ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 914/25
23 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.S.M. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό και τώρα στη Λάρνακα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ο Αιτητής παρών
Ε. Χαραλάμπους (κα) για Λάζου-Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 30/03/25, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και/ή ζητά απόφαση με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση επιστροφής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 09/08/22, στις 20/08/24 διενεργήθηκε η συνέντευξη του, στις 10/03/25 ετοιμάστηκε έκθεση/εισήγηση και ακολούθησε απορριπτική απόφαση επί του αιτήματος ασύλου του ημερομηνίας 18/03/25 που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής μέσω της συνηγόρου του αμφισβητεί τα ευρήματα των Καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία επί του λόγου που τον οδήγησε να εγκαταλείψει την χώρα του. Ειδικότερα, υποστηρίζει, ότι δεν έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του στη βάση του Άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), δεν ακολουθήθηκαν σχετικά καθοδηγητικά εγχειρίδια της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και οι δείκτες αξιοπιστίας χρησιμοποιούνται με λανθασμένο και πεπλανημένο τρόπο. Υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία της συνέντευξης του και ισχυρίζεται ότι δόθηκαν επαρκείς πληροφορίες για τεκμηρίωση της αίτησης του, με αποτέλεσμα η εισήγηση του λειτουργού να είναι γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Ως προς τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, είναι η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αιτιολόγηση από τον εξεταστή ως προς τους λόγους που θεωρεί ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι υποστηρικτικά, ενώ είναι συναφή, και δεν έχει εντοπιστεί καμία αντίφαση και ασυνέπεια ως προς τον τύπο, τη φύση και των συντάκτη των εγγράφων από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Διαζευκτικά, αναφέρει ότι δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Οι Καθ' ων η αίτηση απαντώντας στα επιχειρήματα του Αιτητή υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν, ότι ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος καθώς δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υπαγωγή του είτε στο καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του και των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τη διαδικασία της συνέντευξης και του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις (κλειστού και ανοικτού τύπου) για να περιγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ακολουθήθηκε δε η ορθή διερευνητική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση και του παραχωρήθηκε το δικαίωμα της δωρεάν βοήθειας διερμηνέα στη γλώσσα Lingala, την οποία δήλωσε ότι αποτελεί τη μητρική του γλώσσα (ερυθρά 42/3X, 41/1Χ, και 3 ΔΦ). Υπάρχει δε υπογραφή του Αιτητή, του εξεταστή-λειτουργού και του διερμηνέα σε κάθε σελίδα της συνέντευξης, ενώ και στο τέλος των αντίστοιχων πρακτικών ο Αιτητής πιστοποίησε με την υπογραφή του ότι οι πληροφορίες και απαντήσεις του καταγράφηκαν ορθώς και ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου τους (ερυθρό 28/4Χ ΔΦ). Σε περίπτωση δε που ο Αιτητής δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις από τον διερμηνέα (Βλέπε Abul Kalam Kalam ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 585), δεν το έπραξε όμως. Συνεπώς, δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και ήτο σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 13 και 13Α του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026 (Ν.6(Ι)/2000).
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του, διότι κατηγορήθηκε από τον πατέρα της συντρόφου του για τον θάνατο της τελευταίας. Ως πρόβαλε, η κοπέλα απεβίωσε μετά από άμβλωση. Ο πατέρας της άρχισε να τον απειλεί και έστειλε άτομα να τον απειλήσουν ενώ προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα για να αναζητήσει προστασία (ερυθρό 1 ΔΦ).
Από τα πρακτικά στης συνέντευξης προκύπτει ότι διέμενε στην Kinshasa. Είναι χριστιανός προτεστάντης, ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Mukongo, άγαμος/άτεκνος και η πατρική του οικογένεια διαμένει στην περιοχή Bumbu Commune, Funa District της Kinshasa. Ανάφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργαζόταν με το θείο του ως βαφέας οικοδομών.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ανέφερε ότι ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα ονόματι Ε.[1], ωστόσο διατηρούσαν την σχέση τους κρυφή καθότι στην φυλή του είθισται οι γάμοι να γίνονται μέσα στην οικογένεια, φέροντας ως παράδειγμα τους γονείς του που είναι ξαδέρφια, και υποστήριξε ότι η οικογένεια του επέλεξε την σύζυγό του. Στις 26/04/22, συναντήθηκαν με την κοπέλα με την οποία διατηρούσε σχέση, στο μέρος όπου συνήθιζαν να συναντιούνται (στο σπίτι του M.), και του είπε ότι έχει συμπτώματα εγκυμοσύνης. Ενημέρωσε τον Μ. και αναζήτησε την βοήθεια του, με τον τελευταίο να τους παραπέμπει σε μία κυρία για εξέταση της κοπέλας. Μετά την εξέταση ενημερώθηκε ότι πράγματι ήταν έγκυος, γεγονός το οποίο αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα, καθότι οι οικογένειες και των δύο είχαν προκαθορίσει τους συζύγους τους, και η άρνηση επιφέρει σοβαρές συνέπειες. Στις 30/04/22, ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, γύρω στις 10 το πρωί συνελήφθη από την αστυνομία. Στον αστυνομικό σταθμό του λέχθηκε ότι στις 29/04/22 η Ε. υπεβλήθη σε άμβλωση η οποία οδήγησε στο θάνατό της. Ο πατέρας της μόλις το έμαθε αναζήτησε ευθύνες, με την σύλληψη της καλύτερης φίλης της Ε. η οποία έδωσε το όνομα και τα στοιχεία του Αιτητή με αποτέλεσμα την σύλληψή του. Στον αστυνομικό σταθμό βασανίστηκε, και ο αστυνομικός ενημέρωσε τον πατέρα του για τα συμβάντα. Ο πατέρας του με τον αστυνομικό αποφάσισαν να δωροδοκήσουν τον δικαστή για να τον αφήσει ελεύθερο και να το παρουσιάσουν ως απόδραση από την φυλακή. Δεν είχε επιλογή παρά να ακολουθήσει (το σχέδιο) (ερυθρά 35/3Χ και 34/1Χ και 2Χ ΔΦ). Υποστήριξε, ότι σε περίπτωση επιστροφής του θα βρεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης ως δραπέτης, ενώ παράλληλα θα δικαστεί και στα πλαίσια του παραδοσιακού νόμου (traditional law) (ερυθρό 34/3Χ ΔΦ).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, υποστήριξε ότι κατηγορήθηκε για τον φόνο της Ε., δηλώνοντας παράλληλα ότι δεν είδε κάποιο έγγραφο παρά του λέχθηκε προφορικά ο λόγος όταν τον συνέλαβαν στις 30/04/22 ενώ βρισκόταν στο σπίτι του (ερυθρό 33/1Χ και 2Χ ΔΦ). Ως ανέφερε, άτομα με πολιτική περιβολή εισήλθαν στην οικία του, συστήθηκαν ως αστυνομικοί, έδειξαν στον πατέρα του το ένταλμα, και τον συνέλαβαν με την κατηγορία του φόνου (ερυθρό 33/2Χ ΔΦ). Σε ερωτήσεις αναφορικά με την διακοπή της κύησης, δήλωσε ότι η διαδικασία έγινε στις 29/04/22, όπου η κοπέλα με την συνοδεία της καλύτερης της φίλης επισκέφθηκε παραδοσιακό ιατρό (traditional medicinist), χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει (ερυθρό 33/3Χ ΔΦ). Ως υποστήριξε, ο ίδιος ενημερώθηκε κατά την σύλληψη του, και έλαβε περισσότερες πληροφορίες από την μητέρα του όταν δραπέτευσε (ερυθρό 32/2Χ ΔΦ). Ως ανέφερε, η διεξαγωγή αμβλώσεων εκτός συνήθων εγκαταστάσεων είναι παράνομη, με αρνητικές επιπτώσεις στις γυναίκες που υποβάλλονται σε αυτή, και τη σύλληψη των ατόμων που τις διεκπεραιώνουν (ερυθρό 32/3Χ ΔΦ). Κληθείς ακολούθως να εξηγήσει για ποιο λόγο συνελήφθη αφού δεν ήταν συνεργός σε αυτή τη διαδικασία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι όταν συνέλαβαν την καλύτερη φίλη της Ε. έδωσε το όνομα του ως υπεύθυνο για την κύηση (ερυθρό 31/4Χ ΔΦ).
Ως προς την σύλληψη, κράτηση και δραπέτευση του, ο Αιτητής ανέφερε ότι κρατήθηκε στον αστυνομικό σταθμό στην περιοχή Ngiri-Ngiri από τις 30/04/22 – 01/05/22, δραπετεύοντας ξημερώματα τις 01/05/22 (ερυθρό 29/2Χ ΔΦ). Αναφορικά με τον φερόμενο βασανισμό του, δήλωσε ότι όσο αρνείτο τις κατηγορίες τον χτυπούσαν, μέχρι που κουράστηκαν να τον χτυπούν και δραπέτευσε (ερυθρό 29/2Χ ΔΦ). Κληθείς να προσδιορίσει τις μέρες της κράτησής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι παρέμεινε υπό κράτηση κάποιες ώρες καθώς στις 3 τα ξημερώματα αφέθηκε ελεύθερος (ερυθρό 29/2Χ ΔΦ). Ως περαιτέρω υποστήριξε η οικογένεια του δέχεται απειλές από την οικογένεια της κοπέλας, ενώ ο πατέρας της τον ψάχνει απειλώντας να τον σκοτώσει (ερυθρό 30/3Χ ΔΦ).
Τέλος, σε ερωτήσεις αναφορικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ»), πρόβαλε ότι πουθενά στη χώρα δεν αισθάνεται ασφαλής, καθώς τον ψάχνει η αστυνομία ως δραπέτη, και η οικογένεια του γιατί αυτό που συνέβη την (οικογένεια) ατίμωσε (ερυθρό 30/4Χ ΔΦ). Ως υποστήριξε, λόγω της αθέτησης του προγραμματισμένου γάμου, θα πρέπει να υποβληθεί σε ιεροτελεστία εξαγνισμού και συγχώρεσης (την οποία κατονόμασε, κατόπιν σχετικής ερώτησης ως πρακτική Kikitshwiti), την οποία θα ακολουθούσε τιμωρία, όπου σύμφωνα με τον Αιτητή ισοδυναμεί σε αποκοπή χεριού ή δακτύλων (ερυθρά 30/4Χ και 28/1Χ ΔΦ).
Ο λειτουργός αφού αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη διαμόρφωσε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός (ερυθρά 112-110 ΔΦ).
Ωστόσο, ο δεύτερος και τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκαν καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, αποκλίσεις και ανακρίβειες, ενώ οι δηλώσεις του δεν είχαν την απαιτούμενη επάρκεια πληροφοριών και συνοχή.
Συγκεκριμένα, ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή από μέλη της οικογένειας του και της οικογένειας της αποβιώσασας κοπέλας, λόγω του ότι δεν τήρησε τα έθιμα της φυλετικής του ομάδας, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του δεν είχαν την απαιτούμενη επάρκεια και συνοχή πληροφοριών, ενώ χαρακτηρίστηκαν ως αντιφατικές και ανακριβείς. Ειδικότερα, από την έκθεση/εισήγηση προκύπτουν τα εξής:
• Ουσιώδης αντίφαση εντοπίστηκε ως προς τη διάρκεια της σχέση του με την Ε., καθώς ο ίδιος ανέφερε ότι διατηρούσαν δεσμό από το 2019 έως το 2021, ενώ σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ενημερώθηκε για την εγκυμοσύνη της κοπέλας στις 26/04/22. Κληθείς, να σχολιάσει την εν λόγω αντίφαση, δεν προχώρησε σε καμία σαφή διευκρίνιση ως προς τη διάρκεια ή τη φύση της σχέσης τους κατά την επίμαχη περίοδο (ερυθρό 29/1Χ ΔΦ).
• Ο Αιτητής δεν κατάφερε να δώσει μια συνεκτική και επαρκώς τεκμηριωμένη εξήγηση ως προς τη διασύνδεση της εγκυμοσύνης και της άμβλωσης με τη σύλληψή του, τουναντίον, οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως ανακριβείς και μη ευλογοφανείς.
• Ως ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με τις φερόμενες απειλές που δέχθηκε η οικογένεια του από την οικογένεια της κοπέλας. Ειδικότερα, εντοπίστηκε αντίφαση στις αναφορές του ως προς το πως γνώριζε ο πατέρας της Ε. την διεύθυνση του σπιτιού του, καθώς αρχικά δήλωσε ότι του γνωστοποιήθηκε από την φίλη της Ε. ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ότι ήταν παρών τη στιγμή που η κοπέλα έδωσε την διεύθυνση του Αιτητή στις αρχές (ερυθρό 30/3Χ ΔΦ).
• Τέλος, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει και να περιγράψει την παραδοσιακή πρακτική που φέρεται να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, παρά περιορίστηκε σε γενικόλογη αναφορά σε τελετή εξαγνισμού και συγχώρεσης την οποία κατονόμασε ως Kikitshwiti (ερυθρό 30/4Χ ΔΦ).
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με την φερόμενη πρακτική Kikitshwiti, χωρίς ωστόσο να εντοπισθούν οποιεσδήποτε πληροφορίες. Οι λοιποί ισχυρισμοί δεν ήτο δυνατό να επαληθευτούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσεώς τους.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή από τις αρχές της χώρας του λόγω της σύλληψης του, της δωροδοκίας του δικαστή από την οικογένειά του, και την απόδραση του, επίσης απορρίφθηκε καθότι οι δηλώσεις του κρίθηκαν ανακριβείς και αντιφατικές, χωρίς απαιτούμενη επάρκεια και ακρίβεια λεπτομερειών και συνοχής. Ειδικότερα, από την έκθεση/εισήγηση προκύπτουν τα εξής:
• Αναφορικά με τις φερόμενες κατηγορίες εναντίον του, ισχυρίστηκε ότι κατηγορήθηκε για τον θάνατο της Ε., δηλώνοντας ότι δεν είχε δει οποιοδήποτε έγγραφο παρά του λέχθηκε προφορικά ο λόγος κατά τη διάρκεια της σύλληψής του (ερυθρό 33/1Χ ΔΦ). Ωστόσο, μεταγενέστερα, προσκόμισε αντίγραφα εντάλματος σύλληψης, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τον αρχικό του ισχυρισμό. Η ανακολουθία στις δηλώσεις του αποδυναμώνει την αξιοπιστία του καθώς εγείρει ερωτήματα για το αν απέκρυψε σκόπιμα στοιχεία ή αν προσάρμοσε την απάντηση εκ των υστέρων προκειμένου να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του.
• Ως προς τον ισχυρισμό ότι υπέστη βασανιστήρια από την αστυνομία, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι αστυνομικοί τον χτυπούσαν μέχρι που κουράστηκαν επειδή αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδίδονταν, και στη συνέχεια κατάφερε να δραπετεύσει (ερυθρό 29/2Χ ΔΦ).
• Αντίφαση εντοπίστηκε και στις δηλώσεις του καθώς αρχικά υποστήριξε ότι δραπέτευσε ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι αφέθηκε ελεύθερος. Κληθείς να αποσαφηνίσει την εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο δικαστής δωροδοκήθηκε για να τον αφήσει ελεύθερο μαζί με ακόμα τρία άτομα, και προκειμένου να συγκαλυφθεί η δωροδοκία δήλωσε ότι δραπέτευσε (ερυθρό 29/3Χ ΔΦ).
• Τέλος, τονίστηκε η νόμιμη αναχώρηση του από το αεροδρόμιο της χώρας, παρά τους ισχυρισμούς περί ενεργού εντάλματος σύλληψης, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με το νομικό πλαίσιο των αμβλώσεων στη ΛΔΚ, όπου σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στις γυναίκες που προχωρούν σε άμβλωση, στους παρόχους και στους συνεργούς. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκόμισε αντίγραφα: (1) εντάλματος σύλληψης ημερ. 30/04/22 με την κατηγορία του φόνου (ερυθρό 46 και μετάφραση αυτού ερυθρό 45 ΔΦ), και (2) ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου ημερομηνίας 15/05/22 (ερυθρό 48 και μετάφραση αυτού ερυθρό 47 ΔΦ). Τα συγκεκριμένα έγγραφα, κρίθηκε ότι δεν δύναται να υποστηρίξουν με οιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς του Αιτητή λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας. Τέλος, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την υποβολή και χρήση ψεύτικων εγγράφων από τους αιτούντες άσυλο με καταγωγή από την ΛΔΚ, και κατέληξε ότι λόγω διαδοχικών αντιφάσεων, ανακριβειών, έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
Το Δικαστήριο μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης του Αιτητή διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί οι λόγοι που εκείνος επικαλείται για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Το αφήγημα του στερείται ευλογοφάνειας, επάρκειας πληροφοριών και ουσιωδών στοιχείων, ενώ υπέπεσε σε αντιφατικές δηλώσεις χωρίς να είναι σε θέση να τις αποσαφηνίσει και να δώσει επαρκείς εξηγήσεις. Ειδικά ως προς το ένταλμα σύλληψης, υπενθυμίζεται ότι ο Αιτητής αρχικά δήλωσε ότι δεν είδε κάποιο έγγραφο απλά του λέχθηκε προφορικά ο λόγος όταν πήγαν να τον συλλάβουν (ερυθρό 33/1Χ ΔΦ), ενώ ακολούθως υποστήριξε ότι υπήρχε ένταλμα το οποίο έδειξαν οι αστυνομικοί στον πατέρα του (ερυθρό 33/2Χ ΔΦ). Ομοίως αντιφατικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με την διάρκεια της σχέση του με την συγκεκριμένη κοπέλα, καθώς ενώ ανέφερε ότι διατηρούσε δεσμό μαζί της από το 2019 μέχρι το 2021 (ερυθρό 29/1Χ ΔΦ), ενημερώθηκε για την πιθανή εγκυμοσύνη της στις 26/04/2022 (ερυθρό 35/3Χ ΔΦ). Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν συνέπεια, επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε βιωματικό περιστατικό. Ο Αιτητής, υποχρεούτο να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Λαμβάνοντας υπόψη και το μορφωτικό επίπεδο του Αιτητή θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα το οποίο θα εμπεριείχε συνεκτικές και συνεπείς μεταξύ τους πληροφορίες. Αναφορικά με τον ένταλμα σύλληψης και την ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου που προσκόμισε, επίσης κρίνω ορθή την κατάληξη της διοίκησης, καθότι η γνησιότητα των συγκεκριμένων εγγράφων δεν δύναται να επιβεβαιωθεί, και αξιολόγηση τους γίνεται σε συνάρτηση με τις δηλώσεις του Αιτητή, ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση δεν κατάφερε να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του. Συνεπώς ορθώς κρίθηκε ότι δεν έχουν υποστηρικτική αξία λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα[2], αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του.[3] Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής. Οι αναφορές της συνηγόρου του περιορίζονται μόνο στα όσα ελλιπώς περιεγράφηκαν κατά την συνέντευξη. Επιπλέον το Δικαστήριο, στα πλαίσια πραγματικού ελέγχου των γεγονότων της υπόθεσης, διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τρόπο που να συναχθεί ότι τα εξιστορισθέντα αποτελούν βιωματικά περιστατικά. Ούτε θα μπορούσε άλλωστε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ατεκμηρίωτος είναι και ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή για ελλιπή έρευνα του λειτουργού μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης καθότι από την έκθεση/εισήγηση όπως καταγράφεται ανωτέρω έγινε δεόντως έρευνα η οποία κατέδειξε και εξωτερική αναξιοπιστία του Αιτητή. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, υπάρχει κίνδυνος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρά 100-96 ΔΦ). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[4] που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου2000 έως 2026, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης του ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/26), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας[5] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 49 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[6] Δεδομένου δε ότι ο συνολικός πληθυσμός της Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους[7], καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Βάσει των ανωτέρω ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών, δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του Άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2026, (Ν.6(Ι)/2000) και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[8].
Συνοψίζοντας, από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν διαπιστώνεται ελλιπής έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης περιέχει τους πραγματικούς λόγους και τη νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα το αρμόδιο όργανο ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ανωνυμοποιημένο πρόσωπο
[2] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[3] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).
[4]του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας
[5] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[6] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19/03/2026]
[7] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19/03/2026]
[8] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο