G.I.W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 958/2024, 24/3/2026
print
Τίτλος:
G.I.W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 958/2024, 24/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 958/2024

 

24 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

G.I.W.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών,

Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

.............................................................

 

Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Χριστιάνα Χαραλάμπους για Έλενα Μυριάνθους, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Χριστίνα Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30/01/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 22/11/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αυθημερόν.

 

Την 01/12/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 30/01/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή αυθημερόν.  Στις 26/02/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.  Επιπρόσθετα, απέσυρε και το νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.  Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω της πολιτικής κρίσης που ξέσπασε στο Καμερούν.  Καθώς ήταν αγγλόφωνος που μιλούσε γαλλικά, οι αποσχιστές τον θεωρούσαν ως προδότη.  Οι εναντίον του συλλήψεις και κακοποιήσεις του προκάλεσαν σημάδια σε όλο του το σώμα.  Ο συνεχής φόβος για τυχόν σύλληψη και κακοποίηση, τον οδήγησαν στο να εγκαταλείψει τη χώρα και με τη βοήθεια ενός ιερέα που ζούσε στην Ιταλία, ήρθε στην Κύπρο για να ζήσει ειρηνικά αλλά και για να έχει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης  (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τo Καμερούν, γεννήθηκε στην πόλη Limbe, περίπου στα 5 του χρόνια μετακόμισε στην πόλη Buea και κατά το 2016 μετακόμισε στην πόλη Kumba.  Όπως δήλωσε, από το 2018 μέχρι και που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ζούσε στην πόλη Douala (ερυθρά 20, 1χ, 25 του διοικητικού φακέλου).  Είναι χριστιανός καθολικός, κατέχει δίπλωμα στη Διοίκηση Ξενοδοχείων και ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα (ερυθρά 25, 21, 2χ, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του ζει στη Buea, η μητέρα του στη Douala και έχει 3 αδελφές εκ των οποίων οι 2 διαβιούν στη Douala και η 1 στη Limbe. (ερυθρό 22 1χ-2χ, του διοικητικού φακέλου).  Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι την περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου του 2022, εργαζόταν σε ξενοδοχείο σε μερική απασχόληση ως βοηθός κουζίνας (ερυθρό 21, 4χ,6χ-8χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι στο Καμερούν υπήρχαν αναταραχές και επιθυμούσε να μεταβεί στην Κύπρο για να σπουδάσει.  Η πολιτική κατάσταση στο Καμερούν απέτρεπε τα αγόρια της ηλικίας του από το να σπουδάσουν.  Ισχυρίστηκε πως αν πήγαινε στο χωριό του και άρχιζε να μιλά γαλλικά, θα τον ρωτούσαν το λόγο που μιλούσε αυτή τη γλώσσα και θα τον έβλεπαν σαν προδότη, ενώ αν πήγαινε στις γαλλόφωνες περιοχές, θα πίστευαν ότι επρόκειτο για τρομοκράτη επειδή προερχόταν από τις αγγλόφωνες περιοχές (ερυθρό 19, 1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει, αν υπήρχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει το Καμερούν, ο αιτητής δήλωσε πως επιθυμούσε να γίνει σεφ και ότι ανέμενε να σταματήσει στη χώρα του η κρίση για σκοπούς δημιουργίας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και θέσεων εργασίας  (ερυθρό 19, 3χ του διοικητικού φακέλου).  Κληθείς να αναφέρει αν εγκατέλειψε το Καμερούν για να ακολουθήσει το όνειρό του, δηλαδή να σπουδάσει για να γίνει σεφ επειδή η πολιτική αναταραχή στη χώρα του δεν του επέτρεπε να πραγματοποιήσει κάτι τέτοιο, ο αιτητής απάντησε καταφατικά  (ερυθρό 19, 4χ του διοικητικού φακέλου).  Ο αιτητής ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, πως φοβόταν για το άγνωστο και δήλωσε πως οι αρχές της χώρας του δεν θα τον προστατεύσουν (ερυθρό 19 του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή.  O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι Καμερουνέζος υπήκοος, με τόπο καταγωγής την πόλη Limbe και τελευταίο τόπο διαμονής την πόλη Douala.  Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο ότι εγκατέλειψε το Καμερούν για ακαδημαϊκού περιεχομένου λόγους.  Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή. 

 

Αξιολογώντας τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, και συγκεκριμένα τις δηλώσεις του ότι εγκατέλειψε το Καμερούν για να σπουδάσει και να γίνει σεφ, αφού η εκεί πολιτική αναταραχή δεν του επέτρεπε να πραγματοποιήσει κάτι τέτοιο, αυτές θεωρήθηκαν ως συνεκτικές και συνεπείς.  Όσον αφορά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός, στηρίχτηκε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες και επιβεβαίωσαν τους φραγμούς που αναγκάζονταν να θέσουν στην εκπαίδευσή τους χιλιάδες παιδιά και αυτό λόγω των εντάσεων μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων περιοχών.  Ειδικότερα, δεν υπήρχε συντονισμένο πρόγραμμα σπουδών στη χώρα, με το σύστημα να χωρίζεται σε αγγλόφωνο και γαλλόφωνο.  Σημειώνονταν δε επιθέσεις εναντίον σχολείων και εκπαιδευτικών δομών με στόχο τη δολοφονία και απαγωγή χιλιάδων μαθητών και το κλείσιμο εκατοντάδων σχολείων.  Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, έγινε αποδεκτός.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου και εξετάζοντας τον μελλοντικό κίνδυνο με  βάση τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έγιναν αποδεκτά, τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του αιτητή και το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με τους ακαδημαϊκού περιεχομένου λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε στο σύνολό του τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, o αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. 

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000.  Ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζοντας σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 και κατά πόσον υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι να θεωρείτο ότι ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης,  σημείωσε πως, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε στις νοτιοδυτικές περιοχές, διαπιστωνόταν ότι ναι μεν σημειώνονταν ένοπλες συγκρούσεις, ωστόσο τα επίπεδα αδιάκριτης βίας δεν έφταναν σε επίπεδο τέτοιο ώστε να μπορούσε να συναχθεί ότι οι άμαχοι πολίτες στοχοποιούνταν αδιακρίτως αποκλειστικά λόγω της παρουσίας τους στην περιοχή.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αιτητής δεν παρουσίασε οποιοδήποτε υποκειμενικό στοιχείο ή προσωπικές επιβαρυντικές περιστάσεις, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι η φύση και έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του αιτητή, ότι επρόκειτο για ενήλικο άντρα, άγαμο, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, μορφωμένο, που ομιλεί την αγγλική και την γαλλική γλώσσα, με εργασιακή εμπειρία και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, δεν επαρκούσαν ώστε να μπορούσε να συναχθεί ότι θα τίθετο σε κίνδυνο ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής του.  Επιπλέον, ο αιτητής, τα τελευταία 4 χρόνια προτού εγκαταλείψει το Καμερούν, ζούσε στην πόλη Douala της περιοχής Littoral, όπου στην εν λόγω περιοχή δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να επηρεαζόταν προσωπικά ως άμαχος κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.  Κατόπιν των πιο πάνω, δεν μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης και συνεπώς, δεν δικαιολογείτο η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, εξέτασε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.  Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σε σχέση με τους ακαδημαϊκού περιεχομένου λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο οποίος επίσης έγινε αποδεκτός, θα πρέπει να αναφερθεί πως οι εκπαιδευτικοί λόγοι δεν εμπίπτουν σε ένα από τους λόγους που προβλέπονται για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας».  Οι εκπαιδευτικοί λόγοι που ώθησαν τον αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ακόμα και υπό τις συνθήκες που περιγράφει και να αιτηθεί διεθνούς προστασίας, δεν εμπεριέχονται στους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν. 6 (Ι)/2000. 

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3, του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37 και §38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών), κάτι που βεβαίως δεν αποδείχθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση.

 

Πρόσθετα, κρίθηκε από το αρμόδιο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6 (Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Θεωρώ αναγκαίο να διεξάγω έρευνα σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, για να διερευνηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη χώρα καταγωγής του αιτητή και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής του την πόλη Douala της περιοχής Littoral όπου διέμενε από το 2018 μέχρι και που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, το έτος 2022.  Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε έκθεση αναφορικά με τις εξελίξεις στην κατάσταση ασφαλείας στην Κεντρική Αφρική, η οποία δημοσιεύτηκε στις 31 Μαΐου 2023 σημειώνει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, συνέχισαν οι αναφορές και καταγγελίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από δυνάμεις ασφαλείας και άμυνας και ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες εναντίον αμάχων, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών και της καταστροφής περιουσίας. Επιπλέον, η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες ομάδες περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρωπιστικής βοήθειας.[1]

 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για τη χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS, το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στη χώρα.  Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016.  Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[2]

 

Από τις πιο πάνω πληροφορίες δεν ανακύπτει ότι  η περιοχή Littoral πλήττεται από συγκρούσεις, συμπέρασμα το οποίο ενδυναμώνεται και από έρευνα της βάσης ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, όπου στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026), όσον αφορά την περιοχή Littoral επί της οποίας εντοπίζεται και η πόλη Douala, έχουν καταγραφεί 13 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 14 θάνατοι.[3]  Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτίμηση του 2025, ο πληθυσμός της περιοχής Littoral ανέρχεται σε 4,498,900 κατοίκους[4], και βάσει εκτίμησης του 2021, ο πληθυσμός της πόλης Douala ανέρχεται στα 3,793,363[5].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικας, άγαμος, υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με γνώση της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας, πλήρως ικανός προς εργασία και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.  Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).  Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] UN Security Council (Author): The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General [S/2023/389], 31 May 2023, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2093063/N2313778.pdf

[2] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, σελ. 4, διαθέσιμο στο:  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon#

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στοhttps://acleddata.com/platform/explorer  

[4] City Population, Littoral, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ 

[5]Africa Innovation Network, Douala - Cameroon, διαθέσιμο στο: https://www.africinno.com/africityshoot/douala-cameroon


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο