Ν.Α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 6926/2021, 26/3/2026
print
Τίτλος:
Ν.Α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 6926/2021, 26/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                       

                                                                                      Υπόθεση αρ. 6926/2021

                                   

26 Μαρτίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                            Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Ν.Α.

 

                                                                                                           Αιτητής

Και

 

                          Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                                                                                                                                     Καθ' ων η αίτηση

 

 

Χ. Χατζηστερκώτης (κος) για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Ν. Νικολάου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την προσφυγή του ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22/07/2021 η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 17/09/2021 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Πακιστάν και στις 16/12/2019 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στη 01/06/2021, διεξήχθη συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 12/07/2021, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στις 22/07/2021, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 26/07/2021, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 17/09/2021, αφού του μεταφράστηκε σε γλώσσα που κατανοεί.

Ακολούθως, ο αιτητής, δια μέσου των συνηγόρων του, καταχώρισε προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Στις 30/05/2022, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της προσφυγής. Η αίτηση τροποποίησης έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης των Καθ’ ων η αίτηση και στις 21/06/2022 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης. Στις 11/07/2022 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη προσφυγή.

Στη 17/02/2023, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία εγκρίθηκε στις 23/02/2023, με σχετικό διάταγμα του παρόντος δικαστηρίου. Στις 09/03/2023 καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση με την εγκριθείσα προς προσαγωγή μαρτυρία στην οποία επισυνάφθηκαν άρθρα και εκθέσεις για την χώρα καταγωγής του αιτητή. 

Στις 10/07/2023, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε δεύτερη αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία αίτηση αποσύρθηκε στις 20/09/2023.

Στις 26/01/2024, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε εκ νέου αίτηση τροποποίησης της προσφυγής και στις 19/02/2024, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε τρίτη αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, οι οποίες αντίστοιχα αποσύρθηκαν στις 26/03/2024.

Ακολούθως, στις 19/03/2024, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε εκ νέου αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία απορρίφθηκε στο σύνολο της στις 09/01/2025 με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Ο συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στην Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Οι μόνοι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στην γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι: Α) η επίδικη πράξη είναι αναιτιολόγητη και/ή δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, Β) οι καθ΄ων η αίτηση κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης δεν προέβησαν στη δέουσα έρευνα, Γ) οι καθ΄ων η αίτηση ενέργησαν με πλάνη περί τα πράγματα και/ή το Νόμο, Δ) η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 13Α (10) του Περί Προσφύγων Νόμου καθότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν παρείχε στον αιτητή την ευκαιρία να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του και να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως λείπουν και/ή σχετικά με τυχόν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στα πλαίσια των δηλώσεων του αιτητή, Ε) το πρόσωπο που έλαβε την συνέντευξη δεν είχε τα κατάλληλα προσόντα και/ή δεν ήταν δεόντως καταρτισμένο, Στ) μη ενημέρωση περί δικαιώματος κλήσης σε δικηγόρο κατά την διαδικασία εξέτασης της αίτησης του, Ζ) παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, Η) παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Οι Καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη και ορθή, ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε στους ώμους του και ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και δεν δικογραφούνται και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επιτύχουν. Περαιτέρω υποβάλλουν ότι οι ο αιτητής προέβαλε καινοφανείς ισχυρισμούς και ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης, σημειώνουν δε ότι οι ισχυρισμοί του υποδεικνύουν ότι πρόκειται για οικονομικό μετανάστη. Υποστηρίζουν ότι η απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος σε αυτούς, ότι δεν εμφιλοχώρησε νομική και/ή πραγματική πλάνη και ότι η επίδικη είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Προσέτι, υποβάλλουν ότι δεν παραβιάστηκε επ’ ουδενί το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή μήτε η αρχή της μη επαναπροώθησης καθώς δεν πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις προς αναγνώριση στον αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Πρόσθετα, υποβάλλουν ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε βασιμότητα στον ισχυρισμό περί μη ενημέρωσης του αιτητή για τη δυνατότητα παράστασης με τον συνήγορό του κατά το στάδιο της συνέντευξης του καθότι ο ρόλος του δικηγόρου είναι βοηθητικός και όχι παρεμβατικός. Καταληκτικά σημείωσαν ότι, η χώρα καταγωγής του αιτητή συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.

Ο συνήγορος του αιτητή απορρίπτει επίσης μέσω της Γραπτής Απαντητικής Αγόρευσης, με περαιτέρω σχόλια και παραπομπές, τις πιο πάνω θέσεις των καθ' ων η αίτηση, επιμένοντας ουσιαστικά στους ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε στην γραπτή αγόρευση του.

Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.

Προτού προχωρήσω στην εξέταση των λόγων ακύρωσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 (παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον».

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται.

Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή.

Σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
υπόθεση Ankit v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 29/21, ημερ. 04/10/21
, το Δικαστήριο προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, στην οποία παραπέμπω και υιοθετώ στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής.

Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας και νομολογίας, είναι πρόδηλο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και ενόψει τούτου, θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί του αιτητή οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως (προσφυγής) και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν.

Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ τώρα να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί στη γραπτή αγόρευση του αιτητή.

Αποτελεί βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας του αιτητή, ο ισχυρισμός ότι η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της νόμιμης διαδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 13Α (10) του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν παρείχε στον αιτητή την ευκαιρία να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του και να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως λείπουν και/ή σχετικά με τυχόν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στα πλαίσια των δηλώσεων του αιτητή.

Σχετικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό του συνήγορος του αιτητή περί του ότι δεν παρασχέθηκε η ευκαιρία στον αιτητή να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις προφορικώς και/ή γραπτώς σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα.

Kατά τη λήξη της συνέντευξης στην Υπηρεσία Ασύλου ο Αιτητής υπέγραψε το πρακτικό της συνέντευξης (βλ. ερυθρό 17 στο Διοικητικό Φάκελο), όπου πάνω από την υπογραφή του υπάρχει η εξής φράση: «I the undersigned, confirm that all information in the form is true and I have taken knowledge of the entire questionnaire as well as my respective answers to the competent officer and confirm that what has been noted reflects exactly what I have said. ” (βλ. ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου).  

Επομένως, διαπιστώνω ότι όπως προκύπτει από το πρακτικό της συνέντευξης, το οποίο ο αιτητής προσυπογράφει, ουδέποτε είχε εγερθεί ζήτημα κατανόησης από την πλευρά του αιτητή. Παρατηρώ επίσης ότι η διεξαγωγή της συνέντευξης πραγματοποιήθηκε στην μητρική γλώσσα του αιτητή (Urdu), με τον διερμηνέα και τον αιτητή να υπογράφουν όλες τις σελίδες της συνέντευξης και τον αιτητή να επιβεβαιώνει στο τέλος της συνέντευξης ότι τα όσα καταγράφηκαν, αντικατοπτρίζουν ακριβώς τα όσα είχε αναφέρει κατά την διάρκεια της συνέντευξης του. ( βλ. ερυθρό 17 του Δ.Φ.).

Επομένως ο πιο πάνω ισχυρισμός στο σύνολο του απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή περί έλλειψης κατάρτισης της λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου που διεξήγαγε την συνέντευξη, δεν έχει προσκομιστεί από μέρους του συνηγόρου του αιτητή μαρτυρία προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού ή έχει προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για να τον αποδείξει. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί και αόριστοι, εφόσον δεν έχουν αποδειχθεί, ούτε έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία για το αληθές των εν λόγω. Συνεπώς το τεκμήριο της κανονικότητας δεν έχει ανατραπεί μέσω των αόριστων αναφορών που προβάλλονται στην γραπτή αγόρευση του αιτητή. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, ο εν λόγω είναι ανυπόστατος καθότι παραχωρήθηκε το δικαίωμα στον αιτητή να παραθέσει όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν κατά την διεξαχθείσα συνέντευξη του. Σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία. Στην περίπτωση του αιτητή, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτόν αρκετές ερωτήσεις, και ο ίδιος δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο θα υποδήλωσε μια γνήσια περίπτωση προσώπου που χρήζει διεθνούς προστασίας, προκειμένου και ο αρμόδιος λειτουργός να προβεί σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ερωτήσεις. Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο αιτητής εγείρει ως λόγο ακύρωσης ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για το δικαίωμα συμμετοχής του στη διαδικασία μέσω δικηγόρου, κατά την διαδικασία εξέτασης της αίτησης του.

Παρατηρώ ότι ο αιτητής άσκησε το δικαίωμα του για καταχώρηση προσφυγής εμπρόθεσμα και προωθώντας την παρούσα προσφυγή, μέσω μάλιστα συνηγόρου, χωρίς να έχει επηρεαστεί  με οποιοδήποτε τρόπο από τις κατ' ισχυρισμό τυχόν διαδικαστικές παραλείψεις. Η κατ' ισχυρισμό στέρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που του παρέχει η παράγραφος 8 του άρθρου 11 του Περί Προσφύγων Νόμου κατά την διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου οργάνου, ουδεμία σημασία μπορεί να έχει πλέον υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. 

Περαιτέρω, προς ενίσχυση των πιο πάνω αναφερθέντων, δεν έχει προσκομιστεί από μέρους του συνηγόρου του αιτητή μαρτυρία προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού ή έχει προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για να τον αποδείξει και ενόψει τούτου ο εν λόγω απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η αιτιολογία μιας ατομικής διοικητικής πράξης προβλέπεται στο αρ.26 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(I)/1999). Δεν διαπιστώνω παραβίαση του εν λόγω άρθρου. Εν αντιθέσει, στην βάση των σχετικών με τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος  διεθνούς προστασίας διατάξεων, παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ασύλου.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό του συνηγόρου του αιτητή για πλάνη περί τα πράγματα και/ή νομική πλάνη.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Αιτητή για πλάνη περί τα πράγματα, δεν μπορώ να εντοπίσω σημείο στην διαδικασία έκδοσης της προσβαλλόμενης δια της παρούσης πράξης στο οποίο να εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα σύμφωνα με το άρθρο 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999 και συνεπεία της οποίας η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μπορεί να θεωρηθεί πάσχουσα συνεπεία τέτοιας πλάνης περί των γεγονότων. Οι καθ' ων η αίτηση υπήγαγαν τα γεγονότα του Αιτητή στις σχετικές διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και η κρίση τους είναι ορθή. Συνακόλουθα, ουδεμία πλάνη διαπιστώνεται εν προκειμένω και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Αιτητή επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Όταν η πλάνη αφορά σε λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου ή/και σε κακή εφαρμογή των διατάξεων του νόμου τότε συντρέχει πλάνη περί το Νόμο και η απόφαση του αρμόδιο οργάνου υπόκειται σε ακύρωση για παράβαση νόμου (βλ. Ν. Χρ. Χαραλάμπους, Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, 2006, σελ. 238).Δεν μπορώ να εντοπίσω σημείο στην διαδικασία έκδοσης της προσβαλλόμενης δια της παρούσης πράξης στο οποίο να εμφιλοχώρησε νομική πλάνη και συνεπεία της οποίας η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μπορεί να θεωρηθεί πάσχουσα συνεπεία τέτοιας πλάνης. Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Τέλος, αποτελεί βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας του αιτητή, ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών κατά της ζωής του και για εκπαιδευτικούς σκοπούς, ανέφερε δε ότι οι γονείς του δεν δύνανται να τον υποστηρίξουν οικονομικά και ότι επιθυμεί να τους στηρίξει διότι η οικογένειά του είναι άπορη. Καταληκτικά δήλωσε ότι επιθυμεί να εργαστεί στη Δημοκρατία ώστε να στηρίξει την οικογένειά του (ερυθρό 1 του Δ.Φ.).

 

Στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο αιτητής, σε σχετική ερώτηση αναφορικά με την ακρίβεια των δηλώσεων του στην αίτηση διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι οι δηλώσεις δεν είναι ακριβείς και ότι ήλθε ώστε να σπουδάσει και να εργαστεί (ερυθρό 23 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς και τα αδέλφια του – τρεις αδελφές και τρεις αδελφοί – βρίσκονται στη πόλη Nagar στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 23 του Δ.Φ.). Ο αιτητής δήλωσε ότι τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του είναι η πόλη Nagar όπου διέμενε με την οικογένειά του (ερυθρό 22 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 22 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι μήτε εκείνος μήτε η οικογένειά του ανήκουν σε κάποια πολιτική, θρησκευτική, στρατιωτική, εθνοτική ή κοινωνική οργάνωση (ερυθρό 20 του Δ.Φ.). Ο αιτητής ανέφερε ότι δεν είχε βιώσει παρενόχληση ή δίωξη στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 20 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο αιτητής υποστήριξε ότι έφυγε ώστε να σπουδάσει και να εργαστεί για να στηρίξει την οικογένειά του (ερυθρό 19 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν είχε αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα (ερυθρό 19 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν οι αρχές της χώρας καταγωγής του θα επέτρεπαν την είσοδο του στη χώρα, απάντησε θετικά (ερυθρό 17 του Δ.Φ.). Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, απάντησε πως η κατάσταση θα είναι δύσκολη και ότι δεν θα είναι σε θέση να βοηθήσει την οικογένειά του (ερυθρό 17 του Δ.Φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τις δηλώσεις του αιτητή κατά το στάδιο της συνέντευξης του, κατέγραψε ότι, ως ισχυρίστηκε ο αιτητής, ο λόγος που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ήταν για να σπουδάσει και να εργαστεί και δεν εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του.

Όσον αφορά την εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ήταν ικανοποιητική, ενώ σημείωσε ότι ο αιτητής δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι με βάση τα λεγόμενα του αιτητή, αυτός ήλθε στην Δημοκρατία ώστε να σπουδάσει και να εργαστεί για να βοηθήσει την οικογένειά του και σημείωσε ότι στην αίτηση διεθνούς προστασίας, ο αιτητής είχε υποστηρίξει ότι έφυγε και λόγω απειλών κατά της ζωής του, το οποίο ωστόσο, δεν προέβαλε κατά τη συνέντευξη αφού ανέφερε ότι το περιεχόμενο της αίτησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ο ίδιος έφυγε ώστε να σπουδάσει και να εργαστεί. Ομοίως, στο έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών, αναγράφεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής για οικονομικούς και εργασιακούς σκοπούς και γίνεται μνεία στις δυσχέρειες που αντιμετώπισε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε περαιτέρω ότι ο αιτητής δεν εξέφρασε κάποιο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής και ότι δεν είχε βιώσει παρενόχληση ή δίωξη στη χώρα καταγωγής του. Καταγράφηκε περαιτέρω ότι ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με νόμιμο τρόπο, ότι δεν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί ποτέ από τις αρχές οι οποίες θα επέτρεπαν την εκ νέου είσοδό του στη χώρα, ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο ιατρικό πρόβλημα, ότι δεν ανήκει σε κάποια οργάνωση και ότι η οικογένειά του διαμένει στη χώρα καταγωγής.

Κατά το στάδιο της νομικής αξιολόγησης, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι, καίτοι ο αιτητής κρίθηκε ως ικανοποιητικά αξιόπιστος αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, οι ισχυρισμοί του δεν εμπίπτουν μήτε στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 μήτε στο πεδίο εφαρμογής του περί Προσφύγων Νόμου και υπογράμμισε ότι άτομο το οποίο εγκαταλείπει τη χώρα καταγωγής του υποκινούμενο από οικονομικά κίνητρα, θεωρείται οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι δυνατή καθότι διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν υπέστη ή δεν πρόκειται να υποστεί οποιασδήποτε μορφής δίωξης ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης και σημείωσε περαιτέρω ότι το Πακιστάν συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.

Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου καθώς και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.

Θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπο του, το μόνο που επικαλέστηκε είναι το οικονομικό του πρόβλημα και ότι ήρθε στην Κύπρο για να σπουδάσει και να εργαστεί, στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο καθότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα, ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Για σκοπούς πληρότητας, ενόψει και της προσαγωγής εξωτερικών πηγών πληροφόρησης που υπέβαλε στο Δικαστήριο ο συνήγορος του αιτητή προς επίρρωση του ισχυρισμού του περί του κινδύνου που θα διατρέξει στην χώρα καταγωγής του ο αιτητής λόγω της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του, το παρόν Δικαστήριο θα προχωρήσει σε σχετική εξέταση για να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, ανατρέχοντας σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην επαρχία Nagar (Nagar District) που αποτελεί μια περιοχή στο Gilgit-Baltistan του Πακιστάν, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή στη χώρα καταγωγής  του.

Η περιοχή του Κασμίρ αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ της Ινδίας, του Πακιστάν και της Κίνας, αλλά διεκδικείται στο σύνολό της από το Πακιστάν και από την Ινδία.[1] Το πακιστανικό Κασμίρ διοικείται ως δύο ξεχωριστές περιοχές: το Αζάντ Τζαμού και Κασμίρ (Azad Jammu and Kashmir – AJK) και το Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν (Gilgit-Baltistan – GB).[2] Το πακιστανικά και ινδικά ελεγχόμενο Κασμίρ χωρίζεται από τη Γραμμή Ελέγχου (Line of Control), η οποία θεσπίστηκε με τη Συμφωνία της Simla το 1972 και η οποία εποπτεύεται από τους πακιστανικούς και ινδικούς στρατούς αντίστοιχα.[3] Το 2003 τα δύο μέρη συμφώνησαν σε εκεχειρία η οποία έκτοτε έχει παραβιαστεί πολλάκις.[4]Το Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), σε έκθεσή του, δημοσιευθείσα τον Ιανουάριο του 2024,  σημείωσε ότι η «γενική κατάσταση ασφαλείας στο Αζάντ Τζαμού και Κασμίρ (AJK) […] και στο Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν παρέμεινε σταθερή το 2023».[5]

Σύμφωνα με την πύλη WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), η Ινδία και το Πακιστάν έχουν εδώ και καιρό μια τεταμένη σχέση που πηγάζει από μια διαμάχη για την περιοχή του Κασμίρ, η οποία εκτείνεται μεταξύ Ινδίας, Πακιστάν και Κίνας. Η Ινδία και το Πακιστάν είναι και οι δύο πυρηνικές δυνάμεις. Τα γειτονικά κράτη έχουν εμπλακεί σε αρκετούς πολέμους μεταξύ τους, αν και το 2003 υπέγραψαν κατάπαυση του πυρός για τη σταθεροποίηση των σχέσεων και των αλληλεπιδράσεων στη Γραμμή Ελέγχου. Οι συχνές αψιμαχίες στη Γραμμή Ελέγχου οδήγησαν σε φόβους για περαιτέρω εχθροπραξίες, αν και τα δύο κράτη επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους στην κατάπαυση του πυρός του 2003 το 2021.

Στις 7 Μαΐου 2025, η Ινδία ξεκίνησε την επιχείρηση Sindoor εναντίον του Πακιστάν μέσω πυραυλικών επιθέσεων σε διάφορες τοποθεσίες στο Πακιστάν και στο Κασμίρ που ελέγχεται από το Πακιστάν. Η Ινδία χαρακτήρισε την επιχείρηση ως προληπτική και αποτρεπτική απάντηση στην επίθεση στο Παχαλγκάμ και ως στόχευση «τρομοκρατικών υποδομών». Το Πακιστάν αμφισβήτησε αυτούς τους ισχυρισμούς και ισχυρίστηκε ότι η Ινδία είχε προκαλέσει ζημιές σε αμάχους. Οι επακόλουθες εχθροπραξίες χαρακτηρίστηκαν από αμοιβαίες αεροπορικές επιχειρήσεις, εντατική δραστηριότητα μη επανδρωμένων αεροσκαφών και ανταλλαγές πυρών κατά μήκος της γραμμής ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πυροβολικού και άλλων βαρέων όπλων, εν μέσω αμφισβητούμενων πληροφοριών και αβεβαιότητας σχετικά με τους ακριβείς στόχους και τα στοιχεία για τις απώλειες. Σύμφωνα με το Διεθνές Δικαιωματικό Δίκαιο, αυτή η προσφυγή σε ένοπλη βία μεταξύ κρατών πυροδότησε διεθνή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις 10 Μαΐου 2025, όταν συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός. Παρόλο που αναφέρθηκαν αρχικές παραβιάσεις, και οι δύο πλευρές επέδειξαν αυτοσυγκράτηση και η κατάπαυση του πυρός διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της περιόδου αναφοράς, υποδεικνύοντας οριστικό τερματισμό των στρατιωτικών κατοχών.[6]

Για λόγους πληρότητας της έρευνας θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), στην περιοχή Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν, καταγράφηκαν 94 περιστατικά ασφαλείας , από τα οποία προκλήθηκαν 13 απώλειες. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: τα 81 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (7 απώλειες), 10 ως πολιτική βία (6 απώλειες), 7 ως εξεγέρσεις (6 απώλειες), 8 ως τρομοκρατικές ενέργειες (8 απώλειες) και 1 ως ξένη στρατιωτική εμπλοκή (0 απώλειες).[7]

Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την περιοχή Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν σύμφωνα με δημογραφικά στοιχεία για το 2017 ανήλθε σε 1,492,924 κατοίκους και για τον διοικητικό νομό Nagar σε 70,000 κατοίκους για το ίδιο έτος.[8] Εκ των ανωτέρω πληροφοριών καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην επαρχία Nagar επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης. Συνεπώς, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για κάποιον πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από συνθήκες οι οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ στην επαρχία Nagar.

Κατά συνέπεια, η επαρχία Nagar που αποτελεί περιοχή στο Gilgit-Baltistan στο Πακιστάν, τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας τα οποία πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[9]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, αρτιμελή άνδρα, διαθέτον βασικό μορφωτικό επίπεδο και οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον στην χώρα καταγωγής του. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην επαρχία Nagar της περιοχής Gilgit-Baltistan στο Πακιστάν.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης και ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του αιτητή.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προβάλει ο συνήγορος του αιτητή περί  παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η οποιαδήποτε δήλωση του αιτητή περί κινδύνου δίωξης και /ή βλάβης δεν τεκμηριώθηκε, αφού οι ισχυρισμοί του κατά το στάδιο της συνέντευξης του ήταν φύσεως οικονομικοί. Επομένως, ο αιτητής δεν είχε προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για να τεκμηριώσει ότι ενδέχεται σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα του να κινδυνεύσει με οποιοδήποτε τρόπο, που να δικαιολογούσε την μη επιστροφή του κατ΄ επίκληση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Πρόσθετα, το παρόν Δικαστήριο, παρότι η χώρα ιθαγένειας του αιτητή έχει καθοριστεί ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, προέβη σε εξέταση της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του, και διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή.  Επομένως, ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο ισχυρισμός που προβάλει ο συνήγορος του αιτητή περί  παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Υπό το φως των απαντήσεων του αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του και των γεγονότων και στοιχείων που είναι καταγεγραμμένα στο διοικητικό φάκελο της υπό αναφορά υπόθεσης, κρίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής, δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι οικονομικός μετανάστης καθότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας ωθούμενος από οικονομικά κίνητρα και επομένως δεν υπάγεται στην κατηγορία δικαιούχων διεθνούς προστασίας (βλ. IRENE FESENKO ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1051/2010, ημερ. 21.12.2011, Md Jakir Hossain ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2319/06, ημερ. 16.7.2008, Barakan Petrosyan κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 883/08, ημερ. 10.2.2010 και Khaled Al Issa ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 993/08, ημερ. 29.12.2009).

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σε γεγονότα στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή, οι εν λόγω δεν βρίσκουν έρεισμα υπό το φως των στοιχείων που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο του αιτητή και δεν συνάδουν καθόλου με τα όσα ανέφερε ο αιτητής κατά τη συνέντευξη του, ενώ, το αίτημα του αιτητή για να προσαχθεί σχετική μαρτυρία επι τούτων έχει απορριφθεί με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Επομένως, οι όποιοι ισχυρισμοί του αιτητή σε γεγονότα στις γραπτές του αγορεύσεις δεν μπορούν να έχουν έρεισμα και καθίστανται απορριπτέοι.

Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/2025, δυνάμει της οποίας το Πακιστάν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Ο αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου, και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης σύμφωνα με την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018), καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημά του.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] European Agency for Asylum – EUAA, Pakistan – Country Focus, Δεκέμβριος 2024, σελ. 84, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_12_EUAA_COI_Report_Pakistan_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2026)

[2] Freedom House, Freedom in the World 2025, Pakistani Kashmir, https://freedomhouse.org/country/pakistani-kashmir/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2026)

[3] South Asian Voices, The Escalation of Ceasefire Violations across The Line of Control, 20 Αυγούστου 2020, https://southasianvoices.org/the-escalation-of-ceasefire-violations-across-the-line-of-control/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2026)

[4] European Asylum Support Office, Pakistan - Situation in Pakistan-administered Kashmir, 6 Οκτωβρίου 2020, σελ. 3, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2038748/2020_10_Q27_EASO_COI_Query_Response_Pakistan_Kashmir.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2026)

[5] Pakistan Institute for Conflict and Security Studies PICSS, Pakistan’s Comprehensive National Security Profile 2023, 5 Ιανουαρίου 2024, σελ. 35, Violence increasing at the increasing rate but Intolerance and extremism are not lagging much behind either (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2026)

 

8 War Watch, Armed Conflicts in India and Pakistan, Reporting Period: July 2023 – June 2025, διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/armed-conflicts-in-india-and-pakistan/classification/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2026)

 

[7]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο, διαθέσιμο στοhttps://acleddata.com/explorer/βλπλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 06/03/2026),  COUNTRY: Pakistan, ADMIN UNIT: Gilgit - Baltistan (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026).

[8] City Population, Pakistan – Gilgit-Baltistan, https://www.citypopulation.de/en/pakistan/cities/gilgitbaltistan/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/11/2025); City Population, Pakistan – Nagar [Table], https://www.citypopulation.de/en/pakistan/cities/gilgitbaltistan/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/11/2025)

[9] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009, διαθέσιμη σε

 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62007CJ0465&from=EN και ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ,ημερομηνίας 30/01/2014,  διαθέσιμη σε https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο