ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
18 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.A.N.T.,
εκ Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Ε. Ταβλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χρ. Δημητρίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 02.02.2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από το Καμερούν την οποία εγκατέλειψε στις 16.11.2020 και στις 17.11.2020 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 08.03.2021 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 18.01.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 30.01.2024 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 02.02.2024 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 12.03.2024 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Επισημαίνεται ότι και ο ισχυρισμός που προβλήθηκε αρχικώς με τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αποσύρθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Ενόψει δε του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του οποιαδήποτε στοιχεία ικανά να πλήξουν το τεκμήριο κανονικότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας τον ισχυρισμό του Αιτητή υποβάλλοντας ότι αυτή έχει ληφθεί ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της επιχειρηματολογίας που προωθήθηκε, θεωρώ κρίσιμο να αναφερθούν καταρχήν οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως αυτοί προβλήθηκαν κατά την διοικητική διαδικασία:
Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω κληρονομικής διαφοράς. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο ίδιος κατέστη ο μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του. Κατά τους ισχυρισμούς του, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του δυσαρεστήθηκαν με αυτό και επιχείρησαν να τον σκοτώσουν. Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετέβη στο Dubai προκειμένου να προστατευθεί, ωστόσο, όπως ανέφερε, τα εν λόγω πρόσωπα τον εντόπισαν και εκεί, συνεχίζοντας να επιδιώκουν την εξόντωσή του. Κατόπιν τούτου, αποφάσισε να επιστρέψει στο Καμερούν, όπου, απεστάλησαν άτομα με σκοπό να τον σκοτώσουν, χωρίς όμως επιτυχία. Τέλος, δήλωσε ότι αποφάσισε να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να ζητήσει να γίνει δεκτός στη χώρα αυτή. (Ερ. 23 του δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στην περιοχή Loum. Ακολούθως μετοίκησε στην πόλη Douala, Littoral Region, στην οποία έζησε όλη του τη ζωή. Πρόσθεσε ότι το έτος 2018 μετοίκησε στο Dubai, όπου διέμεινε μέχρι το έτος 2020, οπότε επέστρεψε στο Καμερούν μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα. Ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι παντρεμένος και δεν έχει τέκνα. Ως προς την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει και ότι η μητέρα του διαμένει στην Douala, μαζί με τους δύο αδελφούς του και τις δύο αδελφές του. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο δεν ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση διότι συμμετείχε σε εκπαίδευση ξυλουργικής. Τέλος, δήλωσε ότι στην χώρα καταγωγής του δεν εργαζόταν (βλ. ερυθ. 38 – 36 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης του, ότι εγκατέλειψε το Καμερούν, λόγω περιουσιακής διαφοράς με τους συγγενείς του.
Ως συγκεκριμένα εξήγησε, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2017, ο Αιτητής κληρονόμησε μόνος του όλη την περιουσία (σπίτια και γη στη Douala), γεγονός που προκάλεσε έντονη έχθρα από την πατρική οικογένεια, η οποία άρχισε να τον απειλεί με θάνατο. Το 2018 δέχθηκε σοβαρή επίθεση από συγγενείς του, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε κώμα και να νοσηλευτεί για μεγάλο διάστημα, ενώ οι αρχές δεν του παρείχαν ουσιαστική προστασία. Με τη βοήθεια της μητέρας του διέφυγε στο Ντουμπάι, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια, όμως μετά την επιστροφή του στο Καμερούν οι απειλές αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα να ζει μετακινούμενος συνεχώς για λόγους ασφάλειας. Τελικά εγκατέλειψε τη χώρα και μετέβη στην Κύπρο για να ζητήσει προστασία, εκφράζοντας φόβο ότι σε περίπτωση επιστροφής του θα θανατωθεί από την πατρική του οικογένεια.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του διότι δεχόταν απειλές από συγγενείς από την πατρική του πλευρά μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2017, καθώς κατέστη ο μοναδικός δικαιούχος της περιουσίας του πατέρα του, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του δεν ήταν επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές. Συγκεκριμένα, ως επισημάνθηκε από τον Λειτουργό, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο θανάτου του πατέρα του πέραν του έτους, ούτε να αναφέρει ποιοι τον απειλούσαν και με ποιον τρόπο, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές σε συγγενείς χωρίς να κατονομάζει κανέναν. Επιπλέον, ανέφερε ότι οι απειλές δεν ήταν σωματικές και ότι δεν υπήρξε άμεση επικοινωνία, ενώ δεν προσέφυγε ο ίδιος στις αρχές, παρά μόνο η μητέρα του. Αναφέρθηκε επίσης σε ένα μεμονωμένο περιστατικό το 2018, κατά το οποίο φέρεται να τραυματίστηκε από θείο του και να νοσηλεύτηκε για περίπου δύο μήνες, χωρίς όμως να μπορεί να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο, το πρόσωπο ή τις συνθήκες του περιστατικού.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (άνδρας μόνος, υγιής, φυλετικής καταγωγής Bamileke, Χριστιανός Καθολικός, με επαρκή μόρφωση, και με δυνατότητα εργασίας) και την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, κατέληξε στο ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί o Αιτητής συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Douala, Littoral Region, στο Καμερούν.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα τεθεί σε κίνδυνο εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας, σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Duala, στο Καμερούν.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων η συνήγορος του Αιτητή προέβη σε ρητή απόσυρση όλων των ουσιωδών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία και περιόρισε την επιχειρηματολογία αποκλειστικά στον ισχυρισμό περί παροχής συμπληρωματικής προστασίας λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο περιορίζει το αντικείμενο του ελέγχου του στον εν λόγω ισχυρισμό. Ενόψει της αρχής της διάθεσης του αντικειμένου της προσφυγής από τα μέρη, το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην εξέταση ζητημάτων που έχουν εγκαταλειφθεί, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Επισημαίνεται άλλωστε, σύμφωνα και με το ιστορικό που έχει παρατεθεί, ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή έχει κριθεί ως αναξιόπιστος.
Παραμένει συνεπώς προς εξέταση το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι:
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, ο Αιτητής, ως ορθώς κατέληξαν οι Καθ’ων η αίτηση, δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται η ίδια να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής[1]ούτε προκύπτει ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
Απομένει συνεπώς η εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2). Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφασή του C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, ημ. 10.06.2021[2] ότι αυτοί είναι:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του στην υπόθεση Sufi and Elmi κατά Ηνωμ. Βασιλείου, ημ. 28.11.2011[3], αξιολόγησε, κατά τρόπο μη εξαντλητικό, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην Elgafaji[4] (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[5] λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του Αιτητή, έκρινα σκόπιμο όπως προχωρήσω σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Douala, που αποτελεί τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, από την οποία διαφάνηκαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[6]
· Σε σχέση με την επαρχία Littoral, πρωτεύουσα της οποίας αποτελεί η πόλη Douala, πληροφορίες αναφέρουν ότι η βία που σχετίζεται με τους αυτονομιστές δεν είναι συχνή στη συγκεκριμένη περιοχή[7]. H πιο πρόσφατη έρευνα της αυστριακής ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation) που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 2025 για το Καμερούν και αφορά το δεύτερο τρίμηνο του 2025, κάνει αναφορά στα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στην Περιφέρεια Littoral, από την οποία προκύπτει ότι δεν έλαβε χώρα κανένα περιστατικό ασφαλείας στην Douala.[8]
· Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 17.02.2026) καταγράφηκαν 28 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία), τα οποία είχαν ως συνέπεια 31 απώλειες.[9] Σημειώνεται ότι από τα εν λόγω περιστατικά 17 έλαβαν χώρα στην πόλη της Douala, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 30 απώλειες. Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της Περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2015 και ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται στους 3.793.693 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2023.[10]
·
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι, παρά την ύπαρξη συνεχιζόμενων συγκρούσεων σε άλλες περιοχές του Καμερούν, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας, ιδίως στην Περιφέρεια Littoral και στην πόλη Douala, δεν φθάνει σε τέτοιο βαθμό έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, υπό το φως του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité. Ειδικότερα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά πολιτικής βίας, αν και υπαρκτά, δεν καταδεικνύουν κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται, εκ μόνης της παρουσίας του ατόμου στην περιοχή, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, ελλείψει εξατομικευμένων ισχυρισμών κινδύνου, η αξιολόγηση περιορίζεται στις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή στο πλαίσιο της γενικής κατάστασης. Συναφώς, πρόκειται για ενήλικο άνδρα, χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, με βασικό μορφωτικό επίπεδο και επαγγελματική κατάρτιση, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας ή άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες που να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται ότι συντρέχουν λόγοι που να θεμελιώνουν δικαίωμα σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεών του. Περαιτέρω, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32.
[2] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland)
[3] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-105434%22]}
[4] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie
[5] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[6] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)
[7] Crisis24, Cameroon: Suspected separatists attack security post in Matouke, Littoral Region, May 2023, διαθέσιμο σε: https://crisis24.garda.com/alerts/2023/05/cameroon-suspected-separatists-attack-security-post-in-matouke-littoral-region-may-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)
[8] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: CAMEROON, SECOND QUARTER 2025: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 7 August 2025, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2129191/2025q2Cameroon_en.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17.02.2026)
[10] https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο