K.S.P. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: T215/2025, 26/3/2026
print
Τίτλος:
K.S.P. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: T215/2025, 26/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: T215/2025 

26 Μαρτίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

K.S.P.

Αιτήτρια  

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Π. Μπενέτης (κος) για Αλ Τάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.

[Παρόντες: η κα. Μ.Katchatrian για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα και o κ. K. Poudel για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Νεπάλι και αντίστροφα]

H Αιτήτρια παρούσα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή  ημερομηνίας   16/04/2025, σύμφωνα με την οποία η τρίτη μεταγενέστερη αίτησή της απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική, στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Παράλληλα αιτείται την τροποποίηση της απόφασης της μεταγενέστερης αίτησης ή/και επανεξέταση της αίτησης της Αιτήτριας μέχρι το σημείο κρίσης του παραδεκτού από την Υπηρεσία Ασύλου.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα, συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία της Αιτήτριας, η οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο. 

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας του Νεπάλ (εφεξής Νεπάλ), κάτοχος διαβατηρίου, η οποία τον Δεκέμβριο του 2015 αφίχθηκε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς εργασίας. Τρία χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα στις 28/12/2018 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, ισχυριζόμενη οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής της.

 

Στις 28/06/2019 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό και ακολούθησε στις 30/07/2019 σύνταξη εισηγητικής έκθεσης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία γίνεται εισήγηση για  απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνοντας ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 19/09/2019 συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολόγηση της παραλήφθηκε από την Αιτήτρια δια χειρός στις 12/04/2022 και εναντίον αυτής υποβλήθηκε η υπ' αρ. 2998/22 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία στις 06/02/2023 απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα, καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τελεσίδικη.

 

Ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα στις  10/03/2023, η Αιτήτρια συμπλήρωσε και υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, ισχυριζόμενη αυτή τη φορά οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε και την οδήγησαν στην εγκατάλειψη της χώρας της με σκοπό να προστατεύσει τη ζωή της. Μετά από αξιολόγηση της μεταγενέστερης  αίτησής της, οι Καθ’ ων η αίτηση στις 24/07/2023 αποφάσισαν την απόρριψή της ως απαράδεκτη, εφόσον έκριναν ότι τα όσα ανέφερε με την μεταγενέστερη αίτησή της εξ υπαιτιότητάς της δεν αναφέρθηκαν κατά την εξέταση της αρχικής της αίτησης αλλά και στα πλαίσια εκδίκασης της πρώτης προσφυγής της ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Η Αιτήτρια αμφισβήτησε την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλοντας μέσω των συνηγόρων της την υπ’ αριθμό Τ2355/2023 προσφυγή η οποία στις 06/10/2023 απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της,  καθιστώντας εκ νέου την αρχική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τελεσίδικη.

 

Η Αιτήτρια επανήλθε με δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση υποβληθείσα στις  18/12/2024, ισχυριζόμενη αυτή τη φορά ότι είναι διαζευγμένη από το σύζυγό της ο οποίος εξακολουθεί να την κακοποιεί, να την απειλεί και να της στερεί επικοινωνία με τα παιδιά της, αιτούμενη την παραμονή της στην Κύπρο.  Στις 17/01/2025 απορρίφθηκε εκ νέου ως απαράδεκτη η αίτηση της Αιτήτριας, εφόσον κρίθηκε ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε με την μεταγενέστερη αίτησή της δεν αποτελούν νέα στοιχεία που να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας (ερυθρό 207 στο διοικητικό φάκελο), η δε απόφαση των Καθ΄ων η αίτηση κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν στις 30/01/2025 μέσω επιστολής ημερομηνίας 17/01/2025, την οποία η Αιτήτρια δεν προσέβαλε ενώπιον Δικαστηρίου, αντ΄αυτού υπέβαλε στις 02/04/2025, τρίτη μεταγενέστερη αίτηση, με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής της λόγω απειλών θανάτου που δέχεται από τον πρώην σύζυγό της μετά την έκδοση διαζυγίου. Επιπλέον, με την αίτησή της επισύναψε τα ακόλουθα έγγραφα: (i) πιστοποιητικό διαζυγίου με ημερομηνία έκδοσης 29/03/204 και ημερομηνία εγγραφής 22/05/2024 (ii) επιστολή συνταγμένη από τις αστυνομικές αρχές του Νεπάλ με τίτλο «Official letter for the release of deceased body for necessary processes», ημερομηνίας 26/01/2025 απευθυνόμενη προς τον κατ’ ισχυρισμό θείο της προς απόδειξη της αυτοκτονίας του υιού της και (iii) δέσμη φωτογραφιών στις οποίες απεικονίζεται ένα κατ΄ισχυρισμό νεκρό αγόρι που κατά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας  πρόκειται για τον υιό της. Η αίτησή της αυτή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις, 16Δ και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα προσεβλήθη με την παρούσα προσφυγή.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την Ακρόαση της παρούσας, ο συνήγορος της Αιτήτριας, υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι λανθασμένη εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε δέουσα έρευνα και δεν έχουν λάβει υπόψη τα προσκομισθέντα εκ μέρους της Αιτήτριας έγγραφα. Ο κ. Μπενέτης  ισχυρίστηκε ότι η αυτοχειρία του γιού της προήλθε από την ψυχολογική πίεση την οποία άσκησε ο πρώην σύζυγος της γεγονός το οποίο αποτελεί νέο στοιχείο. Κατά τον ισχυρισμό του, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να επανεξετάσουν την αίτηση της Αιτήτριας υπό το πρίσμα των νέων στοιχείων και να της επιτραπεί η επεξήγηση τους, κατόπιν νέας κλήσης της Αιτήτριας σε συνέντευξη. Καταληκτικά ο συνήγορος της Αιτήτριας καλεί το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμψει την υπόθεση για επανεξέταση ενώπιον των Καθ’ ων η αιτηση.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)      Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)     νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)  Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματαη μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένουχωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/ην αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι, όπως εν προκειμένω και στην παρούσα περίπτωση, η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης της Αιτήτριας  με τη μεταγενέστερή της αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, έχει, για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που η Αιτήτρια προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αρχική αίτηση ασύλου, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων, μη αναφέροντας τα οποιαδήποτε οικογενειακά προβλήματα εξαιτίας των οποίων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της, ισχυρισμός που προβλήθηκε για πρώτη φορά με την πρώτη μεταγενέστερη της αίτησης. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι τόσο κατά της αρχικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και κατά της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης η Αιτήτρια υπέβαλε αντίστοιχες προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου τις οποίες ωστόσο η ίδια δεν προώθησε. Με την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, ημερομηνίας 18/12/2024 η Αιτήτρια επανέλαβε τα οικογενειακά προβλήματα προβάλλοντας ως επιπλέον στοιχείο το γεγονός ότι είναι πλέον διαζευγμένη και ο πρώην σύζυγός της συνεχίζει να την βασανίζει, κάτι που δεν ανέφερε στην αρχική της αίτηση ως αναφέρθηκε πιο πάνω, χωρίς έστω να επισυνάπτει το έγγραφο που επεσύναψε στην συνέχεια με την τρίτη μεταγενέστερη αίτησή της.   

 

Στη επίδικη  αίτηση, η Αιτήτρια επαναλαμβάνοντας τα προηγούμενα προβλήματα που επικαλέστηκε σε σχέση με τον πρώην σύζυγό της ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ο τελευταίος μετέφερε τις αναφερόμενες απειλές και στον πατέρα της, τον θείο της και τους γιους της. Ανέφερε επιπλέον ότι όταν ο πρώην σύζυγος είδε ανάρτηση που ανέβασε σε δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης η Αιτήτρια, ότι αυτή έχει συνάψει καινούργια σχέση στην Κύπρο, οι απειλές εντατικοποιήθηκαν. Υποστήριξε δε, ότι εξαετίας αυτής της κατάστασης ο γιος της αυτοκτόνησε. Πέραν των πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι  δέχεται απειλές από τους φίλους του πρώην συζύγου της στην Κύπρο, ωστόσο δεν μπορεί να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία καθότι είναι παράνομη. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η Αιτήτρια υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου : (i) πιστοποιητικό διαζυγίου με ημερομηνία έκδοσης 29/03/204 και ημερομηνία εγγραφής 22/05/2024 (ii) επιστολή συνταγμένη από τις αστυνομικές αρχές του Νεπάλ με τίτλο «Official letter for the release of deceased body for necessary processes», ημερομηνίας 26/01/2025 απευθυνόμενη προς τον κατ’ ισχυρισμό θείο της προς απόδειξη της αυτοκτονίας του υιού της και (iii) δέσμη φωτογραφιών στις οποίες απεικονίζεται ένα κατ΄ισχυρισμό νεκρό αγόρι που φέρεται να πρόκειται για τον υιό της.

 

Στη βάση των δηλώσεων της Αιτήτριας , ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε η Αιτήτρια δεν αποτελούν νέα στοιχεία και ότι λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία και επιπλέον τα έγγραφα που προσκόμισε δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης της με διεθνή προστασία.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά τη προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία καθώς και το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι πράγματι, με την υποβολή της τρίτης μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια δεν προέβαλε κάποιο ισχυρισμό ο οποίος να αποτελεί νέο στοιχείο που να αυξάνει μάλιστα τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Το γεγονός ότι έχει παρουσιάσει πλέον πιστοποιητικό διαζυγίου από τον σύζυγό της καθώς και ο θάνατος του υιού της λόγω των φερόμενων πιέσεων από τον πατέρα του εξαιτίας της μεταξύ των γονέων του σχέσης, όπως προβλήθηκε από τον συνήγορό της, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία που αυξάνουν τις πιθανότητες εκχώρησης προστασίας της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια  ορθά οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τη μεταγενέστερη αίτησή της ως απαράδεκτη.

 

Διαπιστώνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο που να αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός της. Συνεπώς, δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν6(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός της ως απαράδεκτο, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο