Y.T.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 853/2022, 20/3/2026
print
Τίτλος:
Y.T.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 853/2022, 20/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                         Υπόθεση Αρ.:  853/2022

 

20 Μαρτίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

  Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Y.T.S.

 

Αιτητής

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Ε. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Μ. Αμπελώμος (κα) για Λ. Γιάγκου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται με το αιτητικό Α) την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 18/01/2022 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για αναγνώρισης του ως πρόσφυγα, καθώς και οποιασδήποτε ενδιάμεσης ή προπαρασκευαστικής αυτής πράξης ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.  Εναλλακτικά, με το αιτητικό Β) αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, με το αιτητικό Γ) αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει άκυρη και παράνομη ολόκληρη τη διαδικασία προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή και την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση να τον προσδιορίσουν ως ενήλικα, απόφαση η οποία του κοινοποιήθηκε στις 18/01/2022 και τέλος με το αιτητικό Δ) αιτείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει κατάλληλη και υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο.

 

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) και στις 09/09/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Στις 09/12/2021, διεξήχθη συνέντευξη στον αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «λειτουργός») για σκοπούς προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή και εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία.  Στις 09/12/2021, ο αιτητής συναίνεσε στη διεξαγωγή εξετάσεων προς προσδιορισμό της ηλικίας του, με το Τμήμα Οδοντιατρικών Υπηρεσιών να απολήγει σε συμπέρασμα περί ενηλικότητάς του στις 16/02/2021. Κατόπιν τούτου, στις 17/01/2022, η λειτουργός εισηγήθηκε όπως ο αιτητής θεωρηθεί ως ενήλικος κατά το υπόλοιπο της διαδικασίας, εισήγηση η οποία εγκρίθηκε στις 17/01/2022. 

 

Στις 18/01/2022, η λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με την ουσία του αιτήματος του αιτητή για διεθνή προστασία. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε αυθημερόν την πιο πάνω εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας.  Στις 18/01/2022, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός του. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί ο Αιτητής, με τη βοήθεια διερμηνέα.

 

Στις 10/02/2022, ο αιτητής καταχώρησε αυτοπροσώπως την παρούσα προσφυγή. Στις 12/05/2022, ο αιτητής κατόπιν διορισμού δικηγόρου, καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της προσφυγής.  Η αίτηση τροποποίησης έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης των Καθ’ ων η αίτηση και στις 27/05/2022 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης. Στις 09/06/2022 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη προσφυγή.

 

Η συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στη Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Οι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι:

Α) Ισχυρίζονται ότι το αποτέλεσμα του προσδιορισμού της ηλικίας συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία πρέπει να προσβάλλεται και να εξετάζεται δικαστικά, ότι παραβίασαν ουσιωδώς τις εγγυήσεις κατά την διαδικασία προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή και άρα, είναι απαραίτητο όπως παράσχεται σ’αυτόν πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο. 

Β) Προβάλλουν ότι διεξήχθηκε μια μόνο συνέντευξη τόσο για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ασύλου του αιτητή όσο και για τον προσδιορισμό της ηλικίας του.  Υπογραμμίζεται ότι με την πράξη τους αυτή, οι Καθ’ ων η αίτηση επιδίωκαν να κινήσουν διαδικασίες για τον προσδιορισμό της ηλικίας του αιτητή πριν καν να αναφερθούν σε ενδείξεις και γενικές δηλώσεις ενώ ήθελαν παράλληλα να εξετάσουν την αίτησή του συλλέγοντας πληροφορίες, χωρίς τον καθορισμό του κατά πόσο επρόκειτο για ανήλικο ή ενήλικο άτομο.

Γ) Ισχυρίζονται ακόμη ότι δεν παρατέθηκαν οι συναφείς ενδείξεις ή οι γενικές δηλώσεις ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι υπήρχαν αμφιβολίες για την ηλικία του αιτητή με συνέπεια να χρειάζεται να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις.

Δ)  Είναι θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. (1Γ) και παρ. (1Η) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν παρέσχαν την ευκαιρία στην εκπρόσωπο του αιτητή να του επεξηγήσει τις πραγματικές συνέπειες μέρους της συνέντευξης, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ενημερώνεται πριν από την εξέταση της αίτησης του, σχετικά με το ενδεχόμενο προσδιορισμού της ηλικίας του αλλά και για το δικαίωμα και αντίκτυπο της άρνησης υποβολής σε ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας του.

Ε) Αποτελεί ισχυρισμός τους ότι υπήρξε παρανομία στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας προσδιορισμού της ηλικίας.  Οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε ιατρικές εξετάσεις χωρίς πρώτα να εξαντλήσουν τη χρήση οποιωνδήποτε άλλων μη ιατρικών μεθόδων. 

Ζ) Προωθούν ότι ο ρόλος του κηδεμόνα ως εκπροσώπου τόσο του αιτητή όσο και των κρατικών αρχών παραβιάζει κατάφορα τη διαδικαστική εγγύηση της ανεξαρτησίας η οποία πρέπει να διέπει τους επαγγελματίες που εμπλέκονται στη διαδικασία.   

Η) Προβάλλεται ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας σε ότι αφορά τη χώρα καταγωγής του αιτητή και άλλων ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης.

Θ) Παράλληλα η συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει ότι η απόφαση αποτελεί προϊόν πλάνης περί τα πράγματα.

Ι) Η συνήγορος του αιτητή προβάλλει ότι η λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξη και εξέτασε το αίτημα του αιτητή, στερούταν ειδικής κατάρτισης σε σχέση με τις αιτήσεις ασύλου ασυνόδευτων ανηλίκων. 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσει στη Γραπτή της Αγόρευση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.

Ισχυρίζονται ότι το αποτέλεσμα προσδιορισμού της ηλικίας δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη καθότι η τελική πράξη απορροφά από πλευράς εκτελεστότητας το αντικείμενο των προπαρασκευαστικών πράξεων, που οδήγησαν στην τελική απόφαση και δεν υπάρχει δυνατότητα προσβολής της εν λόγω απόφασης προσδιορισμού της ηλικίας. 

Θέτουν ότι το γεγονός ότι διεξήχθη μια ενιαία συνέντευξη τόσο για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ασύλου του όσο και για τον προσδιορισμό της ηλικίας του αιτητή, δεν αποτελεί διαδικαστικό σφάλμα καθώς δεν αποκλείεται ρητώς η εν λόγω διαδικαστική προσέγγιση εκ του νόμου. 

Προωθούν ότι υπήρξε πληθώρα ενδείξεων βάσει των οποίων και στήριξαν την απόφασή τους οι καθ΄ων η αίτηση για την παραπομπή του αιτητή σε ιατρικές εξετάσεις, αναφορικά με τον προσδιορισμό της ηλικίας του. 

Ισχυρίζονται ότι στη συνέντευξη, επεξηγήθηκε στον αιτητή ο λόγος για τον οποίο θα υποβαλλόταν σε εξετάσεις, το είδος, η μέθοδος και οι συνέπειές τους και την ίδια μέρα ο ίδιος αλλά και η κηδεμόνας του έδωσαν γραπτή συγκατάθεση για την υποβολή του σ’ αυτές.  Επιπλέον, του λέχθηκαν οι συνέπειες άρνησής του να υποβληθεί σε εξετάσεις. 

Ισχυρίζονται ότι σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων επειδή ο κηδεμόνας και εκπρόσωπος του αιτητή κατά την συνέντευξη ενεργούσε ταυτόχρονα ως κρατική αρχή αλλά και ως κηδεμόνας και εκπρόσωπος του αιτητή.

Ως προς τη θέση ότι η λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξη δεν είχε τα απαραίτητα προς τούτο προσόντα, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αναφέρει ότι δεν προβάλλονται ειδικοί και συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους δεν ικανοποιούνται τα εκ του Νόμου απαιτούμενα προσόντα, προσθέτοντας ότι η λειτουργός που ετοίμασε την Έκθεση-Εισήγηση υπηρετεί ευδόκιμα στην Υπηρεσία Ασύλου, είναι πλήρως καταρτισμένη, δεόντως εξουσιοδοτημένη και προέβη σε δέουσα έρευνα πριν καταλήξει στα εύλογα συμπεράσματά της.

Είναι η θέση τους πως η αρμόδια λειτουργός χειρίστηκε ορθώς την περίπτωση του Αιτητή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις και υπέβαλε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει φόβο για τουλάχιστον ένα εκ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βλάβη στη βάση του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Στη συνέχεια, ο αιτητής μέσω των συνηγόρων του, προέβη στην καταχώρηση Απαντητικής Γραπτής Αγόρευσης επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του και υιοθετώντας το περιεχόμενο της Γραπτής Αγόρευσης.

Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί του ότι η πράξη προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή αποτελεί εκτελεστή πράξη και ενόψει τούτου η εν λόγω απόφαση είναι προσβλητέα με προσφυγή  – αναλύεται στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του αιτητή - θα εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα, καθότι η εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης αφορά το παραδεκτό της προσφυγής και πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα (βλ. Στεφανίδης κ.α. ν. Δήμου Έγκωμης (1994) 3 Α.Α.Δ. 49 ,Lavar Shipping Co Ltd ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 260).

Κατ΄ αρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εξέτασης της εν λόγω πράξης καθότι έχει εκδοθεί ερειδόμενη στο περί προσφύγων Νόμο μιας και σύμφωνα με το άρθρο 11 (2) του Νόμου 73(Ι) του 2018 «Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αποφασίζει επί πάσης προσφυγής η οποία υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης ή πράξης εκδιδομένης δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου ή κατά παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.».

Επομένως, προχωρώ να εξετάσω στο κατά πόσο η πράξη προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή αποτελεί εκτελεστή πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή.

Στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. SAID ABDULLE, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 40/2022, 20/12/2024, τονίστηκε ότι, το παρόν Δικαστήριο έχει σαφώς δικαιοδοσία να εξετάσει την πράξη προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή. Εντούτοις, το Εφετείο κατέληξε ότι  η εν λόγω πράξη δεν είναι αυτοτελής εκτελεστή πράξη, αλλά ενδιάμεση προπαρασκευαστική, η οποία απορροφάται από την τελική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επι του αιτήματος ασύλου του αιτητή και ενόψει τούτου η μόνη προσβλητέα πράξη είναι η τελική απόφαση επι του αιτήματος ασύλου του αιτητή. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα, το οποίο υιοθετώ στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

« […]

Το εγειρόμενο, λοιπόν, ερώτημα είναι κατά πόσο η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να θεωρεί από 26.2.2019 τον Εφεσίβλητο ως ενήλικα είναι αυτοτελώς προσβαλλόμενη διοικητική πράξη (ως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο) ή όχι.

Αν η διά προσφυγής προσβαλλόμενη απόφαση ή πράξη αναφέρεται στο Άρθρο 11(4) του Νόμου 73(Ι) του 2018, πρέπει να θεωρείται άνευ ετέρου ως (αυτοτελώς προσβαλλόμενη) εκτελεστή διοικητική πράξη, για τον σκοπό της ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν όμως, η διά προσφυγής προσβαλλόμενη απόφαση ή πράξη δεν αναφέρεται στο Άρθρο 11(4) του Νόμου 73(Ι) του 2018, το πρωτόδικο Δικαστήριο καθηκόντως οφείλει να εξετάσει κατά πόσο είναι (αυτοτελώς προσβαλλόμενη) εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία του ως περιγραφόμενη στο Άρθρο 11(2) του ίδιου Νόμου, ώστε να την υποβάλει σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας βάσει του Άρθρου 11(1) του ιδίου Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι ο δικαστής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκεί τις εξουσίες που ανατίθενται στο πρωτόδικο Δικαστήριο από το Σύνταγμα, τον Νόμο 73(Ι) του 2018 και από οποιοδήποτε άλλο εκάστοτε σε ισχύ νόμο, με αποτέλεσμα ο δικαστής να ασκεί και την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία ελέγχου νομιμότητας την οποία το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος απονέμει σε Διοικητικό Δικαστήριο.

Εν προκειμένω, κρίνουμε ότι ορθά, καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε (παράγραφος 69 εφεσιβαλλόμενης απόφασης) πως η επίδικη προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου (με την οποία κατέληξε πως ο Εφεσείων είναι ενήλικας) δεν εμπίπτει στις πράξεις ή αποφάσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 11(4) του Νόμου 73(Ι) του 2018 και που -ως προαναφέρθηκε- η (αυτοτελώς προσβαλλόμενη) εκτελεστότητά τους τεκμαίρεται νομοθετικώς αμαχητί.  Έπεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθηκόντως εξέτασε την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε απόκλιση όμως από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι τέτοια διοικητική απόφαση προδήλως δεν είναι αυτοτελής, αλλά ενδιάμεση προπαρασκευαστική, ήτοι πράξη που εκδίδεται σε συνάρτηση με την έκδοση επικείμενης εκτελεστής πράξης την οποία προπαρασκευάζει χωρίς να επιφέρει αυτοτελώς άμεσα έννομα αποτελέσματα έναντι του διοικούμενου (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας 1929-1959, σελ.239).

Εξ αντιδιαστολής, πράξη είναι εκτελεστή όταν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του διοικούμενου χωρίς να χρειάζεται καμία άλλη διαδικασία, διοικητική ή δικαστική (Απόστολος Γέροντας κ.ά. Διοικητικό Δίκαιο, Ε΄Έκδοση 2022, σελ.193), χαρακτηριστικό που δεν συναντάται στην κατηγοριοποίηση του αιτητή διεθνούς προστασίας ως ενήλικα διότι -από μόνη της και άνευ ετέρου- αυτή η κατηγοριοποίηση δεν τον επηρεάζει άμεσα καθ'  οιοδήποτε τρόπο, όπερ σημαίνει, κατ' αντανάκλαση, ότι δεν προσβάλλει ευθέως το έννομο του συμφέρον ως απαιτεί το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος.

Ως προς την προπαρασκευαστική φύση της κατηγοριοποίησης του Εφεσίβλητου ως ενήλικα από την Υπηρεσία Ασύλου, είναι ενδεικτική η εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση η οποία λήφθηκε διά της εκ του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου αποδοχής ενδοϋπηρεσιακής εισήγησης όπως ο Εφεσίβλητος θεωρείται ενήλικας «καθ'  όλη τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης».

Ως ενδιάμεση προπαρασκευαστική πράξη, η διοικητική απόφανση ως προς το ανήλικο ή μη αιτητή διεθνούς προστασίας απορροφάται από την τελική απόφαση την οποία προπαρασκευάζει (όπως, για παράδειγμα, την τελική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας) και μπορεί να (συν)ελεχθεί από το αναθεωρητικής δικαιοδοσίας Δικαστήριο μόνο στο πλαίσιο προσφυγής η οποία προσβάλλει την τελική (εκτελεστή διοικητική) απόφαση (Φάκας ν. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 714).

Aκόμα και όταν η  έκδοση της τελικής απόφασης ή πράξης εκκρεμεί, η ενδιάμεση απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς το ενήλικο ή μη του αιτητή κρίνουμε ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να προσβληθούν αυτοτελώς, αλλά δρα μόνο προπαρασκευαστικά στο πλαίσιο έκδοσης τελικών αποφάσεων ή πράξεων που είναι οι αυτοτελώς προσβαλλόμενες και μαζί τους μπορεί να συνελεχθεί δικαστικώς η εκ της Υπηρεσίας Ασύλου κατηγοριοποίηση ή μη του αιτητή ως ανήλικου.

[….]

Πέραν του ότι η προσβαλλόμενη κατηγοριοποίηση του Εφεσίβλητου ως ενήλικα δεν είναι αυτοτελώς προσβαλλόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές του κυπριακού δικαίου, παρατηρούμε ότι αυτό το συμπέρασμα είναι συμβατό με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας οι οποίες απορρέουν από την ιδιότητά της ως κράτους μέλους τόσο του Συμβουλίου της Ευρώπης όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως ενδεικτικά αναφέρει η παράγραφος 181 της συναφούς έκθεσης του Συμβουλίου της Ευρώπης («Age assessment: Council of Europe Member States» policies, procedures and practices respectful of children's rights in the context of migration, 2017) στην οποία ο Εφεσίβλητος παραπέμπει με το περίγραμμά του (με δική μας υπογράμμιση):

«181. The right to appeal applies either directly to the age assessment decision or to the asylum decision or to the asylum application, where age assessment procedures are an integral part for seeking international protection.».

 

Επίσης, το εγχειρίδιο με τίτλο «EASO Practical Guide on Age Assesment, 2nd Edition 2018», στο οποίο παραπέμπει η Εφεσείουσα, υιοθετεί την ίδια προσέγγιση παραθέτοντας στη σελ.36 τα εξής (με δική μας υπογράμμιση):

«Right to effective remedy

In the event of a negative decision (discordant with the claimed age), the authorities should explain the reasons for the decision and inform the applicant about how it can be challenged.  As the childhood/adulthood of the applicant may influence how the international protection procedure is conducted (prioritisation, safeguards, etc.), a decision on the age assessment should be issued separately from and prior to the decision on international protection.  If there is no separate right to appeal against the result of the age assessment decision itself, the opportunity to challenge the outcome through judicial review or as part of the consideration of the overall protection claim should be available.  The individual should have access to a representative or to legal support to assist him or her in the process.  When issuing the separate decision, the information on how to challenge it should be provided free or charge an according to the level of understanding of the applicant.  The applicant should have the opportunity to have his or her views heard at this point.»

Ενόψει των ανωτέρω, εντοπίζουμε, με κάθε σεβασμό, σφάλμα στην πρωτόδικη προσέγγιση του να θεωρηθεί η Προσφυγή δικονομικά παραδεκτή, ως βάλλουσα κατά εκτελεστής διοικητικής πράξης, αυτοτελώς προσβαλλόμενης.

Σε αντίθεση με την πρωτόδικη κρίση, έχουμε την άποψη πως το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει την ενώπιόν του Προσφυγή ως βάλλουσα κατά μη εκτελεστών διοικητικών πράξεων και ως, κατά προέκταση, δικονομικά απαράδεκτη.

[…]». 

Επομένως, ενόψει της πιο πάνω νομολογιακής προσέγγισης, καταλήγω ότι η εν λόγω πράξη δεν είναι αυτοτελώς προσβλητέα με προσφυγή καθότι δεν είναι εκτελεστή πράξη αλλά προπαρασκευαστική της μετέπειτα εκδοθείσας απόφασης επι του αιτήματος ασύλου του αιτητή και ενόψει τούτου, απαραδέκτως η προσφυγή στρέφεται και κατά της εν λόγω πράξης.

Προχωρώ επομένως στην εξέταση της μόνης πράξης η οποία δύνατον να προσβληθεί με προσφυγή ήτοι της απόφασης επι του αιτήματος αύλου του αιτητή, η νομιμότητα της οποίας προσβάλλεται με την υπό εκδίκαση προσφυγή και όπου κατά τον έλεγχο της τελευταίας, υπάρχει ούτως ή άλλως η δυνατότητα να συνελεχθούν δικαστικώς και λόγοι ακύρωσης που σχετίζονταν με προπαρασκευαστικές πράξεις, επομένως και η πράξη κατηγοριοποίησης ή μη του αιτητή ως ανήλικου ( βλ. επίσης σχετικά Pavlos F. Varellas Trading Co Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 615).

 

 

Επομένως, σε σχέση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί του ότι διεξάχθηκε μια μόνο συνέντευξη τόσο για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ασύλου του αιτητή όσο και για τον προσδιορισμό της ηλικίας του και οι Καθ’ ων η αίτηση δεν νομιμοποιούνταν να χρησιμοποιήσουν τη συνέντευξη και για τους δυο σκοπούς, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:

Ουδεμία πρόνοια υφίσταται στο Περί Προσφύγων Νόμο, περί της υποχρέωσης της Διοίκησης να υποβάλει τον αιτητή σε συνέντευξη περί προσδιορισμού της ηλικίας του πριν την συνέντευξη του επί του αιτήματος ασύλου του. Το γεγονός ότι μεσολάβησε συνέντευξη όπου εξετάστηκε παράλληλα η ηλικία του αιτητή μαζί με το αίτημα του για άσυλο, δεν προσκρούει σε οποιαδήποτε πρόνοια και ούτε ο αιτητής στερήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του. Ως εκ τούτου, κανένα δικαίωμα του Αιτητή δεν φαίνεται να επηρεάστηκε. Επομένως, καταλήγω ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό ότι διεξήχθη μία συνέντευξη τόσο για τον προσδιορισμό ηλικίας του Αιτητή, όσο και για την εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία και ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Ως προς τον ισχυρισμό ότι δεν παρατέθηκαν οι συναφείς ενδείξεις ή οι γενικές δηλώσεις βάσει των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση για την παραπομπή του αιτητή σε ιατρικές εξετάσεις, παραθέτω τα εξής:

Το άρθρο 10 (1Ζ) (α) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  

«Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να χρησιμοποιεί ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας ασυνόδευτου ανήλικου, στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησής του, όταν, μετά τις γενικές δηλώσεις ή άλλες συναφείς ενδείξεις, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ηλικία του αιτητή.  Σε περίπτωση που, μετά την διεξαγωγή της ιατρικής εξέτασης, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες για την ηλικία του αιτητή, τότε ο αιτητής θεωρείται ότι είναι ανήλικος.»

Ως διαπιστώνεται από το διοικητικό φάκελο, υπήρξαν πολλές ενδείξεις που να δικαιολογούσαν την παραπομπή. Τέτοιες ενδείξεις αποτελούσαν: η απουσία εγγράφων τεκμηρίωσης της ηλικίας του, η έκθεση των Κοινωνικών Υπηρεσιών όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν υποψίες ότι ο αιτητής ενδεχομένως να μην ήταν ανήλικος και η ηλικία του θα έπρεπε να προσδιοριστεί, οι επί της συνέντευξης δηλώσεις του περί του ότι ταξίδεψε αεροπορικώς από την χώρα του με διαβατήριο και φοιτητική βίζα, έγγραφα τα οποία επίσης δεν μπορούσε να προσκομίσει (ερυθρό 30 του Δ.Φ.). Ενισχυτικά, το γεγονός ότι ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την ηλικία του καθώς και η εξωτερική εμφάνιση του όσο και ο τρόπος σκέψης και έκφρασής του, ήταν στοιχεία που ήγειραν αμφιβολίες για την ηλικία του ( ερυθρό 9 του Δ.Φ.). 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό ότι δεν εκχωρήθηκε η ευκαιρία στην εκπρόσωπο του αιτητή να του επεξηγήσει τις πραγματικές συνέπειες μέρους της συνέντευξης, προσθέτοντας ότι ο αιτητής πρέπει να ενημερώνεται πριν από την εξέταση της αίτησης του, σχετικά με το ενδεχόμενο προσδιορισμού της ηλικίας του αλλά και για το δικαίωμα και αντίκτυπο της άρνησης υποβολής σε ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας του.

Παραθέτω αυτολεξεί τις παραγράφους (1Γ) και (1Η) (α) του άρθρου 10 του περί Προσφύγων  Νόμου.

«(1Γ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στον εκπρόσωπο να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί για την προσωπική συνέντευξη.»

«(1Η) Σε περίπτωση χρήσης ιατρικών εξετάσεων σύμφωνα με το εδάφιο (1Ζ), η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε-

(α) ο ασυνόδευτος ανήλικος να ενημερώνεται, πριν από την εξέταση της αίτησής του και σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, σχετικά με το ενδεχόμενο προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρικές εξετάσεις∙ η ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο εξετάσεων, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων στην εξέταση της αίτησης και τον αντίκτυπο της τυχόν άρνησης του ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις∙»

Σημειώνεται εν προκειμένω ότι, ο λειτουργός ενημέρωσε τον αιτητή ότι εάν δεν υπήρχαν αμφιβολίες για την ηλικία του, θα εξετάζονταν οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα του και, με βάση τη συνέντευξη και τα γεγονότα της υπόθεσης, θα εκδιδόταν απόφαση για το αίτημά του (ερυθρό 34 δ.φ.) και προχώρησε με το να του αναφέρει ότι αν τυχόν υπήρχαν αμφιβολίες για την ηλικία του, θα του ζητείτο να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις (ερυθρό 33 δ.φ.).  Περαιτέρω, γνωστοποιώντας του ότι έπρεπε να υποβληθεί σε τέτοιες εξετάσεις, του έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες για τη μέθοδο των εξετάσεων, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποτελεσμάτων τους στη εξέταση της αίτησής του και το αντίκτυπο της άρνησής του να υποβληθεί σ’ αυτές (βλ. σχετικά ερυθρό 29 δ.φ.). 

Ενόψει των όσων παρατέθηκαν, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος. 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε ιατρικές εξετάσεις χωρίς πρώτα να εξαντλήσουν τη χρήση οποιωνδήποτε άλλων μη ιατρικών μεθόδων, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:

Επισημαίνω ότι αρχικώς υπήρχαν εύλογες υποψίες από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι ο αιτητής δεν ήταν ανήλικος, ακολούθως, μεσολάβησε συνέντευξη του αιτητή και περί του ζητήματος του προσδιορισμού της ηλικίας του, δίνοντας του το δικαίωμα να ακουστεί πριν την διενέργεια των ιατρικών εξετάσεων, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, όπου προέκυψαν αμφιβολίες / ενδείξεις σχετικά με την ηλικία του κι υπό αυτές τις προϋποθέσεις, οι καθ΄ων η αίτηση επέλεξαν να παραπέμψουν τον αιτητή σε ιατρικές εξετάσεις, διαδικασία στην οποία ο ίδιος ο αιτητής συναίνεσε.

Ενόψει του ότι στο άρθρο 10, εδάφιο(1Ζ)(α) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να χρησιμοποιεί ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας ανήλικου, οι καθ΄ων η αίτηση επέλεξαν να ασκήσουν αυτήν την δυνατότητα που τους δίνει ο Νόμος. Θα ήθελα επίσης να τονίσω εδώ ότι ως εμφαίνεται από τον Διοκητικό Φάκελο, ακολουθήθηκε η όλη ενδεδειγμένη διαδικασία που προνοείται στο Νόμο για τον προσδιορισμό της ηλικίας του αιτητή ήτοι οι ιατρικές εξετάσεις βάσει του άρθρου 10 (1Ζ) (α) του ανωτέρω νόμου.  Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο ρόλος του κηδεμόνα ως εκπροσώπου τόσο του αιτητή όσο και των κρατικών αρχών παραβιάζει κατάφορα τη διαδικαστική εγγύηση της ανεξαρτησίας η οποία πρέπει να διέπει τους επαγγελματίες που εμπλέκονται στη διαδικασία, και με αυτό τον τρόπο δεν εξυπηρετείται το συμφέρον του ανήλικου αιτητή, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 10 του Περί Προσφύγων Νόμου, που τιτλοφορείται ως «Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές», αναφέρεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

10. (1) Σε περίπτωση που ο αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος, οι αρχές ενώπιον των οποίων υποβάλλεται η αίτηση ή/και ο αρμόδιος λειτουργός γνωστοποιούν αμέσως την περίπτωση στον Προϊστάμενο που γνωστοποιεί αμέσως την περίπτωση στο Διευθυντή του Τμήματος  Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος ενεργεί ως κηδεμόνας του εν λόγω ανηλίκου και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, δυνάμει του παρόντος Νόμου και των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού Κανονισμών, για λογαριασμό και προς το συμφέρον του ανηλίκου.

(1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό   μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.

(1Β) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το  συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω  Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου  στις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να διασφαλίζει  το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, και, οσάκις είναι αναγκαίο, να ασκεί νομική  ικανότητα για λογαριασμό του ασυνόδευτου ανηλίκου ή να διασφαλίζει την Παράρτημα  εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014.

(1Γ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στον εκπρόσωπο να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί για την προσωπική συνέντευξη.

(1Δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 18, η Υπηρεσία Ασύλου επιτρέπει στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις, εντός του πλαισίου που ορίζει ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη.

(1Ε) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να απαιτήσει την παρουσία του ασυνόδευτου ανήλικου στην προσωπική συνέντευξη ακόμη και αν ο εκπρόσωπός του είναι παρών.

(1ΣΤ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε -

(α) η συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου να διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων∙ και

(β) τέτοιος αρμόδιος λειτουργός να προπαρασκευάζει την απόφαση επί της αίτησης.

(1ΣΤδις) Στον ασυνόδευτο ανήλικο και στον εκπρόσωπό του παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (7Γ) του άρθρου 18, καθώς και οι πληροφορίες για τις διαδικασίες ανάκλησης και εκπνοής της διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στα άρθρα 6, 6Α, 6Β και 19, αντίστοιχα.

[…]

(2) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου, προκειμένου ο τελευταίος να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ο εν λόγω Διευθυντής ενημερώνει αμέσως τον ασυνόδευτο ανήλικο για το συγκεκριμένο πρόσωπο που ορίζεται να ενεργεί ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Ο εκπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ, και διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωσία για το σκοπό αυτό. Για να διασφαλιστεί η ευημερία και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (3) του άρθρου 9ΚΕ, η αλλαγή του προσώπου που ενεργεί ως εκπρόσωπος πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαίο. Ο εν λόγω Διευθυντής δεν ορίζει ως εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα συγκρούονται ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να συγκρούονται με εκείνα του ασυνόδευτου ανηλίκου.»

Στο εν λόγω άρθρο διαλαμβάνονται ρητά οι υποχρεώσεις του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να ενεργεί ως κηδεμόνας, εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες που προβλέπονται από τον Νόμο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είχε τη συνδρομή κηδεμόνα, εκπροσώπου και συνδρομητή καθ’ όλη την διαδικασία και διάρκεια εξέτασης της αίτησής του, ως προβλέπεται στην νομοθεσία. Ειδικότερα, η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μέσω αρμόδιου λειτουργού, ενεργούσε ως κηδεμόνας του ανήλικου Αιτητή, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του στις διαδικασίες που προβλέπονται στον Νόμο, ενώ παρίστατο και ως εκπρόσωπος/κηδεμόνας αυτού στην προσωπική του συνέντευξη, ως εμφαίνεται από τον Διοικητικό Φάκελο της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με την εκπροσώπηση του ανήλικου, και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο από το Διοικητικό Φάκελο ή από ότι παρουσιάστηκε ενώπιον μου στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, ότι υφίσταται οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων της λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας με τον αιτητή. Πρόσθετα, δεν μεσολάβησε καμία ενέργεια ή υπήρξε οποιαδήποτε γενικότερα συμπεριφορά από το εν λόγω πρόσωπο στην όλη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος του αιτητή, τόσο πριν όσο και κατά την συνέντευξη του, που να οδηγεί στο εν λόγω συμπέρασμα ούτως ώστε να εμφαίνεται ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο.

Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της συνηγόρου του αιτητή απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η λειτουργός που διεξήγαγε την προφορική συνέντευξη του Αιτητή δεν είχε την απαιτούμενη γνώση και εκπαίδευση για να πραγματοποιήσει την συνέντευξη ασυνόδευτου ανήλικου, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι από πουθενά δεν προκύπτει η μη κατάρτιση της εν λόγω λειτουργού και εν πάση περιπτώσει σε κανένα σημείο της συνέντευξης του ο αιτητής δεν παραπονέθηκε ή αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο την όλη διαδικασία ενώ παράλληλα ο συνήγορος του αιτητή δεν υποδεικνύει ποια είναι τα προσόντα που εξέλειπαν και πώς επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του αιτητή. Συνεπώς, το τεκμήριο της κανονικότητας δεν έχει ανατραπεί με οποιοδήποτε τρόπο με τα όσα έχουν αναφερθεί στην γραπτή αγόρευση του αιτητή.

Εξετάζοντας τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, αρχικά κρίνω σημαντικό να αναφερθεί ότι η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων και στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα του αιτητή.

Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ για εκπαιδευτικούς λόγους. (βλ. ερ. 1 δ.φ.).

Στο πλαίσιο της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα. (βλ. ερ. 30 δ.φ.).  Ως οι ισχυρισμοί του, είναι άγαμος και άτεκνος.  (βλ. ερ. 35 δ.φ.)  Ως προς την πατρική του οικογένεια, πρόβαλε ότι ουδέποτε γνώρισε τους γονείς του, συμπληρώνοντας ότι μεγάλωσε υπό την επιμέλεια της γιαγιάς του.  Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι η γιαγιά του, του είπε ότι η μητέρα του ζει στην Αφρική, ο πατέρας του στην Ευρώπη.  (βλ. ερ. 31 δ.φ.).  Σε σχέση με την εκπαίδευση και την εργασία του, δήλωσε ότι έλαβε  εκπαίδευση για διάστημα περίπου οκτώ ετών και ότι δεν χρειάστηκε να εργαστεί καθώς συντηρείτο οικονομικά από τη γιαγιά του. (βλ. ερ. 32, 30 δ.φ.).

Ως προς τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη ΛΔΚ, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι αναζητούσε ένα καλύτερο μέλλον αλλά και για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ερωτηθείς ως προς το τι θα του συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής του, απάντησε ότι δεν θα μπορεί να σπουδάσει και δεν θα είχε μέλλον. (βλ. ερ. 30, 29 δ.φ.).

Ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα ο αιτητής δήλωσε στη συνέντευξή του και διέκρινε 2 ουσιώδεις ισχυρισμούς. 

Σχετικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τα στοιχεία ταυτότητας, το εν γένει προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία.

Σε σχέση με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του για προσωπικούς λόγους, ο λειτουργός κατέγραψε ότι υπήρξε συνεκτικός ως προς το ότι έφυγε από τη ΛΔΚ για να σπουδάσει.  Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός τόνισε ότι επρόκειτο για ισχυρισμό που ενέπιπτε στη σφαίρα της ιδιωτικότητάς του και, συνεπώς, δεν ήταν εφικτή η αναζήτηση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός κατέληξε ότι με βάση τους ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί δεν διαφαινόταν να υπήρχαν εύλογοι λόγοι να γινόταν πιστευτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα του, αυτός θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Σχετικά με το εν λόγω συμπέρασμα, ο λειτουργός κατέγραψε ότι έλαβε υπόψιν του τους ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας. 

Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν δικαιούτο προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συνέτρεχαν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ.  Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείτο αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπό του, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή,  έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του συνέτρεχαν δυνάμει του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), μιας και στη ΛΔΚ, δεν επικρατούσαν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή και επομένως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξής μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση και της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, αρχικά συντάσσομαι με το ότι ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση αφού δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.

 

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, διαπιστώνω ότι ορθώς έγινε αποδεκτός καθώς ο αιτητής δήλωσε και εξήγησε με σαφήνεια και περιγραφική λεπτομέρεια ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν αποκλειστικά για να βελτιώσει την ζωή του και να σπουδάσει. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κάνει δεκτό τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Υπό το φως των ως άνω λεχθέντων κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα παρατηρώ πως ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να του παρασχεθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 (2) (α) και (β) του Περί προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην Κινσάσα της ΛΔΚ, η οποία θεωρείται ο συνήθης τόπος διαμονής του και προορισμός επί  του οποίου ευλόγως αναμένεται να εγκατασταθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. 

Σύμφωνα με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, με περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η ΛΔΚ εμπλέκεται στο έδαφός της και συγκεκριμένα στις ανατολικές περιοχές της χώρας, σε διεθνή ένοπλη σύγκρουση με την Rwanda, καθώς και σε διάφορες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εναντίον διαφορετικών μη κρατικών ένοπλων ομάδων.[1]

Η σύγκρουση μεταξύ των κοινοτήτων Teke και Yaka[2], η οποία ξεκίνησε το 2022 λόγω μιας εδαφικής διαμάχης, «προκάλεσε επιδείνωση» της ανθρωπιστικής κατάστασης και της κατάστασης ασφαλείας σε πολλές επαρχίες κοντά στην πρωτεύουσα Kinshasa.[3] Η σύγκρουση έφτασε επίσης στην ίδια την Kinshasa.[4]

Σύμφωνα με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην περιοχή Kwamouth και στη δημοτική κοινότητα Maluku της Kinshasa, η σύγκρουση οδήγησε στην καταστροφή των μισών χωριών, όπου «εκατοντάδες σχολεία και ιατρικά κέντρα καταστράφηκαν ή αναγκάστηκαν να κλείσουν». Αναφέρθηκαν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, των απαγωγών για λύτρα και των βασανιστηρίων.[5]

Όσον αφορά συγκεκριμένα την πόλη της Kinshasa, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ανέφερε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ είχαν αναπτυχθεί ώστε να αποτρέψουν την επέκταση των συγκρούσεων μεταξύ των κοινοτήτων Teke και Yaka[6], η βία ωστόσο από τις εν λόγω συγκρούσεις είχε επηρεάσει ορισμένες συνοικίες της Kinshasa, ειδικότερα όπου ‘ζουν μέλη των δύο εν λόγω κοινοτήτων’[7]. Ωστόσο, ένα άρθρο του Ιουλίου του 2024 των New York Times ανέφερε πως ‘η βία δεν απειλούσε άμεσα την Kinshasa’[8], όπου δε, σύμφωνα με αναφορά του Συμβούλιου Ασφαλείας του ΟΗΕ αρκετοί πολίτες της χώρας που διέφυγαν των συγκρούσεων βρήκαν καταφύγιο στις μεγαλουπόλεις, περιλαμβανομένης και της Kinshasa[9].

Η Διεθνής Αμνηστία (Amnesty International – AI) ανέφερε το 2022 ότι «οι διοικητικές αρχές στην Kinshasa απαγόρευσαν παράνομα και συστηματικά όλες τις διαδηλώσεις που θεωρούνταν επικριτικές προς τον Πρόεδρο Tshisekedi ή την κυβέρνησή του».[10]

Για παράδειγμα, στις 20 Μαΐου 2023, οι δυνάμεις ασφαλείας «έριξαν δακρυγόνα και συγκρούστηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας Kinshasa με αντικυβερνητικούς διαδηλωτές» που διαμαρτύρονταν για την αύξηση του κόστους ζωής, την ανασφάλεια και τις παρατυπίες στην εγγραφή ψηφοφόρων.[11] Σύμφωνα με το International Crisis Group, οι δυνάμεις ασφαλείας αντέδρασαν με βία, που είχε ως αποτέλεσμα «δεκάδες τραυματισμούς», σύμφωνα με την αντιπολίτευση.[12] Τον Δεκέμβριο του 2023, 11 πολίτες φέρεται να τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια σύγκρουσης μεταξύ της αστυνομίας και διαδηλωτών της αντιπολίτευσης στην Kinshasa.[13] Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa είχαν επιτεθεί σε πρεσβείες και έβαλαν φωτιές, εν μέσω διαδηλώσεων που είχαν ξεσπάσει[14],[15], ωστόσο, πέραν των εν λόγω διαδηλώσεων εναντίον Δυτικών πρεσβειών, δεν αναφέρθηκαν οιαδήποτε άλλα σημαντικά περιστατικά ασφαλείας για την Kinshasa[16].

Στην ετήσια έκθεση του 2025 του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2024 στη Λ.Δ.Κ., σε σχέση με τις ένοπλες συγκρούσεις στην ανατολική πλευρά της χώρας,  αναφέρεται ότι εκεί δραστηριοποιούνται πάνω από 100 ένοπλες ομάδες, κυρίως στις περιοχές Ituri, North Kivu, και South Kivu.[17] Σε έκθεση της UNHCR που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025, αναφέρεται ότι μετά από συνεχιζόμενη επιδείνωση της ασφάλειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις περιοχές North Kivu, South Kivu και Ituri από τον Νοέμβριο του 2022, η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[18]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, στην οποία ανήκει διοικητικά η κοινότητα Ngaliema που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[19]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[20] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[21] Εκ των ανωτέρω πληροφοριών καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην Κινσάσα επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης. Συνεπώς, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για κάποιον πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από συνθήκες οι οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Κατά συνέπεια, η πόλη Κινσάσα, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[22]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη ΛΔΚ. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του αιτητή.

 

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

                                                                                      Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 

 

 

 



[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[2] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, paras. 7-14

[3] Reuters, Ethnic conflict kills 11 people in western Congo, 31 January 2024, https://www.reuters.com/world/africa/ethnic-conflict-kills-11-people-western-congo-2024-01-31/; UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, para. 7

[4] New Humanitarian (The), Conflict in western DRC simmers unnoticed amid rebel gains in the East, 12 February 2024, https://www.thenewhumanitarian.org/news-feature/2024/02/12/conflict-western-drc-democratic-republic-of-the-congo-amid-rebel-gains-east

[5] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, para. 9

[6] UN Security Council, ‘Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo’, 30 December 2023, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf, σελ.30

[7] UN Security Council, ‘Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo’, 30 December 2023, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf, παρ.7

[8] New York Times (The), ‘Congo’s ‘Other’ Conflict Kills Thousands in West Near the Capital’, 19 July 2024, διαθέσιμο στο: https://www.nytimes.com/2024/07/19/world/africa/crisis-western-congo.html, σελ.30

[9] UN Security Council, ‘Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo’, 30 December 2023, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf, σελ.31

[10] AI, Amnesty International Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of The Congo 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

[11] Reuters, DR Congo security forces clash with anti-govt protesters in Kinshasa, 25 May 2023, https://www.france24.com/en/africa/20230520-dr-congo-security-forces-clash-with-anti-govt-protesters-in-kinshasa

[12] International Crisis Group, Tracking Conflicts Worldwide - Democratic Republic of Congo, May 2023, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/july-alerts-and-june-trends-2023

[13] BBC News, DR Congo elections: Fayulu's supporters clash with police in Kinshasa, 27 December 2023, https://www.bbc.com/news/world-africa-67826862; Africanews, Opposition protesters clash with police in Kinshasa after partial results released, 28 December 2023, https://www.africanews.com/2023/12/28/opposition-protesters-clash-with-police-in-kinshasa-after-partial-results-released/; France 24, DR Congo police disperse banned protest by the opposition, 27 December 2023, https://www.france24.com/en/africa/20231227-dr-congo-police-disperse-banned-protest-by-the-opposition

[14] Reuters, ‘Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east’, 28 January 2025, διαθέσιμο στο: https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/

[15] Euro News, ‘Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance’, 28 January 2025,, διαθέσιμο στο: https://www.euronews.com/2025/01/28/protesters-attack-foreign-embassies-in-dr-congo-over-m23-rebel-advance

[16] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ.2

[17] HRW - Human Rights Watch, 'World Report 2025 - Democratic Republic of Congo' (16 January 2025)
διαθέσιμο σε 
https://www.ecoi.net/en/document/2120071.html

[18] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees, 'UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo - Update IV' (March 2025) 2-3, διαθέσιμο σε 
https://www.ecoi.net/en/file/local/2122583/unhcr_position_on_returns_to_the_drc_-_march_2025_final.pdf

[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026).

[20] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/02/2026)

[21] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/02/2026)

[22] ΒλΑπόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο