Α. J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.807/23, 27/3/2026
print
Τίτλος:
Α. J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.807/23, 27/3/2026
Α. J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.807/23, 27/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.807/23

 

                                                               27 Μαρτίου 2026           

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. J.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα Κ. Μιχαηλίδου για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, για τους καθ’ ων η αίτηση                          

Κος Ρ. Ευαγγέλου, μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα                  Κα W. Lima, μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από Αγγλικά στα Pashto και αντίστροφα         

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 06/03/23 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (στο εξής ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων τον Δεκέμβριο του 2020 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/12/20 (ερ.1-3, 71).

Σημειώνεται ότι η αρχική του αίτηση είχε απορριφθεί ως σιωπηρώς αποσυρθείσα λόγω μη ανταπόκρισης του αιτητή σε κλήσεις για συνέντευξη, όμως έγινε επανάνοιγμα φακέλου κατόπιν σχετικού αιτήματος του αιτητή (ερ.23-40) και προχώρησε η εξέταση της αίτησης.

Στις 19/07/22 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία, προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία όπου δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.55-71). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 20/10/22 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.95-106). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του επιδόθηκε διά χειρός στα αγγλικά και του μεταφράστηκε κατά τη λήψη στην μητρική του γλώσσα, στις 06/03/23 (ερ.110, 38).

Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει είναι ότι η οικογένεια του έχει εχθρότητα μαζί τους και πως ο ίδιος και ο αδελφός του μετείχαν στην προηγούμενη κυβέρνηση και με την επιστροφή των Ταλιμπάν αντιμετωπίζουν κίνδυνο.

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος αλλά και το άρθρο 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας».

Στην αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι στη χώρα του υπάρχουν πολλά προβλήματα, λόγω του πολυετούς πολέμου και καθημερινών εκρήξεων και υπάρχουν πολλοί σκοτωμοί σε καθημερινή βάση, αλλά έχει και προσωπικό πρόβλημα και γι’ αυτό ήρθε στη Δημοκρατία για να ζητήσει άσυλο.         

Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στην πόλη Nangahar και διέμενε σε διάφορες περιοχές, μεταξύ των οποίων, το 2000 - 2007, στο Πακιστάν, τα δε τελευταία 4 έτη διέμενε στην πρωτεύουσα Καμπούλ (Χαράσια), μαζί με τους γονείς και δύο αδέλφια του, έχει δε δύο παντρεμένες αδελφές που διαμένουν στη γενέτειρα του και διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια του. Ο αιτητής είναι άγαμος και άτεκνος, ολοκλήρωσε 12ετή εκπαίδευση σε σχολείο και 2 έτη φοίτησης σε ινστιτούτο στη γενέτειρα του (2012), από το οποίο και έλαβε δίπλωμα.

Ως προς τους λόγους που εγκατάλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε για τρείς λόγους. Αρχικά δήλωσε ότι είχαν κτηματική διαφορά με τα ξαδέλφια του πατέρα του, τα οποία ήθελαν να ιδιοποιηθούν μια έκταση γης του πατέρα του και γι’ αυτό τον λόγο σκότωσαν ένα από τα αδέλφια του. Ανάφερε ότι μετά από αυτό το περιστατικό άλλαζαν συνεχώς διαμονή διότι τα ξαδέλφια του πατέρα του έδιναν χρήματα σε άτομα για να σκοτώσουν τον πατέρα του. Έπειτα αναφέρθηκε σε οικονομικά προβλήματα, καθώς, ως ανέφερε, δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν με τους Ταλιμπάν.

Ως ισχυρίστηκε, ένας αδελφός του εργαζόταν για τις δυνάμεις ασφαλείας και δεχόταν απειλές από την τωρινή Κυβέρνηση, ενώ δήλωσε ότι πυροβόλησαν έναν αδελφό του, χωρίς να γνωρίζουν ποιος το έπραξε. Ισχυρίστηκε επιπλέον, ότι η οικογένειά του δεχόταν απειλές από εχθρούς τους και ότι κάποιες φορές ακόμη και οι Ταλιμπάν ήταν εναντίον τους. Έπειτα, ισχυρίστηκε ότι τον συνέλαβαν στην περιοχή Dosaraka, διότι ήταν ύποπτος για συμμετοχή στο Daesh ή στους Ταλιμπάν, αλλά μετά από την έρευνα τον απάλλαξαν από τις κατηγορίες, αφού έλεγξαν την ηλικία και την εκπαίδευσή του. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν μια κανονική ζωή, ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του και ότι φοβόταν μην τον συλλάβουν. Επειδή δεν μπορούσε να διαμένει στο σπίτι κρυμμένος και συνήθιζε να βγαίνει από το σπίτι συχνά, ο πατέρας του και τα αδέλφια του αποφάσισαν ότι πρέπει να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν.

Ερωτώμενος τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, ο αιτητής απάντησε ότι η ζωή του θα είναι δύσκολη, όπως είναι η ζωή των αδελφών του, οι οποίοι το περισσότερο διάστημα παραμένουν στο σπίτι κρυμμένοι και αντιμετωπίζουν δυσκολίες ,διότι ένας αδελφός του ήταν στις δυνάμεις ασφαλείας του Αφγανιστάν. Σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό κτηματική διαφορά που είχαν με τα ξαδέρφια του πατέρα του, δήλωσε ότι ο ίδιος δεν αντιμετώπισε κάποιο προσωπικό πρόβλημα ως προς αυτό, διότι σπούδαζε. Ωστόσο, ως ανέφερε, αν επιστρέψει ως ενήλικας θα αντιμετωπίσει τα ίδια προβλήματα που αντιμετώπιζε ο πατέρας του, καθότι σκότωσαν ένα από τα αδέλφια του εξαιτίας αυτής της διαφοράς και θα σκοτώσουν κάθε ενήλικο μέλος της οικογένειας στο μέλλον. Ερωτηθείς εάν προσπάθησαν να σκοτώσουν κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας μετά τον θάνατο του αδελφού του, ανέφερε ότι άλλαζαν συνεχώς τόπο διαμονής αλλά και πάλι δέχονταν απειλές. Επιπλέον ανέφερε ότι από το 2016 η οικογένειά του διαμένει στην Charasia, και έκτοτε δεν έχει αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζαν προβλήματα με την κυβέρνηση, εξαιτίας των ξαδέρφων του πατέρα του, οι οποίοι είχαν διασυνδέσεις με το Daesh και τους Ταλιμπάν. Ερωτηθείς τί προβλήματα αντιμετώπιζαν με τις Αρχές ανέφερε ότι ως οικογένεια υποστήριζαν την προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία είναι κατά των Ταλιμπάν και του Daesh, ενώ οι «εχθροί» τους έχουν ισχυρές διασυνδέσεις με τους Ταλιμπάν και την τρέχουσα κυβέρνηση.

Αναφορικά με το πρόβλημα με τους Ταλιμπάν, ισχυρίστηκε ότι ένα από τα αδέλφια του εργαζόταν στο παρελθόν για την εθνική υπηρεσία ασφαλείας, η οποία ονομάζεται Milli Amaniat. Ερωτηθείς, εάν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα με τους Ταλιμπάν, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας, ότι εάν ένα μέλος της οικογένειας έχει εργαστεί για την προηγούμενη Κυβέρνηση, η τωρινή κυβέρνηση θα βλάψει και τα υπόλοιπα μέλη. Ερωτηθείς αν η οικογένεια του αντιμετώπισε πρόβλημα με τους Ταλιμπάν λόγω της θέσης του αδελφού του στην προηγούμενη Κυβέρνηση ο αιτητής απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι πυροβόλησαν έναν αδελφό του πρόσφατα και ανέφερε ότι οι Ταλιμπάν είναι εναντίον τους, διότι οι εχθροί τους (ήτοι τα ξαδέλφια του πατέρα του) έχουν διασυνδέσεις με τους Ταλιμπάν. 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι συλλήφθηκε και κρατήθηκε, ανέφερε ότι συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές της προηγούμενης Κυβέρνησης και κρατήθηκε για τρείς μήνες, όμως ακολούθως ελευθερώθηκε και μετά το περιστατικό δεν αντιμετώπισε κάποιο άλλο πρόβλημα.

Αναφορικά με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε στο Αφγανιστάν, δήλωσε ότι δεν μπορούσαν να ανοίξουν την δικιά τους επιχείρηση στη χώρα, λόγω της έλλειψης χρημάτων. Ερωτηθείς εάν προσπάθησε να ανεύρει εργασία στο Αφγανιστάν, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να μεταβεί σε κάποιο άλλο μέρος λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην χώρα και ότι δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω των εχθρών τους. Ερωτηθείς πώς η οικογένειά του επιβιώνει οικονομικά, απάντησε ότι ασχολούνται με τις οικοδομικές κατασκευές σε περιοχές όπου οι κάτοικοι δεν τους γνωρίζουν.

Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής συνελήφθη και κρατήθηκε από τις Αρχές του Αφγανιστάν

3.    Η οικογένεια του αιτητή έχει περιουσιακή διαμάχη με τα ξαδέλφια του πατέρα του

4.    Οι Ταλιμπάν διώκουν την οικογένεια του αιτητή

5.    Ο αιτητής έφυγε από το Αφγανιστάν για οικονομικούς λόγους

Ο 1ος, 2ος, 3ος και 5ος εκ των ως άνω ισχυρισμών έγιναν αποδεκτοί, ο δε 4ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Συγκεκριμένα, επί των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, κρίθηκε πως ο αιτητής ανέφερε επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες, οι δε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις και η συνεχιζόμενες επί σειρά ετών συγκρούσεις κυβερνητικών δυνάμεων με ένοπλες ομάδες, οι διαμάχες για περιουσιακές διαφορές, με συχνά αιματηρή κατάληξη, αλλά και η κακή οικονομική κατάσταση στη χώρα συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) τις οποίες εντόπισαν (βλ. ερ.100-103).

Αναφορικά με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής, πέραν της αναφοράς του σε ένα αδελφό του που δούλευε για την προηγούμενη κυβέρνηση, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες περί τούτου και της κατ’ ισχυρισμό δίωξης που υπέστη η οικογένεια του από τους Ταλιμπάν, εντοπίστηκαν δε αντιφάσεις αναφορικά με το ότι, ως ο ίδιος ανέφερε στη συνέντευξη, η οικογένεια του δεν αντιμετώπισε πρόβλημα με τους Ταλιμπάν, στη δε προσπάθεια του να αποδώσει τα ισχυριζόμενα προβλήματα με αυτούς στους συγγενείς του πατέρα του, με τους οποίους αυτός είχε περιουσιακή διαμάχη, δεν ήταν σε θέση να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες για τις κατ’ ισχυρισμό διασυνδέσεις των τελευταίων με τους Ταλιμπάν και το Daesh, ως ήταν οι ισχυρισμοί του. Αναφορικά με την εξωτερική συνοχή του εν λόγω ισχυρισμού, ως κρίθηκε, διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) τις οποίες εντόπισαν οι καθ’ ων η αίτηση κάνουν λόγο για στοχοποίηση ατόμων που ανήκουν σε συγκεκριμένο προφίλ (αξιωματούχοι στρατού προηγούμενης κυβέρνησης, στα σώματα ασφαλείας και στο δικαστικό σώμα) και – δεδομένου του ότι ο αιτητής δεν μπόρεσε τελικά να αναφέρει λεπτομέρειες και συγκεκριμένα βιωματικά στοιχεία περί του ισχυρισμού του αυτού, ο 4ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στα εξής. Αναφορικά με το προφίλ του αιτητή σημείωσαν ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στα προφίλ που, σύμφωνα με ΠΧΚ που παραθέτουν, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο δίωξης από το καθεστώς τον Ταλιμπάν. Αναφορικά με την περιουσιακή διαμάχη της οικογένειας του σημειώθηκε ότι, με δεδομένο ότι ουδέν προέκυψε εκ τούτου από το 2016 μέχρι και σήμερα, δεν αναμένεται ότι θα αντιμετωπίζει κίνδυνο δίωξης ή και σοβαρής βλάβης στη βάση αυτή. Αναφορικά με τη σύλληψη και κράτηση του από Αρχές του προηγούμενου καθεστώτος το 2013, ως κρίθηκε, δεδομένου του ότι το περιστατικό συνέβη προ 10 και πλέον ετών, χωρίς τελικά να προχωρήσουν οι εναντίον του κατηγορίες και χωρίς να αντιμετωπίσει κάτι άλλο σχετικά με τούτο, δεν αναμένεται να προκύψει εξ αυτού κίνδυνος για τον αιτητή κατά την επιστροφή του. Σχετικά τέλος με τον ισχυρισμό περί οικονομικών λόγων που τον ώθησαν να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν, παρότι αυτός, ως κρίθηκε, συνάδει με διαθέσιμες ΠΧΚ που κάνουν λόγο για κακή οικονομική κατάσταση στη χώρα, εντούτοις, δεδομένου ότι ο αιτητής είναι άνδρας, χωρίς στοιχεία προσωπικής στοχοποίησης και με εργασιακή εμπειρία, δεν αναμένεται να υποστεί σ’ αυτή τη βάση πράξη δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Συνεπεία των ανωτέρω, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Καμπούλ), σε συνάρτηση με το προφίλ του, ως αυτό έγινε αποδεκτό, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Στα πλαίσια των γραπτών του αγορεύσεων όσο και προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, ουδέν πρόσθεσε επί των ισχυρισμών του ο αιτητής, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει κατά την επίδικη αίτηση. Σημειώνω ότι τα έγγραφα που ο αιτητής συνάπτει στην αγόρευση του δεν μπορούν να ισχυροποιήσουν τους ισχυρισμούς του, δεδομένου ότι ουδέν ανέφερε περί τούτων, τα οποία, εξ όσων μπορώ να αντιληφθώ, αφορούν τα πιστοποιητικά εκπαίδευσης και ταυτοποίησης του ιδίου και ταυτότητα τρίτου προσώπου, για το οποίο ουδέν εξηγήθηκε.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι εύλογα και ορθά.

Προχωρώ κατ’ αρχή σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων αναφορικά με τον μόνο απορριφθέντα 4ο ουσιώδη ισχυρισμό.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω, διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση,  αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση - ότι οι ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών σχετικά με τα όσα ανέφερε για την κατ’ ισχυρισμό δίωξη μελών της οικογένειας του από τους Ταλιμπάν, η ασυνέχεια των ισχυρισμών του, αλλά και οι αντιφάσεις στο αφήγημα του αιτητή είναι αρκετά για να διαβρώσουν την εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία των εν λόγω ισχυρισμών. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του διατηρεί χρονική συνέχεια και άπαντα τα λεγόμενα του σχετικά με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό στερούνται, δεδομένου ότι πολύ λίγα τελικά ανέφερε επί τούτου (βλ. ερ.59), πέραν του ότι είναι και αντιφατικά με τη δήλωση του ιδίου ότι ουδέν υπέστη η οικογένεια του (ερ.59, 3Χ - 4Χ) κάθε ψήγματος βιωματικής λεπτομέρειας ή στοιχείου. Σημειώνω δε περαιτέρω ότι η αναφορά του στο ότι ο αδελφός του σκοτώθηκε (από άγνωστους, σε άλλο μέρος και όχι στον τόπο διαμονής του αιτητή, που είναι η Καμπούλ – βλ. ερ.60, 1Χ – 2Χ και ερ.59).

Υιοθετώ λοιπόν τα όσα καταγράφονται σχετικά στην επίδικη έκθεση και καταγράφονται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, και σημειώνω τα εξής. Ο αιτητής εξ όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξη (πλην της περιουσιακής διαμάχης, ακροθιγώς) δεν καταγράφει στην επίδικη αίτηση, που αποδυναμώνει θεωρώ σημαντικά τα όσα ανέφερε. Η δε περιουσιακή διαμάχη αφορά περιουσία που – κατά τα λεγόμενα του – οικειοποιήθηκαν συγγενείς του, είχε αρχίσει πριν γεννηθεί (ερ.62), όταν έγινε και ισχυριζόμενη απόπειρα δολοφονίας του πατέρα του και ο αιτητής δεν δέχθηκε ενόχληση από συγγενείς του (ερ.61). Προστίθεται εδώ και το ότι ο αιτητής και η οικογένεια του ζούσαν σε προάστιο της Καμπούλ (Charasia) ήδη από το 2016 (4 έτη προτού αυτός φύγει από το Αφγανιστάν) και ουδέν πρόβλημα είχε προκύψει σχετικώς.

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή περί διώξεως από τους Ταλιμπάν, για σκοπούς πληρότητας σημειώνω τις εξής πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση στο Αφγανιστάν μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν.

Μετά από την ανάληψη της εξουσίας οι Ταλιμπάν δημιούργησαν ένα de facto εθνικό στρατιωτικό σώμα κυρίως μέσω εθελοντικής ένταξης, με περιορισμένη συμμετοχή πρώην μελών των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας.[1]

Αναφορικά με το προφίλ ατόμων που στοχοποιούνται από το καθεστώς των Ταλιμπάν, σε έκθεση της EUAA (2024) σημειώνεται ότι, παρότι έχουν εκφράσει τη δέσμευσή τους να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχουν δηλώσει ότι αυτό θα γίνεται «στο πλαίσιο της Σαρία» (σ.σ. Ισλαμικός Νόμος). Πολλές διατάξεις έχουν απαγορεύσει την κριτική σε αξιωματούχους των Ταλιμπάν και περιορίσει τις δυνατότητες διεξαγωγής διαδηλώσεων και επικριτικής δημοσιογραφίας. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει κριτική, οι Ταλιμπάν έχουν καταστείλει ορισμένες αντίθετες φωνές. Ακόμη και φαινομενικά μικρές ενέργειες, όπως η ανάρτηση περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα από ιδιώτες, έχουν οδηγήσει σε συλλήψεις και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν συλληφθεί και μέλη των οικογενειών ακτιβιστών[2].

Η Amnesty International (2024) αναφέρει ότι στο Αφγανιστάν η κοινωνία των πολιτών έχει συρρικνωθεί δραματικά, με υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφους και ακτιβιστές να αντιμετωπίζονται ως εχθροί από τους Ταλιμπάν. Οι διαδηλωτές υφίστανται αυθαίρετες συλλήψεις, φυλακίσεις, αλλά και βασανιστήρια. Πολλοί ακτιβιστές αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό, κυρίως στο Ιράν, το Πακιστάν και την Τουρκία, όπου αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες και κίνδυνο απέλασης. Παράλληλα, η αφγανική κοινότητα υπεράσπισης δικαιωμάτων δηλώνει ότι είναι αποκλεισμένη τόσο από τους Ταλιμπάν όσο και από τη διεθνή κοινότητα, καθώς όσοι βρίσκονται εντός της χώρας θεωρούνται «μη ασφα6λείς» για συμμετοχή, ενώ όσοι είναι στην εξορία θεωρούνται «μη νομιμοποιημένοι» όπως επισημαίνεται από την  ακτιβίστρια Tabasoom Noori επισημαίνει αυτόν τον διπλό αποκλεισμό. [3]  

Έκθεση της EUAA που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο 2026 καταγράφει ότι η οικονομική κατάρρευση, η ανεργία, η ξηρασία και η μείωση της διεθνούς βοήθειας έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε φτώχεια και επισιτιστική ανασφάλεια, με περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως υγεία και εκπαίδευση[4]. Η ελευθερία της έκφρασης και μέσων ενημέρωσης έχει περιοριστεί σημαντικά, με λογοκρισία, αυθαίρετες συλλήψεις και εκφοβισμό δημοσιογράφων και ακτιβιστών.[5]

Οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα, με αυστηρούς περιορισμούς στην εκπαίδευση, την εργασία, την ελευθερία μετακίνησης και τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και επιβάλλονται κανόνες όπως υποχρεωτική συνοδεία από άνδρα συγγενή και αυστηρός διαχωρισμός φύλων, που περιορίζουν δραστικά την καθημερινότητά τους. [6]

Ιδιαίτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι, μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, δημοσιογράφοι, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, ενώ αναφέρονται περιπτώσεις διακρίσεων, βίας και στοχευμένων διώξεων. [7]

Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι το νέο καθεστώς των Ταλιμπάν έχει περιορίσει σημαντικά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και η δίωξη ατόμων με τα προφίλ που αναφέρονται στις πιο πάνω ΠΧΚ είναι συνήθης. Εν προκειμένω όμως ο αιτητής, με δεδομένο ότι δεν έχει αποδείξει τελικώς, αφού ο ισχυρισμός του ότι ο αδελφός του ανήκε σε σώμα ασφαλείας του προηγούμενου καθεστώτος δεν έγινε αποδεκτός, ότι εντάσσεται στις κατηγορίες ατόμων που υφίστανται αυξημένο κίνδυνο δίωξης. Ενδεικτικά σημειώνω ότι, ως προκύπτει και από τις αποκρίσεις του αιτητή σε σειρά ερωτήσεις που του έγιναν σε σχέση με το ζήτημα αυτό (ερ.59), ο ίδιος και η υπόλοιπη οικογένεια του δεν έχουν γίνει αποδέκτες πράξεων δίωξης από τους Ταλιμπάν. Διεθνής προστασία και δη προσφυγικό καθεστώς δεν μπορεί βεβαίως να αποδοθεί επί θεωρητικής ή και αφηρημένης βάσης και δεν μπορεί να εξεταστεί in abstracto, στην απουσία συγκεκριμένου επί τούτου ισχυρισμού με δεδομένο ότι το προφίλ του αιτητή δεν ανήκει άνευ ετέρου στα άτομα αυξημένου κινδύνου, αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι η κατ’ ισχυρισμό δολοφονία του αδελφού του, επί της οποίας – σε κάθε περίπτωση – πολύ λίγα αναφέρει, χωρίς τελικά να εξηγεί γιατί αποδίδει στους συγγενείς τη δολοφονία αυτή  (βλ. ερ.61, 2Χ, ερ.60, 3Χ, ερ.59, 3Χ), έγινε από αγνώστους, σε χρόνο που τελικά δεν καθορίζει ο αιτητής.

Δεδομένων των ως άνω εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί παρά μια απλή πιθανότητα δίωξης του αιτητή από το καθεστώς των Ταλιμπάν, η οποία αφορά εν δυνάμει οιονδήποτε άτομο στη χώρα. Τούτο όμως, άνευ ετέρου, δεν αρκεί για την απόδοση προστασίας.

Επί των ως άνω σημειώνω τα κάτωθι.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:

[Παρ.1.9.1., σελ.90-91]

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο.

[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]

Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή «εύλογος βαθμός πιθανότητας» δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).

Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516)

Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου

Σταθμίζοντας λοιπόν τα ενώπιον μου στοιχεία στα πλαίσια μελλοντοστραφούς ελέγχου της υπό κρίση περίπτωση, υπό το πρίσμα των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών της νομολογίας και θεωρίας, και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που εντόπισα σε σχέση με μεταχείριση ατόμων με το προφίλ του αιτητή από τις αρχές, είναι τελική μου κατάληξη ότι ο αιτητής – σε περίπτωση επιστροφής του – δεν διατρέχει, σε ένα εύλογο βαθμό πιθανότητας, κίνδυνο να υποστεί πράξεις που ισοδυναμούν με δίωξη. Σημειώνω και πάλι εδώ ότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δεν επαρκεί.

Θα συμφωνήσω λοιπόν με την πορεία της εξέτασης των καθ’ ων η αίτηση και με όλα τα επιμέρους ευρήματα και συμπεράσματα αυτών, ως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση που ετοίμασαν και παρατίθενται πιο πάνω.

Αναφορικά με τα έγγραφα που συνάπτει ο αιτητής στην αγόρευση του, σημειώνω τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.107-108, αναφέρονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ενόψει και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών είναι κατάληξη μου ότι, δεδομένης της διαβρωθείσας εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού του αιτητή αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό δίωξη της οικογένειας του από τους Ταλιμπάν και του ότι ουδόλως συνδέει τελικά τα έγγραφα με το αφήγημα του, ουδέν εκ των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής στα πλαίσια της παρούσης (συνάπτονται στην αγόρευση του) δύναται να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του ή να διαφοροποιήσει την κατάληξη μου, ενόψει και της συνολικής θεώρησης και αποτίμησης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου.

Απομένει λοιπόν μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Καμπούλ, Χαράσια).

Σε πρόσφατη αναφορά του ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/03/26), στο σύνολο της επικράτειας του Αφγανιστάν καταγράφηκαν 1,417 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 1,076 θάνατοι, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 172 διαδηλώσεις που προκάλεσαν 15 θανάτους, 868  περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 996 θανάτους, 157 περιστατικά εξεγέρσεων με 287 καταγεγραμμένους θανάτους, 5 περιστατικά φρικαλεοτήτων με 56 θανάτους, 255 περιστατικά καταστολής, με 92 καταγεγραμμένους θανάτους, 166 περιστατικά τρομοκρατίας με 134 θανάτους και 325 περιστατικά εξωτερικών στρατιωτικών παρεμβάσεων με 457 θανάτους. [8]

Κατά την ίδια περίοδο, στην Καμπούλ έχουν καταγραφεί 240 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 194 θάνατοι, εκ των οποίων 60 διαδηλώσει, χωρίς θανάτους, 95  περιστατικά πολιτικής βίας, με αποτέλεσμα 193 θανάτους, 26 περιστατικά εξεγέρσεων με 57 θανάτους, 1 περιστατικό φρικαλεότητας με 100 θανάτους, 39 περιστατικά καταστολής με 10 θανάτους, 10 περιστατικά τρομοκρατίας, που είχαν ως αποτέλεσμα 6 θανάτους, και 28 περιστατικά εξωτερικών στρατιωτικών παρεμβάσεων με 116 θανάτους. [9]

Ο πληθυσμός του Αφγανιστάν ανέρχεται περί τα 45 εκατομμύρια ενώ της Καμπούλ περί τα 5 εκατομμύρια. [10]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[11] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ως στην αιτ. σκέψη 35 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.». Συνυπολογίζω προς τούτο ότι ο αιτητής είναι ενήλικας, υγιής, χωρίς παρελθούσα δίωξη, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εργασιακή εμπειρία και διατηρεί στον τόπο διαμονής του οικογενειακό δίκτυο.  

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υπάρχουν «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ενόψει των όσων ανωτέρω αναφέρονται θεωρώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης, λήφθηκαν δεόντως και σύμφωνα με τα όσα απαιτεί η οικεία νομοθεσία υπόψη όλα τα γεγονότα της επίδικης αίτησης, είναι δε πλήρως αιτιολογημένη. Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EUAA, '3.6. Persons fearing forced recruitment' in Country Guidance: Afghanistan, May 2024. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[2] EUAA, '3.7. Human rights defenders, activists and others perceived as critical of the Taliban' in Country Guidance: Afghanistan, May 2024. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[4] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 76(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[5] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[6] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ.109 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[7] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghanistan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghansitan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[10] Afghanistan Population 2026 διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/countries/afghanistan (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)

[11] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο