνθηκε από το Δ.Δ.Δ.Π. στην Ι. Ε. Ι. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 6899/22, 29/5/2024, «δεν υπάρχει θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος για μια συνέντευξη του αιτητή» (Senthil Thevathas v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 818/2010, 15/10/2012), και εναπόκειται στον ίδιο τον αιτητή να αξιοποιήσει το χρόνο που του παρέχεται. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παράβαση της διαδικασίας ή στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, ούτε προκύπτει αιτιολογημένος λόγος ακύρωσης λόγω ελλιπούς εξέτασης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 9ΚΓ και/ή 15 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε αναγνωρίστηκε η Αιτήτρια ως ευάλωτο πρόσωπο, το Δικαστήριο δεν τον κρίνει βάσιμο.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ιδίως από το πρακτικό της προσωπικής συνέντευξης προκύπτει ότι η Αιτήτρια, ερωτηθείσα ρητώς κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας εάν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή άλλες ιδιαίτερες δυσκολίες, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα (βλ. ερ. 37 δ.φ.). Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προέκυψαν ενδείξεις που να καθιστούν αναγκαία την ενεργοποίηση της διαδικασίας αναγνώρισης ευάλωτων προσώπων ή την παραπομπή της σε ιατρική ή ψυχολογική αξιολόγηση κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξέταση αιτήματος διεθνούς προστασίας πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ του αιτούντος και της αρμόδιας αρχής, στο πλαίσιο της οποίας ο αιτών οφείλει να εκθέτει εγκαίρως όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την αίτησή του (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-277/11, M.M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, σκ. 65-66). Ομοίως, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι ο αιτών διεθνή προστασία οφείλει να συνεργάζεται ενεργά με τις αρχές παρέχοντας πλήρη και ακριβή στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημά του (βλ. ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, A, B και C, σκ. 49-52).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει των δηλώσεων της ίδιας της Αιτήτριας κατά την προσωπική συνέντευξη και ελλείψει άλλων αντικειμενικών ενδείξεων κατά το κρίσιμο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, δεν προέκυπτε υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να προβεί αυτεπαγγέλτως σε περαιτέρω διερεύνηση ή παραπομπή της σε ιατρική ή ψυχολογική αξιολόγηση.
Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται πλημμέλεια στη διαδικασία εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ως προς τη μη ενεργοποίηση των σχετικών διατάξεων περί ευάλωτων προσώπων.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Το ευεργέτημα αυτό παρέχεται μόνο όταν ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί, και οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούνται ότι αυτός είναι γενικά αξιόπιστος. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε πειστικά, συνεκτικά και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν ειδικό ισχυρισμό δίωξης. Οι αντιφάσεις, οι ελλείψεις και η γενικότητα των αναφορών του, καθώς και η αποτυχία του να αιτιολογήσει ουσιώδη σημεία των ισχυρισμών της, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής υπέρ της. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, η κρίση περί αναξιοπιστίας του αιτητή δύναται να αποτελέσει θεμιτή βάση για την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, αρ. 466/2010, 28.9.2012). Δεν απαιτείται κάθε ισχυρισμός να τεκμηριώνεται εγγράφως, αλλά αρκεί η αφήγηση να είναι συνεκτική, λογικά δομημένη και απαλλαγμένη από αντιφάσεις. (Βλ. Seyfallah Mozaffar Samradi v. Κ.Δ. αρ. 61/06, 13.7.2007).
Αναφορικά με την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ της αρμόδιας αρχής και του αιτητή, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αυτή απορρέει από το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και συνίσταται στη συνδρομή της αρμόδιας αρχής προς τον αιτητή κατά τη συλλογή και αξιολόγηση των στοιχείων που θεμελιώνουν την αίτησή του για διεθνή προστασία. Η υποχρέωση αυτή δεν αίρει το βάρος του αιτητή να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται το αίτημά του, αλλά επιβάλλει στην αρμόδια αρχή να συνδράμει στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση M.M. κατά Ιρλανδίας (C-277/11), διευκρίνισε ότι η υποχρέωση συνεργασίας εκδηλώνεται κυρίως στο στάδιο της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Ειδικότερα, κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας, η αρμόδια αρχή οφείλει να συνεργαστεί με τον αιτητή προκειμένου να συγκεντρωθούν όλα τα πραγματικά στοιχεία που είναι δυνατόν να υποστηρίξουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή δύναται να ζητήσει διευκρινίσεις, να υποβάλει ερωτήσεις και να εξετάσει τα στοιχεία που προσκομίζονται, προκειμένου να διαμορφώσει πλήρη εικόνα των ισχυρισμών του αιτητή.
Αντιθέτως, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, το οποίο αφορά τη νομική αξιολόγηση των διαπιστωθέντων περιστατικών, η ευθύνη για την εκτίμηση του κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια εθνική αρχή. Η αξιολόγηση αυτή συνίσταται στη νομική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και δεν αποτελεί αντικείμενο συνεργασίας με τον αιτητή.
Κατά συνέπεια, η υποχρέωση συνεργασίας δεν συνεπάγεται ότι η αρμόδια αρχή υποχρεούται να αποδεχθεί τους ισχυρισμούς του αιτητή ή να προβεί σε νομική αξιολόγηση από κοινού με αυτόν, αλλά περιορίζεται στη διασφάλιση ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν διερευνηθεί επαρκώς πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή παρείχε στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς της κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, υποβάλλοντας σχετικές και στοχευμένες ερωτήσεις προς αποσαφήνιση των γεγονότων που επικαλείτο. Η διαδικασία αυτή κατέδειξε ότι η Διοίκηση προέβη στη δέουσα διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, σε συμμόρφωση με την υποχρέωση συνεργασίας όπως αυτή ερμηνεύεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση παρέλειψε να συνεργαστεί με την Αιτήτρια κατά το στάδιο διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών. Αντιθέτως, η σχετική διαδικασία τηρήθηκε δεόντως, ενώ η τελική αξιολόγηση των στοιχείων και η υπαγωγή τους στο εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο εμπίπτουν, σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της αρμόδιας αρχής.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, σημειώνεται καταρχάς ότι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ο «βάσιμος φόβος» δίωξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία. Συνεπώς, απαιτείται η αξιολόγηση των δηλώσεων του αιτητή να τελεί υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής, συνεκτιμώντας τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης. Η αρχή αυτή έχει διαχρονικά υποστηριχθεί και από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ (βλ. Εγχειρίδιο, § 196-198), καθώς και από την ΕΥΑΑ, η οποία στο Εγχειρίδιο για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει τη συμβατότητα των ισχυρισμών με διαθέσιμες, ανεξάρτητες και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές. Άρα η συνέπεια των δηλώσεων ενός αιτούντος με τις COI και άλλες πληροφορίες ειδικών είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την απόφαση αν ο αιτών έχει τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του(EUAA Evidence and credibility assessment Judicial Analysis_2nd edition 2023.)
Κατά τη μεθοδολογία που καθορίζεται στην Οδηγία 2011/95/ΕΕ, άρθρο 4(5)(γ), οι δηλώσεις του αιτούντος πρέπει να μην έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την Εκτενή Δικαστική Ανάλυση της EUAA για την αξιολόγηση αξιοπιστίας, η εξωτερική συνέπεια αποτελεί θεμελιώδες κριτήριο και συνίσταται στη συμφωνία των ισχυρισμών του αιτητή με «πληροφορίες που είναι αξιόπιστες, προσβάσιμες, σχετικές και πρόσφατες».[1]
Το Δικαστήριο προέβη και σε δική του εξωτερική έρευνα αναφορικά με τα επίμαχα ζητήματα που προέκυψαν από τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας λαμβανομένου ότι το παρόν δικαστήριο έχει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες από διάφορες πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής και διέλευσης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής του [βλ. άρθρο 10 παράγραφος 4 της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση)], σε συνάρτηση βέβαια με το άρθρο 4 της 2011/95/ΕΕ της οδηγίας (αναδιατύπωση) και άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), όπου απαιτείται να υπάρχει «πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των γεγονότων όσο και των νομικών σημείων».
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη σε εξέταση γενικών πληροφοριών αναφορικά με τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ιδίως ως προς τον θεσμό του γάμου και τις συναφείς πρακτικές.
Ειδικότερα, από διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι στη ΛΔΚ σημαντικό ποσοστό γάμων τελείται σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, χωρίς απαραίτητα να καταχωρείται επισήμως, ενώ εκτιμάται ότι η πλειονότητα των γυναικών συνάπτει γάμο υπό το καθεστώς παραδοσιακών πρακτικών.[2] Στο πλαίσιο αυτό, η σύναψη γάμου συνοδεύεται συνήθως από την καταβολή προίκας (bride price) προς την οικογένεια της νύφης, η οποία αποτελεί καθιερωμένο πολιτισμικό στοιχείο και δύναται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργεί οικονομικά κίνητρα για την τέλεση γάμων σε νεαρή ηλικία.[3]
Περαιτέρω, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι, μολονότι το ισχύον νομικό πλαίσιο προβλέπει ως κατώτατο όριο ηλικίας γάμου τα 18 έτη, στην πράξη παρατηρούνται γάμοι σε νεαρότερη ηλικία, ιδίως σε αγροτικές περιοχές, ενώ σημαντικό ποσοστό γυναικών παντρεύεται πριν την ενηλικίωση[4]. Εξάλλου, η πρακτική της πολυγαμίας, αν και τυπικά δεν αναγνωρίζεται από το σύγχρονο νομικό σύστημα, εξακολουθεί να υφίσταται σε επίπεδο εθιμικού δικαίου και κοινωνικής πρακτικής.[5]
Οι γάμοι ανηλίκων ενισχύονται από φτώχεια, όπου οι οικογένειες λαμβάνουν προίκα για να ανακουφιστούν οικονομικά, και από παραδόσεις που βλέπουν τα κορίτσια ως περιουσία για συμμαχίες. Σε αγροτικές περιοχές τα ποσοστά είναι υψηλότερα (37,3% πριν τα 18), ενώ συγκρούσεις και έλλειψη εκπαίδευσης επιδεινώνουν το φαινόμενο, με ελάχιστη επιβολή νόμων.[6][7]
Οι νόμοι ακυρώνουν γάμους χωρίς συναίνεση ή σε ανηλίκους, αλλά εθιμικό δίκαιο και έλλειψη επιβολής επιτρέπουν συνέχιση, με κινδύνους υγείας (π.χ. επιπλοκές τοκετού), βίας και διακοπής εκπαίδευσης για τα κορίτσια. Διεθνείς συνθήκες όπως CEDAW απαγορεύουν την πρακτική, αλλά η ΛΔΚ δεν έχει επικυρώσει πλήρως σχετικά πρωτόκολλα.[8][9]
Παρότι ο καταναγκαστικός γάμος απαγορεύεται από τον νόμο[10] εντούτοις, η πρακτική αυτή εξακολουθεί να υφίσταται στη ΛΔΚ, σύμφωνα με έκθεση του US Department of State του 2023 που αφορά το έτος 2022.[11] Επιπλέον, η ίδια πηγή αναφέρει ότι «ενώ ο νόμος απαιτεί συναίνεση και απαγορεύει το γάμο αγοριών και κοριτσιών κάτω των 18 ετών, πολλοί γάμοι ανήλικων παιδιών πραγματοποιήθηκαν, εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής. Το Σύνταγμα ποινικοποιεί τον αναγκαστικό γάμο. Η ποινή διπλασιάζεται όταν το παιδί είναι μικρότερο των 15 ετών. Ωστόσο, η επιβολή της ποινής είναι περιορισμένη. Οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν ποιος έχει δικαίωμα να αναφέρει τον καταναγκαστικό γάμο ως έγκλημα ή εάν ο δικαστής έχει την εξουσία να το πράξει.»[12] Παλαιότερη έκθεση του USDOS αναφέρει ότι «Το UNFPA [Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών] ανέφερε ότι οι γάμοι παιδιών ήταν ευρέως διαδεδομένοι, με περίπου 37% των κοριτσιών που παντρεύτηκαν μέχρι την ηλικία των 18 ετών και το 10% των γυναικών ηλικίας 20-24 ετών είχαν παντρευτεί πριν από την ηλικία των 15 ετών. Οι πληρωμές προίκας ενθάρρυναν σε μεγάλο βαθμό τους γάμους ανηλίκων, καθώς οι γονείς πάντρευαν βίαια κόρες για να εισπράξουν προίκες ή για να χρηματοδοτήσουν προίκες για γιους. Το UNFPA ανέφερε περαιτέρω ότι ορισμένοι γονείς θεώρησαν τον παιδικό γάμο τρόπο για να προστατεύσουν ένα κορίτσι από τη σεξουαλική βία, με το σκεπτικό ότι ο σύζυγός του θα ήταν υπεύθυνος για την ασφάλειά του».[13]
Έκθεση της USDOS του Ιουνίου 2023 που αφορά την εμπορία ανθρώπων αναφέρει ότι ορισμένοι εγκληματίες εξαναγκάζουν τις γυναίκες και τα κορίτσια από το Κονγκό σε καταναγκαστικούς γάμους καθιστώντας τα ευάλωτα στην οικιακή δουλεία ή σε σεξουαλική εμπορία.[14]
Ως προς τα περιστατικά έμφυλης βίας εν γένει και αναγκαστικού γάμου που σημειώθηκαν, έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ιουνίου 2023 αναφέρει ότι σεξουαλική βία διαπράχθηκε σε 284 παιδιά (1 αγόρι, 283 κορίτσια), ηλικίας μεταξύ 4 και 17 ετών, με δράστες την Nyatura (67), τις Ένοπλες Δυνάμεις της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (56), CODECO (41), Mai- Mai Apa Na Pale (23), M23 (22), ADF (17), την εθνική αστυνομία του Κονγκό (9), την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (1) και άλλες ένοπλες ομάδες (48). Οι επαληθευμένες περιπτώσεις αφορούσαν βιασμό (189), καταναγκαστικό γάμο (40), ομαδικό βιασμό (36), σεξουαλική δουλεία (15) και απόπειρα βιασμού (4). Οι ύποπτοι που συνελήφθησαν ήταν 12 μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και 4 μέλη της Εθνικής Αστυνομίας του Κονγκό.[15]
Σύμφωνα με έκθεση της UNHCR του Οκτωβρίου 2022, σημειώθηκαν συγκεκριμένα 103 περιπτώσεις βιασμού, 81 περιστατικά καταναγκαστικής εργασίας, 68 περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, 40 περιπτώσεις καταναγκαστικού γάμου, 58 περιπτώσεις στρατολόγησης και χρήσης παιδιών, τον μήνα Μάιο του 2022.[16]
Επιπλέον, στην ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και του INTERSOS του 2021, αναφέρεται ότι στη ΛΔΚ καταγράφηκαν 76 περιπτώσεις αναγκαστικού γάμου χωρίς να γίνεται διάκριση του φύλου. Ακόμη αναφέρεται ότι «σε περιπτώσεις εξαναγκαστικών γάμων γενικά, δράστες είναι τα μέλη της οικογένειας των θυμάτων, και σε περιπτώσεις βιασμού είναι τα μέλη της κοινότητας που θεωρούνται ως δράστες».[17]
Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι επιμέρους στοιχεία της αφήγησης της Αιτήτριας, όπως η αναφορά σε παραδοσιακό γάμο με καταβολή χρημάτων ή δώρων (bride price), η σύναψη γάμου σε νεαρή ηλικία, καθώς και η ύπαρξη περισσότερων της μίας συζύγων στο ίδιο οικογενειακό πλαίσιο, δεν αντίκεινται κατ’ αρχήν στα γενικώς παρατηρούμενα κοινωνικά δεδομένα της χώρας καταγωγής της. Πράγματι, από τις ανωτέρω πηγές προκύπτει ότι πρακτικές όπως οι εθιμικοί γάμοι, η καταβολή προίκας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γάμοι σε νεαρή ηλικία εξακολουθούν να απαντώνται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ιδίως στο πλαίσιο εθιμικών ή παραδοσιακών πρακτικών.
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την αποδοχή του προβαλλόμενου ισχυρισμού, καθότι η εξωτερική ευλογοφάνεια του γενικού κοινωνικού πλαισίου δεν δύναται να υποκαταστήσει την ανάγκη ύπαρξης εσωτερικά συνεπούς, συγκεκριμένης και επαρκώς τεκμηριωμένης ατομικής αφήγησης. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι μια πρακτική παρατηρείται γενικά στη χώρα καταγωγής δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι το συγκεκριμένο περιστατικό έλαβε χώρα όπως περιγράφεται από την αιτούσα. Η νομολογία επιβάλλει μια αυστηρή αξιολόγηση του πραγματικού κινδύνου, η οποία εστιάζει στις προβλέψιμες συνέπειες της επιστροφής(βλ. F.G. κατά Σουηδίας, no. 59166/12. σκ 113). Ο αιτών οφείλει να προσκομίσει μια τεκμηριωμένη αφήγηση που να διαφοροποιεί την κατάστασή του από τους γενικούς κινδύνους στη χώρα προορισμού. J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας (no. 59166/12) σκ. 94 M.O. κατά Ελβετίας (no. 41282/16) σκ 73,)
Εν προκειμένω, και παρά τη συμβατότητα ορισμένων στοιχείων της αφήγησης της Αιτήτριας με τα γενικά δεδομένα που προκύπτουν από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι ουσιώδεις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν θεραπεύονται από τα ανωτέρω.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, μολονότι η Αιτήτρια επικαλείται τη σύναψη παραδοσιακού γάμου, δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τη διαδικασία τέλεσής του. Οι σχετικές αναφορές της περιορίζονται σε γενικόλογες διατυπώσεις περί καταβολής χρημάτων και δώρων, χωρίς να εξειδικεύονται ουσιώδη στοιχεία, όπως τα πρόσωπα που συμμετείχαν στη διαδικασία, οι όροι της συμφωνίας μεταξύ των οικογενειών ή τα επιμέρους στάδια της τελετής.
Η εν λόγω έλλειψη καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι ο γάμος αυτός παρουσιάζεται από την ίδια την Αιτήτρια ως γεγονός κεντρικής σημασίας στην προσωπική της ιστορία και συνδέεται άμεσα με τον προβαλλόμενο λόγο δίωξης. Υπό τα δεδομένα αυτά, ευλόγως θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει σαφέστερη και πληρέστερη περιγραφή των περιστάσεων σύναψης του γάμου αυτού.
Κατά συνέπεια, παρότι τα γενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι πρακτικές όπως οι παραδοσιακοί γάμοι, η καταβολή προίκας και οι γάμοι σε νεαρή ηλικία δύνανται να απαντώνται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τα στοιχεία αυτά αφορούν το γενικό κοινωνικό πλαίσιο και δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να καταστήσουν αξιόπιστη την ατομική αφήγηση της Αιτήτριας, ιδίως όταν αυτή παρουσιάζει ουσιώδεις ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις ως προς κρίσιμα περιστατικά.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής συνοχής, συνέπειας και ευλογοφάνειας και, ως εκ τούτου, ορθώς απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Αναφορικά με τις διακρίσεις κατά των γυναικών, πρόσφατες πηγές που εντόπισε σε COI query η EUAA που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2024,[18] ανέφεραν ότι παρά τη συνταγματική απαγόρευση των διακρίσεων κατά των γυναικών, αυτές αντιμετώπισαν διακρίσεις σε όλες τις πτυχές της ζωής τους.[19] Η έκθεση Bertelsmann Stiftung για τη ΛΔΚ, που καλύπτει την περίοδο από 1 Φεβρουαρίου 2021 έως 31 Ιανουαρίου 2023, σημείωσε ότι η χώρα «χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ενσωματωμένη πατριαρχική κουλτούρα που περιλαμβάνει νόμους και παραδοσιακά έθιμα που συμβάλλουν στις διακρίσεις κατά των γυναικών». Επιπλέον, παρόλο που είναι παράνομο, οι γυναίκες και τα κορίτσια υφίστανται διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα. Οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια και αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία.[20] Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, η ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, σημείωσε ότι οι νεαρές ανύπαντρες μητέρες αντιμετώπιζαν συχνά «κοινωνικό στίγμα».[21]
Το Ίδρυμα Bertelsmann ανέφερε επίσης ότι, αν και στη ΛΔΚ οι γυναίκες «γίνονταν ολοένα και μεγαλύτεροι πάροχοι για τις οικογένειές τους», συνέχισαν να «υφίστανται βιασμούς και παραβιάσεις των πολιτικών τους δικαιωμάτων.[22]
Ως προς την κρατική προστασία Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Δικαρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) στις καταληκτικές παρατηρήσεις της επί της περιοδικής έκθεσης που υποβάλλει η ΛΔΚ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν πολύ πρόσφατα (27/02/2025), σημειώνει μια σειρά θετικών εξελίξεων αναφορικά με τα δικαιώματα των γυναικών στη χώρα. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στη θέσπιση συγκεκριμένων νόμων και διαταγμάτων για την ποινικοποίηση διαφόρων μορφών έμφυλης βίας και την ταχεία διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων, για την προστασία και την αποκατάσταση των θυμάτων έμφυλης βίας, καθώς και την εγκαθίδρυση και λειτουργία ολοκληρωμένων πολυτομεακών κέντρων υπηρεσιών για τα θύματα έμφυλης βίας.[23]
Αναφορικά με την βία λόγω φύλου στην ΛΔΚ (Gender-based Violence / GBV) σύμφωνα με τον Δείκτη για «Γυναίκες, Ειρήνη και Ασφάλεια» για το 2023/24, που ετοίμασαν το Institute for Women, Peace and Security του Georgetown University (GIWPS) και το Peace Research Institute Oslo (PRIO), ένα ανεξάρτητο ερευνητικό ίδρυμα, τοποθετεί τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) στην 174η θέση μεταξύ 177 χωρών, βάσει 13 δεικτών αξιολόγησης της κατάστασης των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων 4 δεικτών σχετικών με θέματα ασφάλειας.[24]
Πηγές αναφέρουν ότι το 2023 η σεξουαλική βία και η βία λόγω φύλου στη ΛΔΚ ήταν «συχνή»[25] ή «παραμένει διαδεδομένη»[26]. Περιοδική έκθεση του Αυγούστου 2019 από την Επιτροπή CEDAW σημειώνει «υψηλά ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας λόγω αποδεκτών κοινωνικών κανόνων».[27]
Σύμφωνα με την Αναθεωρημένη Εθνική Στρατηγική Καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών (SNVBG) του Δεκεμβρίου 2019, που επικαιροποιεί τη στρατηγική του 2009, υπάρχουν [μετάφραση] «σημαντικές προκλήσεις» στη μάχη κατά της βίας λόγω φύλου, όπως:[28]
- Έλλειψη ολοκληρωμένων, πανεθνικών στοιχείων για τη βία λόγω φύλου.
- Πολλαπλά εμπόδια στην πρόσβαση των επιζώντων στη δικαιοσύνη.
- Ένοπλες συγκρούσεις και επισφάλεια.
Η SNVBG επισημαίνει επίσης ότι η κοινωνία [μετάφραση] «τείνει να ανέχεται» τη βία λόγω φύλου και να «κρύβει» τη σεξουαλική βία, ειδικά όταν συμβαίνει σε οικογενειακό, εργασιακό, σχολικό ή θρησκευτικό πλαίσιο.
Η Δημογραφική και Υγειονομική Έρευνα (DHS) 2023/24 της ΛΔΚ, συγκεντρώνει αποτελέσματα συνεντεύξεων με 10.052 γυναίκες και κορίτσια 15–49 ετών αναφορικά με την έμφυλη βία, βάσει των οποίων καταγράφει τα εξής:[29]
- Φυσική βία μετά τα 15 έτη: μείωση από 52% (2013/14) σε 37% (2023/24).
- Σεξουαλική βία μετά τα 15: μείωση από 27% σε 15%.
Δράστες φυσικής βίας:
- Σε γάμο/σχέση: τρέχων σύζυγος/σύντροφος 69%, πρώην σύντροφος 22%.
- Άγαμες/χωρίς σύντροφο: αδέλφια 49%, γονείς 22%.
Δράστες σεξουαλικής βίας:
- Με σύντροφο: τρέχων σύντροφος 85%.
- Χωρίς σύντροφο: συμφοιτητής/συμμαθήτρια 18%, πρώην/τρέχων φίλος 17%, φίλος/γνωστός 15,6%.
Περιφέρειες με υψηλότερα ποσοστά φυσικής βίας: Haut Uele (73,6%), Tshopo (63%), Kasaï Oriental (59,5%). Χαμηλότερα: Tanganyika (14,9%), Kwilu (23,4%), Nord Kivu (23,7%). Kinshasa: 28,1%.
Σεξουαλική βία – υψηλότερα: Haut Uele (41,9%), Tshopo (36,3%), Kasaï Central (32,4%). Χαμηλότερα: Kongo Central (6,1%), Kinshasa (6,9%), Tanganyika (7,2%).
Αναζήτηση βοήθειας: Φυσική βία 16,7%, σεξουαλική 10,3%, και τις δύο μορφές 37%.
Κρατική Προστασία
Η SNVBG χαρακτηρίζει τις κρατικές δομές «αδύναμες» με ελλιπή εφαρμογή νόμων & αίσθηση «ατιμωρησίας». Σύμφωνα με το Freedom House, στρατιώτες και αστυνομικοί «διαπράττουν τακτικά σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των βιασμών» και «υψηλόβαθμοι» αξιωματικοί «απολαμβάνουν ατιμωρησία» για τα εγκλήματά τους.
Η έρευνα του DHS για το 2023/2024 διαπίστωσε ότι μεταξύ των ερωτηθεισών (γυναίκες και κορίτσια ηλικίας 15 έως 49 ετών) που είχαν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία και αναζήτησαν βοήθεια, μόνο το 1,5% απευθύνθηκε στην αστυνομία και το 0,4% σε κοινωνικό λειτουργό.[30]
Στρατιωτικά κινητά δικαστήρια σε αγροτικές περιοχές εξέδωσαν 777 καταδίκες για σοβαρές παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας.
Ο νόμος για τη σεξουαλική βία ποινικοποιεί τον βιασμό όλων των προσώπων, αλλά συχνά έμεινε ανεφάρμοστος σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023. Διεθνείς οργανισμοί και τοπικές ΜΚΟ ανέφεραν ότι οι γυναίκες που επέζησαν από βιασμό αναγκάζονταν μερικές φορές να πληρώσουν πρόστιμο για να επιστρέψουν στις οικογένειές τους και να αποκτήσουν πρόσβαση στα παιδιά τους. Οι περισσότερες επιζήσασες βιασμού δεν προχώρησαν σε νομικές διαδικασίες λόγω ανεπαρκών πόρων, έλλειψης εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα, οικογενειακής πίεσης και φόβου να υποβληθούν σε ταπείνωση, αντίποινα ή και τα δύο. Αστυνομικοί βίασαν και κακοποίησαν σεξουαλικά γυναίκες και κορίτσια κατά τη διάρκεια της σύλληψης και της κράτησης τους.[31]
Η ίδια έκθεση του USDOS ανέφερε ότι ο νόμος απαγόρευε τη σεξουαλική παρενόχληση και προέβλεπε ελάχιστη ποινή ενός έτους σε περίπτωση καταδίκης, αλλά δεν υπήρχε αποτελεσματική επιβολή του νόμου. Εκτεταμένα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης σημειώθηκαν σε όλη τη χώρα. Υπήρξαν αναφορές ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας και οι κυβερνητικοί πράκτορες υποκίνησαν, διέπραξαν ή αποσιώπησαν ρητά ή σιωπηρά τη σεξουαλική παρενόχληση.[32]
Σύμφωνα με άλλες πηγές οι περισσότερες περιπτώσεις έμφυλης βίας δεν καταγγέλονται,[33] «λόγω του φόβου στιγματισμού, του αποκλεισμού, της αντεκδίκησης, της απόρριψης και της κουλτούρας της ατιμωρησίας». Ως προς το στίγμα που σχετίζεται με αυτό, πολλές γυναίκες συνεχίζουν να υποφέρουν σιωπηλά και πολλές περιπτώσεις σεξουαλικής επίθεσης δεν καταγγέλθηκαν.[34]
Έκθεση της Αυστριακής ACCORD του Νοεμβρίου του 2020 αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν δεν έχει οικονομικά μέσα.[35]
Σε παλαιότερη έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι: «Η Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[36] Όπως προαναφέρθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι μια πατριαρχική κοινωνία, που σημαίνει ότι οι γενιές συνδέονται μέσω του πατέρα μιας οικογένειας.[37] Στο πλαίσιο του Κονγκό, αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι μια γυναίκα στη ΛΔΚ ορίζεται πάντα μόνο σε σχέση με έναν άνδρα συγγενή. Ως εκ τούτου, γυναίκες που απομακρύνονται από αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο θεώρησης της οικογένειας εκλαμβάνονται αρνητικά από την κοινωνία και ενίοτε από τη δική τους οικογένεια.[38] Αυτές οι μεροληπτικές συμπεριφορές έναντι των γυναικών έχουν συμβάλει σε μια γενικά χαμηλή ισότητα των φύλων και σε εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία με βάση το φύλο. Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία».[39] H ίδια έκθεση συνεχίζει: «Οι ανύπαντρες γυναίκες στην Κινσάσα συχνά βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, για τον λόγο αυτό πολλές γυναίκες από μητριαρχικά νοικοκυριά προσποιούνται ότι είναι παντρεμένες σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τον στιγματισμό και να ελαττώσουν την ευαλωτότητά τους.[40] Από την άλλη πλευρά, η [ΜΚΟ] Afia Mama εκτίμησε ότι οι ανύπαντρες και μορφωμένες γυναίκες στην Κινσάσα θα ήταν πιο χειραφετημένες από πολλές παντρεμένες γυναίκες στη ΛΔΚ, επειδή έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των δικαιωμάτων τους από τις γυναίκες χωρίς μόρφωση.[41] Η πηγή πρόσθεσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές. Καθώς οι ανύπαντρες γυναίκες βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά.[42] Στις χήρες και στις γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας, επειδή δεν είναι σε θέση να κληρονομήσουν την περιουσία και τα περιουσιακά στοιχεία του εκλιπόντος συζύγου τους[43]».[44]
Εν κατακλείδι, η έρευνα του Danish Immigration Service αναφέρει ότι «ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως. Ένα τέτοιο πρόσωπο αντιμετωπίζει προβλήματα εξεύρεσης κατοικίας, εργασίας και έπειτα οικονομικών πηγών. Επιπλέον ένα τέτοιο πρόσωπο θα έχει προβλήματα με το φαγητό και την πρόσβαση στην υγεία σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά διαδραματίζουν το ρόλο της ανεπίσημης κοινωνικής ασφάλειας».[45]
Εκτός από τη σεξουαλική βία και τα αντίποινα για τις καταγγελίες, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τα ένδικα μέσα. Μετά τον βιασμό, οι γυναίκες απορρίπτονται συχνά από τις κοινότητές τους, ανεξάρτητα από το αν έχουν παιδιά ή όχι.[46] Η γυναίκα χωρίς υποστήριξη κάποιου άνδρα δεν έχει δικαίωμα σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τη συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά που δημοσιεύτηκε το 2019. Όσον αφορά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, η ίδια πηγή σημείωσε ότι η υγειονομική περίθαλψη είναι δωρεάν για ορισμένες ασθένειες όπως η φυματίωση, αλλά ότι ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, μια [μετάφραση] «καλή ιατρική συμβουλή» σημαίνει ότι 'πάντα δίνεις κάτι' στους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης.[47]
Καταληκτικά, σε συνέντευξη μέσω zoom με τον José Bazonzi, από το University of Kinshasa, UNIKIN με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Δανίας σημειώνεται σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2022 ως προς την κατάσταση για τους ανθρώπους στην Κινσάσα χωρίς κοινωνικό δίκτυο, ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Κινσάσα ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις... Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Κινσάσα, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[48]
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το γενικό κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας είναι τέτοιο που δύναται να καταστήσει ευλογοφανείς, σε αφηρημένο επίπεδο, ισχυρισμούς περί διακρίσεων λόγω φύλου, ενδοοικογενειακής βίας ή κοινωνικού στιγματισμού συνδεόμενου με την αδυναμία τεκνοποίησης.
Εντούτοις, η ύπαρξη γενικευμένων φαινομένων διακρίσεων ή βίας λόγω φύλου στη χώρα καταγωγής δεν απαλλάσσει την Αιτήτρια από την υποχρέωση να θεμελιώσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, συνεκτικό και αξιόπιστο, τον ατομικό της ισχυρισμό περί δίωξης. Εν προκειμένω, και λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν ως προς την εσωτερική αξιοπιστία της αφήγησής της, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα γενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής δεν επαρκούν για να στηρίξουν αυτοτελώς τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη σχετική νομολογία. Ειδικότερα, στην πρόσφατη απόφαση WS κατά DAB (C-621/21), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνώρισε ότι οι γυναίκες δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθούν ως «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν εκτίθενται σε έμφυλη βία στη χώρα καταγωγής τους (σκ. 57). Ωστόσο, διευκρίνισε ρητώς ότι η αναγνώριση της ιδιότητας αυτής δεν συνεπάγεται αυτομάτως και παροχή διεθνούς προστασίας, καθόσον η ύπαρξη «βάσιμου φόβου δίωξης» πρέπει να αξιολογείται σε εξατομικευμένη βάση, μέσω συγκεκριμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστάσεων κάθε υπόθεσης (σκ. 59–60).
Ομοίως, στην υπόθεση R.H. κατά Σουηδίας,[49] ο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μολονότι αναγνώρισε ότι οι γυναίκες στη Σομαλία αποτελούν ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα και εκτίθενται σε συστηματική βία, έκρινε ότι η αιτούσα δεν είχε αποδείξει αξιόπιστα τον ατομικό της κίνδυνο, λόγω ελλείψεων στην αξιοπιστία της αφήγησής της (σκ. 69–70), καταλήγοντας ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση, παρά το γενικό δυσμενές πλαίσιο (σκ. 72).
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά τη γενική ευλογοφάνεια του πλαισίου της χώρας καταγωγής, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν αποδεικνύεται σε ατομικό επίπεδο και, ως εκ τούτου, ορθώς απορρίφθηκε από τη Διοίκηση.
Δεδομένου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, η αξιολόγηση του ενδεχόμενου μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής οφείλει να εδράζεται αποκλειστικά επί των αποδεκτών στοιχείων και των μεταγενέστερων αποδεικτικών δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα ζητήματα που άπτονται της κατάστασης της υγείας της Αιτήτριας, όπως αυτά προκύπτουν από την επιτραπείσα προσαγωγή μαρτυρίας και τα ιατρικά τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής, κατόπιν σχετικής άδειας που χορηγήθηκε με διάταγμα ημερομηνίας 17/04/2024, η Αιτήτρια προσκόμισε, διά ένορκης δήλωσης, αφενός έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης (Τεκμήριο 1) και αφετέρου ιατρική βεβαίωση γυναικολογικής φύσεως (Τεκμήριο 2).
Ως προς την ψυχική της υγεία, από την έκθεση του Κέντρου Εξειδικευμένης Αξιολόγησης Ψυχικής Υγείας του ΟΚΥΠΥ, ημερομηνίας 21/08/2023, προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο της αξιολόγησης, η Αιτήτρια παρουσίαζε συμπτωματολογία συμβατή με τη διάγνωση «Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες» (Post-Traumatic Stress Disorder), με αποσυνδετικά χαρακτηριστικά, υπό την επιφύλαξη επιβεβαίωσης της έκθεσής της σε τραυματικά γεγονότα από τις αρμόδιες αρχές. Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται ότι η εν λόγω συμπτωματολογία είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στη λειτουργικότητά της σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο και συστήνεται η άμεση ψυχιατρική αξιολόγηση και η έναρξη συστηματικής παρακολούθησης από κλινικό ψυχολόγο.
Παράλληλα, από τη γυναικολογική ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο 2), ημερομηνίας 30/09/2023, προκύπτει ότι η Αιτήτρια πάσχει από υπογονιμότητα συνεπεία απόφραξης σαλπίγγων λόγω πυελικής φλεγμονής, καθώς και από ινομύωμα μήτρας, αδενομύωση και δυσπλασία τραχήλου. Συστήνεται δε τακτικός έλεγχος ανά εξάμηνο, με υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων και κυτταρολογική εξέταση τραχήλου, καθώς και παραπομπή σε εξειδικευμένο ιατρό υπογονιμότητας.
Περαιτέρω, από τα πρακτικά της διαδικασίας προκύπτει ότι η Αιτήτρια λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή σχετική με την ψυχική της κατάσταση.
Τα ανωτέρω στοιχεία, ως αφορώντα την παρούσα κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας, συνιστούν αυτοτελή παράγοντα που χρήζει ειδικής αξιολόγησης υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων περί σοβαρής βλάβης και της νομολογίας αναφορικά με επιστροφή αλλοδαπών με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Προχωρώντας, λοιπόν, στη βάση του ανωτέρω πλαισίου, το Δικαστήριο, , κρίνει σκόπιμο να ανατρέξει σε πρόσφατες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (COI), αναφορικά με την πρόσβαση και διαθεσιμότητα υπηρεσιών υγειονομικής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και τη μεταχείριση και υποστήριξη ατόμων που πάσχουν από σοβαρές σωματικές και ψυχικές παθήσεις, επισημαίνοντας τα ακόλουθα:
Αναφορικά με την δυνατότητα οικονομικής πρόσβασης στο σύστημα υγείας στη ΛΔΚ, προκύπτει ότι, σε γενικές γραμμές, το σύστημα υγείας πάσχει από σημαντική εγχώρια υποχρηματοδότηση με μεγάλη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση από εξωτερικούς χορηγούς, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2015. Η ίδια έκθεση περιγράφει το σύστημα υγείας ως δυσλειτουργικό λόγω δεκαετιών πολιτικής αστάθειας.[50]
Δεν υπάρχει σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στη ΛΔΚ- η ιατρική περίθαλψη πληρώνεται ατομικά σύμφωνα με τις προσωπικές δυνατότητες του καθενός.[51] Σύμφωνα με παλαιότερες πληροφορίες, η έλλειψη χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης από την κεντρική κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ένα σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που εξαρτάται από την κάλυψη των εξόδων από τους ίδιους τους ασθενείς και τη χρηματοδότηση μέσω εξωτερικής βοήθειας, ενώ, σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η διεθνής βοήθεια συχνά παρέχεται όχι μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων αλλά μέσω προγραμμάτων ανθρωπιστικής βοήθειας, η οποία χαρακτηρίζεται συνήθως από σύντομους κύκλους χρηματοδότησης που βασίζονται σε βραχυπρόθεσμους στόχους.[52] Στις 04/04/2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποσχέθηκε ανθρωπιστική βοήθεια ύψους 40 εκατομμυρίων ευρώ για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ). Η απόφαση αυτή ελήφθη καθώς η ΕΕ, ο Συντονιστής Έκτακτης Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών και ο Επίτροπος της Αφρικανικής Ένωσης για την Υγεία, τις Ανθρωπιστικές Υποθέσεις και την Κοινωνική Ανάπτυξη, συνδιοργάνωσαν εκδήλωση στρογγυλής τραπέζης υψηλού επιπέδου αναφορικά με την δραματική επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης στην ανατολική ΛΔΚ.[53]
Τα φάρμακα διατίθενται στα φαρμακεία, κέντρα υγείας, γενικά νοσοκομεία, εξειδικευμένα κέντρα, κλινικές και φαρμακεία για τη θεραπεία ορισμένων ασθενειών όπως η φυματίωση, η ελονοσία, η ηπατίτιδα, οι παιδικές ασθένειες, HIV.[54]
Σύμφωνα με την έκθεση του IOM που καλύπτει το έτος 2021, στην Κινσάσα ειδικότερα, είναι εύκολο να πάει κανείς σε ένα ιατρείο, ένα ιατρικό κέντρο ή σε ιδιωτικό και δημόσιο νοσοκομείο για θεραπεία λόγω της εγγύτητάς τους στις αστικές περιοχές. Η πρόσβαση στα φάρμακα είναι επίσης εύκολη λόγω του πλήθους των φαρμακείων και της εγγύτητάς τους στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Η θεραπεία είναι λιγότερο δαπανηρή στα δημόσια νοσοκομεία και πιο ακριβή στα ιδιωτικά. Είναι δύσκολο για την πλειονότητα του πληθυσμού να επωφεληθεί από την ποιοτική περίθαλψη λόγω της χαμηλής αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού.[55]
Σύμφωνα με συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά που δημοσιεύτηκε το 2019, η υγειονομική περίθαλψη είναι δωρεάν για ορισμένες ασθένειες όπως η φυματίωση, αλλά ότι ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, μια [μετάφραση] «καλή ιατρική συμβουλή» σημαίνει ότι 'πάντα δίνεις κάτι' στους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης.[56]
Πρόσβαση γυναικών σε υπηρεσίες υγείας
Ως προς την πρόσβαση γυναικών μόνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο σε υπηρεσίες υγείας, η πιο πρόσφατη συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής υγείας και της θεραπείας για τον HIV, λόγω στιγματισμού.[57] Δεν ήταν δυνατή η εύρεση πρόσθετων πληροφοριών μεταξύ των πηγών που συμβουλεύτηκαν εντός των χρονικών περιορισμών αυτού του ερωτήματος, όπως αναφέρει η EUAA.[58]
Η επιδείνωση των συγκρούσεων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στη ΛΔΚ, ιδιαίτερα στο ανατολικό μέρος της χώρας, προκαλούν συνεχείς νέους εκτοπισμούς και μειωμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και ανθρωπιστική βοήθεια, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες.[59]
Έπειτα από εξειδικευμένη έρευνα σε ιατρικές πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή (MedCOI) στη σχετική βάση δεδομένων του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA MedCOI portal)[60] αναφορικά με τη διαθεσιμότητα και την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για άτομα με ως την ανωτέρω αναφερθείσα συνταγογράφηση φαρμάκων και θεραπευτικών παρεμβάσεων, ανευρέθηκαν τα κατωτέρω:
Διαθεσιμότητα φαρμάκων:
Το Οlanzapine είναι διαθέσιμο με την ονομασία ZyprexaTM (5 mg tablets, 28 per container) στην τιμή 147 500 CDF ανά κουτί, διαθέσιμο στο New Clinics Pharmacy, Gombe, Kinshasa – Πλήρως πληρωτέο από τους ασθενείς εκτός αν είναι καλυμμένοι από MESP (Teachers Mutual Health Insurance) (βλ. ACC 7991, ημ/νίας 21/06/2024, AVA 19481, ημ/νίας 23/06/2025)
Διαθεσιμότητα θεραπειών:
Ενδονοσοκομειακή θεραπεία από ψυχίατρο: Kinshasa University Clinics,[61] κόστος 25 700 CDF ανά συνεδρία (δημόσιο θεραπευτήριο) ή Kinshasa Medical Centre,[62] Kinshasa (ιδιωτικό θεραπευτήριο), 71 500 CDF ανά συνεδρία, πλήρως πληρωτέο από τους ασθενείς εκτός αν είναι καλυμμένοι από MESP (Teachers Mutual Health Insurance) (βλ. ACC 7991, ημ/νίας 21/06/2024, AVA 19481, ημ/νίας 23/06/2025)
Εξωνοσοκομειακή θεραπεία από ψυχίατρο: Kinshasa University Clinics, κόστος 25 700 CDF ανά συνεδρία (δημόσιο θεραπευτήριο) ή Kinshasa Medical Centre, Kinshasa (ιδιωτικό θεραπευτήριο), 142 700 CDF ανά συνεδρία, πλήρως πληρωτέο από τους ασθενείς εκτός αν είναι καλυμμένοι από MESP (Teachers Mutual Health Insurance) (βλ. ACC 7991, ημ/νίας 21/06/2024, AVA 19481, ημ/νίας 23/06/2025)
Ενδονοσοκομειακή θεραπεία από ψυχολόγο: Kinshasa University Clinics,[63] κόστος 25 700 CDF ανά συνεδρία (δημόσιο θεραπευτήριο) ή Kinshasa Medical Centre,[64] Kinshasa (ιδιωτικό θεραπευτήριο), 71 500 CDF ανά συνεδρία, πλήρως πληρωτέο από τους ασθενείς εκτός αν είναι καλυμμένοι από MESP (Teachers Mutual Health Insurance) (βλ. ACC 7991, ημ/νίας 21/06/2024, AVA 19481, ημ/νίας 23/06/2025)
Εξωνοσοκομειακή θεραπεία από ψυχολόγο: Kinshasa University Clinics, κόστος 25 700 CDF ανά συνεδρία (δημόσιο θεραπευτήριο) ή Kinshasa Medical Centre, Kinshasa (ιδιωτικό θεραπευτήριο), 142 700 CDF ανά συνεδρία, πλήρως πληρωτέο από τους ασθενείς εκτός αν είναι καλυμμένοι από MESP (Teachers Mutual Health Insurance) (βλ. ACC 7991, ημ/νίας 21/06/2024, AVA 19481, ημ/νίας 23/06/2025).
Από εξειδικευμένη έρευνα σε ιατρικές πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (MedCOI), στη σχετική βάση δεδομένων του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA MedCOI portal), αναφορικά με τη διαθεσιμότητα και την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για άτομα με την ανωτέρω αναφερθείσα φαρμακευτική αγωγή και ανάγκη ψυχιατρικής και ψυχολογικής παρακολούθησης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι το φαρμακευτικό σκεύασμα Olanzapine είναι διαθέσιμο στην Kinshasa, υπό την εμπορική ονομασία Zyprexa™, αν και το κόστος του βαρύνει, κατά κανόνα, τον ίδιο τον ασθενή, εκτός εάν αυτός καλύπτεται από συγκεκριμένα ασφαλιστικά σχήματα (EUAA MedCOI, ACC 7991, 21/06/2024· AVA 19481, 23/06/2025).
Περαιτέρω, ως προς τη διαθεσιμότητα θεραπευτικών υπηρεσιών, προκύπτει ότι παρέχεται τόσο ενδονοσοκομειακή όσο και εξωνοσοκομειακή ψυχιατρική και ψυχολογική φροντίδα, σε δημόσια και ιδιωτικά θεραπευτήρια στην Kinshasa, όπως στις Kinshasa University Clinics και στο Kinshasa Medical Centre. Οι υπηρεσίες αυτές είναι κατ’ αρχήν προσβάσιμες, πλην όμως το κόστος τους βαρύνει τους ασθενείς, ελλείψει ασφαλιστικής κάλυψης, γεγονός που συνιστά παράγοντα που επηρεάζει την πρακτική πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες (EUAA MedCOI, ACC 7991, 21/06/2024· AVA 19481, 23/06/2025).
Υπό το φως των ανωτέρω, προκύπτει ότι η αναγκαία, κατά περίπτωση, φαρμακευτική και θεραπευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της ψυχικής κατάστασης της Αιτήτριας είναι, κατ’ αρχήν, διαθέσιμη στη χώρα καταγωγής της, έστω και υπό οικονομικούς περιορισμούς.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως την απόφαση Mohamed M’Bodj κατά Βελγικού Δημοσίου (C-542/13), η έννοια της «σοβαρής βλάβης» κατά το άρθρο 15, στοιχείο β΄ της Οδηγίας δεν καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες η τυχόν επιδείνωση της κατάστασης της υγείας οφείλεται αποκλειστικά σε γενικές ελλείψεις του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής, ελλείψει πρόθεσης εκ μέρους τρίτου φορέα να προκαλέσει τη βλάβη (σκ. 35). Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι η απουσία επαρκούς ιατρικής περίθαλψης δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, εκτός εάν αποδεικνύεται εκ προθέσεως άρνηση παροχής ιατρικής φροντίδας (σκ. 40–41).
Κατ’ επέκταση, δυσχέρειες που απορρέουν από κοινωνικοοικονομικούς ή υγειονομικούς περιορισμούς στη χώρα καταγωγής δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση σοβαρής βλάβης, ελλείψει προσδιορισμού συγκεκριμένου φορέα δίωξης ή κακομεταχείρισης.
Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διαμορφώσει υψηλό κατώφλι προστασίας σε υποθέσεις που άπτονται της υγείας. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. 26565/05), η απομάκρυνση αλλοδαπού που πάσχει από σοβαρή ασθένεια δύναται να εγείρει ζήτημα βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ μόνο σε όλως εξαιρετικές περιστάσεις, όταν συντρέχουν επιτακτικοί ανθρωπιστικοί λόγοι, όπως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση και δεν έχει πρόσβαση σε στοιχειώδη ιατρική φροντίδα ή υποστήριξη στη χώρα προορισμού.
Μεταγενέστερα, στην απόφαση Paposhvili κατά Βελγίου (αρ. 41738/10), το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω το εύρος προστασίας του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις υγείας, επισημαίνοντας ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και σε περιπτώσεις σοβαρά ασθενών προσώπων που αντιμετωπίζουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής, ταχείας και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας τους σε περίπτωση απομάκρυνσης. Τέτοιος κίνδυνος υφίσταται ιδίως όταν η επιδείνωση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε έντονη ταλαιπωρία ή σε σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής, λόγω ουσιώδους έλλειψης κατάλληλης θεραπείας ή πρόσβασης σε αυτή στη χώρα προορισμού (σκέψη 183).
Εφαρμοζομένων των ανωτέρω αρχών στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο τη διαθεσιμότητα των σχετικών υπηρεσιών υγείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, όσο και τις προσωπικές της περιστάσεις, περιλαμβανομένης της κατάστασης της υγείας της και της ανάγκης για συνεχή παρακολούθηση.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εκτίμηση κατά πόσον η επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της ενδέχεται να την εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ή σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια πάσχει από προβλήματα ψυχικής υγείας, με διάγνωση Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, καθώς και από γυναικολογικές παθήσεις που απαιτούν τακτική ιατρική παρακολούθηση. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι το σύστημα υγείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό παρουσιάζει σημαντικές δομικές αδυναμίες, περιλαμβανομένης της υποχρηματοδότησης και της εξάρτησής του από εξωτερική βοήθεια, ενώ η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας βασίζεται, κατά κανόνα, στην ιδιωτική καταβολή του κόστους από τους ίδιους τους ασθενείς, ελλείψει καθολικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (WHO, 2015· IOM, 2021). Περαιτέρω, προκύπτει ότι, μολονότι η γεωγραφική πρόσβαση σε ιατρικές δομές, ιδίως στην Kinshasa, είναι ευχερής, η πραγματική πρόσβαση σε ποιοτική περίθαλψη επηρεάζεται από τη χαμηλή αγοραστική δύναμη του πληθυσμού (IOM, 2021).
Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι, σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες της EUAA, γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο ενδέχεται να αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, περιλαμβανομένης της αναπαραγωγικής και ψυχικής υγείας, λόγω κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων (EUAA COI Query, 08/2023).
Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας δεν είναι ανεμπόδιστη και δύναται να συνοδεύεται από πρακτικές και οικονομικές δυσχέρειες.
Ωστόσο, και παρά τις ανωτέρω διαπιστώσεις ως προς την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και ιδίως από τις πληροφορίες της βάσης δεδομένων MedCOI, προκύπτει ότι τόσο η απαιτούμενη φαρμακευτική αγωγή όσο και οι συναφείς ψυχιατρικές και ψυχολογικές υπηρεσίες είναι κατ’ αρχήν διαθέσιμες στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και συγκεκριμένα στην πόλη της Kinshasa.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια θα στερηθεί πλήρως πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες υγείας ή ότι η κατάσταση της υγείας της είναι τέτοιας σοβαρότητας ώστε η επιστροφή της να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής, ταχείας και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της υγείας της.
Συναφώς, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια στερείται πλήρως οικογενειακού ή κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, στοιχείο το οποίο δύναται να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της πραγματικής δυνατότητας πρόσβασης σε ιατρική φροντίδα και βασική υποστήριξη σε περίπτωση επιστροφής της.
Υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση M’Bodj (C-542/13), τυχόν ελλείψεις ή δυσχέρειες στο σύστημα υγείας της χώρας καταγωγής, καθώς και η ενδεχόμενη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της Αιτήτριας λόγω περιορισμένης πρόσβασης σε θεραπεία, δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για τη θεμελίωση σοβαρής βλάβης, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν εκ προθέσεως άρνηση παροχής ιατρικής περίθαλψης από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς.
Περαιτέρω, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ιδίως της απόφασης N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το κατώφλι εφαρμογής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις που αφορούν την υγεία είναι ιδιαίτερα υψηλό και περιορίζεται σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας είναι τέτοιας βαρύτητας ή ότι συντρέχουν περιστάσεις που να την καθιστούν απολύτως εξαρτημένη από τη φροντίδα που λαμβάνει στη Δημοκρατία, ούτε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα στερηθεί πλήρως την πρόσβαση σε στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη ή βασικές συνθήκες διαβίωσης.
Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια θα εκτεθεί, ανεξαρτήτως της βούλησής της, σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης ή ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής της θα επιδείξουν αδιαφορία τέτοιας έντασης ώστε να θίγεται ο πυρήνας της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς της.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, για λόγους που άπτονται της κατάστασης της υγείας της.
Προχωρώντας και αναφορικά με το γενικότερο προφίλ της Αιτήτριας (μητρότητα/ βέλτιστο συμφέρον παιδιού) το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης με τα ακόλουθα ευρήματα;
Αναφορικά με την γενική κατάσταση για τις γυναίκες στη ΛΔΚ
Το Σύνταγμα της ΛΔΚ στο άρθρο 14 ορίζει ότι:
[ανεπίσημη μετάφραση]
«Οι δημόσιες αρχές πρέπει να διασφαλίζουν την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης κατά των γυναικών και την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων τους. Λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα σε όλους τους τομείς, ιδίως στον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τομέα, για να εξασφαλιστεί η πλήρης υλοποίηση και πλήρης συμμετοχή των γυναικών στην ανάπτυξη του έθνους.
Πρέπει να λάβουν μέτρα για την καταπολέμηση κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών στη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Οι γυναίκες έχουν δικαίωμα σε δίκαιη εκπροσώπηση σε εθνικούς, επαρχιακούς και τοπικούς θεσμούς. Το κράτος εγγυάται την εφαρμογή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε αυτούς τους θεσμούς».[65]
Διακρίσεις κατά των γυναικών
Πρόσφατες πηγές που εντόπισε σε COI query η EUAA που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2024,[66] ανέφεραν ότι παρά τη συνταγματική απαγόρευση των διακρίσεων κατά των γυναικών, αυτές αντιμετώπισαν διακρίσεις σε όλες τις πτυχές της ζωής τους.[67] Η έκθεση Bertelsmann Stiftung για τη ΛΔΚ, που καλύπτει την περίοδο από 1 Φεβρουαρίου 2021 έως 31 Ιανουαρίου 2023, σημείωσε ότι η χώρα «χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ενσωματωμένη πατριαρχική κουλτούρα που περιλαμβάνει νόμους και παραδοσιακά έθιμα που συμβάλλουν στις διακρίσεις κατά των γυναικών». Επιπλέον, παρόλο που είναι παράνομο, οι γυναίκες και τα κορίτσια υφίστανται διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα. Οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια και αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία.[68] Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, η ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, σημείωσε ότι οι νεαρές ανύπαντρες μητέρες αντιμετώπιζαν συχνά «κοινωνικό στίγμα».[69]
Το Ίδρυμα Bertelsmann ανέφερε επίσης ότι, αν και στη ΛΔΚ οι γυναίκες «γίνονταν ολοένα και μεγαλύτεροι πάροχοι για τις οικογένειές τους», συνέχισαν να «υφίστανται βιασμούς και παραβιάσεις των πολιτικών τους δικαιωμάτων.[70]
Πρόσβαση σε στέγαση, εργασία, κοινωνική ασφάλιση και κρατική προστασία.
Πρόσβαση σε στέγαση στην Κινσάσα: Η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη σε γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[71] Σύμφωνα με διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση στη ΛΔΚ, είναι σχεδόν αδύνατo να αποκτήσει πρόσβαση σε στέγαση ή να αποκτήσει πρόσβαση σε καταφύγιο κάποια γυναίκα χωρίς δίκτυο στην Κινσάσα. Κατά συνέπεια, πολλές ανύπαντρες γυναίκες χωρίς δίκτυο υποστήριξης ανδρών στην Κινσάσα πρέπει να καταφύγουν σε συναλλακτικό σεξ προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο καταφύγιο με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτή την άποψη συμμεριζόταν και η Afia Mama, η οποία πρόσθεσε ότι οι επιλογές στέγασης για γυναίκες χωρίς ανδρική υποστήριξη που μετακομίζουν στην Κινσάσα από τις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ είναι σε σπίτια δύο υπνοδωματίων που συνήθως φιλοξενούν 15 άτομα. Όσοι δεν έχουν μέλη της οικογένειας στην Κινσάσα θα βρουν συνήθως καταφύγια ή παράγκες κατασκευασμένες με ξύλο ή χαρτοκιβώτια.[72] Άλλες εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι υπήρξαν διάφορα σκάνδαλα σχετικά με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, τα οποία περιλάμβαναν εξέχοντες πολιτικούς και εργαζόμενους στον τομέα της υγείας που συμμετείχαν στην αντιμετώπιση του Έμπολα. H δήλωση αυτή υποστηρίζεται από τους McLean και Modi, οι οποίοι ανέλυσαν περαιτέρω ότι οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς [υποστηρικτικό] δίκτυο στην Κινσάσα συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[73]
Σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2024, το Radio France Internationale (RFI) ανέφερε ότι στη ΛΔΚ, μια οικογένεια στις τρεις είναι μονογονεϊκή οικογένεια. Η ίδια πηγή ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών του Κονγκό, περίπου το 36% των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των διαζευγμένων γυναικών και των χηρών, μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι στην Κινσάσα, μια μονογονεϊκή οικογένεια συχνά σημαίνει ακραία επισφάλεια, ιδιαίτερα για τις γυναίκες σε άτυπες θέσεις εργασίας.[74]
Η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη σε γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[75] Σύμφωνα με διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση στη ΛΔΚ, είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτήσει πρόσβαση σε στέγαση ή να αποκτήσει πρόσβαση σε καταφύγιο κάποια γυναίκα χωρίς δίκτυο στην Κινσάσα. Κατά συνέπεια, πολλές ανύπαντρες γυναίκες χωρίς δίκτυο υποστήριξης ανδρών στην Κινσάσα πρέπει να καταφύγουν σε συναλλακτικό σεξ προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο καταφύγιο με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτή την άποψη συμμεριζόταν και η Afia Mama, η οποία πρόσθεσε ότι οι επιλογές στέγασης για γυναίκες χωρίς ανδρική υποστήριξη που μετακομίζουν στην Κινσάσα από τις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ είναι σε σπίτια δύο υπνοδωματίων που συνήθως φιλοξενούν 15 άτομα. Όσοι δεν έχουν μέλη της οικογένειας στην Κινσάσα θα βρουν συνήθως καταφύγια ή παράγκες κατασκευασμένες με ξύλο ή χαρτοκιβώτια. Οι ανύπαντρες γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική εμπορία ή εκμετάλλευση θα είναι επιρρεπείς στην πορνεία, όταν προσπαθούν να βρουν στέγη στην Κινσάσα ή αν απλά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο.[76] Άλλες εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι υπήρξαν διάφορα σκάνδαλα σχετικά με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, τα οποία περιλάμβαναν εξέχοντες πολιτικούς και εργαζόμενους στον τομέα της υγείας που συμμετείχαν στην αντιμετώπιση του Έμπολα. H δήλωση αυτή υποστηρίζεται από τους McLean και Modi, οι οποίοι ανέλυσαν περαιτέρω ότι οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς [υποστηρικτικό] δίκτυο στην Κινσάσα συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[77], [78]
Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, αναφέρθηκε ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν οικονομικές διακρίσεις στη ΛΔΚ. Ο νόμος επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν σε οικονομικούς τομείς χωρίς την έγκριση ανδρών συγγενών τους, προβλέπει φροντίδα για τη μητρότητα, απαγορεύει τις ανισότητες που συνδέονται με την καταβολή προίκας και καθορίζει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις για όσους ασκούν διακριτική μεταχείριση ή ασκούν βία λόγω φύλου. Η κυβέρνηση δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τον νόμο. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομικές διακρίσεις και υπήρχαν νομικοί περιορισμοί για τις γυναίκες στην απασχόληση.[79]
Σύμφωνα με άρθρο των Equal Times, το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την κοινωνική ασφάλιση στη ΛΔΚ παρέμεινε «σε μεγάλο βαθμό θεωρητικό», επειδή σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού εργάζεται στην άτυπη οικονομία και δε συνεισφέρει στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Ασφάλισης (CNSS), με αποτέλεσμα να μη λαμβάνει οποιαδήποτε υποστήριξη.[80]
Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά δημοσιευμένη το 2019, παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Κινσάσα στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο[81] για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[82] μιας καθημερινής εφημερίδας της Κινσάσα, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει: [μετάφραση] «Αυτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως ‘nounou’ (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[83] Πολλές γυναίκες από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους. Εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[84]
Πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση γυναικών με παιδιά εκτός γάμου.
Στην πιο πρόσφατη συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2024, σημειώνονται τα εξής:
Σύμφωνα με το Freedom House, οι γυναίκες «αντιμετωπίζουν διακρίσεις σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής τους». Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Παγκόσμια Τράπεζα τον Ιούνιο του 2022, οι γυναίκες έχουν περιορισμένο έλεγχο στις αποφάσεις του νοικοκυριού, γεγονός που έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική ενδυνάμωση των γυναικών. Η ίδια πηγή σημείωσε ότι μόνο το 62% των γυναικών συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, με το 6,4% των γυναικών να εργάζονται σε μισθωτή απασχόληση, σε σύγκριση με το 23,9% των ανδρών. Τον Οκτώβριο του 2022, η Δανική Υπηρεσία Μετανάστευσης (DIS) δημοσίευσε μια έκθεση σχετικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην Κινσάσα, όπου σημειώθηκε ότι στο κοινωνικό πλαίσιο «μια γυναίκα στη ΛΔΚ είναι πάντα κάτι μόνο σε σχέση με έναν άνδρα συγγενή. Ως εκ τούτου, οι γυναίκες που σπάνε αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο φαντασίωσης της οικογένειας αντιλαμβάνονται αρνητικά από την κοινωνία και κατά καιρούς από την ίδια τους την οικογένεια».
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι ανύπαντρες γυναίκες στην Κινσάσα «συχνά βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, γι' αυτό και πολλές γυναίκες από νοικοκυριά με επικεφαλής γυναίκες προσποιούνται ότι είναι παντρεμένες σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τον στιγματισμό και να μειώσουν την ευαλωτότητά τους». Τον Νοέμβριο του 2023, το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων (WFP) ανέφερε αύξηση της έμφυλης βίας στην ανατολική ΛΔΚ. Η ίδια πηγή σημείωσε ότι στις επαρχίες Ιτούρι και Βόρειου και Νότιου Κίβου στην ανατολική ΛΔΚ αναφέρθηκαν 46.000 κρούσματα έμφυλης βίας μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου 2023, ενώ «γυναίκες και κορίτσια αναφέρουν ότι καταφεύγουν στην καταναγκαστική πορνεία για να επιβιώσουν». Σύμφωνα με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα/Médecins Sans Frontières (MSF), οι γυναίκες που ζουν σε καταυλισμούς εκτοπισμένων κοντά στην Γκόμα [επαρχία Βόρειου Κίβου] κινδυνεύουν να εκτεθούν σε σεξουαλική βία λόγω έλλειψης τροφής, νερού και βασικών ειδών πρώτης ανάγκης. Σύμφωνα με το Διεθνές Κέντρο Ειρήνης Γυναικών (WIPC), τα παιδιά που γεννιούνται από βιασμό υπόκεινται σε «διακρίσεις και στιγματισμό ακόμη και εντός των κοινοτήτων τους», ενώ το Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών (UNFPA) σημείωσε σε μια περίπτωση εγκυμοσύνης που σχετίζεται με βιασμό ότι η μητέρα «εξοστρακίστηκε από τους φίλους και την οικογένειά της». Όπως ανέφερε το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) το 2022, «τα ανύπαντρα κορίτσια που έμειναν έγκυες πιέστηκαν να εγκαταλείψουν το σχολείο, και οι νεαρές γυναίκες που έγιναν μητέρες συχνά αντιμετώπισαν κοινωνικό στιγματισμό» [...].[85]
Μία έρευνα για τα παιδιά γεννημένα εκτός γάμου στη ΛΔΚ αναφέρει ότι μέρος του στιγματισμού οφείλεται στο γεγονός ότι το να είσαι μονογονέας θεωρείται παραβίαση του οικογενειακού κώδικα και των κοινωνικών κανόνων. Ο αποκλεισμός των μητέρων ήταν εν μέρει αποτέλεσμα του ότι είναι μονογονείς. Το κοινωνικοοικονομικό βάρος της ανατροφής ενός παιδιού χωρίς σύντροφο συχνά καθιστά αυτές τις γυναίκες ακατάλληλες για γάμο, μειώνοντας την κοινωνική τους θέση στα μάτια της κοινότητας. Λεκτικές επιθέσεις και παρενόχληση που σχετίζονται με τη δομή της οικογένειας περιγράφηκαν τόσο από μητέρες όσο και από παιδιά.[86]
Κρατική προστασία.
Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Δικαρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) στις καταληκτικές παρατηρήσεις της επί της περιοδικής έκθεσης που υποβάλλει η ΛΔΚ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν πολύ πρόσφατα (27/02/2025), σημειώνει μια σειρά θετικών εξελίξεων αναφορικά με τα δικαιώματα των γυναικών στη χώρα. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στη θέσπιση συγκεκριμένων νόμων και διαταγμάτων για την ποινικοποίηση διαφόρων μορφών έμφυλης βίας και την ταχεία διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων, για την προστασία και την αποκατάσταση των θυμάτων έμφυλης βίας, καθώς και την εγκαθίδρυση και λειτουργία ολοκληρωμένων πολυτομεακών κέντρων υπηρεσιών για τα θύματα έμφυλης βίας.[87]
Γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο.
Έκθεση της Αυστριακής ACCORD του Νοεμβρίου του 2020 αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι επίσης σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν παραμείνει στερημένη από οικονομικά μέσα.[88]
Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι: «Η Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[89] Όπως προαναφέρθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι μια πατρογονική κοινωνία, που σημαίνει ότι οι γενιές συνδέονται μέσω του πατέρα μιας οικογένειας.[90] Στο πλαίσιο του Κονγκό, αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι μια γυναίκα στη ΛΔΚ ορίζεται πάντα μόνο σε σχέση με έναν άνδρα συγγενή. Ως εκ τούτου, γυναίκες που απομακρύνονται από αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο θεώρησης της οικογένειας εκλαμβάνονται αρνητικά από την κοινωνία και ενίοτε από τη δική τους οικογένεια.[91] Αυτές οι μεροληπτικές συμπεριφορές έναντι των γυναικών έχουν συμβάλει σε μια γενικά χαμηλή ισότητα των φύλων και σε εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία με βάση το φύλο. Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία».,[92]
H ίδια ως άνω έκθεση συνεχίζει: «Οι ανύπαντρες γυναίκες στην Κινσάσα συχνά βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, για τον λόγο αυτό πολλές γυναίκες από μητριαρχικά νοικοκυριά προσποιούνται ότι είναι παντρεμένες σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τον στιγματισμό και να ελαττώσουν την ευαλωτότητά τους.[93] Από την άλλη πλευρά, η [ΜΚΟ] Afia Mama εκτίμησε ότι οι ανύπαντρες και μορφωμένες γυναίκες στην Κινσάσα θα ήταν πιο χειραφετημένες από πολλές παντρεμένες γυναίκες στη ΛΔΚ, επειδή έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των δικαιωμάτων τους από τις γυναίκες χωρίς μόρφωση.[94] Η πηγή πρόσθεσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές. Καθώς οι ανύπαντρες γυναίκες βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά.[95] Στις χήρες και στις γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας, επειδή δεν είναι σε θέση να κληρονομήσουν την περιουσία και τα περιουσιακά στοιχεία του εκλιπόντος συζύγου τους[96]». [97]
Περαιτέρω, η απάντηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (πλέον Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο) αναφορικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα κατά το διάστημα 2017 – 2019, επιβεβαιώνει όλα τα ανωτέρω για τις γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο. Η ως άνω απάντηση συμπληρώνει αναφορικά με τα «παιδιά του δρόμου» και δη, τα κορίτσια ότι «οι έμφυλες διαφορές είναι ορατές μεταξύ των παιδιών του δρόμου στην Κινσάσα: τα κορίτσια είναι πιο πιθανό να έχουν εγκαταλειφθεί από τις οικογένειές τους για να ζήσουν μια ζωή στο δρόμο (που συχνά περιλαμβάνει σεξουαλική εργασία) και είναι εντονότερα στιγματισμένα, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολη την επανένωση με τις οικογένειές τους.[98] Κορίτσια και νέες γυναίκες χωρίς οικονομική υποστήριξη από τις οικογένειές τους ή άλλα δίκτυα—είτε επειδή έχουν μεταναστεύσει μόνες στην πρωτεύουσα, έμειναν ορφανές ή απορρίφθηκαν από τους γονείς ή την οικογένειά τους ή όταν οι γονείς τους περιμένουν από αυτές να συνεισφέρουν στο κόστος του νοικοκυριού—συχνά επιδίδονται σε σεξουαλική εργασία ή συναλλακτικές σεξουαλικές επαφές, όπως αποκαλύπτει έρευνα που έγινε στην Κινσάσα».[99],[100]
Εν κατακλείδι, η έρευνα του DIS αναφέρει ότι «ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως. Ένα τέτοιο πρόσωπο αντιμετωπίζει προβλήματα εξεύρεσης κατοικίας, εργασίας και έπειτα οικονομικών πηγών. Επιπλέον ένα τέτοιο πρόσωπο θα έχει προβλήματα με το φαγητό και την πρόσβαση στην υγεία σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά διαδραματίζουν το ρόλο της ανεπίσημης κοινωνικής ασφάλειας».[101]
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στην εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, αφενός, τη γενική επισφάλεια που καταγράφεται από τις εξωτερικές πηγές για γυναίκες στην Kinshasa, ιδίως για ανύπαντρες/μονογονεϊκές γυναίκες και γυναίκες που στερούνται αποτελεσματικής υποστήριξης, και, αφετέρου, τα προσωπικά δεδομένα της Αιτήτριας, όπως αυτά προκύπτουν από τα αποδεκτά στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Ειδικότερα, από τα στοιχεία προκύπτει ότι η Αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση, ότι ουδέποτε εργάστηκε στη ΛΔΚ και ότι, μέχρι την αναχώρησή της, συντηρείτο οικονομικά από τον σύζυγό της. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ομιλεί Lingala και περιορισμένα γαλλικά. Τα στοιχεία αυτά είναι συναφή προς την εκτίμηση της δυνατότητάς της να εξασφαλίσει εργασία και εισόδημα σε περίπτωση επιστροφής, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου, σύμφωνα με τις πηγές, σημαντικό μέρος της γυναικείας απασχόλησης εντοπίζεται στην άτυπη οικονομία και χαρακτηρίζεται από χαμηλές απολαβές και αυξημένη επισφάλεια.
Ως προς το ζήτημα υποστηρικτικού δικτύου, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, βάσει των δηλώσεων της ίδιας της Αιτήτριας, η μητέρα της διαμένει στο Bas-Congo και ότι διαθέτει αδέλφια στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι στερείται παντελώς οικογενειακού δικτύου. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι τα εν λόγω πρόσωπα αδυνατούν ή αρνούνται να της παράσχουν υποστήριξη σε περίπτωση επιστροφής της, είτε ως προς τη στέγαση είτε ως προς την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης. Κατά συνέπεια, δεν τεκμηριώνεται ότι η Αιτήτρια θα επιστρέψει σε κατάσταση πλήρους έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου, στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες COI, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πρόσβαση σε στέγαση, εργασία και βασικές υπηρεσίες στη ΛΔΚ.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οι πηγές καταγράφουν πως γυναίκες που στερούνται αποτελεσματικής ανδρικής/οικογενειακής υποστήριξης στην Kinshasa ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες δυσκολίες ως προς την εξασφάλιση στέγης και εισοδήματος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται φαινόμενα εκμετάλλευσης, περιλαμβανομένης της συναλλακτικής σεξουαλικής δραστηριότητας ως μέσου επιβίωσης, καθώς και κοινωνικός στιγματισμός. Τα στοιχεία αυτά, ωστόσο, αφορούν κατά κύριο λόγο το γενικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο και τις διαρθρωτικές αδυναμίες προστασίας, και δεν υποκαθιστούν την ανάγκη εξατομικευμένης τεκμηρίωσης πραγματικού κινδύνου.
Ωστόσο, τα ανωτέρω, αν και σκιαγραφούν ένα δυσμενές κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια, λόγω συγκεκριμένων προσωπικών χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, θα καταστεί στόχος προβλέψιμης κακομεταχείρισης από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς.
Ειδικότερα, δεν τεκμηριώνεται ότι υφίσταται συγκεκριμένος φορέας δίωξης ή κακομεταχείρισης που να στρέφεται εναντίον της, ούτε ότι η Αιτήτρια θα εκτεθεί, με τον απαιτούμενο βαθμό πιθανότητας, σε πράξεις που εμπίπτουν στις μορφές σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, οι κίνδυνοι που αναδεικνύονται από τις πηγές συνδέονται πρωτίστως με τη γενικότερη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα και τις δομικές αδυναμίες προστασίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο προχωρεί περαιτέρω στην εξέταση των λοιπών προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας και, ιδίως, της ιδιότητάς της ως μητέρας ανηλίκου τέκνου, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης του ενδεχόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της.
Το Δικαστήριο λαμβάνει, ιδιαιτέρως υπόψη ότι στην παρούσα διαδικασία εμπλέκεται και ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως την απόφαση στην υπόθεση C-112/20, M.A. v État belge, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα σε κάθε απόφαση που το αφορά άμεσα ή έμμεσα. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η οποία επιτάσσει την εξέταση, μεταξύ άλλων, της οικογενειακής ενότητας, της ευημερίας και της κοινωνικής ανάπτυξης του ανηλίκου, καθώς και ζητημάτων ασφάλειας και προστασίας.
Στην παρούσα υπόθεση, το ανήλικο τέκνο γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής της Αιτήτριας στη Δημοκρατία και, εκ της φύσεως της ηλικίας του, εξαρτάται πλήρως από τη μητέρα του για την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι το τέκνο παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας, πέραν εκείνων που συνδέονται με την ανηλικότητα καθαυτή.
Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται ότι το ανήλικο τέκνο θα αποτελέσει, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της μητέρας του, στόχο ειδικής ή εξατομικευμένης κακομεταχείρισης, ούτε ότι συντρέχουν περιστάσεις που να διαφοροποιούν ουσιωδώς τη θέση του από εκείνη της Αιτήτριας. Οποιοσδήποτε κίνδυνος ενδέχεται να αντιμετωπίσει το τέκνο συναρτάται άμεσα με τις συνθήκες διαβίωσης της μητέρας του και δεν εμφανίζεται αυτοτελώς. Περαιτέρω, το γεγονός ότι το ανήλικο τέκνο θα επιστρέψει συνοδευόμενο από τη μητέρα του, η οποία αποτελεί το πρωτογενές του υποστηρικτικό πλαίσιο, αποτελεί παράγοντα που μειώνει τον κίνδυνο έκθεσής του σε συνθήκες που θα μπορούσαν να υπερβούν το υψηλό κατώφλι σοβαρότητας που έχει διαμορφωθεί στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου ως προς την κατάσταση της Αιτήτριας και τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του ανηλίκου, συνοδεύοντος τη μητέρα του, θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, κατά τρόπο που να υπερβαίνει το υψηλό κατώφλι που έχει τεθεί στη σχετική νομολογία.
Προχωρώντας στη συνολική νομική αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης, υπό το φως των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, των προσωπικών της περιστάσεων, της κατάστασης της υγείας της, καθώς και της ιδιότητάς της ως μητέρας ανηλίκου τέκνου, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα:
Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι ως μόνον αποδεκτός ουσιώδης ισχυρισμός κρίθηκε εκείνος που αφορά στα προσωπικά στοιχεία, την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ενώ ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί δίωξης από τον σύζυγό της απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη πραγματική βάση που να θεμελιώνει ισχυρισμό περί παρελθούσας δίωξης ή βάσιμου φόβου μελλοντικής δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στους προβλεπόμενους από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με βασικό επίπεδο εκπαίδευσης, χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία, η οποία είχε εξάρτηση από τον σύζυγό της κατά το παρελθόν. Παρά ταύτα, από τα αποδεκτά στοιχεία δεν προκύπτει ότι στερείται πλήρως οικογενειακού δικτύου, καθόσον η ίδια δήλωσε ότι διαθέτει μητέρα και αδέλφια στη χώρα καταγωγής της.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί κακομεταχείρισης από τον σύζυγό της, οι οποίοι αποτέλεσαν τον πυρήνα του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, δεν έγιναν δεκτοί ως αξιόπιστοι. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη βάση που να θεμελιώνει κίνδυνο στοχοποίησης της Αιτήτριας από συγκεκριμένο πρόσωπο ή φορέα σε περίπτωση επιστροφής της.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστάσεων, η Αιτήτρια δύναται να υπαχθεί στον ορισμό του πρόσφυγα λόγω ιδιότητάς της ως γυναίκας, ενόψει και των γενικών πληροφοριών για τη θέση των γυναικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει η ύπαρξη διακρίσεων και φαινομένων έμφυλης βίας, δεν τεκμηριώνεται ότι η Αιτήτρια, λόγω συγκεκριμένων προσωπικών χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, διατρέχει εξατομικευμένο και βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε ότι αποτελεί μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας κατά τρόπο που να συνεπάγεται αυτομάτως την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, ελλείψει σχετικής εξατομικευμένης τεκμηρίωσης.
Ως προς την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη διάγνωση διαταραχής μετατραυματικού στρες, καθώς και τις γυναικολογικές παθήσεις που απαιτούν παρακολούθηση. Ωστόσο, από τα ενώπιον του στοιχεία και ιδίως τις πληροφορίες MedCOI, προκύπτει ότι η απαιτούμενη φαρμακευτική αγωγή και οι συναφείς υπηρεσίες ψυχιατρικής και ψυχολογικής φροντίδας είναι κατ’ αρχήν διαθέσιμες στη χώρα καταγωγής της, έστω και υπό οικονομικούς περιορισμούς. Ελλείψει δε στοιχείων που να καταδεικνύουν εκ προθέσεως στέρηση πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη, δεν στοιχειοθετείται σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Περαιτέρω, ως προς την ιδιότητα της Αιτήτριας ως μητέρας ανηλίκου τέκνου, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Ωστόσο, δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι το ανήλικο τέκνο διατρέχει αυτοτελή ή διαφοροποιημένο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της μητέρας του, πέραν των γενικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα. Το τέκνο εξαρτάται πλήρως από τη μητέρα του και η κατάσταση του συναρτάται άμεσα με εκείνη της Αιτήτριας.
Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δυσχέρειες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της, είτε λόγω της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στη χώρα καταγωγής της είτε λόγω των προσωπικών της περιστάσεων, δεν ανέρχονται στο επίπεδο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε στοιχειοθετούν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Συναφώς, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόσωπα που μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό, όπως το φύλο, δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθούν ως μέλη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας κατά την έννοια του άρθρου 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ, υπόθεση C-621/21, WS, σκέψεις 37-40). Ωστόσο, η αναγνώριση της ιδιότητας αυτής δεν συνεπάγεται αυτομάτως την υπαγωγή στο καθεστώς πρόσφυγα, καθότι απαιτείται να αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διατρέχει, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, πραγματικό και βάσιμο φόβο δίωξης.
Εξάλλου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει ότι η ύπαρξη γενικών διακρίσεων ή δυσμενών κοινωνικών συνθηκών εις βάρος συγκεκριμένης ομάδας προσώπων στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση προσφυγικού καθεστώτος, ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτών εκτίθεται προσωπικά σε κίνδυνο δίωξης (βλ. κατ’ αναλογία ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, X, Y και Z, σκέψεις 55-58). Ομοίως κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και ιδίως στις αποφάσεις N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. 25904/07) και J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας (αρ. 59166/12), η ύπαρξη γενικών συνθηκών ανασφάλειας, φτώχειας ή κοινωνικοοικονομικών δυσχερειών στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί, αφ’ εαυτής, για τη στοιχειοθέτηση παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Απαιτείται η διακρίβωση πραγματικού, προσωπικού και εξατομικευμένου κινδύνου έκθεσης του ενδιαφερομένου σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθούν να παρατηρούνται φαινόμενα έμφυλης βίας και διακρίσεων εις βάρος των γυναικών, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια, λόγω συγκεκριμένων προσωπικών χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, διατρέχει εξατομικευμένο και βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, δεν τεκμηριώνεται ότι η ίδια ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά τρόπο που να συνεπάγεται, εν προκειμένω, την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, ελλείψει σχετικής εξατομικευμένης τεκμηρίωσης.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια δεν εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα, όπως αυτός καθορίζεται στον περί Προσφύγων Νόμο, ούτε πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή της ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας αλλά ούτε στοιχειοθετείτε παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, επικουρικώς, η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000), καθότι δεν αποδείχθηκε, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της υφίσταται πραγματικός, παρών και εξατομικευμένος κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια των άρθρων 15(α) ή 15(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, το οποίο αφορά τον κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης της θανατικής ποινής, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια καταζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, ότι εκκρεμεί εις βάρος της οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή ότι υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να την εκθέτει σε τέτοιο κίνδυνο. Η ίδια δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό, ούτε προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ότι αντιμετωπίζει ποινική δίωξη ή ότι υπάρχει πιθανότητα επιβολής θανατικής ποινής σε βάρος της. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(α) του Νόμου.
Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 15(β) της Οδηγίας, που αφορά τον κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη συγκεκριμένου και εξατομικευμένου κινδύνου. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί κακομεταχείρισης από τον σύζυγό της δεν έγιναν δεκτοί ως αξιόπιστοι, ενώ σε κάθε περίπτωση ανάγονται σε ιδιωτικής φύσεως διαφορά, χωρίς να προκύπτει αδυναμία παροχής κρατικής προστασίας.
Επιπλέον, τα ζητήματα που προβάλλονται αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας και τις δυσχέρειες πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και οι ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στη χώρα καταγωγής της, δεν συνδέονται με πράξη ή παράλειψη συγκεκριμένου φορέα σοβαρής βλάβης, αλλά απορρέουν από γενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα. Όπως έχει ήδη αναλυθεί, τέτοιες περιστάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15(β), ελλείψει στοιχείου ηθελημένης κακομεταχείρισης.
Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, ,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Ειδικότερα σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη απόφαση 901/19 του ΔΕΕ (CF & DN Judgement) αναφορικά με το άρθρο 15γ της Οδηγίας 2011/95 «το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει την ερμηνεία εθνικής ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία, όταν ένας άμαχος δεν αποτελεί ειδικά στοχοποιημένο πρόσωπο λόγω ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων, η διαπίστωση σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή το πρόσωπο του εν λόγω πολίτη λόγω "αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις ... ένοπλης συγκρούσεως", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η αναλογία μεταξύ του αριθμού των θυμάτων στη σχετική περιοχή και του συνολικού αριθμού των ατόμων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής αγγίζει ένα καθορισμένο όριο» (σκέψη 37).
Περαιτέρω έκρινε ότι «το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται "σοβαρή και ατομική απειλή", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απαιτείται συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως εκείνων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της χώρας καταγωγής του αιτητή» (σκέψη 45). «Ως επιμέρους στοιχεία που ενδεχομένως θα μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν προτείνονται τα εξής: η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύγκρουσης, καθώς και άλλα όπως η γεωγραφική έκταση της περιοχής όπου εκδηλώνεται αδιάκριτη βία, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη σχετική χώρα ή περιοχή και οι δυνητικά στοχευμένες επιθέσεις κατά αμάχων που πραγματοποιούνται από τα μέρη της σύγκρουσης» (βλ. σκέψη 43).
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, της Αιτήτριας θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας .
Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η οποία ενημερώθηκε τον Φεβρουάριο του 2023, ανέφερε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων στο Ιτούρι, το Κασάι και το Κίβου, ενώ δεν αναφέρονται ενεργές μη κρατικές ένοπλες ομάδες στην Κινσάσα.[102]
Μια έκθεση του CEDOCA για το 2025 αναφέρει ότι: «Όσον αφορά την Κινσάσα, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, απόπειρας πραξικοπήματος, απόδρασης από τη φυλακή Μακάλα και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλούκου λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντόμπε. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Κινσάσα ανεπηρέαστη από ένοπλες συγκρούσεις. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις εναντίον δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα». [103]
Παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία της Κινσάσα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά την περίοδο 07/02/2025 - 06/02/2026, σημειώθηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας με 57 απώλειες, εκ των οποίων τα 46 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (0 απώλειες), 50 ως πολιτική βία (57 απώλειες), τα 4 ως εξεγέρσεις (0 απώλειες), 14 ως καταστολές (7 απώλειες) και 21 ως τρομοκρατικές δραστηριότητες (36 απώλειες).[104] Σημειώνεται δε ότι οι 57 απώλειες που καταγράφονται εμπίπτουν παραλλήλως σε περιστατικά πολιτικής βίας, καταστολής και τρομοκρατικών δραστηριοτήτων.
Υπό το φως των ανωτέρω αρχών και κατόπιν συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων που αφορούν τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι κατά πόσον υφίσταται σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.
Από τις ανωτέρω πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι, μολονότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίστανται μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις, αυτές εντοπίζονται κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, όπως το Ιτούρι, το Κίβου και το Κασάι, ενώ η Kinshasa, η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και τον προορισμό επιστροφής της Αιτήτριας, δεν επηρεάζεται από τέτοιες συγκρούσεις.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πρόσφατες πληροφορίες, στην Kinshasa δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικές ένοπλες ομάδες, ενώ τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται είναι σποραδικά και αφορούν κυρίως διαδηλώσεις, μεμονωμένα περιστατικά πολιτικής βίας και γεγονότα χαμηλότερης έντασης, χωρίς να συνιστούν κατάσταση γενικευμένης ή εκτεταμένης αδιάκριτης βίας. Η δε εκτίμηση διεθνών οργανισμών ότι η επαρχία Kinshasa παραμένει ανεπηρέαστη από ένοπλες συγκρούσεις επιβεβαιώνει την ως άνω εικόνα.
Περαιτέρω, τα ποσοτικά δεδομένα που παρατίθενται, αν και καταδεικνύουν την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας, δεν αποτυπώνουν επίπεδο έντασης βίας τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι κάθε άμαχος, λόγω και μόνον της παρουσίας του στην περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΕ στις υποθέσεις Elgafaji και CF & DN.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στην Kinshasa δεν ανέρχεται στο απαιτούμενο υψηλό κατώφλι που θέτει η σχετική ενωσιακή και διεθνής νομολογία, ώστε να στοιχειοθετείται αυτοτελώς σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας της Αιτήτριας.
Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια διαθέτει ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο έντασης της βίας, κατά την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» που αναγνωρίστηκε στη νομολογία Elgafaji, ούτε ότι ανήκει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται ειδικώς σε αυξημένο κίνδυνο λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για λόγους που άπτονται αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν πλήρους και ενδελεχούς εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης πράξης, κρίνεται ότι το αίτημα της Αιτήτριας για αναγνώριση διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς σε όλα τα στάδια της διοικητικής διαδικασίας.
Ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της, καθότι, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και της αξιολόγησης αξιοπιστίας που προηγήθηκε, δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα δυνάμει των άρθρων 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000. Ειδικότερα, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, ενώ ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της, που αποτελούσε τον πυρήνα του αιτήματός της, απορρίφθηκε αιτιολογημένα ως μη αξιόπιστος.
Ομοίως, και σε σχέση με το αίτημα υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ορθώς κρίθηκε πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε, ούτε με βάση τα προσωπικά της χαρακτηριστικά ούτε σε συσχετισμό με τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, η ύπαρξη πραγματικού, παρόντος και εξατομικευμένου κινδύνου έκθεσής της σε σοβαρή βλάβη κατά την έννοια των παραγράφων (α), (β) ή (γ) του άρθρου 19(2). Οι ισχυρισμοί της που άπτονται της κατάστασης της υγείας της, καθώς και οι λοιπές προσωπικές της περιστάσεις, εξετάστηκαν αυτοτελώς και αιτιολογημένα, πλην όμως δεν κρίθηκαν ικανοί να θεμελιώσουν διεθνή ή συμπληρωματική προστασία, υπό το φως της σχετικής ενωσιακής και διεθνούς νομολογίας.
Περαιτέρω, η έρευνα που διενεργήθηκε από τη Διοίκηση κρίνεται επαρκής, καθότι εκτάθηκε στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους στοιχείου που σχετίζεται με το υπό κρίση αίτημα. Το κριτήριο της πληρότητας της έρευνας έγκειται στη συλλογή και αξιολόγηση των αναγκαίων στοιχείων που οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 25.6.1999). Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου καθίσταται σαφές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διερεύνησε όλα τα ζητήματα που έθεσε η Αιτήτρια και συνεκτίμησε το σύνολο των στοιχείων πριν καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Η εν λόγω απόφαση είναι επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένη, κατά τρόπο που καθιστά σαφείς στην Αιτήτρια τους λόγους απόρριψης του αιτήματός της, και στηρίζεται σε αντικειμενικά ευρήματα και στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Δεδομένου ότι η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση συνδέεται άμεσα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και εδράζεται σε ορθή εφαρμογή του νόμου, δεν διαπιστώνεται πλάνη περί τα πράγματα ή περί το νόμο, ούτε άλλος λόγος ικανός να ανατρέψει το τεκμήριο ορθότητας της διοικητικής κρίσης (βλ. Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220· Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574· Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262).
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται νομικά ή πραγματικά οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1.000 εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Judicial Analysis: Evidence and Credibility Assessment in the Context of the CEAS, 2η έκδοση, 2023, σ. 126–127.
[2] Refugee Documentation Center (Ireland) August 2013 Country Marriage Pack DRC https://www.ecoi.net/en/file/local/1122228/1930_1390233085_drc-marriage-pack-august-2013.pdf
[3] Africa News Congolese lawmakers seek to amend marriage law on dowry, polygamy https://www.africanews.com/2021/08/30/congolese-lawmakers-seek-to-amend-marriage-law-on-dowry-polygamy βλ. Επίσης Refugee Documentation center DRC: Researched and compiled by the Refugee Documentation Centre of Ireland on 17 May 2011 information on Marriage Formalities in DR Congo. https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/06/11/marriage_0.pdf
[4] The Conversation Child marriage is still common in the DRC: what’s driving it and how to encourage change https://theconversation.com/child-marriage-is-still-common-in-the-drc-whats-driving-it-and-how-to-encourage-change-265402
[5] Refugee Documentation Center (Ireland) August 2013 Country Marriage Pack DRC https://www.ecoi.net/en/file/local/1122228/1930_1390233085_drc-marriage-pack-august-2013.pdf
[6] Relief Web DR Congo Child marriage limiting the development of youth
published15 Aug 2015 https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/child-marriage-limiting-development-youth
[7] US Department of state 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo
[8] The Conversation Child marriage is still common in the DRC: what’s driving it and how to encourage change https://theconversation.com/child-marriage-is-still-common-in-the-drc-whats-driving-it-and-how-to-encourage-change-265402
[9] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021) [COD200506.FE], 1 April 2021
https://www.ecoi.net/en/document/2050986.html
[10] Βλ. DRC, Loi no 16/008 du 15 juillet 2016 modifiant et complétant la loi no 87-010 du 1er août 1987 portant Code de la famille, 15 July 2016, διαθέσιμο στο: https://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/Loi.15.07.2016.html. Η αγγλική μετάφραση είναι διαθέσιμη σε: Canada, IRB, Responses to Information Requests, Democratic Republic of Congo, Early or forced marriages, 1 April 2021, διαθέσιμο στο: https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458327&pls=1. Βλ. EUAA, ‘COI Query: Congo, Democratic Republic of: Situation of single women: 1.2 Forced marriage: legislation and practices’, 25/06/2021, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_06_EASO_COI_QUERY_DRC_SINGLE_WOMEN.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[11] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[12] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[13] USDOS – US Department of State: 2021 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 12/04/2022, σσ. 51 - 52, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2022/02/313615_CONGO-DEM-REP-2021-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf Βλ. και USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, σσ. 41 – 42, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[14] USDOS – US Department of State (Author): 2023 Trafficking in Persons Report: Democratic Republic of the Congo, 15 June 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2093617.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[15] UN General Assembly, UN Security Council (Author): Children and armed conflict; Report of the Secretary-General [A/77/895-S/2023/363], 5 June 2023, σελ.10, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2095409/N2314496.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[16] UNHCR – UN High Commissioner for Refugees (Author), published by UN OCHA – UN Office for the Coordination of Humanitarian Affairs: Rapport Mensuel de Monitoring de Protection; République Démocratique du Congo; Mai 2022, 25 October 2022, διαθέσιμο στο:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2081028/rapport_national_de_monitoring_de_protection_du_mois_de_mai_2022.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[17] UNHCR – UN High Commissioner for Refugees (Author), INTERSOS (Author): Rapport Annuel; Monitoring de Protection 2021; Sous-Délegation; UNHCR Kalemie, 05/04/2022, σσ. 6, 12, διαθέσιμο στο:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2071537/UNHCR+Kalemie-RAPPORT+ANNUEL+Monitoring+de+Protection2021.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[18] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo ; Situation of women without a support network in South Kivu [Q60-2024], 2 September 2024, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_09_EUAA_COI_Query_Response_Q60_DRC_Women_without_support_network_South_Kivu.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[19] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, p. 23; Freedom House, Freedom in the World 2024: Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[20] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σελ.23, διαθέστιμο στο: https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[21] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σελ.44, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[22] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σελ.16 διαθέσιμο στο: https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[23] CEDAW, UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women: Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure [CEDAW/C/COD/EP/CO/1], 27 February 2025, διαθέσιμο στο: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=CEDAW%2FC%2FCOD%2FEP%2FCO%2F1&Lang=en (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[24] Georgetown Institute for Women, Peace and Security (GIWPS) & Peace Research Institute Oslo (PRIO), Women, Peace, and Security Index 2023/24, 2023, διαθέσιμο στο: https://giwps.georgetown.edu/wp-content/uploads/2023/10/WPS-Index-full-report.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[25] Freedom House, "Democratic Republic of the Congo." Freedom in the World 2024, 29/02/2024, διαθέσιμο στο:https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024, Section G3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[26] United Nations (UN) Security Council, Implementation of the Peace, Security and Cooperation Framework for the Democratic Republic of the Congo and the Region (S/2024/278), 01/04/2024, διαθέσιμο στο:https://digitallibrary.un.org/record/4044636?v=pdf, par. 21 ; Amnesty International, Democratic Republic of the Congo- Amnesty International Report 2023/24: The State of the World's Human Rights, 24/04/2024, σελ.147, διαθέσιμο στο:https://www.amnesty.org/en/documents/pol10/7200/2024/en/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[27] United Nations (UN) Committee on the Elimination of Discrimination Against Women (CEDAW), Concluding Observations on the Eighth Periodic Report of the Democratic Republic of the Congo (CEDAW/C/COD/CO/8), 06/08/2019, διαθέσιμο στο: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=CEDAW%2FC%2FCOD%2FCO%2F8&Lang=en (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[28] Democratic Republic of the Congo (DRC). 2019-12. Ministère du Genre, de la Famille et de l'Enfant. διαθέσιμο στο: Stratégie nationale de lutte contre les violences basées sur le genre révisée (SNVBG révisée), διαθέσιμο και σε: RB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], 25 March 2025, διαθέσιμο στο:
https://www.ecoi.net/en/document/2124880.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[29] ΙRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], 25 March 2025, διαθέσιμο στο: https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459023&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[30] Institut national de la statistique (INS) of DRC & ICF. 2025-02-20. Enquête démographique et de santé EDS-RDC III 2023–2024, σελ. 495, διαθέσιμο στο:: IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], 25 March 2025, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2124880.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[31] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σελ.40-41, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[32] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σελ.42, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[33] Care International, Cases of sexual exploitation and harassment on the rise in the DRC, 11 July 2023, διαθέσιμο στο: https://www.care-international.org/news/cases-sexual-exploitation-and-harassment-rise-drc ; AP, An alarming humanitarian crisis and massive sexual violence wrack eastern Congo, UN official says, 6 September 2023, διαθέσιμο στο: https://apnews.com/article/un-congo-humanitarian-sexual-violence-conflict-minerals-0f5ebeaccff39ab97c61e981f1a7a3cf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[34] Care International, Cases of sexual exploitation and harassment on the rise in the DRC, 11 July 2023, διαθέσιμο στο: https://www.care-international.org/news/cases-sexual-exploitation-and-harassment-rise-drc ; Care International, Health sector in DRC crumbles amidst conflict negatively impacting survivors of sexual assault, 14 November 2023, διαθέσιμο στο: https://www.care.org/news-and-stories/press-releases/health-sector-in-drc-crumbles-amidst-conflict-negatively-impacting-survivors-of-sexual-assault/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[35] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020, διαθέσιμο στο:
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[36] Swiss State Secretariat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[37] Wagner, K., Glaesmer, H., Bartels, S.A. et al., "Presence of the Absent Father: Perceptions of Family among Peacekeeper-Fathered Children in the Democratic Republic of Congo". J Child Fam Stud, 2022, διαθέσιμο στο: https://link.springer.com/article/10.1007/s10826-022-02293-2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[38] De Herdt, Tom "Hidden families, single mothers and Cibalabala: Economic Regress and Changing Household Composition in Kinshasa", Trefon, T. (Red.), Reinventing order in the Congo - How people respond to state failure in Kinshasa. London: Zed Books, 2004, σελ. 121, 128, διαθέσιμο στο: https://www.bloomsburycollections.com/book/reinventing-order-in-the-congo-how-people-respond-to-state-failure-in-kinshasa/ch8-hidden-families-single-mothers-and-cibalabala-economic-regress-and-changing-household-composition-in-kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[39] The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa', October 2022, σελ.29, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[40] Jacobs C. et al., Figurations of Displacement in the Democratic Republic of the Congo: Empirical findings and reflections on protracted displacement and translocal connections on Congolese IDPs, November 2020, σελ.29, διαθέσιμο στο: https://trafig.eu/output/working-papers/trafig-working-paper-no-4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[41] The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa', October 2022, Annex 2: Interview notes, Afia Mama, an NGO in the Democratic Republic of Congo (DRC), Skype-interview, 2 August 2022, σελ.45, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[42] The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa', October 2022, Annex 2: Interview notes, Afia Mama, an NGO in the Democratic Republic of Congo (DRC), Skype-interview, 2 August 2022, παρα.12, σελ.45, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[43] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, σελ.1, διαθέσιμο στο: https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[44] The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa', October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, παρα.11, σελ.41, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[45] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[46] Kvinnatillkvinna, Equal Power Lasting Peace, The Democratic Republic of Congo. No peace for women, 2018, σελ.9, διαθέσιμο στο: 13-Equal-power-lasting-peace-DRC_ENG.pdf (kvinnatillkvinna.org) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026); The Kvinna till Kvinna Foundation is a Swedish based foundation that is able to support women in conflict-affected areas through financial support from government agencies, institutions, foundations, organisations, companies and individual private donors.
[47] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[48] DIS - Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, October 2022, σελ.48-49, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[49] R.H. v. Sweden [4601/14], ΕΔΔΑ (2ο Τμήμα), 10 Σεπτεμβρίου 2015.
[50] Kalambay, H., and Van Lerberghe,W., Improving Health System Efficiency, World Health Organization, Σεπτέμβριος 2015, σελ.9, διαθέσιμο στο: https://iris.who.int/bitstream/handle/10665/186673/WHO_HIS_HGF_CaseStudy_15.4_eng.pdf?isAllowed=y&sequence=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[51] IOM, Democratic Republic of the Congo- Country Factsheet, 2021, February 2022, διαθέσιμο στο: https://files.returningfromgermany.de/files/CFS%202021_DRC_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[52] Ό.π., Kalambay, σ. 7
[53] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees, published by ReliefWeb: Regional External Update #10; Southern Africa Region; Eastern DRC Situation; 04 April 2025, 4 April 2025, διαθέσιμο στο:
https://reliefweb.int/attachments/7660aa1a-42d9-449b-93ff-7a6a15c37d9e/10%20DRC%20Situation%20External%20Update%20%2310%20-%2004%20April%202025%20Final.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[54] IOM, Democratic Republic of the Congo- Country Factsheet, 2021, February 2022, διαθέσιμο στο:https://files.returningfromgermany.de/files/CFS%202021_DRC_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[55] IOM, Democratic Republic of the Congo- Country Factsheet, 2021, February 2022, διαθέσιμο στο: https://files.returningfromgermany.de/files/CFS%202021_DRC_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[56] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[57] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, σελ. 45, 48, διαθέσιμο στο: https://us.dk/media/10550/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[58] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa [Q28-2023], 25 August 2023, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2096524/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[59] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Displacement in Eastern DRC and Neighbouring Countries; Two-Month Impact Report; February - March 2025, 17 April 2025, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2124234/DRC+Two-month+Impact+Report+1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[60] Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη βάση δεδομένων δεν είναι δημόσια προσβάσιμη στο σύνολό της, ωστόσο τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τα σχετικά έγγραφα στα οποία γίνεται παραπομπή, επισυνάπτονται στο παρόν, αποτελούν μέρος του δικαστικού φακέλου και παραμένουν διαθέσιμα στα μέρη της παρούσας διαδικασίας.
[61] Facility website: https://www.cliniquesuniversitairekinshasa.net/
[62] Facility website: https://www.cmk-cd.org
[63] Facility website: https://www.cliniquesuniversitairekinshasa.net/
[64] Facility website: https://www.cmk-cd.org
[65] DRC, Constitution de la République Démocratique du Congo, 2011, https://www.leganet.cd/Legislation/JO/2011/JOS.05.02.2011.pdf ; EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo ; Situation of women without a support network in South Kivu [Q60-2024], 2 September 2024, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_09_EUAA_COI_Query_Response_Q60_DRC_Women_without_support_network_South_Kivu.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[66] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo ; Situation of women without a support network in South Kivu [Q60-2024], 2 September 2024, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_09_EUAA_COI_Query_Response_Q60_DRC_Women_without_support_network_South_Kivu.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[67] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, p. 23; Freedom House, Freedom in the World 2024: Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[68] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σελ.23, διαθέστιμο στο: https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[69] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σελ.44, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[70] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σελ.16 διαθέσιμο στο: https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[71] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο στο: https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[72] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48, σελ.17, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[73] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ''Empowerment' of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls', Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, σελ. 478, διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/309471211_'Empowerment'_of_adolescent_girls_and_young_women_in_Kinshasa_research_about_girls_by_girls (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026); The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, σελ.1, διαθέσιμο στο: https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[74] RFI, En RDC, la précarité des familles monoparentales, 11 August 2024, https://www.rfi.fr/fr/podcasts/regards-crois%C3%A9s-sur-la-parentalit%C3%A9/20240811-rdc-pr%C3%A9carit%C3%A9-des-familles-monoparentales (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[75] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[76] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48, σελ.17, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[77] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, σελ.478, διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/309471211_'Empowerment'_of_adolescent_girls_and_young_women_in_Kinshasa_research_about_girls_by_girls (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[78] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, σελ.1, διαθέσιμο στο: https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[79] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σελ.42, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[80] Equal Times, The Democratic Republic of Congo is searching for solutions to its health and social security shortcomings, 22 May 2023, διαθέσιμο στο: https://www.equaltimes.org/the-democratic-republic-of-congo?lang=en (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[81] Switzerland, State Secretariat for Migration (SEM) Focus RD Congo : Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 17-18, διαθέσιμο στο: https://www.bing.com/search?q=Switzerland%2C+State+Secretariat+for+Migration+(SEM)+Focus+RD+Congo+%3A+Situation+des+femmes+seules+%C3%A0+Kinshasa%2C+15+January+2016%2C&cvid=78eff970a71342dc9ac5e82153826952&gs_lcrp=EgRlZGdlKgYIABBFGDkyBggAEEUYOTIHCAEQ6wcYQNIBBzY1M2owajSoAgiwAgE&FORM=ANAB01&PC=LCTs (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[82] L’Avenir, Suzy Kibira Omari “Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.”, 23 March 2017.
[83] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[84] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σελ.13, διαθέσιμο στο: fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/03/2023); UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄, διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[85] EUAA COI QUERY, Situation of women who have children out of wedlock, including legal framework, treatment by society, and access to support services, 12 February 2024, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Democratic_Republic_of_Congo_Women_with_children_out_of_wedlock.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[86] Wagner K. et al, '"If I was with my father such discrimination wouldn't exist, I could be happy like other people": a qualitative analysis of stigma among peacekeeper fathered children in the Democratic Republic of Congo' (2020), σελ. 7, διαθέσιμο στο: https://conflictandhealth.biomedcentral.com/articles/10.1186/s13031-020-00320-x (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[87] CEDAW, UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women: Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure [CEDAW/C/COD/EP/CO/1], 27 February 2025, διαθέσιμο στο: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=CEDAW%2FC%2FCOD%2FEP%2FCO%2F1&Lang=en (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[88] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[89] Swiss State Secretatiat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[90] Wagner, K., Glaesmer, H., Bartels, S.A. et al., “Presence of the Absent Father: Perceptions of Family among Peacekeeper-Fathered Children in the Democratic Republic of Congo”. J Child Fam Stud, 2022, διαθέσιμο στο: https://link.springer.com/article/10.1007/s10826-022-02293-2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[91] De Herdt, Tom “Hidden families, single mothers and Cibalabala: Economic Regress and Changing Household Composition in Kinshasa”, Trefon, T. (Red.), Reinventing order in the Congo – How people respond to state failure in Kinshasa. London: Zed Books, 2004 σελ. 121, 128, https://www.bloomsburycollections.com/book/reinventing-order-in-the-congo-how-people-respond-to-state-failure-in-kinshasa/ch8-hidden-families-single-mothers-and-cibalabala-economic-regress-and-changing-household-composition-in-kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[92] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[93] Jacobs C. et al., Figurations of Displacement in the Democratic Republic of the Congo: Empirical findings and reflections on protracted displacement and translocal connections on Congolese IDPs, November 2020, σελ. 29, διαθέσιμο στο: https://trafig.eu/output/working-papers/trafig-working-paper-no-4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[94] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, Afia Mama, an NGO in the Democratic Republic of Congo (DRC), Skype-interview, 2 August 2022, παρα. 11 – 12, σελ. 45 , διαθέσιμο στο:https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[95] Όπ. Π. παρα. 12, σελ. 45
[96] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, σελ.1, διαθέσιμο στο: https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[97] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, παρα. 11, σελ. 41, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[98] Davis, L., ‘et al.’, Democratic Republic of Congo – DRC: Gender Country Profile 2014, The Swedish Embassy in Kinshasa, 2014, σελ.34, διαθέσιμο στο: https://www.lauradavis.eu/wp-content/uploads/2014/07/Gender-Country-Profile-DRC-2014.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[99] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, σελ. 475-491, διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/309471211_'Empowerment'_of_adolescent_girls_and_young_women_in_Kinshasa_research_about_girls_by_girls (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[100] EASO, COI Query, DRC (Democratic Republic of Congo): Information on the situation of women without a male support network in Kinshasa (2017-2019), σελ. 4 – 5 , διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2019_11_DRC_Query_Women_without_Nework_Q32.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[101] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[102] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, July 2023 – June 2025, updated on 19 January 2026, διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/classification/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[103] CEDOCA, COI FOCUS: Republique Democratique du Congo : Situaction sécuritaire, 25 February 2025, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_RDC_Situation_s%C3%A9curitaire_20250225.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[104]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 06/02/2026), COUNTRY: Democratic Republic of the Congo, ADMIN UNIT: Kinshasa, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο