Β.Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 841/2023, 23/3/2026
print
Τίτλος:
Β.Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 841/2023, 23/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση αρ. 841/2023

 

23 Μαρτίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β.Μ.Μ.

Αιτήτρια

ΚΑΙ

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

 

Α. Πλιάκα (κα), για Διονυσία Κυριάκου Ζησιμοπούλου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια       

Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της η Αιτήτρια, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 06/02/2023 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 23/02/2023 και δια της οποίας πληροφορήθηκε την απόρριψη του αιτήματός της για παροχή διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.») που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι ενήλικας υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και στις 04/05/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Στις 27/01/2023 διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (εφεξής: Ε.Υ.Υ.Α.). Στις 30/01/2023, ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας. Στις 06/02/2023, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε την πιο πάνω εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας.

Στις 23/02/2023 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς την Αιτήτρια σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια την ίδια μέρα. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή.

Η συνήγορος της Αιτήτριας στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από το λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.

Οι Καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.

Επομένως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον μόνο λόγο ακύρωσης που διατήρησε η συνήγορος της Αιτήτριας, ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησης της για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας απειλών θανάτου. Οι γονείς της εγκατέλειψαν την Αιτήτρια και τον αδερφό της και τους φρόντιζε η γιαγιά τους μέχρι το 2010 όταν και η τελευταία απεβίωσε. Η Αιτήτρια ηλικίας 12 ετών τότε και ο αδερφός της 18, απέμειναν μόνοι και έτσι ο αδερφός της, για να επιβιώσει προέβαινε σε εγκληματικές δραστηριότητες. Η Αιτήτρια περαιτέρω κατέγραψε ότι ο αδερφός της μαχαίρωσε κάποιο πρόσωπο που εν τέλει απεβίωσε. Ο αδερφός της Αιτήτριας συνελήφθη και οδηγήθηκε στο μπουντρούμι («dungeon»). Η οικογένεια του προσώπου που σκότωσε ο αδερφός της Αιτήτριας ήθελε να εκδικηθεί (βλ. ερ. 11 του Δ.Φ.).  

Στο πλαίσιο της προφορικής της συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος της ΛΔΚ με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, την πόλη Matadi (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εξαιτίας του προβλήματος που αντιμετώπισε το 2019, δεν κατέστη δυνατό να συνεχίσει τις σπουδές της. Πρόσθεσε ότι στη χώρα της εργαζόταν για 5 χρόνια ως κομμώτρια (βλ. ερ. 41 και ερ. 40 του Δ.Φ.). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν είναι παντρεμένη, έχει ένα τέκνο ηλικίας 9 ετών (κατά το χρόνο της συνέντευξης) και το οποίο βρίσκεται στην χώρα καταγωγής της, υπό την φροντίδα μοναχών της καθολικής εκκλησίας που η Αιτήτρια εκκλησιαζόταν (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Οι γονείς της Αιτήτριας εγκατέλειψαν αυτή και τον αδερφό της όταν η ίδια βρίσκονταν σε νεαρή ηλικία, ήτοι 2 ετών, και μέχρι το 2010, τους φρόντιζε η γιαγιά της, η οποία απεβίωσε (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μετά τον θάνατο της γιαγιάς της, ο ιερέας της εκκλησίας ήταν το πρόσωπο που την βοηθούσε οικονομικά (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Από την χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ταξίδεψε αεροπορικώς από το αεροδρόμιο Ndjili προς τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, με τον ιερέα να είναι το πρόσωπο που την βοήθησε οικονομικά και στην έκδοση των ταξιδιωτικών της εγγράφων. Σε σχετική ερώτηση με ποιο τρόπο ο ιερέας την βοήθησε στο ταξίδι, η αιτήτρια δήλωσε ότι ο ίδιος δεν της ζήτησε κάτι, αλλά ήθελε να κοιμηθεί μαζί της και η ίδια συμφώνησε, επειδή ως δήλωσε, δεν είχε άλλη επιλογή καθότι ήταν αυτός που την στήριζε οικονομικά. Ερωτώμενη πότε συνέβη αυτό, η ίδια δήλωσε μετά την γέννηση του παιδιού της το 2014 συνέχιζε να την στηρίζει οικονομικά και το 2015, της ανάφερε ότι έπρεπε να κοιμηθεί μαζί της, το οποίο συνέβαινε μέχρι την στιγμή που ταξίδεψε. Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να αρνηθεί, απάντησε ότι δεν είχε επιλογή καθότι εάν αρνιόταν, δεν θα συνέχιζε να την στηρίζει οικονομικά, προσθέτοντας ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να κερδίσει χρήματα. Ερωτώμενη εάν έγινε με την βία ή εάν ποτέ, σε κάποιο σημείο, ένοιωσε και η ίδια την ανάγκη να κοιμηθεί μαζί του, η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν την εξανάγκασε φυσικά, αλλά χρησιμοποιούσε συναισθηματική και πνευματική πίεση, σημειώνοντας ότι δεν την  έλκυε αλλά προέβαινε σε αυτό χωρίς την θέληση της.  Ερωτώμενη εάν αρνήθηκε ποτέ, δήλωσε ναι αλλά ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος μ΄αυτό, λέγοντας ότι θα σταματούσε να την βοηθά, επομένως ως η αιτήτρια δήλωσε, δεν είχε άλλη επιλογή, θα προχωρούσε ακόμη και χωρίς την θέληση της. Πρόσθεσε ότι δεν έχει καμία επαφή πλέον μαζί του. Η Αιτήτρια παρέμεινε για ένα χρόνο στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές για σπουδές, και επειδή δυσκολευόταν οικονομικά, παρανόμως εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές, στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 37 του Δ.Φ.).

Κατά την ελεύθερη της αφήγηση, αναφορικά με τους λόγους που την ανάγκασαν  να αναχωρήσει από την χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι γονείς της μετέβησαν στην Αγκόλα εγκαταλείποντας την σε ηλικία 2 ετών, όπως επίσης και τον αδερφό της, χωρίς να γνωρίζει μέχρι σήμερα που βρίσκονται. Έτσι, παρέμειναν μέχρι το 2010 μαζί με την γιαγιά τους μέχρι που η τελευταία απεβίωσε. Το 2014, η Αιτήτρια έφερε στον κόσμο τον γιο της, όμως ο πατέρας του παιδιού δεν ανέλαβε καμία ευθύνη και εξαφανίστηκε και η Αιτήτρια αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο στο τρίτο έτος. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο αδελφός της εισχώρησε στην εγκληματική συμμορία ονόματι «Kuluna» οι οποίοι προέβαιναν σε διαρρήξεις σπιτιών. Τον Δεκέμβριο του 2019, ο αδερφός της Αιτήτριας σκότωσε κάποιο πρόσωπο στο πλαίσιο των δράσεων της συμμορίας «Kuluna». Όταν ο γιος της Αιτήτριας έφτασε στην ηλικία των 2 ετών, ο ιερέας για αντάλλαγμα την φροντίδα της αιτήτριας και του παιδιού της, άρχισε να την εκμεταλλεύεται σεξουαλικά. Έτσι, η Αιτήτρια μη έχοντας άλλη επιλογή, συμφώνησε γιατί επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές της. Ο αδερφός της, μετά την σύλληψή του το 2019, μεταφέρθηκε στη φυλακή της Kinshasa, και η οικογένεια του ατόμου που σκότωσε, άρχισε να  απειλεί την Αιτήτρια, για εκδίκηση αφού θεωρούσαν ότι η φυλάκιση δεν ήταν αρκετή τιμωρία. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικό που συνέβη τον Φεβρουάριο 2020 κατά το οποίο μέλη συμμορίας διέρρηξαν το σπίτι που διέμενε, την κτύπησαν με αποτέλεσμα να την τραυματίσουν σοβαρά και οι γείτονες την μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για αρκετό καιρό. Ο ιερέας αποφάσισε ότι δεν θα ήταν ασφαλές για την Αιτήτρια να επιστρέψει στο σπίτι της και έτσι της πρότεινε να φιλοξενηθεί στην εκκλησία. Tα μέλη της συμμορίας πληροφορήθηκαν ότι η Αιτήτρια βρισκόταν στην εκκλησία και ξεκίνησαν να την απειλούν και ως εκ τούτου ο ιερέας την βοήθησε να εγκαταλείψει την χώρα για την ασφάλειά της (βλ. ερ. 34 του Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τα επιμέρους ζητήματα του αφηγήματός της, η Αιτήτρια αρχικά επιβεβαίωσε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την χώρα της ήταν εξαιτίας των «Kuluna». Ερωτηθείσα για το τι πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα της, αποκρίθηκε ότι τα μέλη της συμμορίας βρίσκονται στην χώρα και ότι θα την εντοπίσουν και θα την βλάψουν καθότι πληροφορήθηκε ότι την ψάχνουν, ότι απείλησαν ότι θα κάψουν την εκκλησία, γιατί θέλουν να εκδικηθούν για τον αδερφό της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία γιατί η τελευταία αναζητεί μέλη της οικογένειας του δολοφόνου -του αδερφού της. (βλ. ερ. 34 του Δ.Φ.).  Περαιτέρω, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να αναφέρει αν υπάρχει κάποιος στη χώρα της που μπορεί να την προστατεύσει από τις απειλές, όπως τα μέλη της φυλής της ή μέλη της οικογένειάς της και δήλωσε ότι ο μόνος που μπορεί να την προστατεύσει στη χώρα της είναι ο ιερέας (βλ. 33 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, η Αιτήτρια κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα αναφορικά με τον αδερφό της, την ένταξη και την δράση του στην συμμορία. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο αδερφός της εντάχθηκε στην εν λόγω συμμορία μετά τον θάνατο της γιαγιάς τους, το 2010 όταν ήταν στην ηλικία των 18 ετών. Η Αιτήτρια ανέφερε περαιτέρω ότι δεν γνώριζε τις δράσεις του, όμως παρατήρησε ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν φυσιολογική καθότι τα βράδια βρισκόταν εκτός σπιτιού και επέστρεφε τις πρωινές ώρες. Η Αιτήτρια ακόμα δήλωσε ότι για πολύ καιρό δεν γνώριζε ότι ο αδερφός της αποτελούσε μέλος της συμμορίας και το πληροφορήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από τους γείτονες. Όταν ο αδερφός της συνελήφθη οδηγήθηκε αμέσως στην φυλακή Makala. (βλ. ερ. 33 του Δ.Φ.).

Όπως επιπρόσθετα εξήγησε, μετά την σύλληψη του αδερφού της, η Αιτήτρια εξακολουθούσε να διαμένει μαζί με τον γιο της στο σπίτι τους και τότε ξεκίνησαν οι απειλές. Κληθείσα να αναφερθεί στο περιστατικό, εξήγησε ότι η επίθεση που δέχτηκε στο σπίτι της πραγματοποιήθηκε βράδυ, από περίπου 5 πρόσωπα, μέλη της συμμορίας «Kuluna», τα οποία της επιτέθηκαν, την τραυμάτισαν σοβαρά και με την παρέμβαση των γειτόνων της σώθηκε και οι εγκληματίες διέφυγαν. Η Αιτήτρια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου, όπως ανέφερε, παρέμεινε για νοσηλεία για περίπου τρεις μήνες. Ερωτηθείσα αν υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία, απάντησε αρνητικά. Κληθείσα να αναφέρει αν την ενόχλησαν κατά το διάστημα που βρισκόταν υπό την προστασία της εκκλησίας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι την αναζήτησαν στην εκκλησία, όμως κατάφεραν να την κρύψουν. (βλ. ερ. 32 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείσα αν ο ιερέας ήταν ένας από τους λόγους που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα, απάντησε ότι ο κύριος λόγος ήταν σχετικά με τον αδερφό της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα της, πιστεύει ότι ο ιερέας θα την προσεγγίσει ξανά, όμως δεν θα συμφωνήσει γιατί ποτέ δεν της άρεσε η σχέση αυτή (βλ. ερ. 31 του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείσα η Αιτήτρια αν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη πόλη της χώρας της και να είναι ασφαλής, αποκρίθηκε ότι οι «Kuluna» μπορούν να την εντοπίσουν σε οποιαδήποτε περιοχή της χώρας και αν βρίσκεται (βλ. ερ. 31 του Δ.Φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, κατά το στάδιο της συνέντευξης της, στην Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα και την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ήτοι υπήκοος της ΛΔΚ με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Matadi της ΛΔΚ, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός.

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά την ισχυριζόμενη στοχοποίηση της Αιτήτριας από τους «Kuluna», οι οποίοι ήθελαν να εκδικηθούν μετά την διάπραξη φόνου ενός μέλους τους από τον αδελφό της. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος της. Αρχικά, ο λειτουργός επεσήμανε ότι οι περιγραφές της Αιτήτριας σχετικά με τα περιγραφόμενα περιστατικά ήταν αόριστες ενώ αναμενόταν ευλόγως από αυτή να είναι σε θέση να παρέχει πιο ακριβείς πληροφορίες. Ο λειτουργός έκρινε ακόμα, ότι οι αναφορές της Αιτήτριας για τον λόγο της στοχοποίησής της από μέλη της συμμορίας ήταν ασυνάρτητες  καθότι αν και ο αδερφός της ήταν που σκότωσε και φυλακίστηκε, εντούτοις οι «Kuluna» αναζητούσαν εκδίκηση από την ίδια την Αιτήτρια. Ως προς τις αποκρίσεις της σχετικά με το ότι δεν υπέβαλε καταγγελία στις αστυνομικές αρχές για τις απειλές, ο λειτουργός έκρινε ότι αυτές ήταν γενικές, καθότι ως δήλωσε η Αιτήτρια, δεν απευθύνθηκε στις αρχές γιατί και η αστυνομία την αναζητούσε. Επιπλέον, ο λειτουργός, έκρινε ότι όταν η Αιτήτρια ρωτήθηκε για τον αδερφό της και τη σχέση του με τους «Kuluna», δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομερείς πληροφορίες. Πέραν από τις αναφορές της ότι ο αδερφός της εντάχθηκε στη συμμορία μετά τον θάνατο της γιαγιάς τους, όταν ήταν 18 ετών, η Αιτήτρια δεν γνώριζε για την ανάμειξή του στην συμμορία για 9 χρόνια και ότι τυχαία το έμαθε από τους γείτονες λίγο προτού ο αδερφός της συλληφθεί. Επιπρόσθετα, αρνητικά κρίθηκε από τον λειτουργό το γεγονός ότι η Αιτήτρια  δεν γνώριζε τον τρόπο που δρουν οι «Kuluna», πέρα από την γνώση της ότι είναι εγκληματίες. Τέλος, ως προς την επίθεση που η Αιτήτρια δέχτηκε στο σπίτι της, ο λειτουργός έκρινε τις αναφορές της ως ασυνεπείς και επίσης κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί λεπτομερώς στις συνθήκες της επίθεσης, να περιγράψει τα πρόσωπα και τον τρόπο που της επιτέθηκαν, αν υπήρξε συνομιλία μεταξύ τους, πως κατάφερε να αντισταθεί σε 5 άντρες και πως οι γείτονες πέτυχαν να απομακρύνουν τους «Kuluna».

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής της αξιοπιστίας, έρευνα στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός κατέδειξε ότι πράγματι στην ΛΔΚ υπάρχει εγκληματικότητα και εγκληματικές συμμορίες ωστόσο, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας απερρίφθη στο σύνολο του καθώς δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία.

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, μιας και δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για λόγο που να συνδέεται με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στην πόλη Matadi της ΛΔΚ, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), μιας και στην πόλη Matadi, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, διαπιστώνω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε επαρκή έρευνα. Συγκεκριμένα, παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε αξιολόγηση του ισχυρισμού, περί του ότι ο ιερέας είχε εκμεταλλευτεί σεξουαλικά την αιτήτρια, χωρίς την θέληση/ συναίνεση της.

Στη συγκεκριμένη ωστόσο έρευνα θα προβεί το παρόν Δικαστήριο βάσει και της παρεχόμενης εκ του Νόμου δικαιοδοσίας του.

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξής μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018).

Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση και της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, αρχικά συντάσσομαι με την αποδοχή από τους Καθ’ ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, καθότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και εξωτερική αξιοπιστία της αιτήτριας.

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με την ισχυριζόμενη στοχοποίηση της Αιτήτριας από τους «Kuluna», οι οποίοι ήθελαν να εκδικηθούν μετά την διάπραξη φόνου ενός μέλους τους από τον αδελφό της, συμφωνώ πλήρως με την κατάληξη του λειτουργού των Καθ’ ων η αίτηση. Παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό αυτό. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας της αιτήτριας,  και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.

Ως προς τον τρίτο σχηματισθέντα από το παρόν Δικαστήριο ισχυρισμό, περί του ότι ο ιερέας είχε εκμεταλλευτεί σεξουαλικά την αιτήτρια, χωρίς την θέληση/ συναίνεση της, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:

Λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις της αιτήτριας, ως αυτές προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει την αξιοπιστία των δηλώσεων της γύρω από τον εν λόγω σχηματισθέντα ισχυρισμό.

Ειδικότερα, κατ΄αρχάς παρατηρώ ότι η αιτήτρια ουδέποτε στην αίτηση της για διεθνή προστασία ανάφερε ως λόγο που εγκατέλειψε την χώρα της τον εν λόγω ισχυρισμό, παρα μόνο στο στάδιο της συνέντευξης της και όταν και εφόσον ρωτήθηκε σχετικά από τον αρμόδιο λειτουργό.

Περαιτέρω, η αιτήτρια δήλωσε ότι ο ιερέας της εκκλησίας την στήριζε οικονομικά και συνέβαλε στην οργάνωση της αναχώρησης της από την χώρα καταγωγής της. Ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίφαση με την γενικότερη θέση της ότι εξαναγκαζόταν να συνευρίσκεται σεξουαλικά μαζί του για λόγους επιβίωσης και ότι υφίστατο σεξουαλική εκμετάλλευση χωρίς την θέληση της. Ειδικότερα, προκαλεί εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι η αιτήτρια χαρακτηρίζει ως εκμεταλλευτική και μη συναινετική τη σχέση της με πρόσωπο το οποίο κατά τους ίδιους ισχυρισμούς της, αποτέλεσε το βασικό υποστηρικτικό μέσο για την οικονομική της επιβίωση και την αναχώρηση της από την χώρα της, χωρίς να παρέχει επαρκείς και συνεκτικές εξηγήσεις ως προς την εν λόγω αντίφαση.

Περαιτέρω, εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις στις δηλώσεις της αιτήτριας ως προς τον χαρακτήρα των επίμαχων πράξεων. Συγκεκριμένα, σε ορισμένα σημεία της συνέντευξης της υποστηρίζει ότι οι σεξουαλικές επαφές λάμβαναν χώρα χωρίς την θέληση της, ενώ σε άλλα σημεία αναφέρει ότι συναινούσε σε αυτές, προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομική στήριξη, προσθέτοντας μάλιστα ότι ο εν λόγω ιερέας ουδέποτε την εξανάγκασε μετα της βίας σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη.

Η Αιτήτρια δεν ήταν συνεκτική, σαφής και ακριβής στα όσα περιέγραψε ενώπιον του λειτουργού και ειδικότερα ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβαινε η εν λόγω κατ΄ ισχυρισμό σεξουαλική εκμετάλλευση της. Περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τα συναισθήματα που της προκάλεσαν οι εν λόγω εμπειρίες, στοιχείο που αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

 

Η αιτήτρια δεν ήταν επίσης σε θέση να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό της, ότι την εκμεταλλευόταν σεξουαλικά ο ιερέας και ότι εξαναγκαζόταν σε σεξουαλικές πράξεις λόγω οικονομικής αδυναμίας, μιας και η ίδια είχε προηγούμενη εργασιακή πείρα ως κομμώτρια για αρκετά χρόνια και είχε την δυνατότητα να βιοποριστεί από εργασία, χωρίς να στηρίζεται οικονομικά από τρίτα πρόσωπα ήτοι στην παρούσα περίπτωση από τον ιερέα της εκκλησίας.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι διαπιστούμενες αντιφάσεις, η έλλειψη συνοχής καθώς και η αδυναμία επαρκούς τεκμηρίωσης κρίσιμων δηλώσεων που αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού, και ιδίως της ύπαρξης ή μη συναίνεσης, κλονίζουν την αξιοπιστία της αιτήτριας. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα αναφορικά με περιστατικά σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών στην Λ.Δ.Κ. επικεντρώνοντας την έρευνά του σε περιστατικά με ιερείς.

Αναφορά του Ταμείου Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία (UNFPA), σημειώνει στην ανατολική Λ.Δ.Κ., οι γυναίκες και τα κορίτσια υφίστανται εκτεταμένη σεξουαλική βία, με εκατοντάδες περιστατικά κάθε εβδομάδα, κυρίως στην περιοχή της Goma. Πάνω από 400.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί από την αρχή του έτους, αυξάνοντας την ευαλωτότητά τους σε βία και εκμετάλλευση. Η σεξουαλική βία χρησιμοποιείται συστηματικά ως τακτική πολέμου για τρομοκράτηση, εκδίωξη και έλεγχο των πληθυσμών. Ακόμη και σε περιόδους «ειρήνης», οι αναφορές για έμφυλη βία στην περιοχή παραμένουν τεράστιες, με πάνω από 50.000 περιστατικά το 2023 και 56.000 το 2024.[1]

Σύμφωνα με έτερη έκθεση του UNFPA αναφορικά με την περίοδο 1 – 31 Αυγούστου 2025, οι υπηρεσίες για τη διαχείριση περιστατικών βιασμού παραμένουν δυσπρόσιτες, με μόλις 845 επιζώντες να μπορούν να λάβουν υποστήριξη σε ολόκληρη την επαρχία North Kivu. Στις τέσσερις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ., 10,3 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια, γεγονός που μεταξύ άλλων εντείνει τον κίνδυνο σεξουαλικής βίας και εκμετάλλευσης, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο φτώχειας, περιορισμένης εκπαίδευσης και κακής αναπαραγωγικής υγείας.[2]

Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, η Λ.Δ.Κ. αντιμετωπίζει εκτεταμένο πρόβλημα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και βίας κατά γυναικών και κοριτσιών. Σύμφωνα με το Human Rights Watch η σεξουαλική βία χρησιμοποιείται συστηματικά ως μέσο εξουσίας και ότι οι δράστες συχνά παραμένουν ατιμώρητοι. Συγκεκριμένα, στην ανατολική Λ.Δ.Κ., η σεξουαλική βία έχει αυξηθεί πολύ ενώ η υποστήριξη για τα θύματα έχει μειωθεί σημαντικά, ιδίως λόγω περικοπών στη χρηματοδότηση υπηρεσιών υγείας και κλεισίματος κλινικών. Οι αντάρτες M23, άλλες ένοπλες ομάδες και μονάδες του στρατού χρησιμοποιούν τη σεξουαλική βία ως «όπλο πολέμου» και οι δράστες συχνά παραμένουν ατιμώρητοι.[3] Παρομοίως, η Amnesty International τεκμηριώνει περιστατικά μαζικών βιασμών και εκμετάλλευσης γυναικών σε περιοχές με υψηλή ευαλωτότητα των θυμάτων. Ειδικότερα, αναφέρεται πως οι στρατιωτικές ομάδες M23 και Wazalendo και οι στρατιώτες FARDC έχουν διαπράξει στο ανατολικό τμήμα της χώρας παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και ομαδικούς βιασμούς γυναικών και κοριτσιών σε στρατιωτικές βάσεις ή κατά τη διάρκεια απαγωγών.[4]

Από τα ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η σεξουαλική κακοποίηση γυναικών, είναι ευρέως διαδεδομένη στη ΛΔΚ, εντούτοις, ως προκύπτει ανωτέρω η σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών είναι γεγονός κυρίως στην ανατολικό τμήμα της Λ.Δ.Κ., ενώ παράλληλα διαπιστώνεται πως τα κίνητρα που χρησιμοποιούνται είναι κυρίως λόγω εκφοβισμού και ελέγχου, αλλά και ως μέσο εξουσίας και δεν παρουσιάζεται οιανδήποτε αναφορά σε δράστες προερχόμενους από την εκκλησία (ιερείς). Επομένως, διαπιστώνεται πως παρότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν γενικότερα ότι υφίστανται σε μεγάλο βαθμό φαινόμενα σεξουαλικής εκμετάλλευσης/ κακοποίησης γυναικών στη ΛΔΚ, εντούτοις δεν επιβεβαιώνουν την εμπλοκή ιερέων σε περιστατικά σεξουαλικής εκμετάλλευσης των γυναικών στην Λ.Δ.Κ.

Το Δικαστήριο, επίσης, κρίνει ότι εκ των όσων η αιτήτρια δήλωσε ο εν λόγω ισχυρισμός φέρει προσωπική φύση, και ως εκ τούτου δε δύναται να προκύψουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές ώστε να διερευνηθεί ο ισχυρισμός της με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Σημειώνω δε ξανά ότι παρότι σε γενικότερο πλαίσιο διαπιστώνονται τέτοια περιστατικά εκμετάλλευσης και κακοποίησης στην χώρα της αιτήτριας εντούτοις δεν διαπιστώνεται εμπλοκή ιερέων σε περιστατικά σεξουαλικής εκμετάλλευσης των γυναικών. Ομοίως σημαντικό να αναφερθεί είναι πως με βάση τις ανωτέρω πληροφορίες τα συγκεκριμένα περιστατικά παρατηρούνται στην ανατολική Λ.Δ.Κ., ενώ ο τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας ανήκει στην περιοχή KongoCentral, η οποία ανήκει στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας καταγωγής της.

Στη βάση, λοιπόν, των ανωτέρω αναλυθέντων και ενόψει ήδη της απόρριψης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της αιτήτριας, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.

Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να της δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, η αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πόλη Matadi, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Σύμφωνα με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, με περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η ΛΔΚ εμπλέκεται στο έδαφός της και συγκεκριμένα στις ανατολικές περιοχές της χώρας, σε διεθνή ένοπλη σύγκρουση με την Rwanda, καθώς και σε διάφορες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εναντίον διαφορετικών μη κρατικών ένοπλων ομάδων.[5]

Η σύγκρουση μεταξύ των κοινοτήτων Teke και Yaka[6], η οποία ξεκίνησε το 2022 λόγω μιας εδαφικής διαμάχης, «προκάλεσε επιδείνωση» της ανθρωπιστικής κατάστασης και της κατάστασης ασφαλείας σε πολλές επαρχίες κοντά στην πρωτεύουσα Kinshasa.[7] Η σύγκρουση έφτασε επίσης στην ίδια την Kinshasa.[8]

Η Διεθνής Αμνηστία (Amnesty International – AI) ανέφερε το 2022 ότι «οι διοικητικές αρχές στην Kinshasa απαγόρευσαν παράνομα και συστηματικά όλες τις διαδηλώσεις που θεωρούνταν επικριτικές προς τον Πρόεδρο Tshisekedi ή την κυβέρνησή του».[9]

Για παράδειγμα, στις 20 Μαΐου 2023, οι δυνάμεις ασφαλείας «έριξαν δακρυγόνα και συγκρούστηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας Kinshasa με αντικυβερνητικούς διαδηλωτές» που διαμαρτύρονταν για την αύξηση του κόστους ζωής, την ανασφάλεια και τις παρατυπίες στην εγγραφή ψηφοφόρων.[10] Σύμφωνα με το International Crisis Group, οι δυνάμεις ασφαλείας αντέδρασαν με βία, που είχε ως αποτέλεσμα «δεκάδες τραυματισμούς», σύμφωνα με την αντιπολίτευση.[11] Τον Δεκέμβριο του 2023, 11 πολίτες φέρεται να τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια σύγκρουσης μεταξύ της αστυνομίας και διαδηλωτών της αντιπολίτευσης στην Kinshasa.[12]

Στην ετήσια έκθεση του 2025 του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2024 στη Λ.Δ.Κ., σε σχέση με τις ένοπλες συγκρούσεις στην ανατολική πλευρά της χώρας,  αναφέρεται ότι εκεί δραστηριοποιούνται πάνω από 100 ένοπλες ομάδες, κυρίως στις περιοχές Ituri, North Kivu, και South Kivu.[13] Σε έκθεση της UNHCR που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025, αναφέρεται ότι μετά από συνεχιζόμενη επιδείνωση της ασφάλειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις περιοχές North Kivu, South Kivu και Ituri από τον Νοέμβριο του 2022, η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[14]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή KongoCentral, όπου ανήκει η πόλη Matadi, που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), καταγράφηκαν 11 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 19 θάνατοι.[15]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της περιοχής Kongo-Central για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 6.838.500 κατοίκους σύμφωνα με την τελευταία απογραφή[16]. Εκ των ανωτέρω πληροφοριών καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην Matadi επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης. Συνεπώς, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για κάποιον πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από συνθήκες οι οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Κατά συνέπεια, η πόλη Matadi, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[17]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια είναι ενήλικας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη ΛΔΚ ήτοι τον αδελφό της καθώς και με σημαντική εργασιακή πείρα καθότι εργαζόταν για 5 χρόνια στην χώρα της ως κομμώτρια. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πόλη Matadi.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας.

 

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 

 

 

 

 



[1] UNFPA, “UNFPA statement on sexual violence perpetrated against women and girls in the Eastern Democratic Republic of the Congo”, 24/02/2025, https://drc.unfpa.org/en/news/unfpa-statement-sexual-violence-perpetrated-against-women-and-girls-eastern-democratic (assessed on 23/03/2026)

 

[2] UNFPA, “Situation Report – Crisis in Eastern Democratic Republic of the Congo”, 31/10/2025, UNFPA DRC_Situation Report August 2025.pdf (assessed on 23/03/2026)

[3] Human Rights Watch, “DR Congo: Surge in conflict-related sexual violence”, 12/01/2026 https://www.hrw.org/news/2026/01/12/dr-congo-surge-in-conflict-related-sexual-violence?utm (accessed 23/03/2026)

[4] Amnesty International, “DRC: “They said we would die” – M23 and Wazalendo abuses in Eastern Cong”, 20/08/2025, p. 12 – 17, https://www.amnesty.org/en/documents/afr62/0145/2025/en/?utm (assessed on 23/03/2026)

[5] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[6] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, paras. 7-14

[7] Reuters, Ethnic conflict kills 11 people in western Congo, 31 January 2024, https://www.reuters.com/world/africa/ethnic-conflict-kills-11-people-western-congo-2024-01-31/; UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, para. 7

[8] New Humanitarian (The), Conflict in western DRC simmers unnoticed amid rebel gains in the East, 12 February 2024, https://www.thenewhumanitarian.org/news-feature/2024/02/12/conflict-western-drc-democratic-republic-of-the-congo-amid-rebel-gains-east

[9] AI, Amnesty International Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of The Congo 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

[10] Reuters, DR Congo security forces clash with anti-govt protesters in Kinshasa, 25 May 2023, https://www.france24.com/en/africa/20230520-dr-congo-security-forces-clash-with-anti-govt-protesters-in-kinshasa

[11] International Crisis Group, Tracking Conflicts Worldwide - Democratic Republic of Congo, May 2023, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/july-alerts-and-june-trends-2023

[12] BBC News, DR Congo elections: Fayulu's supporters clash with police in Kinshasa, 27 December 2023, https://www.bbc.com/news/world-africa-67826862; Africanews, Opposition protesters clash with police in Kinshasa after partial results released, 28 December 2023, https://www.africanews.com/2023/12/28/opposition-protesters-clash-with-police-in-kinshasa-after-partial-results-released/; France 24, DR Congo police disperse banned protest by the opposition, 27 December 2023, https://www.france24.com/en/africa/20231227-dr-congo-police-disperse-banned-protest-by-the-opposition

[13] HRW - Human Rights Watch, 'World Report 2025 - Democratic Republic of Congo' (16 January 2025)
διαθέσιμο σε 
https://www.ecoi.net/en/document/2120071.html

[14] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees, 'UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo - Update IV' (March 2025) 2-3, διαθέσιμο σε 
https://www.ecoi.net/en/file/local/2122583/unhcr_position_on_returns_to_the_drc_-_march_2025_final.pdf

[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026).

[16] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kongo – Central: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026)

[17] ΒλΑπόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο