H. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ387/25, 27/3/2026
print
Τίτλος:
H. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ387/25, 27/3/2026
H. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ387/25, 27/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                   Υπόθεση αρ.Τ387/25

 

27 Μαρτίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

H. D.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Π. Πιερίδης, Δικηγόρος για τον αιτητή

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.18/08/25, η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε. Σημειώνεται ότι κατόπιν της καταχώρισης της προσφυγής από τον αιτητή προσωπικά, αυτός διόρισε δικηγόρο για να χειριστεί την υπόθεση, ο οποίος, αφότου ζήτησε να αναβληθεί η ακρόαση της παρούσης προκειμένου να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης, τελικά δεν το έπραξε και αγόρευσε προφορικά κατά την ακρόαση, επί της ουσίας.

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 25/12/20 και υπέβαλε την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 05/01/21 (ερ.1-3, 22-23, 57).

Στις 02/11/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.44-57). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 07/12/23 η αίτηση απορρίφθηκε (ερ.66-77).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 21/12/23 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα κατά τη λήψη (ερ.78, 3).

Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.190/24, που απορρίφθηκε στις 20/03/25 (ερ.92-106).

Στις 02/05/25 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία και απορρίφθηκε στις 06/08/25 ως απαράδεκτη, βάσει του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.107-126 και 131-137). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε δια χειρός και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα στις 18/08/25 (ερ.138).

Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω για να σώσει τη ζωή του, για να αποφύγει τη «συνοπτική εκτέλεση [του], όπως συχνά έχει γίνει ορατό σε παγκόσμια θέα, τις τελευταίες φορές σε κοινωνικά δίκτυα» αφότου βρέθηκε «μεταξύ δύο πυρών» και «ότι απέμεινε ήταν να [φύγει], μετά που [δικάστηκε] από δικαστήριο των Ambazonians». Σημειώνει δε ότι έπρεπε να «εξαφανίσει την μητέρα των τριών του παιδιών στις 07/06/20, μαζί με τα τρία [τους] παιδιά».   

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στη Douala, έχει ολοκληρώσει το Λύκειο, εργαζόταν σε εταιρία (ως κλητήρας, καθαριστής, ηλεκτρολόγος και υδραυλικός) από το 2008 μέχρι το 2020, μιλά γαλλικά και αγγλικά, είναι παντρεμένος, έχει τρία παιδιά, τα οποία διαμένουν με την μεγαλύτερη αδελφή της συζύγου του στην Yaounde, η μητέρα του ζει στην Douala, ο πατέρας του απεβίωσε και έχει ένα αδελφό, με τον οποίο δεν έχει επικοινωνία.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής για να σωθεί, καθώς το αφεντικό του, ο οποίος – ως ανέφερε – είχε μεγάλη δύναμη, ήταν εναντίον του αιτητή και φοβόταν ότι θα τον σκοτώσει. Ως ανέφερε, δούλευε για τρεις επιχειρήσεις, ήταν κλητήρας, και όταν μια λογίστρια ανέφερε ότι μια εκ των επιχειρήσεων θα χρεοκοπούσε, με ευθύνη αδελφού της που ήταν γενικός διευθυντής, ο οποίος, μόλις διορίστηκε, άρχισε να ερευνά τους προηγούμενους διαχειριστές και μετά αυτός έγινε υπουργός συγκοινωνιών. Τότε ο αιτητής κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις, γιατί, ως ανέφερε, θεωρούσαν ότι αυτός έπαιρνε τα έγγραφα. Ερωτώμενος γιατί προηγουμένως ανέφερε ότι εργαζόταν ως το 2020 ενώ μετά είπε ότι το πρόβλημα άρχισε το 2019, ο αιτητής ανέφερε ότι δεν ήθελε να προδώσει το αφεντικό του. Ο αιτητής συνελήφθη και ανακρίθηκε στις 02/09/19, χωρίς εντούτοις να γνωρίζει τον λόγο γι’ αυτό και ούτε είχε μαζί του κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει τη σύλληψη του. Ερωτώμενος τι έγινε κατά τη σύλληψη του ανέφερε ότι ανακρίθηκε από άτομα με πολιτική ενδυμασία. Ερωτώμενος γιατί συνέχισε να εργάζεται μετά απ’ αυτό ο αιτητής ανέφερε ότι γνώριζε το αφεντικό του από πολύ πριν και ότι «υποτίθεται ότι θα [τον] σκότωνε αν [σταματούσε]». Ερωτώμενος πότε ήρθε στην Κύπρο η σύζυγος του ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν τον Δεκέμβριο 2019, ενώ ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται μέχρι και τον Αύγουστο 2020. Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε ένταλμα σύλληψης (ερ.41), το οποίο παραδόθηκε το 2020, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς, στον μικρό του αδελφό, ο οποίος το έδωσε σε ένα ξάδελφο του που είναι στις ΗΠΑ και είχε πάει τότε στο Καμερούν. Σχετικά με τον λόγο του εντάλματος ο αιτητής ανέφερε ότι κατηγορείται για αποστασία. Ερωτώμενος αν είναι σίγουρος για την αυθεντικότητα του εγγράφου ο αιτητής ανέφερε ότι «[είναι] σε άσχημη θέση να κρίνει αυτά τα έγγραφα» και, σε επόμενη ερώτηση αν γνωρίζει τον λόγο γιατί κατηγορούνταν για αποστασία, απάντησε αρνητικά. Ερωτώμενος αν μπορεί να επιστρέψει στο Καμερούν και να ζήσει στη Yaounde, όπου μένουν τα παιδιά του, ο αιτητής απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι «φυσικά [είναι] σε κίνδυνο, λόγω αυτού του άνδρα». Ερωτώμενος για τις φωτογραφίες που προσκόμισε (ερ.40) ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος τις τράβηξε και δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία πληροφορία για τις φωτογραφίες αυτές.

Όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί του αιτητή εξετάστηκαν ενδελεχώς από τους καθ’ ων η αίτηση και απορρίφθηκαν ως στερούμενοι εσωτερικής και εξωτερικής συνοχής, πλην του προφίλ του αιτητή. Κατόπιν αξιολόγησης κινδύνου, στη βάση των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, αλλά και της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Douala), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και εκδόθηκε κατά του εδώ αιτητή (και της συζύγου του, η οποία ήταν αιτήτρια 2) απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους.

Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής κατάγραψε ότι εξακολουθεί να διώκεται, «αυτή τη φορά λόγω διατάραξης της δημόσιας τάξης και πρόκλησης σε εξέγερση και καταζητείται στο σύνολο της εθνικής επικράτειας», και πως, «λόγω της υπέρτατης επιθυμίας να [τον] δουν πίσω από τα κάγκελα (σ.σ. της φυλακής)», οι Αρχές «εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό εναντίον του στο σύνολο της επικράτειας» και διώκεται.

Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής προσκόμισε ένα ένταλμα σύλληψης (ερ.108-109), ένα ένταλμα όπου κηρύσσεται ως καταζητούμενος (ερ.113- 114) και ένα φερόμενο εσωτερικό μήνυμα της εισαγγελίας της Douala (ερ.110-111), τα οποία, ως σημειώνεται στο σημ.10 της επίδικης αίτησης (ερ.124), του δόθηκαν από «γνωριμία ενός μέλους της οικογένειας [του]» τον Μάρτιο 2024 και ο ίδιος «δεν [γνώριζε] τίποτε γι’ αυτό προηγουμένως».

Οι καθ’ ων η αίτηση, κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, σημείωσαν ότι όσα αναφέρει και τα έγγραφα που προσκόμισε δεν είχαν προσκομιστεί ή αναφερθεί προηγουμένως από δική του υπαιτιότητα και περαιτέρω προχωρούν και εξετάζουν το περιεχόμενο των όσων εγγράφων ο αιτητής προσκόμισε, για να καταλήξουν (για τους λόγους που λεπτομερώς καταγράφονται στα ερ.132-134) ότι, δεδομένου ότι αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις ως προς τα τυπικά τους γνωρίσματα και το περιεχόμενο τους – ως κρίθηκε – είναι ασαφές, αυτά (επιπροσθέτως των όσων αναφέρουν περί υπαιτιότητας του αιτητή αναφορικά με την μη προηγούμενη προσκόμιση των εγγράφων αυτών) δεν αυξάνουν, σε κάθε περίπτωση, τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Κατά την ακρόαση της παρούσης ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι στα πλαίσια της επίδικης αίτησης θα έπρεπε να θεωρηθούν αρκετά τα στοιχεία και έγγραφα που ο αιτητής προσκόμισε, ούτως ώστε να κληθεί σε συνέντευξη, προκειμένου αυτά να εξεταστούν επί της ουσίας και να ρωτηθεί που, πως και γιατί αυτά περιήλθαν στην κατοχή του.

Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.

Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].

Συνεπώς ο σκοπός της προκαταρτικής εξέτασης, η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις.

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:

«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.»

Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία την πρόνοια του αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να εξεταστεί επί της ουσίας, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».

Ενόψει των ως άνω παρατηρώ τα εξής.

Τα όσα καταγράφονται στο σημείο 10 του ερ.124 δεν αιτιολογούν την καθυστέρηση στην προσκόμιση των εγγράφων, αφού ο αιτητής είχε προσκομίσει στα πλαίσια της 1ης αίτησης του (ερ.40-41) φερόμενο ένταλμα σύλληψης και φωτογραφίες, για τα οποία ουδέν ήταν σε θέση να αναφέρει τελικά, παρότι ρωτήθηκε σχετικώς. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος καταγράφει στο σημ.10 του ερ.124, τα έγγραφα τα είχε στην κατοχή του ήδη από τον Μάρτιο 2025, όμως, παρότι η προσφυγή αρ.190/24 απορρίφθηκε στις 20/03/25, ουδέν έπραξε προκειμένου να προωθήσει την εν λόγω προσφυγή ή και να προσκομίσει στο Δικαστήριο, ως θα μπορούσε, τα εν λόγω στοιχεία ή έγγραφα. Επιπροσθέτως, με δεδομένο ότι ήταν ευθύνη του αιτητή να καταγράψει στο σημ.10 του ερ.124 επακριβώς τις περιστάσεις υπό τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή του τα έγγραφα αυτά (τα οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, έχουν φερόμενο χρόνο έκδοσης τον Ιούνιο - Σεπτέμβριο 2024), δεν θεωρώ ότι ικανοποιεί την εκ του νόμου προϋπόθεση μη υπαιτιότητας του αιτητή το γενικό λεκτικό ότι περιήλθαν στην κατοχή του «μέσω γνωριμίας μέλους της οικογένειας του» και ότι «δεν [γνώριζε] τίποτε γι’ αυτό προηγουμένως». Τονίζω ότι ο έλεγχος του κατά πόσο η μη προηγούμενη προσκόμιση των νέων εγγράφων και στοιχείων οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του αιτητή εντάσσεται στα πλαίσια του παραδεκτού και θα πρέπει προς τούτο ο αιτητής να αναφέρει επαρκή στοιχεία προς απόδειξη της προϋπόθεσης αυτής στα πλαίσια υποβολής της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε το ότι καλείται να το πράξει γραπτώς δεν σημαίνει ότι δεν του δίδεται δεόντως η ευκαιρία να αναφέρει ότι επιθυμεί σχετικώς και – αντίστοιχα – δεν υφίσταται κάποια υποχρέωση των καθ’ ων η αίτηση να καλέσουν τον αιτητή σε συνέντευξη στα πλαίσια του παραδεκτού, όπου θεωρούν ότι τα όσα ο αιτητής αναφέρει δεν επαρκούν για να κριθεί παραδεκτή η μεταγενέστερη αίτηση, εν προκειμένω η επίδικη. Περαιτέρω, εκ των ως άνω θα πρέπει δε να γίνει δεκτό ότι είχε δοθεί δεόντως η δυνατότητα στον αιτητή «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος», εφόσον αυτά έχουν φερόμενο χρόνο έκδοσης πριν από την απόρριψη της προσφυγής του και ουδέν σαφές αναφέρεται στα πλαίσια της επίδικης που να εξηγεί γιατί περιήλθαν – σύμφωνα με τον αιτητή – στην κατοχή του ένα χρόνο μετά την έκδοση τους και με ποιο τρόπο.

Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι η επίδικη αίτηση ορθώς κρίθηκε απαράδεκτη, στη βάση του αρ.16Δ, παρότι ουδεμία ανάγκη για περαιτέρω εξέταση των προσκομισθέντων εγγράφων υπήρχε και συνεπώς εκ του περισσού υπήρξε ενασχόληση με το περιεχόμενο τους, δεδομένου ότι, εφόσον έγινε δεκτό – και ορθώς – ότι αυτά δεν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως εξ υπαιτιότητας του αιτητή, το ζήτημα δεν έχρηζε περαιτέρω εξέτασης και ουδείς περαιτέρω λόγος ήταν αναγκαίος για την απόρριψη της επίδικης αίτησης.

Σημειώνω εδώ ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία». Δεδομένης λοιπόν της εξουσίας τούτης οιαδήποτε εκ του περισσού εξέταση έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση δεν αρκεί για να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση, εφόσον πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, δίδεται η ορθή, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων, και πλήρης αιτιολογία για την απόρριψη της.

Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.

Αξίζει να σημειωθεί και το ότι, παρότι στην επίδικη αίτηση φαίνεται να περιλαμβάνεται και η σύζυγος του αιτητή, εντούτοις αυτή δεν είναι αιτήτρια στην παρούσα και – σε κάθε δε περίπτωση – ουδέν ισχυρισμό φαίνεται να προωθεί στα πλαίσια της επίδικης αιτήσεως, όσο και κατά την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου απομένει αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Douala / Littoral Region).

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία επικαιροποίηση στις 13/02/26), σημειώθηκαν 17 περιστατικά ασφαλείας στην Douala, περιφέρεια Littoral του Καμερούν, τα οποία οδήγησαν σε 30 θανάτους και τα οποία κατατάσσονται ως εξής: 8 περιστατικά διαδηλώσεων (demonstrations) που προκάλεσαν 26 θανάτους, 6 περιστατικά πολιτικής βίας (political violence) που οδήγησαν σε 11 θανάτους και 4 περιστατικά καταστολής (repression), με 10 θανάτους. [1] Για την ίδια με την ως άνω περίοδο, σε ολόκληρη την περιφέρεια Littoral σημειώθηκαν 28 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία οδήγησαν σε 31 θανάτους.[2] Ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται κατά το έτος 2026 σε 4,5 εκατομμύρια κατοίκων [3], ενώ της περιφέρειας Littoral, σύμφωνα με εκτιμήσεις που αφορούν στο έτος 2025, ανερχόταν περί τα 4,6 εκατομμύρια κατοίκων [4].

Εκ των ως άνω δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[5] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την ως άνω κατάληξη.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.

[3] World Population Review, Cameroon, Douala, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala , πρόσβαση 24/02/2026.

[4] City Population, Cameroon, Littoral, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.

[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο