ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: C. A. B., Νομική Αρωγή Αρ. 82/25, 10/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: C. A. B., Νομική Αρωγή Αρ. 82/25, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Νομική Αρωγή Αρ. 82/25

 

10 Μαρτίου 2026

 

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ

ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2019

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

 

C. A. B.

Αιτητής

 

......................

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά.

Άρτεμις Πάλλη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(Μυροφόρα Σταυρινού (κα), για μετάφραση από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα)

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την αίτησή του ημερομηνίας 27/04/2022, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, προκειμένου να χειριστεί την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εναντίον της απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 22/01/2025, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 19/02/2025 και με την οποία απορρίπτεται η αίτησή του για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η ευπαιδεύτη συνήγορος που εμφανίζεται εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 27/04/2022, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

Στις 23/09/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 14/01/2025 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.

Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 22/01/2025. Στη συνέχεια, η Υπηρεσία Ασύλου, στις 19/02/2025, εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το αίτημά του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.

Στις 17/03/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την Προσφυγή υπ’ αριθ. 613/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στις 12/05/2025 καταχωρήθηκε η παρούσα υπό εξέταση αίτηση για παροχή νομικής αρωγής, υπ’ αριθ. 82/2025.

Νομικό Πλαίσιο

Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002 και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:

«6Β.(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος - (α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση της Αιτήτριας διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»

Σε περιπτώσεις ως η παρούσα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα του Αιτητή να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όμως το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας.

Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που καταχώρησε ο Αιτητής. Το αποτέλεσμα δε της παρούσας δεν επηρεάζει κατ’ ουδένα λόγο την τελική έκβαση της προσφυγής του (βλέπε μεταξύ άλλων Durgo Man ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημ. 15/07/2009, καθώς και Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημ.28/03/2011 ).

Ιδιαίτερα σχετικό με την φύση της παρούσας διαδικασίας είναι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση επί της Αιτήσεως από KAUR, Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 17/2019, ημ.27/02/19, όπου ο τότε Δικαστής Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε ότι «Η περί Νομικής Αρωγής νομοθεσία θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως τόσο της φιλοσοφίας αυτής, όσο και υπό το φως των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου και τη νομοθεσία περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης.». Λαμβάνεται υπόψη δε ότι το Δικαστήριο τούτο έχει εξουσία να εξετάσει τυχόν προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επί της ουσίας και από τούδε και στο εξής (ex nunc) και όχι μόνο επί της νομιμότητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρ. 11 (5) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο «[...] λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής.»

Στην απόφαση επί της αιτήσεως Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SΙNGH KHUSHWANT του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λιάτσου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Κατ' ακολουθία του άρθρου 6Β(2) του Νόμου, παρέχεται δωρεάν νομικής αρωγής σε αιτητή ασύλου, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, μεταξύ άλλων, κατά δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων επί διοικητικής προσφυγής, την οποία η Αιτήτρια ασύλου άσκησε ενώπιον της, και η οποία προσφυγή αφορούσε δυσμενή απόφαση.

Πρέπει να συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, προκειμένου να γίνει αποδεκτό αίτημα για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, μεταξύ των οποίων, η πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής. Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι η Αιτήτρια δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματος του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.

Το όλο ζήτημα, στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να καταλήξει στη βασιμότητα αιτήματος παροχής νομικής αρωγής, εξετάζεται στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, βεβαίως, δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη προσφυγή, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση της ίδιας της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερομηνίας 31/10/2013, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και, έχοντας πάντα κατά νου τις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα και τις τοποθετήσεις των δύο πλευρών. Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης. Η λέξη «πιθανό» που χρησιμοποιείται στην υποπαράγραφο (ββ) του άρθρου 6Β του Νόμου, αντικρίζεται σε αποκλειστική συνάρτηση προς τα διαλαμβανόμενα στο διοικητικό δίκαιο και υπό το φως του αντικειμένου μιας προσφυγής, η εξέταση της οποίας δεν οδηγεί σε απόφαση επί της ουσίας, αλλά αναθεωρείται μόνο η διοικητική πράξη, σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, χωρίς να εκτείνεται στην υποκατάσταση της διοικητικής απόφασης. Όπως έχει τονιστεί στην Υπόθεση Αρ. Αίτησης Νομικής Αρωγής 12/2010, Mohammad Ismail ημερομηνίας 13/5/2010: «με άλλα λόγια, για να είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση' θα πρέπει από μια πρώτη θεώρηση της προσφυγής, με αναφορά στα γεγονότα και το νομικό υπόβαθρό της, να διαφαίνεται η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων εκ των λόγων για τους οποίους το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δικαιούται να ακυρώσει διοικητική πράξη.» Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιον του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή»

Στον Αιτητή παραδόθηκε το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμούσε και του εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία επί αιτήσεως όπως η παρούσα.

Κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του όταν ο αδελφός του, το μοναδικό πρόσωπο που τον φρόντιζε, σκοτώθηκε εξαιτίας έκρηξης βυτιοφόρου που μετέφερε καύσιμα, η οποία στοίχισε συνολικά τη ζωή σε περίπου 100 άτομα.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε στους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και ισχυρίστηκε ότι διέφυγε από αυτήν με σκοπό να σπουδάσει στο εξωτερικό, ενόψει προβλημάτων που, κατά τον ίδιο, συνδέονται με τη δράση συμμοριών και τη γενικότερη πολιτική ένταση μεταξύ της νεολαίας.

Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματα μεταξύ των νέων αναδύθηκαν λόγω της πολιτικής έντασης που επικράτησε μετά την εκλογή της κυβέρνησης περί τον Ιούνιο του 2020. Ανέφερε ότι η γενικότερη κατάσταση στη χώρα, όπως η φτώχεια, η ανεργία και ζητήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ομάδων νέων, ιδίως σε πανεπιστήμια, οι οποίες συνδέονται με πολιτικά κόμματα ή δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πολιτικής έντασης.

Κατά τη δήλωσή του, ορισμένες από τις ομάδες αυτές τάσσονται υπέρ, ενώ άλλες κατά της κυβέρνησης. Ο Αιτητής δήλωσε, επίσης, ότι δεν φοίτησε σε πανεπιστήμιο στη χώρα καταγωγής του, προκειμένου να αποφύγει το ενδεχόμενο εμπλοκής του σε τέτοιες ομάδες. Παράλληλα, ανέφερε ότι αναζητούσε υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό.

Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό δίωξης, απειλής ή βλάβης εις βάρος του, ούτε ανέφερε ότι υπήρξε μέλος ή στόχος συγκεκριμένης ομάδας. Σε περίπτωση επιστροφής του, εξέφρασε φόβο ότι θα αντιμετωπίσει «τα ίδια προβλήματα», χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίσει συγκεκριμένο κίνδυνο. Δήλωσε, ακόμη, ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει.

Ο αρμόδιος λειτουργός, στην Εισηγητική Έκθεση, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αφορούσε τα στοιχεία ταυτότητας, το γενικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος σχετιζόταν με την ύπαρξη συμμοριών μεταξύ των νέων λόγω της πολιτικής έντασης στη χώρα καταγωγής του.

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε δεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος, ενώ ο δεύτερος απορρίφθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε ελλιπείς και ασαφείς δηλώσεις, καθώς και ουσιώδεις ανεπάρκειες. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες επί ουσιωδών ζητημάτων, και ιδίως αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι επιθυμούσε να σπουδάσει προκειμένου να αποφύγει συμμορίες που, κατά τον ίδιο, δημιουργήθηκαν λόγω πολιτικής έντασης.

Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από ασυνέχεια και γενικόλογες αναφορές περί επιρροής της εκλεγμένης κυβέρνησης στους νέους και στα πανεπιστήμια, καθώς και περί ανεργίας, φτώχειας και ζητημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, χωρίς να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά, προσωπικά βιώματα ή επαρκή τεκμηρίωση. Παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επηρέαζε τους νέους ή πώς συνδέονταν οι πανεπιστημιακές ομάδες με πολιτικά κόμματα, ούτε να προσδιορίσει επακριβώς τον χρόνο έναρξης της επικαλούμενης κατάστασης, πέραν αόριστης αναφοράς στην εκλογή της παρούσας κυβέρνησης περί τον Ιούνιο του 2020.

Επιπλέον, δεν αιτιολόγησε επαρκώς το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της φερόμενης έναρξης των γεγονότων και της αποχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του στις 26/02/2021. Περαιτέρω, δεν παρείχε ουσιαστικές, σαφείς και συνεκτικές πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο η εκλεγμένη κυβέρνηση επηρεάζει τον ίδιο προσωπικά. Οι απαντήσεις του περιορίστηκαν σε γενικόλογες και αόριστες αναφορές περί συμμετοχής σε «ομάδες» φοιτητών που είτε αντιτίθενται είτε υποστηρίζουν την κυβέρνηση, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή της φύσης, της δράσης ή της ιδιότητάς τους, ούτε τεκμηρίωση των ισχυρισμών του.

Παρουσιάστηκαν, επιπλέον, ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς το ζήτημα της φοίτησής του σε πανεπιστήμιο. Ενώ αρχικά ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν φοίτησε λόγω αδυναμίας εξεύρεσης υποτροφίας, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι απέφυγε να φοιτήσει προκειμένου να μην ενταχθεί στις εν λόγω ομάδες, χωρίς να παρέχει επαρκείς διευκρινίσεις.

Παράλληλα, δεν κατόρθωσε να περιγράψει συγκεκριμένα την επικαλούμενη «πολιτική ένταση», επαναλαμβάνοντας γενικές αναφορές περί φτώχειας, ανεργίας και ζητημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, ενώ δήλωσε ότι δεν του έχει συμβεί οτιδήποτε προσωπικά.

Συνεπώς, διαπιστώνονται συνολικά ασυνέχειες, αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών εξατομικευμένων στοιχείων, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην είναι σε θέση να τεκμηριώσει με ευλογοφάνεια και σαφήνεια τους ισχυρισμούς που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο του αιτήματός του και δεν χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης μέσω άλλων εξωτερικών, αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης.

Εν συνεχεία, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ουσιωδών στοιχείων, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/προφίλ του Αιτητή. Κατόπιν εξειδικευμένης εξέτασης του αιτήματός του, και δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε πως ο Αιτητής είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής του οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ήτοι στη Σιέρρα Λεόνε, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός συνεκτίμησε τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή — ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υγιή και αυτόνομο, χωρίς περαιτέρω ενδείξεις ευαλωτότητας — όσο και τις σχετικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του.

Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι, βάσει των ουσιωδών πραγματικών στοιχείων που αξιολογήθηκαν, δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ούτε εντοπίζεται φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν συνδέονται με ενεστώτα φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται φόβος δίωξης λόγω εθνικότητας, φυλής, θρησκείας, συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στην πόλη Freetown, όπου είχε την τελευταία συνήθη διαμονή του. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν παρατηρούνται στην εν λόγω πόλη συνθήκες εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης, υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, που να δικαιολογούν τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι η ευπαιδεύτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγήθηκε, μέσω του γραπτού της σημειώματος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής στον Αιτητή.

Το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα μεταφράστηκε στον Αιτητή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής δεν πρόσθεσε οτιδήποτε περαιτέρω επί των ισχυρισμών του, αλλά επέμεινε στη διαφωνία του με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αναξιοπιστία των ισχυρισμών του.

Έχω μελετήσει προσεκτικά το γραπτό σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, τη συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, την εισηγητική έκθεση του λειτουργού, την απόφαση του Προϊσταμένου και, γενικά, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.

Από τα δεδομένα που έχω ενώπιόν μου διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του και ότι η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνεται ως ορθή. Ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία δικαιολογημένου φόβου δίωξης, στοιχείο το οποίο υπήρξε καθοριστικό για την έκβαση του αιτήματός του (Jafar Kalash v Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α., Υποθ. 626/2010, ημερ. 08/10/2013).

Οι ισχυρισμοί του, όπως προκύπτει και από την Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε ο αρμόδιος λειτουργός, έτυχαν ενδελεχούς εξέτασης από την Υπηρεσία Ασύλου, τόσο στη βάση της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας και συνοχής τους όσο και στη βάση της εξωτερικής αξιοπιστίας. Ωστόσο, κρίθηκαν αναξιόπιστοι, καθότι δεν παρουσίαζαν τις λογικώς αναμενόμενες λεπτομέρειες, τη σαφήνεια και τη συνοχή που θα επέτρεπαν στον Αιτητή να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας.

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή, όπως προκύπτει και από την Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε ο αρμόδιος λειτουργός, ορθώς διαμορφώθηκαν και αποτυπώθηκαν εκ πρώτης όψεως και έτυχαν ενδελεχούς αξιολόγησης από την Υπηρεσία Ασύλου βάσει των δεικτών αξιοπιστίας[1]. Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών, λήφθηκαν υπόψη αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.

Περαιτέρω, διαπιστώνω από το πρακτικό της συνέντευξης ότι, εκ πρώτης όψεως, τέθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό επαρκείς ερωτήσεις, τόσο ανοικτού όσο και κλειστού τύπου, προκειμένου να δοθεί στον Αιτητή η δυνατότητα να αναπτύξει τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία.

Επιπλέον, δεν προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση προς τον Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, ο αρμόδιος λειτουργός, ο μεταφραστής και ο Αιτητής υπέγραψαν δεόντως τα πρακτικά της συνέντευξης.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της αναθεωρητικής έφεσης Mohammad Amiri v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α. (2009) 3 ΑΑΔ 358 λέχθηκε ότι «[α]πό τη στιγμή που ο εφεσείων κρίθηκε ως αναξιόπιστος δεν είχε νόημα η εφαρμογή της παραγράφου 196 του Εγχειριδίου για τους αιτητές πολιτικού ασύλου. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας παρέχεται στον αιτούντα όταν δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους κατά τα άλλα βάσιμους και αξιόπιστα προβαλλόμενους ισχυρισμούς με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων κρίθηκε γενικά ως αναξιόπιστος. Η άρνηση των εφεσιβλήτων να χορηγήσουν στον εφεσείοντα πολιτικό άσυλο δεν στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αναφορικά με το βάσιμο ή  μη των ισχυρισμών του αλλά στην εύλογη διαπίστωση περί αναξιοπιστίας του ίδιου και των στοιχείων που παρουσίασε.»

Ούτε διακρίνω πλημμέλειες στην ανάλυση του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης του Αιτητή, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Τουναντίον, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά το στάδιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, εξέτασε επαρκώς τα ουσιώδη και αποδεκτά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, από τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύπτει κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, και ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοιος κίνδυνος δεν συντρέχει.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν ανήκει σε κάποια ευάλωτη ομάδα που να τον εκθέτει σε κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθότι δεν διαπιστώθηκε πραγματικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Ομοίως, προέβη σε ορθή, εκ πρώτης όψεως, κατάληξη ως προς τη μη υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναλύοντας εκτενώς — και σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης — το ενδεχόμενο υπαγωγής του στις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ο Αιτητής φέρει το βάρος να καταδείξει ότι η προσφυγή του παρουσιάζει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας, χωρίς βεβαίως στο παρόν στάδιο να προδικάζεται το αποτέλεσμα της προσφυγής που ενδεχομένως θα καταχωρίσει (Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 1/2009, Tamaga Durja Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15/07/2009, και στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 10/2012, Nacira Baghour και Maged Ahmad Odeh, ημερ. 28/03/2012).

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν προκύπτουν, εκ πρώτης όψεως, πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που έχει καταχωρίσει ο Αιτητής, καθώς δεν εντοπίζονται διαδικαστικές πλημμέλειες ή σημεία που να μην διερευνήθηκαν δεόντως. Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε επαρκώς τους ισχυρισμούς του Αιτητή, τόσο κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης όσο και κατά την ετοιμασία της εισηγητικής του έκθεσης.

Εξετάζοντας τη συνέντευξη που διεξήχθη, την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, τις απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταλήγω — στον βαθμό που απαιτείται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η οποία δεν προϋποθέτει εις βάθος εξέταση της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας — ότι το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς και ερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου. Συνεπώς, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και λαμβανομένων υπόψη των ενώπιόν μου στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή κατά της επίδικης απόφασης παρουσιάζει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

Ενόψει της κατάληξης αυτής, παρέλκει η εξέταση της παρούσας αίτησης υπό το πρίσμα της οικονομικής δυνατότητας του Αιτητή να ανταποκριθεί στα έξοδα της προσφυγής.

Ο Αιτητής διατηρεί, βεβαίως, κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου με δικά του έξοδα (κάτι το οποίο ήδη έπραξε), παρά την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας ουδόλως προδικάζει την έκβαση οποιασδήποτε προσφυγής.

Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.

Τα έξοδα της μεταφράστριας, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 



[1] Βλ. δεύτερη έκδοση της «Δικαστικής ανάλυσης για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» της EUAA παρ. 1.2.8 και 4.5 https://www.euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο