M.S.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ1045/2024, 16/3/2026
print
Τίτλος:
M.S.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ1045/2024, 16/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ1045/2024 

 

16 Μαρτίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

         M.S.M 

Αιτήτρια

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Καθ' ων η Αίτηση 

Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια  

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019)

Η Αιτήτρια είναι παρούσα.

[Παρούσα η Μ. Katchatrian (κα) για πιστή μετάφραση από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.ΠΜε την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 20/09/2024 σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή της κρίθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, λανθασμένη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία της Αιτήτριας η οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο.  

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο, πρόκειται για ενήλικη, υπήκοο Καμερούν, η οποία, κατά δήλωσή της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 02/03/2020, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 10/03/2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 22/05/2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος στις 17/05/2021 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνοντας ότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 24/05/2021, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από την Αιτήτρια δια χειρός στις 11/06/2021 και εναντίον αυτής, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπ' αρ. 3755/2021 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 22/12/2023, καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τελεσίδικη.

 

Στις 17/07/2024, η Αιτήτρια συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση. Κατά την εξέτασή της σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 17/09/2024, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Η προαναφερθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου στις 17/09/2024, ο οποίος αποφάσισε την απόρριψη ως απαράδεκτη της αίτησης της Αιτήτριας.

 

Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 20/09/2024 κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, αυθημερόν, δια χειρός.  Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια καταχώρισε μέσω του συνηγόρου της την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ακροαματική διαδικασία, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, υποστήριξε ότι με την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας προέκυψαν νέα στοιχεία αναφορικά με το υποστηρικτικό της πλαίσιο, ενώ περαιτέρω πρόβαλε νομολογία για την έννοια της οικογενειακής ζωής, καθότι η Αιτήτρια διατηρεί σχέση στην Δημοκρατία και είναι σε διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ως εκ τούτου η συνήγορος προωθεί εξέταση των εν λόγω στοιχείων, και ειδικότερα ως προς το σκέλος της απόφασης επιστροφής.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

 (i)  Μεταγενέστερη αίτηση, ή

 (ii)  νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)  Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης.  Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α)  Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την Αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Αντίθετα εάν διαπιστωθεί από τον Προϊστάμενο ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με την μεταγενέστερη του/της αίτηση ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ο/η Αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που η Αιτήτρια πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.  

 

Η Αιτήτρια στην αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας το 2020 ισχυρίστηκε ότι υπήρξε θύμα βίας από τον άντρα με τον οποίο συζούσε. Προσπάθησε αρκετές φορές να διαφύγει και να κρυφτεί σε άλλη πόλη στην χώρα καταγωγής της, ωστόσο, πάντα την εντόπιζε καθώς πρόκειται για άντρα ισχυρό με πολλά χρήματα. Έφυγε λόγω των απειλών που δέχθηκε.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της, και ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια πρόβαλε ότι όταν ξεκίνησε ο πόλεμος το 2016, η μητέρα της ζούσε στην πόλη Tombel, στην οποία υπήρχαν συγκρούσεις. Με την καταστροφή της γεωργικής γης που της ανήκε, η μητέρα της δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί, ενώ παράλληλα σκοτώθηκε και ο μικρότερος αδερφός της. Λόγω αυτών, η μητέρα της εγκατέλειψε την πόλη Tombel και εγκαταστάθηκε στο χωριό NLohe με τον νέο της σύζυγο, ενώ η Αιτήτρια αναγκάστηκε να σταματήσει τις σπουδές της στην πόλη Yaoundé. Λόγω της κατάστασης, ο θείος της, πρότεινε στην μητέρα της να την παντρέψει με έναν ευκατάστατο άνδρα, φίλο του τελευταίου, με την ίδια και την μητέρα της να αρνούνται. Ωστόσο, αναγκάστηκε να διαμείνει μαζί του για κάποιους μήνες για να εξασφαλίσει τόπο διαμονής στην μητέρα και τα αδέρφια της, ενώ η ίδια επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές της. Φιλικό της πρόσωπο την ενθάρρυνε να αναζητήσει δουλειά στην Ευρώπη. Καθότι χρειαζόταν χρήματα για το ταξίδι, έκλεψε τον συγκεκριμένο άντρα και μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα διέμενε στο σπίτι του φιλικού της προσώπου. Με την άφιξη της στην Κύπρο, επικοινώνησε με την μητέρα της, η οποία την ενημέρωσε ότι ο άντρας ανακάλυψε την κλοπή των χρημάτων, τους έδιωξε από το σπίτι και απείλησε την μητέρα της. Κληθείσα να περιγράψει την συμπεριφορά του συγκεκριμένου άντρα κατά την συμβίωση τους, η Αιτήτρια πρόβαλε ότι την χτυπούσε όταν αρνιόταν σεξουαλική επαφή μαζί του, καθότι στήριζε οικονομικά την οικογένεια της και περίμενε κάτι ως αντάλλαγμα. Ερωτηθείσα τί πιστεύει ότι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια πρόβαλε φόβο πιθανής φυλάκισης ή δολοφονίας της.

 

Στη βάση των πιο πάνω και μετά από την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα της Αιτήτριας εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ή για να της χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόφασης η Αιτήτρια υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. η οποία απορρίφθηκε στις 22/12/2023.

 

Με την μεταγενέστερη αίτησή της, η Αιτήτρια επανέλαβε τον αρχικό της ισχυρισμό περί κινδύνου σύλληψης και φυλάκισής της λόγω καταγγελίας του άντρα από τον οποίο έκλεψε χρήματα για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι, προβάλλοντας, ωστόσο, ότι ο πατέρας της απεβίωσε στην φυλακή λόγω βασανιστηρίων που υπέστη. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια προβαίνει σε αναφορά σχετικά με την κατάσταση της υγείας της, προσκομίζοντας σχετικά ιατρικά έγγραφα όπως τις επεμβάσεις, και τις θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε και υποβάλλεται. Τέλος, γίνεται αναφορά στην οικογενειακή της κατάσταση όπου σύμφωνα με τις δηλώσεις της διατηρεί σχέση άνω των δύο (2) ετών με Γερμανό υπήκοο, και βρίσκονται σε διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης, προσκομίζοντας σχετικά ιατρικά έγγραφα.

 

Στην βάση των δηλώσεων της Αιτήτριας, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στο Σημείωμα /Εισήγηση ημερομηνίας 17/09/2024, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη στη βάση της ακόλουθης ανάλυσης: 

 

Τα στοιχεία που υπέβαλε η Αιτήτρια δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθότι η Αιτήτρια μπορεί να λάβει βοήθεια από τις αρχές του Καμερούν σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, κάνοντας αναφορά σε εξωτερική πηγή αναφορικά με τις υπηρεσίες υγείας στο Καμερούν. Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι αντιμετωπίζει κίνδυνο από τον άντρα τον οποίο έκλεψε για να φύγει από την χώρα, κρίθηκε ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η Αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση ο Προϊστάμενος στήριξε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτης στο γεγονός ότι τα ιατρικά έγγραφα που προσκόμισε η Αιτήτρια δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, παραπέμποντας μάλιστα σε επίσημη πηγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι το Καμερούν έχει αναπτύξει ένα σχέδιο καθολικής κάλυψης των παροχών υγείας όπου το 70% του κόστους των υπηρεσιών υγείας πληρώνεται από τους πολίτες του Καμερούν. Επί τούτου έκρινε ότι η Αιτήτρια δύναται να λάβει βοήθεια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου διαπιστώνω ότι τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες της εξέτασης του αρχικού αιτήματος διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Η διαπίστωση αυτή υποδεικνύει εκ πρώτης όψεως ότι πρόκειται για «νέα στοιχεία», τα οποία δεν ήταν στην κατοχή της Αιτήτριας κατά την διαδικασία αξιολόγησης του αρχικού αιτήματός της, και άρα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Σχετικά με την έννοια των «νέων στοιχείων», το ΔΕΕ στην απόφασή του -18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 09/09/2021, προβαίνοντας σε ερμηνεία των άρθρων 40(2) και (3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, διευκρίνισε ότι «η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα» τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα».

 

Αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσον τα νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια, οι Καθ’ ων η αίτηση, με παραπομπή σε συγκεκριμένη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ερυθρά 122-131 Δ.Φ.) αναφορικά με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την κάλυψη των υπηρεσιών υγείας στο Καμερούν έκριναν ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της θα λάβει την βοήθεια που χρειάζεται. Ωστόσο, ως διαπιστώνω από την έκθεση στην οποία γίνεται αναφορά, οι πληροφορίες που περιλαμβάνει, καταδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο, καθότι το 70% της κάλυψης του κόστους των ιατρικών υπηρεσιών καλύπτεται από τον πολίτη. Αυτό σύμφωνα με την συγκεκριμένη έκθεση αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και θεραπείες λόγω της φτώχειας που επικρατεί στην χώρα και των συγκρούσεων που επηρεάζουν συγκεκριμένες περιοχές. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι εσφαλμένα και επιπόλαια οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν ως απαράδεκτη την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η επιλεκτική αναφορά σε πληροφορίες, καθώς και το συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια θα λάβει βοήθεια σε περίπτωση επιστροφής της καταδεικνύουν πλάνη και εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων.

 

Τούτου λεχθέντος, πρέπει να διερευνηθεί εξατομικευμένα το ζήτημα της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας της Αιτήτριας στις υπηρεσίες υγείας του Καμερούν, με γνώμονα πάντα την λήψη της κατάλληλης στήριξης και θεραπείας σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες που απορρέουν από την κατάσταση της υγείας της. Ωστόσο, αυτό είναι ένα ζήτημα που υπερβαίνει της έκτασης του ελέγχου που πραγματοποιείται κατά την προκαταρκτική εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης.

 

Επιπρόσθετα, περαιτέρω διερεύνησης και αξιολόγησης χρήζει η οικογενειακή κατάσταση της Αιτήτριας, καθώς σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία διατηρεί σχέση στην Δημοκρατία με κατ’ ισχυρισμό Ευρωπαίο πολίτη και βρίσκεται σε διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης, ενώ ως περαιτέρω προβλήθηκε προέβη σε κρυοσυντήρηση εμβρύου για τον σκοπό αυτό.

 

Ως προς την έκταση ελέγχου του Δικαστηρίου επί προσφυγών οι οποίες βάλλουν κατά αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, υιοθετώ το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή Α. Χριστοφόρου στην υπόθεση 3215/2021, ημερ. 19/09/2022, V.N. και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου.

 

«Αναφορικά δε με την έκταση ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο σε προσφυγές δια των οποίων, ως η παρούσα, αφορούν απόφαση με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη, συμφωνώ και υιοθετώ τα όσα η αδελφή δικαστής Κ. Κλεάνθους ανέφερε στην απόφαση της στην υπ. αρ.1317/20, M. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.15/09/21, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«35.   Δυνάμει δε του εδαφίου (3) του άρθρου 11, φρονώ ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει το ίδιο για πρώτη φορά κατ' ουσίαν το καινοφανή ισχυρισμό της Αιτήτριας. Ειδικότερα, στο εδάφιο (3) ορίζεται ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε σχέση με απόφαση του εδαφίου (4) σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (i) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και (ii) την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου σε περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση, η οποία συνεπάγεται τη μη χορήγηση τέτοιας προστασίας ή την ανάκληση ή παύση τέτοιας προστασίας ή τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας αντί του καθεστώτος πρόσφυγα. Με το πέρας του ελέγχου το Δικαστήριο επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν. Με βάση τόσο το γράμμα όσο και την τελεολογία της εν λόγω διάταξης, φρονώ ότι το παρόν Δικαστήριο κατά την εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη δεν έχει εξουσία να εξετάσει περαιτέρω τα νέα στοιχεία και να αποφασίσει επί της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας το ίδιο, καθώς πρόκειται περί περίπτωσης όπου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεπάγεται τη μη χορήγηση διεθνούς προστασίας, με την έννοια ότι δεν εξετάστηκε η αίτηση επί της ουσίας της, παρά μόνο το παραδεκτό της. Η τελεολογική αυτή ερμηνεία είναι σύμφωνη και με την ανάγκη μη παράκαμψης ενός σταδίου εξέτασης του καινοφανούς αυτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι τη διοικητική εξέταση της αιτήσεως και των ισχυρισμών της (Βλ. συναφώς Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, στην υπόθεση αρ.: C 652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, ECLI:EU:C:2018:801, σκέψεις 92 έως 103).

 

36.     Το παρόν Δικαστήριο έχει συνεπώς την εξουσία να προβαίνει σε έλεγχο ακόμα και τροποποίηση της απόφασης επί μεταγενέστερης αίτησης μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού όχι όμως υποχρέωση εξέτασης της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη κατ' ουσία εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας».

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου και ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση είναι πλημμελής δεδομένων των στοιχείων που έθεσε ενώπιον τους η Αιτήτρια. Η απόφασή τους στερείται δέουσας έρευνας και ορθής αιτιολογίας.

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και συνεπακόλουθης πάσχουσας αιτιολογίας. Επιδικάζονται €400 έξοδα, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.

 

 Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ  Δ. ΔΔΔΠ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο