ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Τ13/2025
09 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.S.S.
από Λαΐκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτήτρια: Ν. Νεοφύτου (κος) για Δημήτριος Παυλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Η παρουσία των Καθ' ων η αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία[1]
Αιτήτρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 10.01.2025, με την οποίαν απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ), 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[2] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της Αιτήτριας και των συνηγόρων της.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια κατάγεται από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 07.10.2022 και στις 17.11.2022 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, υποβάλλοντας αίτημα διεθνούς προστασίας στις 05.12.2022. Στις 19.10.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») και ακολούθως η αίτηση της απορρίφθηκε στις 19.10.2023 από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό, κατόπιν έγκρισης της υποβληθείσας εισηγητικής έκθεσης ημερ. 20.10.2023. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρισε την προσφυγή αρ. 4475/2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 15.04.2024. Ακολούθως, στις 10.01.2025 η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε Έκθεση-Εισήγησης αυθημερόν από τον Λειτουργό με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή κριθεί απαράδεκτη. Στις 10.01.2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την σχετική εισήγηση απορρίπτοντας την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί η Αιτήτρια δια της υπό εξέταση προσφυγής.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της η Αιτήτρια, επιζητά έξι (6) συνολικά θεραπείες (Α έως Δ) με τα οποία ωστόσο προσβάλλεται η ίδια πράξη, επιζητώντας την ακύρωση αυτής επί την βάση διαφορετικών λόγων ακυρώσεως. Ως εύστοχα έχει λεχθεί στην απόφαση SINGH v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 33/2021 (Κ), 28.01.2022 (Εντ. Γ. Σεραφείμ, ΔΔΔ, ως ήταν τότε):
|
|
|
«Επαναλαμβάνω ότι, είναι τουλάχιστον δικονομικά αδόκιμη και αχρείαστη η παράθεση ξεχωριστών θεραπειών για την ίδια πράξη, στη βάση των λόγων ακυρώσεως που προτείνονται. Την λανθασμένη αυτή πρακτική είχα την ευκαιρία να σχολιάσω και στην απόφαση μου ημερομηνίας 31.8.2017 στην Προσφυγή Αρ. 640/2017 TUI ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, στην οποία ανέφερα τα ακόλουθα σχετικά:
«...Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παρατηρήσω εκ νέου (βλ. και απόφαση μου ημερομηνίας 30.5.2016 στην προσφυγή Αρ. 933/2014 THICHIENDOANν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ), ότι το ίδιο ή παρόμοιο, στο λεκτικό, αίτημα για την ίδια επίδικη ως άνω απόφαση, επαναλαμβάνεται στις αιτούμενες θεραπείες Α μέχρι Η στην αίτηση ακυρώσεως, με μόνη διαφορά, στο λεκτικό έκαστης θεραπείας, την επίκληση κάθε φορά διαφορετικών λόγων ακυρώσεως των ίδιων πάντα αποφάσεων (κράτησης και απέλασης της αιτήτριας, βλ. ανωτέρω). Κατά την άποψη μου αυτό αποτελεί εσφαλμένη δικονομικά πρακτική, η οποία είναι κατ' ελάχιστον αχρείαστη και, δικονομικά ή ουσιαστικά δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε ή διασφαλίζει κάτι, πέραν από την ενδεχόμενη δημιουργία σύγχυσης για το αντικείμενο της προσφυγής και, ως εκ τούτου, ορθό είναι να αποφεύγεται....
Κατά τα λοιπά , στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της προσφυγής, είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ακόμη και αυτεπάγγελτα ζητήματα που δεν εγείρονται στα δικόγραφα, αν κρίνει ότι αυτά είναι δημόσιας τάξης και σ' αυτά σαφώς συμπεριλαμβάνεται και το ζήτημα της εκτελεστότητας της επίδικης απόφασης (βλ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 314), αφού το ζήτημα αυτό άπτεται και της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Στα πλαίσια τέτοιας αυτεπάγγελτης εξέτασης, κρίνω ότι, οι αιτούμενες θεραπείες Ξ και Ο της προσφυγής στρέφονται εναντίον της σύλληψης του αιτητή από την Αστυνομία, πράξη, η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά διοικητικό μέτρο εκτέλεσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, στερούμενο εκτελεστότητας (βλ. Προσφυγή Αρ. 534/2005 Faisal Madalal καιΔημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2007). Ως εκ τούτου, η προσφυγή, όσον αφορά στις αιτούμενες θεραπείες Ξ και Ο, απορρίπτεται ως μη παραδεκτή.»
Ενόψει των πιο πάνω, οι αιτούμενες θεραπείες Β- Δ απορρίπτονται ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, με το εναρκτήριο δικόγραφο της, η Αιτήτρια προωθεί πλείονες γενικόλογους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προώθησε αυτούσιους κατά την ακροαματική διαδικασία περιοριζόμενος απλώς στην υιοθέτησή τους. Επι τούτου, επισημαίνω ότι όλοι οι λόγοι ακυρώσεως προωθούνται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της Αιτήτριας, πολλώ μάλλον κατά τρόπο που να προκύπτει ο πυρήνας του αιτήματός του και να δικαιολογεί την αναγνώριση πρόσφυγα ή την απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου[3]. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[4] και παρά την πάγια επί του θέματος θέση της νομολογίας, η οποία έχει πλειστάκις επισημανθεί και από το παρόν Δικαστήριο ως προς την απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[5]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, αιτιολογίας κ.ο.κ. χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της εξεταζόμενης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως[6].
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια δεν προβάλλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου[7].
Ενόψει των πιο πάνω όλοι οι λόγοι ακυρώσεως, πλην του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, απορρίπτονται ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς.
Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[8], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[9], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[10]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (- έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσον η Αιτήτρια πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον:
(α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και
(β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[11].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt f?r Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον η Αιτήτρια δικαιούται διεθνούς προστασίας ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή.
Αναφορικά με τη θέση της Αιτήτριας, ως αυτή προβάλλεται με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[12].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Παρατηρώ ότι στα πλαίσια της υπό εξετάση μεταγενέστερης αίτησής της για άσυλο, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, την ΛΔΚ, εξαιτίας ενός Στρατηγού, ο οποίος διαθέτει μεγάλη οικονομική επιρροή στη χώρα. Ανέφερε ότι στην ΛΔΚ δεν θα έχει το δικαίωμα να αποκτήσει περιουσία, καθώς, ακόμη και αν καταφέρει να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, ο στρατηγός θα προβεί σε διαφθορά της αστυνομίας.
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής της, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο, το παραδεκτό αυτής έκριναν, ως προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού ασύλου, ότι η Αιτήτρια δεν υπέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους, καθώς τα στοιχεία που υπέβαλε η Αιτήτρια δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Ειδικότερα, οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, στο πλαίσιο της αρχικής της αίτησης για άσυλο, ισχυρίστηκε ότι στη χώρα καταγωγής της κάποιος στρατηγός της έδωσε κάποια κοσμήματα για να τα πουλήσει αλλά της τα έκλεψαν από το σπίτι της. Όταν το ανέφερε αυτό στον στρατηγό, αυτός την απείλησε ότι αν δεν τα δώσει θα τη σκοτώσει. (βλ. ερυθ. 41 - 36). Πρόσθετα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην ΛΔΚ, γιατί ο στρατηγός έχει μεγάλη περιουσία εκεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί της Αιτήτριας εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν καθώς κρίθηκε ότι η ίδια υπέπεσε σε έλλειψη ευλογοφάνειας, ασάφειες, αντιφάσεις και γενικολογίες.
Καταληκτικά, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ, θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης . Η εισηγητική έκθεση ολοκληρώθηκε με την εισήγηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα η Αιτήτρια επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός της κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής της.
Κατά την καταγραφή της αρχικής της αίτησης, και ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε στην χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εργαζόταν για έναν Στρατηγό, ο οποίος μία ημέρα της έδωσε κάποια κολιέ προκειμένου να τα πουλήσει. Ανέφερε ότι άγνωστα άτομα εισέβαλαν στην οικία της οικογένειάς της, αφαίρεσαν τα κολιέ, έριξαν τους γονείς της στο έδαφος και πυροβόλησαν τον αδελφό της στο πόδι.
Περαιτέρω δήλωσε ότι όταν επικοινώνησε με τον Στρατηγό για να τον ενημερώσει σχετικά με το περιστατικό, εκείνος θεώρησε ότι ψευδόταν και απέστειλε άτομα για να την αναζητήσουν. Η ίδια ανέφερε ότι διέφυγε προς το κέντρο της ΛΔΚ, ωστόσο τα εν λόγω άτομα την ακολούθησαν. Στη συνέχεια δήλωσε ότι κρυβόταν με τη βοήθεια της θείας της, όμως εντοπίστηκε. Κατόπιν, απευθύνθηκε σε έναν καθολικό επίσκοπο, ο οποίος την έκρυψε σε καθολική εκκλησία και μερίμνησε για την εξεύρεση εγγράφων, προκειμένου να σταλεί για σπουδές στην Κύπρο.
Κατά την διάρκεια της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι ένας Στρατηγός ήθελε να την σκοτώσει. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο εν λόγω στρατηγός της έδωσε κάποια κοσμήματα με σκοπό να τα πουλήσει. Την ίδια ημέρα που της τα έδωσε, κάποιοι εγκληματίες διέρρηξαν το σπίτι της και έκλεψαν τα πάντα. Πρόσθεσε ότι, πυροβόλησαν τον αδελφό της στο πόδι και έβαλαν τους γονείς της στο πάτωμα ενώ οι εγκληματίες διέφυγαν. Στην συνέχεια, η Αιτήτρια σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στον στρατηγό και να τον ενημερώσει αλλά εκείνος δεν ήθελε να ακούσει τίποτα και της είπε ότι αν δεν του δώσει πίσω τα κοσμήματα, θα την σκοτώσει. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο στρατηγός απέστειλε άτομα να ψάξουν για αυτή στο σπίτι της θείας της, αλλά εκείνη την ημέρα η ίδια βρισκόταν στην εκκλησία. Όταν επέστρεψε από την εκκλησία, η θεία της την ενημέρωσε ότι κάποιοι εγκληματίες πήγαν και έκλεψαν τα πάντα. Ακολούθως, η Αιτήτρια επέστρεψε στην εκκλησία και εξήγησε τι συνέβη στον ιερέα, ζητώντας την βοήθεια του, ο οποίος της είπε να παραμείνει στην εκκλησία ώστε να οργανώσει εκείνος το ταξίδι της στην Κύπρο. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμεινε μέσα στην εκκλησία μέχρι την στιγμή που όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι της.
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της, έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός που αφορούσε τα προσωπικά της στοιχεία καθώς και την περιοχή καταγωγής της και διαμονής της, ήτοι Κονγκολέζα Υπήκοος, περιοχή καταγωγής της Kimbanseke Commune, Kinshasa και περιοχή διαμονής της, 7 μήνες πριν την αναχώρηση της από την χώρα, η περιοχή Kimpese Village, Central Congo Province. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ήτοι ισχυριζόμενος φόβος της Αιτήτριας λόγω κλοπής κοσμημάτων, τα οποία δόθηκαν στην Αιτήτρια από τον Στρατηγό με σκοπό να τα πουλήσει και αυτός τα ζητά πίσω, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Απέρριψαν συνεπώς την υπό εξέταση αίτηση ως απαράδεκτη. Στην κατάληξή τους αυτή, οδηγήθηκαν αφού έλαβαν υπόψη τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε όλα τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας.
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα η Αιτήτρια επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός της κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής της.
Κατά την καταγραφή της αρχικής της αίτησης, και ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε στην χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εργαζόταν για έναν Στρατηγό, ο οποίος μία ημέρα της έδωσε κάποια κολιέ προκειμένου να τα πουλήσει. Ανέφερε ότι άγνωστα άτομα εισέβαλαν στην οικία της οικογένειάς της, αφαίρεσαν τα κολιέ, έριξαν τους γονείς της στο έδαφος και πυροβόλησαν τον αδελφό της στο πόδι.
Περαιτέρω δήλωσε ότι όταν επικοινώνησε με τον Στρατηγό για να τον ενημερώσει σχετικά με το περιστατικό, εκείνος θεώρησε ότι ψευδόταν και απέστειλε άτομα για να την αναζητήσουν. Η ίδια ανέφερε ότι διέφυγε προς το κέντρο της ΛΔΚ, ωστόσο τα εν λόγω άτομα την ακολούθησαν. Στη συνέχεια δήλωσε ότι κρυβόταν με τη βοήθεια της θείας της, όμως εντοπίστηκε. Κατόπιν, απευθύνθηκε σε έναν καθολικό επίσκοπο, ο οποίος την έκρυψε σε καθολική εκκλησία και μερίμνησε για την εξεύρεση εγγράφων, προκειμένου να σταλεί για σπουδές στην Κύπρο.
Κατά την διάρκεια της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι ένας Στρατηγός ήθελε να την σκοτώσει. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο εν λόγω στρατηγός της έδωσε κάποια κοσμήματα με σκοπό να τα πουλήσει. Την ίδια ημέρα που της τα έδωσε, κάποιοι εγκληματίες διέρρηξαν το σπίτι της και έκλεψαν τα πάντα. Πρόσθεσε ότι, πυροβόλησαν τον αδελφό της στο πόδι και έβαλαν τους γονείς της στο πάτωμα ενώ οι εγκληματίες διέφυγαν. Στην συνέχεια, η Αιτήτρια σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στον στρατηγό και να τον ενημερώσει αλλά εκείνος δεν ήθελε να ακούσει τίποτα και της είπε ότι αν δεν του δώσει πίσω τα κοσμήματα, θα την σκοτώσει. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο στρατηγός απέστειλε άτομα να ψάξουν για αυτή στο σπίτι της θείας της, αλλά εκείνη την ημέρα η ίδια βρισκόταν στην εκκλησία. Όταν επέστρεψε από την εκκλησία, η θεία της την ενημέρωσε ότι κάποιοι εγκληματίες πήγαν και έκλεψαν τα πάντα. Ακολούθως, η Αιτήτρια επέστρεψε στην εκκλησία και εξήγησε τι συνέβη στον ιερέα, ζητώντας την βοήθεια του, ο οποίος της είπε να παραμείνει στην εκκλησία ώστε να οργανώσει εκείνος το ταξίδι της στην Κύπρο. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμεινε μέσα στην εκκλησία μέχρι την στιγμή που όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι της.
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της, έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός που αφορούσε τα προσωπικά της στοιχεία καθώς και την περιοχή καταγωγής (Kimbanseke Commune, Kinshasa) και διαμονής της (Kimpese Village, Central Congo Province). Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ήτοι ισχυριζόμενος φόβος της Αιτήτριας λόγω κλοπής κοσμημάτων, τα οποία δόθηκαν στην Αιτήτρια από τον Στρατηγό με σκοπό να τα πουλήσει και αυτός τα ζητά πίσω, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας. Τελικώς η αίτηση της απορρίφθηκε.
Επισημαίνεται ότι προσφυγή την οποία η Αιτήτρια καταχώρισε εναντίον της απόφασης αυτής, απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Εξετάζοντας τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν τα όσα η Αιτήτρια έθεσε με τη μεταγενέστερη αίτησή της και, κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης αυτής, έκριναν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να προβούν σε περαιτέρω ουσιαστική εξέταση των όσων υποβλήθηκαν. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι τα στοιχεία/ισχυρισμοί που προωθήθηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 12Βτετράκις(2)(δ), αλλά αντιθέτως αναπαράγουν τον ίδιο πυρήνα αιτήματος, ο οποίος είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Πράγματι, είναι και η δική μου κατάληξη ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε ουσιωδώς τις ίδιες θέσεις τις οποίες προώθησε κατά τα προγενέστερα στάδια, ήτοι κατά την αρχική αίτηση ασύλου (ημερ. 05.12.2022), κατά τη συνέντευξη (ημερ. 19.10.2023), καθώς και στο πλαίσιο της προηγούμενης δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε κατόπιν της απόρριψης της αρχικής αίτησης (προσφυγή αρ. 4475/2023), η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Ο πυρήνας του αιτήματός της παρέμεινε αναλλοίωτος καθ’ όλα τα στάδια: ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διότι Στρατηγός (με οικονομική/κοινωνική επιρροή) την απείλησε με θάνατο, μετά από περιστατικό κλοπής κοσμημάτων τα οποία ο ίδιος της είχε παραδώσει για πώληση και τα οποία απαιτούσε πίσω.
Το ζήτημα που απομένει, συνεπώς, προς εξέταση είναι κατά πόσο οι αναφορές και ισχυρισμοί της μεταγενέστερης αίτησης, συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με το κατά πόσο πληροί τις προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3)(α).
Έχοντας προσεκτικά διεξέλθει του διοικητικού φακέλου, παρατηρώ ότι τα προβαλλόμενα στη μεταγενέστερη αίτηση δεν συνδέονται με κάποιο νέο γεγονός που προέκυψε μεταγενέστερα, ούτε με νέο αποδεικτικό υλικό που να μην ήταν δυνατόν να τεθεί προηγουμένως ενώπιον της αρμόδιας αρχής. Αντιθέτως, πρόκειται για επανάληψη και περαιτέρω διατύπωση των ήδη γνωστών και εξετασθέντων ισχυρισμών περί απειλής από τον στρατηγό, περί επιρροής του στην χώρα και περί ανυπαρξίας προστασίας από τις αρχές. Τα στοιχεία αυτά, όπως προκύπτει από την αιτιολόγηση της αρχικής απόφασης, είχαν ήδη τεθεί υπό αξιολόγηση και είχαν απορριφθεί, μεταξύ άλλων, λόγω ελλείψεων αξιοπιστίας, ασάφειας, αντιφάσεων και γενικολογίας, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι δεν υφίστανται ενδείξεις πραγματικού κινδύνου υποβολής της Αιτήτριας σε μεταχείριση αντίθετη με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και/ή την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Υπό το πρίσμα του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τις μεταγενέστερες αιτήσεις – και ειδικότερα της διφασικής διαδικασίας του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ όπως ενσωματώθηκε με το άρθρο 12Βτετράκις – σκοπός της προκαταρκτικής εξέτασης δεν είναι η πλήρης επανεξέταση της υπόθεσης ως εάν επρόκειτο για πρώτη αίτηση, αλλά η εξακρίβωση αν υπάρχουν νέα στοιχεία ή πορίσματα που να δικαιολογούν υπέρβαση του δεδικασμένου και μετάβαση στο επόμενο στάδιο. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προκύπτει τέτοια νέα βάση. Ως εκ τούτου, ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η μεταγενέστερη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς διενέργεια συνέντευξης, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3)(α).
Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η Αιτήτρια επιχειρεί να προσδώσει διαφορετική χροιά στους ισχυρισμούς της (π.χ. με αναφορά σε μελλοντική αδυναμία απόκτησης περιουσίας ή σε πιθανή διαφθορά της αστυνομίας), εντούτοις δεν τεκμηριώνει – ούτε προβάλλει με συγκεκριμένο τρόπο – ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία:
(α) αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, και σωρευτικά
(β) δεν μπορούσαν, άνευ δικής της υπαιτιότητας, να τεθούν στην προηγούμενη διαδικασία, όπως απαιτεί το άρθρο 16Δ(3)(β)(i)-(ii).
Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι το ίδιο το έντυπο μεταγενέστερης αίτησης απαιτεί από τον αιτητή σαφή και συγκεκριμένη καταγραφή των λόγων για τους οποίους υποβάλλεται μεταγενέστερη αίτηση και, ιδίως, εξειδίκευση των νέων στοιχείων/πληροφοριών και των λόγων για τους οποίους αυτά δεν υποβλήθηκαν προηγουμένως. Η Αιτήτρια, ωστόσο, δεν προβαίνει σε τέτοια συγκεκριμενοποίηση, ούτε αναπτύσσει πειστική εξήγηση για το «γιατί τώρα» της επίκλησης των στοιχείων αυτών.
Ενόψει των προλεχθέντων, φρονώ πως η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση βασίζεται σε ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και σε αξιολόγηση των στοιχείων που είχαν ενώπιόν τους, ενώ η απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης κρίνεται δικαιολογημένη λόγω έλλειψης νέων στοιχείων ή πορισμάτων κατά την έννοια του νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Από τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στο μέτρο που αυτοί ήταν κρίσιμοι για το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησής της για διεθνή προστασία. Από τα όσα καταγράφονται στη μεταγενέστερη αίτηση, ουδέν νέο στοιχείο ή πόρισμα προβάλλεται, ικανό να δικαιολογήσει περαιτέρω εξέταση και/ή κλήση της Αιτήτριας σε συνέντευξη για ουσιαστική εξέταση του αιτήματος.
Ορθώς, συνεπώς, οι Καθ’ ων η αίτηση, κατά το προκαταρκτικό στάδιο, έκριναν ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν δύναται να προχωρήσει σε ουσία, και η απόφαση απόρριψής της ως απαράδεκτης αποτελεί προϊόν ορθής αξιολόγησης των δεδομένων και στοιχείων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τον νόμο.
Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση θα αναιρούσε την ειδική λειτουργία των διατάξεων περί μεταγενέστερων αιτήσεων, καθιστώντας τη διαδικασία ατέρμονη και αντίθετη με τους σκοπούς του περί Προσφύγων Νόμου και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.
Ως εκ των όσων έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[2] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[3] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552.
[4] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο ».
[6] Βλ. σχετικώς, απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344
[7] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.
[8] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[9] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[10] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
[11] Βλ. Μ. D ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1317/20, 20.09.2021.
[12] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο