ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 871/2024
16 Μαρτίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.M.E.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας ημερομηνίας 09/12/2024
Χ. Χαραλάμπους (κα) για Αγγελική Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Ανδρέας Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της, δια μέσω της συνηγόρου της, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 08/11/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 04/03/2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας, είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Στις 09/12/2024, η συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιζητείται η χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για προσαγωγή μαρτυρίας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας με Ένορκο δήλωση της M.M.E. ή όπως άλλως το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, για γεγονότα σχετικά με την υπό εξέταση προσφυγή.
Β. Περαιτέρω και/ή άλλη Διαταγή και/ή Θεραπεία.
Γ. Έξοδα.»
Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09/12/2024 της ιδίας της Αιτήτριας. Ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, με την προτεινόμενη μαρτυρία - προτεινόμενη ένορκη δήλωση (στο εξής ‘προτεινόμενη ένορκη δήλωση’) επιχειρείται η υποστήριξη της αίτησής της για προσαγωγή μαρτυρίας (παρ. 2 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας), η οποία σχετίζεται με το βασικό λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας (παρ. 18 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας), προβάλλοντας ότι στη χώρα της, η ίδια δεχόταν απειλές από μέλη του κυβερνητικού στρατού και από τους μαχητές Ambazonians (παρ. 6 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Η Αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης ότι, η Υπηρεσία Ασύλου λανθασμένα έκρινε ως αναξιόπιστο το βασικό της ισχυρισμό περί ότι η ίδια είχε δεχθεί απειλές κατά της ζωής της, προβάλλοντας πως δεν έγινε δέουσα έρευνα και ούτε εξατομικευμένη εξέταση των προσωπικών της περιστάσεων, και επικαλούμενη δε, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η ανασφάλεια που επικρατεί στο Καμερούν καθώς και ο κίνδυνος η ίδια να υποστεί σοβαρή βλάβη από τον κυβερνητικό στρατό και/ή τους Ambazonians (παρ. 9 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Περαιτέρω, με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια προβάλλει πως έχει στην κατοχή της αντίγραφο από το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον της από τον κυβερνητικό στρατό στις 15/11/2021 (το οποίο παραθέτει υπό το Τεκμήριο 1) και το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) της το απέστειλε ο δικηγόρος της στο Καμερούν, επικαλούμενη πως με το εν λόγω έγγραφο επιβεβαιώνεται πως η ίδια είναι διωκόμενο πρόσωπο στη χώρα καταγωγής της και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή της σε περίπτωση επιστροφής της (παρ. 10 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Ακολούθως, προβάλλει ότι η ίδια είχε αναφερθεί εκτεταμένα και λεπτομερώς κατά τη συνέντευξή της στο γεγονός ότι διώκεται και καταζητείται από τον κυβερνητικό στρατό στη χώρα της, ισχυριζόμενη πως η ίδια δεν είχε (τότε) το εν λόγω έγγραφο, το οποίο της είχε σταλεί μετά τη συνέντευξη από δικά της πρόσωπα που βρίσκονται στη χώρα της (παρ. 11 και παρ. 12 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Επιπλέον, με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια παραθέτει (ως Τεκμήριο 2) αντίγραφο που φέρεται να αφορά εντολή ειδοποίησης ότι η ίδια είναι καταζητούμενο πρόσωπο, το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) εκδόθηκε εναντίον της από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές της χώρας της στις 15/11/2021, με τη (φερόμενη) κατηγορία της συμμετοχής στην τρομοκρατική ομάδα των Ambazonians. Ισχυρίζεται δε, πως πλέον το εν λόγω έγγραφο είναι στην κατοχή της, ενώ η ίδια το έλαβε μετά τη συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου (παρ. 14 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια παραθέτει (ως Τεκμήριο 3) αντίγραφο που φέρεται να αφορά το πιστοποιητικό θανάτου του υιού της, το οποίο και επιθυμεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της (ως αναφέρει), επικαλούμενη πως ο θάνατος του υιού της επήλθε ως αποτέλεσμα της αδυναμίας της ίδιας να του παράσχει την αναγκαία ιατρική περίθαλψη, εξαιτίας της δίωξής της από τον κυβερνητικό στρατό (παρ. 15 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Επί της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, επισυνάπτονται τρία (3) έγγραφα, ως ακολούθως:
- Τεκμήριο 1: φερόμενο ένταλμα σύλληψης εναντίον της Αιτήτριας, εκδιδόμενο από δικαστική αρχή στην Buea του Καμερούν, ημερ. 15/11/2021.
- Τεκμήριο 2: φερόμενη ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου που αφορά την Αιτήτρια, εκδιδόμενη από αστυνομική αρχή της Buea του Καμερούν, ημερ. 15/11/2021.
- Τεκμήριο 3: φερόμενο πιστοποιητικό θανάτου του υιού της Αιτήτριας, εκδιδόμενο στο Καμερούν, ημερ. 17/06/2020.
Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση, στις 24/02/2025 προχώρησαν στην καταχώριση της ένστασής τους ως προς την προσαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της κας Λ. Βελίκοβα, δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ιδίας ημερομηνίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν αρκετούς λόγους απόρριψης της αίτησης, όπου μεταξύ άλλων αντιτάσσουν ότι αυτή είναι παράτυπη και νομικά αβάσιμη, αφού πάσχει δικονομικά και ουσιαστικά δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προσαγωγής μαρτυρίας, ενώ αποσκοπεί στην καθυστέρηση και/ή στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περεταίρω, αναφέρουν ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν είναι εύλογα σχετική προς οποιοδήποτε επίδικο θέμα, δεν συγκεκριμενοποιείται και ούτε επιτελεί κάποιο σκοπό, ενώ τα έγγραφα που επιδιώκεται να προσαχθούν δεν μπορούν να αποτελέσουν επίσημα έγγραφα ή αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα δε, προβάλλουν πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που επιδιώκεται να προσαχθεί, είναι γενικά και αόριστα, χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε γεγονός ή/και να αποδεικνύεται κάποιος καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της παρούσας αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, καταχώρισαν Γραπτές Αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Με τη Γραπτή της Αγόρευση, η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προωθεί τη θέση περί ότι η προτεινόμενη μαρτυρία είναι σχετική με την παρούσα προσφυγή της και άρα θεωρείται ορθό, εύλογο και δίκαιο όπως αυτή συμπεριληφθεί στην εν λόγω προσφυγή της, ενώ η προσαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας κρίνεται απολύτως ουσιώδης για την ορθή και πλήρη εκδίκαση της αίτησής της για διεθνή προστασία, εφόσον η ίδια μέχρι στιγμής δεν έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο. Παραθέτει δε, αρκετή νομολογία επί του θέματος της προσαγωγής μαρτυρίας και της εξέτασης αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι τα έγγραφα τα οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να προσαγάγει, τα οποία απευθύνονται προς το πρόσωπό της και καταδεικνύουν ότι διώκεται από τις αστυνομικές αρχές στη χώρα της, είναι έγγραφα για τα οποία είναι αδύνατον να προσκομιστούν τα αυθεντικά εφόσον αυτά βρίσκονται στη χώρα καταγωγής της. Προβάλλεται δε, ότι τα σχετικά έγγραφα που επιχειρούνται να προσκομιστούν στο Δικαστήριο, τεκμηριώνουν πλήρως τους σχετικούς ισχυρισμούς και τα αντικειμενικά δεδομένα του φόβου δίωξης της Αιτήτριας, ενώ τα εν λόγω έγγραφα που επιδιώκει η Αιτήτρια να προσκομίσει είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και συμπληρώνουν αρκετά σημεία από τα όσα η ίδια ανέφερε κατά τη συνέντευξή της, σχετίζονται δε, απολύτως, με γεγονότα που η Αιτήτρια επιθυμεί να αποδείξει, ήτοι τη δίωξή της από τις αρχές της χώρα της, χωρίς να αλλοιώνονται ή να μεταβάλλονται οι ισχυρισμοί της και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Επιπλέον, αναφέρεται η θέση πως καθίσταται αναγκαίο και επιβεβλημένο όπως βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό και τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να απονείμει πλήρη και ορθή δικαιοσύνη. Καταληκτικά, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα να παρουσιάσει που να μπορούν να ενισχύσουν τη μαρτυρία της κατά την υποβολή της αίτησης της για διεθνή προστασία στην Υπηρεσία Ασύλου, αλλά και κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου, έτσι περιορίστηκε μόνο στα λεγόμενά της ώστε να μπορέσει να αποδείξει το πρόβλημα δίωξης που αντιμετωπίζει. Τέλος, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια έχει δώσει συγκεκριμένο, λογικό και πειστικό λόγο για τον οποίον η προτεινόμενη μαρτυρία και έγγραφα ήταν αδύνατο να προσκομισθούν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ενώ η μαρτυρία που ζητείται να προσκομισθεί είναι αναγκαία και ουσιώδης, αφού θεμελιώνει, ενισχύει και τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, κατά τρόπο δε, που αυξάνει τις πιθανότητες για επιτυχία της προσφυγής της.
Με την γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, προβάλλει (καταρχάς) ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παραθέτει δε, το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει την προσκόμιση μαρτυρίας στο Δικαστήριο, καθώς και το δικονομικό πλαίσιο μέσα από το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας. Συνάμα, σημειώνει ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και η προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνο όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα ζητήματα, η προτεινόμενη μαρτυρία πρέπει να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση, σε αντίθετη δε, περίπτωση, ήτοι όταν δεν συγκεκριμενοποιείται η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο (παραπέμποντας σε σχετική με όλα τούτα νομολογία). Περαιτέρω, αναφέρει ότι επιτρέπεται η προσκόμιση γεγονότων με μαρτυρία κατ’ εξαίρεση και δύναται να γίνει αποδεκτή μόνο εάν ο αιτητής μπορέσει να καταδείξει ότι τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας (παραπέμποντας σε σχετική με τούτα νομολογία). Ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση υποβάλλει επίσης, ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση τέτοια μαρτυρίας υπο το πρίσμα της εξ ακοής μαρτυρίας. Σημειώνει δε, ότι προϋπόθεση για να επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας είναι η σχετικότητα αυτής με κάποιο από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης και με τα γεγονότα που την υποστηρίζουν, ήτοι η προτεινόμενη για προσαγωγή μαρτυρία να υποστηρίζει κάποιο από τα επίδικα θέματα και τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Επισημαίνει δε, ότι εξετάζοντας τα αντίγραφα που προσκόμισε η ίδια, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει ποιος από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται από τη μαρτυρία που επιχειρεί να προσκομίσει. Υποβάλλει επίσης ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ημερομηνίες των εγγράφων που επιχειρεί να προσκομίσει η Αιτήτρια, παρουσιάζεται πρόδηλη και αδικαιολόγητη/υπέρμετρη καθυστέρηση υποβολής των εν λόγω στοιχείων, λόγω υπαιτιότητας της αιτήτριας, αφού είχε την ευκαιρία να υποβάλει τα εν λόγω έγγραφα σε αρκετά στάδια της διαδικασίας, εντούτοις δεν το έπραξε. Τέλος, αντιτείνει ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας.
Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, όπως και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση, υιοθέτησαν τις θέσεις που προώθησαν με τις (ως άνω) γραπτές τους αγορεύσεις.
Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Στον Κανονισμό 10 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της προσφυγής, λέγεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« 10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
[…….] ».
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, στα πλαίσια της διοικητικής δίκης, όσον αφορά την προσαχθείσα μαρτυρία. Οι εν λόγω αρχές έχουν συνοψιστεί στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507, όπου αναφέρεται (παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα):
«...Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. (Βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Αntoniou ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). Το θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"... ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του."
(Βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 145, 162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως. (Βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)...»
Πρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677 κρίθηκε ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει την σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«…Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι η ενδιάμεση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εφεσείοντος για προσαγωγή μαρτυρίας, είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Ορθά ο συνάδελφος απέρριψε το αίτημα πάνω στη βάση ότι ο εφεσείων δεν είχε, με την αίτηση και την ένορκο δήλωση, συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί η σχετικότητα της με οποιαδήποτε από τα επίδικα θέματα. Πρόσθετα, και πάλιν ορθά, ο συνάδελφος, δοθέντος ότι ο εφεσείων είχε συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία στην αγόρευσή του, αφού τόνισε ότι κάτι τέτοιο δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της νομολογίας, διαπίστωσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας δε θα μπορούσε να επιτύχει για το λόγο ότι η αποδοχή της θα ισοδυναμούσε με διαφοροποίηση, αλλοίωση ή μεταβολή του περιεχομένου των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από τους εφεσίβλητους, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καλείται να προβεί σε πρωτογενή κρίση στη βάση στοιχείων που δεν είχαν τεθεί ούτε βρίσκονταν ενώπιον των εφεσιβλήτων..»
Στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Συμβ. Υδατ. Λ/σού (Αρ.1) (1992) 4 ΑΑΔ 3330, λέχθηκε:
«…Στη Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας- (1989) 3(B) Α.Α.Δ. 1023, επισημάναμε ότι το κριτήριο για την προσαγωγή μαρτυρίας στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, όπως και στον τομέα της πολιτικής δικαιοδοσίας, είναι εκείνο της σχετικότητας προς τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα είναι θέμα λογικής και πρέπει να καταδεικνύεται από τη συνάφεια της μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα. Το πρωταρχικό θέμα κάθε προσφυγής είναι η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης ή πράξης που προσβάλλεται. Κάθε θέμα που άπτεται της νομιμότητας της κρινόμενης απόφασης, είναι σχετικό προς τα επίδικα θέματα. Αυτά είναι η πράξη ή απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, και τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, σε συνδυασμό με το νομικό πλαίσιο λειτουργίας του οργάνου που εκδίδει την απόφαση ή προβαίνει στην πράξη και τους κανόνες της χρηστής διοίκησης.
Εφόσον η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να προσαχθεί τείνει να διαφωτίσει, ως προς τα επίδικα θέματα, είναι παραδεκτή. Για το λόγο αυτό, ο διοικητικός φάκελος ή φάκελοι που αποκαλύπτουν και στοιχειοθετούν την απόφαση, γίνονται απαρέγκλητα δεκτοί ως μαρτυρία. Είναι επίσης αποδεκτή μαρτυρία η οποία άπτεται της εγκυρότητας γεγονότων και εγγράφων τα οποία θεμελιώνουν την απόφαση για τη διερεύνηση ισχυρισμού για ουσιώδη πλάνη περί τα πράγματα, η ορθή καθοδήγηση ως προς τα οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκυρότητας της απόφασης. Με το ίδιο πνεύμα και για ανάλογους λόγους, μπορεί να προσαχθεί μαρτυρία η οποία τείνει να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν ήλθαν σε φως ή αγνοήθηκαν για να διερευνηθεί ισχυρισμός για την ανεπάρκεια της διεξαχθείσας έρευνας..»
Επομένως, ως διαπιστώνεται ανωτέρω, παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία.
Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο, ότι το παρόν Δικαστήριο, παρά την εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, έχει μια πιο διευρυμένη εξουσία εξέτασης και αποδοχής αιτήσεων προσαγωγής μαρτυρίας, ενόψει της δικαιοδοσίας του καθότι σύμφωνα με το άρθρο 11 του Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης, προβαίνοντας σε έλεγχο επί της ουσίας και εξέτασης ex nunc των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτητή. Παρόμοια προσέγγιση ακολούθησε και η αδελφή μου Δικαστής Κ. Κλεάνθους, στην υπόθεση SD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 273/19, 16/4/2021, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ, παραθέτοντας το σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «..22. Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32, το παρόν δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει ex nunc τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτούντος άσυλο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη χρονική επέκταση, το Δικαστήριο μπορεί να κάνει αποδεκτή την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου (παρακάμπτοντας την αρχή που ισχύει στο πλαίσιο της ακυρωτικής φύσεως διαδικασίας ότι δεν επιτρέπεται αλλοίωση και διαφοροποίηση των δεδομένων που ήταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τη λήψη της απόφασής του) όταν καταδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αιτούντος άσυλο και αδυνατούσε να τα προσκομίσει. Περαιτέρω, όταν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας.»
Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν θα επεκταθώ στο να αναλύσω το σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΕ C - 652/16[1], καθότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσάγει ο αιτητής στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει σκοπό να στηρίξει καινοφανή λόγο παροχής διεθνούς προστασίας, ο οποίος να προϋπήρχε και να μην εγέρθηκε ενώπιον της αρμόδιας αρχής και να έχει εγερθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και ως εντοπίζω και θα αναλύσω και κατωτέρω από τα γεγονότα που θα παρατεθούν, η μαρτυρία που επιθυμεί ο αιτητής να παρουσιάσει σχετίζεται με λόγους που είχε προβάλει στην συνέντευξη του.
Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Επαναλαμβάνω ότι η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης της ιδίας.
Κατά την υποβολή της αίτησής της προς παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του πολιτικού προβλήματος και του σκοτωμού των πολιτών, ως επίσης, καθότι την είχαν παρενοχλήσει από τον στρατό και την είχε στοχοποιήσει η κυβέρνηση, επειδή ο πατέρας του παιδιού της ήταν ένας δυνατός μαχητής των Ambazonians (βλ. ερυθρό 1 του Δ.Φ.).
Κατά το στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα της εξαιτίας του στρατού και των Ambazonians. Ως ισχυρίστηκε, ο σύντροφός της ήταν μέλος των Ambazonians και η ίδια κυοφορούσε το παιδί του, ενώ εκείνος είχε εντωμεταξύ σκοτωθεί σε μια αποστολή εναντίον του κρατικού στρατού. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι η μητέρα της πωλούσε ένα ρόφημα που ήταν απαγορευμένο στην περιφέρεια South-West και για το λόγο αυτό, την είχαν απαγάγει οι Ambazonians και την κρατούσαν σε θαμνώδη περιοχή για 2 εβδομάδες, οπότε και την άφησαν ελεύθερη και εκείνη επέστρεψε στο σπίτι. Ακολούθως, η ίδια μαζί με τη μητέρα της μετοίκησαν στην πόλη Bafoussam (περιφέρεια South-West) εξαιτίας της κατάστασης στην περιοχή τους, όπου και παρέμειναν για 4 μήνες, και έπειτα, αφού ηρέμησε η κατάσταση, επέστρεψαν στον τόπο τους (περιοχή Mile 16 στην πόλη Buea), όπου και η Αιτήτρια είχε γεννήσει το παιδί της. Ισχυρίστηκε δε, πως κατόπιν που γέννησε, ο στρατός αναζητούσε την ίδια και το παιδί της, καθότι ο πατέρας του ήταν μαχητής των Ambazonians. Ως εκ τούτου, η ίδια μετέβηκε μαζί με το παιδί της στην περιοχή Bomaka (πόλη Buea), όπου βρισκόταν ο πατέρας της και όπου παρέμεινε για 6 μήνες. Κατά το εν λόγω διάστημα, το παιδί της είχε αρρωστήσει βαριά και εφόσον ήταν επικίνδυνο για την ίδια να τον πάει σε νοσοκομείο και αφού τα πλείστα νοσοκομεία ήταν κλειστά, χορήγησε κάποια βότανα στο παιδί της, ωστόσο, η κατάστασή του χειροτέρευε και εν τέλει, το παιδί απεβίωσε σε ηλικία 9 μηνών. Εντωμεταξύ, ο πατέρας της είχε αρρωστήσει, όπως είπε η ίδια και κατά το έτος 2019, τον είχαν ενημερώσει τηλεφωνικώς πως κάηκε το σπίτι του στο χωριό της στην πόλη Bamenda. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης πως ο στρατός αναζητούσε τον θείο της και εν τέλει, τον σκότωσαν, ενώ η κατάσταση του πατέρα της είχε χειροτερεύσει, και εκείνος έπαθε εγκεφαλικό και έμεινε παράλυτος, όποτε και είχε είπε πει στην ίδια πως δεν γνωρίζει για πόσο ακόμη θα ζήσει και την παρότρυνε να φύγει από τη χώρα για να σωθεί. (βλ. ερυθρό 15 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που της έγιναν, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το ρόφημα που πωλούσε η μητέρα της ήταν κατασκευασμένο στις γαλλόφωνες περιοχές και λόγω τούτου, δεν το αποδέχονταν οι αγγλόφωνοι, που την είχαν απαγάγει (βλ. ερυθρό 14 του Δ.Φ.). Δήλωσε επίσης, ότι το παιδί της είχε γεννηθεί στις 19/09/2019 (βλ. ερυθρό 14 του Δ.Φ.), καθώς και ότι το σπίτι του πατέρα της στην πόλη Bamenda (περιφέρεια North-West) το είχε κάψει ο στρατός, σύμφωνα με ενημέρωση που είχε εκείνος από τον αρχηγό του χωριού (βλ. ερυθρό 13 του Δ.Φ.). Όσον αφορά τον θείο της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως ο στρατός θεώρησε ότι εκείνος συνεργαζόταν με τους Ambazonians (βλ. ερυθρό 13 του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς για το τι φοβάται πως θα συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια επικαλέστηκε ότι έχουν τα στοιχεία και τη φωτογραφία της στο αεροδρόμιο (βλ. ερυθρό 13 του Δ.Φ.), ανέφερε επιπλέον δε, ότι φοβάται από τον στρατό, ισχυριζόμενη ότι την είχαν αναζητήσει στη χώρα της κατόπιν που η ίδια έφυγε (βλ. ερυθρό 12 του Δ.Φ.).
Εν συνεχεία, κατά την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, σχηματίσθηκαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμοί (βλ. ερυθρό 59 του Δ.Φ.), εκ των οποίων, ο πρώτος που αφορά την ιθαγένεια, το προσωπικό προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός, καθότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική της αξιοπιστία (βλ. ερυθρά 59-58 του Δ.Φ.). Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί ότι η ζωή της Αιτήτριας απειλείται από τον κυβερνητικό στρατό και τους Ambazonians, αυτός δεν έγινε αποδεκτός καθότι δεν στοιχειοθετήθηκε η αξιοπιστίας της.
Προχωρώ επομένως στην εξέταση των προϋποθέσεων του Κανονισμού 10 του παρόντος Δικαστηρίου, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, στο κατά πόσον θα γίνει αποδεκτή η μαρτυρία από το παρόν Δικαστήριο προς εξέταση.
Όσον αφορά τη μαρτυρία η οποία επιχειρείται να προσαχθεί, καταρχάς παρατηρείται ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια επικαλείται (γενικώς) ότι διώκεται και καταζητείται από τον κυβερνητικό στρατό στην χώρα της, υποβάλλοντας προς υποστήριξη τούτου, τρία έγγραφα ως τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 1, 2 και 3 που συνοδεύουν την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας), τα οποία, εκ πρώτης όψεως, κρίνονται ως σχετικά με τα επίδικα θέματα σύμφωνα με τον Καν. 10 (α) (ii) των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
Προχωρώντας όμως στην εξέταση της προϋπόθεσης που θέτει ο Κανονισμός 10 (α) (i), η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση που τάσσει ο Καν. 10 (α) στην παράγραφο (ii), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:
Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 10 (α) (i), το παρόν Δικαστήριο δύναται να κάνει αποδεκτή μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ικανοποιείται «ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».
Ειδικότερα, αναφορικά με τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της αιτήτριας, επισημαίνω καταρχάς ότι, ως προς το Τεκμήριο 1, αυτό αφορά ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον της αιτήτριας εκδιδόμενο από δικαστική αρχή στις 15/11/2021 και το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) της το απέστειλε ο δικηγόρος της στο Καμερούν ενώ σε άλλο σημείο δήλωσε ότι της το απέστειλαν συγγενικά της πρόσωπα, επικαλούμενη πως με το εν λόγω έγγραφο επιβεβαιώνεται πως η ίδια είναι διωκόμενο πρόσωπο στη χώρα καταγωγής της (παρ. 10, 11 και 12 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια αδυνατούσε να υποβάλει το πιο πάνω έγγραφο και την προτεινόμενη μαρτυρία κατά την καταχώρηση της (έστω) προσφυγής της (ενώ εκπροσωπείτο μάλιστα από δικηγόρο). Σημειώνεται ότι η αιτήτρια δήλωσε στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση της ότι το Τεκμήριο 1, το είχε λάβει κατόπιν της συνέντευξης της στην Υπηρεσία Ασύλου (βλ. παρ. 10 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας) και της το απέστειλε ο δικηγόρος της από το Καμερούν (βλ. παρ. 10 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας), και σε άλλο σημείο αναφέρει ότι της το απέστειλαν δικά της πρόσωπα που βρίσκονται στο Καμερούν (βλ. παρ. 11 και 12 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Δεν εξηγεί όμως, παρότι δήλωσε ότι έλαβε το έγγραφο μετά την συνέντευξη της, γιατί δεν προέβη στην υποβολή του εν λόγω εγγράφου κατά την καταχώρηση της προσφυγής της, πόσο μάλλον μιας και το εν λόγω έγγραφο φέρεται να έχει εκδοθεί το 2021, άρα προϋπήρχε της καταχώρησης της προσφυγής της. Αντιθέτως, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου μεσολάβησε μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθότι επιχείρησε να προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο περί τους 9 μήνες μετά την καταχώρηση της προσφυγής, χωρίς να αποκαλύπτεται και να εξηγείται ο λόγος που δεν υποβλήθηκε κατά την καταχώρηση της προσφυγής, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (β), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Τονίζω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ως επαρκή αιτιολόγηση την αναφορά της αιτήτριας περί του ότι απλά το παρέλαβε μετά την συνέντευξη, χωρίς να αναφέρει πότε ακριβώς το παρέλαβε, γιατί από το 2021 που το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε, δεν το παρέλαβε νωρίτερα, και γιατί παρότι ως ισχυρίστηκε το έλαβε μετά την συνέντευξη, το υπέβαλε με τόση μεγάλη καθυστέρηση. Επομένως, ενόψει του ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του Τεκμηρίου 1 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν γίνεται αποδεκτό για προσαγωγή.
Περαιτέρω, αναφορικά με το προτεινόμενο για προσαγωγή Τεκμήριο 2, επισημαίνω ότι αυτό αφορά εντολή ειδοποίησης ότι η αιτήτρια είναι καταζητούμενο πρόσωπο, το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) εκδόθηκε εναντίον της από τις αστυνομικές αρχές της χώρας της στις 15/11/2021, με τη φερόμενη κατηγορία της συμμετοχής στην τρομοκρατική ομάδα των Ambazonians. Ισχυρίζεται δε, πως το εν λόγω έγγραφο η ίδια το έλαβε μετά τη συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου (παρ. 14 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Εξίσου, στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια αδυνατούσε να υποβάλει το πιο πάνω έγγραφο και την προτεινόμενη μαρτυρία κατά την καταχώρηση της (έστω) προσφυγής της (ενώ εκπροσωπείτο μάλιστα από δικηγόρο). Δεν εξηγεί, παρότι δήλωσε ότι έλαβε το έγγραφο μετά την συνέντευξη της, γιατί δεν προέβη στην υποβολή του εν λόγω εγγράφου κατά την καταχώρηση της προσφυγής της, πόσο μάλλον μιας και το εν λόγω έγγραφο φέρεται να έχει εκδοθεί το 2021, άρα προϋπήρχε της καταχώρησης της προσφυγής της. Αντιθέτως, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου μεσολάβησε μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθότι επιχείρησε να προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο περί τους 9 μήνες μετά την καταχώρηση της προσφυγής, χωρίς να αποκαλύπτεται και να εξηγείται ο λόγος που δεν υποβλήθηκε κατά την καταχώρηση της προσφυγής, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (β). Τα όσα λοιπόν αναφέρονται σχετικά δεν αποκαλύπτουν τον λόγο της καθυστέρησης της αυτής και συνεπώς δεν αιτιολογούν το γιατί αδυνατούσε να υποβάλει την επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία κατά την καταχώρηση της προσφυγής. Εξίσου, δεν μπορώ να αποδεχθώ ως επαρκή αιτιολόγηση την αναφορά της αιτήτριας περί του ότι απλά το παρέλαβε μετά την συνέντευξη, χωρίς να αναφέρει πότε ακριβώς το παρέλαβε, γιατί από το 2021 που το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε, δεν το παρέλαβε νωρίτερα, και γιατί παρότι ως ισχυρίστηκε το έλαβε μετά την συνέντευξη, το υπέβαλε με τόση μεγάλη καθυστέρηση. Επομένως, ενόψει του ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του Τεκμηρίου 1 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν γίνεται αποδεκτό για προσαγωγή.
Περαιτέρω, αναφορικά με το προτεινόμενο για προσαγωγή Τεκμήριο 3, που φαίνεται να αφορά πιστοποιητικό θανάτου του παιδιού της Αιτήτριας, εκδιδόμενο στο Καμερούν, ημερ. 17/06/2020, τα στοιχεία επί αυτού παρότι είναι συναφή και σχετικά με τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της, εντούτοις σε κάθε περίπτωση δε, ξεκάθαρα προκύπτει ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν αιτιολογείται ούτε τεκμηριώνεται ο λόγος της καθυστέρησης υποβολής του συγκεκριμένου εγγράφου είτε κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας είτε κατά την καταχώρηση της προσφυγής της, μιας και σε κανένα σημείο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης δεν αναφέρεται έστω υποτυπωδώς το χρονικό λήψης του εν λόγω εγγράφου. Η αιτήτρια δεν εξηγεί γιατί δεν προέβη στην υποβολή του εν λόγω εγγράφου σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, πόσο μάλλον μιας και το εν λόγω έγγραφο φέρεται να έχει εκδοθεί το 2020. Αντιθέτως, εξίσου η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου μεσολάβησε μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς να αποκαλύπτεται ο λόγος περί τούτου. Τα όσα λοιπόν αναφέρονται δεν αιτιολογούν το γιατί αδυνατούσε η αιτήτρια να υποβάλει την επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία είτε κατά την συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία μεσολάβησε στις 03/11/2023 ενώ το έγγραφο φέρει ημερομηνίας 17/06/2020 είτε εν πάση περιπτώσει κατά την καταχώρηση της προσφυγής. Για το συγκεκριμένο τεκμήριο δεν γίνεται καμία αναφορά πότε παραλήφθηκε και/ή το χρονικό παραλαβής του. Επομένως, ενόψει του ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του Τεκμηρίου 1 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν δύναται να προσκομιστεί προς εξέταση.
Επομένως, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί, η οποία παρατίθεται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, κρίνω ότι για τους λόγους που έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν να τύχει εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €500 έξοδα υπερ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 19/03/2026, ώρα 10:30.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση ΔΕΕ, Υπόθεση C‑652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov Κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερ. 28/06/2018
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο