ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: T469/25
30 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ι. Κ.
Αιτητής
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 22/09/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του για επανεξέταση του φακέλου του ως απαράδεκτη.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν τεθεί στο Υπόμνημα των Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Όπως προκύπτει από αυτά, ο Αιτητής είναι πολίτης της Συρίας και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 22/05/2025 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Την ίδια μέρα, ήτοι στις 22/05/2025, ο Αιτητής έλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection), και στις 28/05/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/05/2025 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την συνέντευξη του Αιτητή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του. Στις 30/05/2025, δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση με απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Στις 30/05/2025 εκδόθηκε απορριπτική επιστολή, η οποία παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν.
Κατά της τελευταίας, ασκήθηκε από τον Αιτητή η υπ' αριθμό 1350/2025 προσφυγή, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 19/08/2025 λόγω μη προώθησής της.
Στις 18/09/2025, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα διεθνούς προστασίας, το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο στις 22/09/2025, κατόπιν σχετικής Έκθεσης/Εισήγησης ημερομηνίας 20/09/2025. Ακολούθως, στις 02/10/2025, ο Αιτητής παρέλαβε ιδιοχείρως, απορριπτική επιστολή ημερομηνίας 22/09/2025.
Στις 02/10/2025, ο Αιτητής αυτοπροσώπως καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της ως άνω αναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσία Ασύλου. Στην προσφυγή του ο Αιτητής κατέγραψε ότι ενίσταται κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου διότι στη χώρα του δεν είναι ασφαλής. Περαιτέρω κατέγραψε ότι η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του δεν είναι καλή και ο λόγος που αφίχθηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία είναι για να συνεχίσει τις σπουδές του.
Κατά την ακρόαση της παρούσας, που έλαβε χώρα στις 21/10/2025, ο Αιτητής ανέφερε δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του αλλά επιθυμία του είναι να παραμείνει στη Κυπριακή Δημοκρατία και να καταστήσει την παρουσία του νόμιμη. Ερωτηθείς από το Δικαστήριο για τον λόγο που δεν προώθησε την προηγούμενη προσφυγή του με αριθμό 1350/2025 ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2025 υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα καθότι δεν γνώριζε ότι η προηγούμενη του προσφυγή απορρίφθηκε.
Κρίνω σκόπιμο να γίνει μια αναδρομή στους ισχυρισμούς που προώθησε ο Αιτητής πριν την καταχώρηση της επίδικης μεταγενέστερης του αίτησης, αφού η όποια ανάλυση των στοιχείων που έχει προσκομίσει μεταγενέστερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς που προώθησε στην προγενέστερη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης του αίτησης υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην αρχική αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι εξαιτίας του πολέμου το οικογενειακό τους σπίτι καταστράφηκε και τα μέλη της οικογένειάς του διαβιούν σε σκηνές. Επίσης κατέγραψε ότι στη χώρα του, δεν υπάρχουν ευκαιρίες εργασίας, έτσι μετέβη παρανόμως στην Τουρκία και εργάστηκε για περίοδο δύο μηνών. Ακολούθως κατέφθασε στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό να εργαστεί για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του καθώς επίσης και για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Συρίας, γεννηθείς στo κυβερνείο Alamoudiyeh Idlib της Συρίας και με περιοχή τελευταίας διαμονής του το Deir Hassan στο Idlib. Είναι μουσουλμάνος σουνίτης στο θρήσκευμα, ομιλεί Αραβικά και διέκοψε την φοίτηση του λόγω του πολέμου και επειδή επιβαλλόταν να εργαστεί. Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι εργαζόταν στον κατασκευαστικό τομέα για περίπου 3 χρόνια, στην πόλη Idlib.
Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι άγαμος και δεν έχει τέκνα. Οι γονείς του και τα 4 από τα αδέρφια του διαμένουν στην Συρία, διαθέτει ένα αδερφό ο οποίος βρίσκεται στη Τουρκία και 5 ετεροθαλή αδέρφια από τον πατέρα του που βρίσκονται στη Συρία, με τους οποίος ο Αιτητής δήλωσε ότι διατηρεί καθημερινή επικοινωνία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα του διαθέτει ευρύτερη οικογένεια.
Σε σχέση με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Συρία τον Μάρτιο 2024, με την οικονομική υποστήριξη από την οικογένειά του και μετέβηκε παρανόμως στη Τουρκία όπου παρέμεινε για 1 χρόνο και 2 μήνες διαμένοντας μαζί με τον θείο του ο οποίος τον στήριζε. Από την Τουρκία, διακινήθηκε δια θαλάσσης στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές παραμένοντας για ένα βράδυ και την επόμενη μέρα παρανόμως εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι λόγοι που ώθησαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα του, σχετίζονταν με το πόλεμο και την έλλειψη ευκαιριών εργασίας. Η οικογένειά του αποφάσισε όπως ο Αιτητής μεταβεί στη Τουρκία μαζί με τον θείο του για να εργαστεί. Όμως επειδή εν τέλει οι ευκαιρίες για εργασία δεν ήταν καλές και επειδή δεν εξασφάλισε άδεια παραμονής, αποφάσισε να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να βρει εργασία και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής του.
Ερωτηθείς για το τί πιστεύει θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, ο Αιτητής επικαλέστηκε τις οικονομικές δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει καθότι, όπως ανέφερε στη χώρα δεν υπάρχει σταθερότητα, το πατρικό του σπίτι έχει καταστραφεί συνεπεία του πολέμου και οι συνθήκες διαβίωσης στη χώρα του δεν είναι καλές.
Ο Αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά στην ερώτηση για το αν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα του και επιπλέον δήλωσε ότι οι αρχές της χώρας θα του επιτρέψουν στην είσοδο σε αυτή. Κληθείς να απαντήσει πως ο πόλεμος επηρέασε τον ίδιο προσωπικά, ο Αιτητής απάντησε ότι το πατρικό του σπίτι καταστράφηκε και ότι αναγκάζονταν να μετακινούνται από το περιοχή σε περιοχή λόγω των αεροπορικών επιδρομών. Ερωτηθείς για το αν θα εγκατέλειπε τη χώρα του σε περίπτωση που είχε εργασία, ο Αιτητής απάντησε ότι σε τέτοια περίπτωση θα παρέμενε.
Καταληκτικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι δε μετακινήθηκε σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας καθότι η έκρυθμη κατάσταση επικρατεί σε όλη τη χώρα και ότι σε περίπτωση που επέστρεφε στη χώρα του δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή από το Idlib γιατί εκεί βρίσκεται η οικογένειά του.
Στη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι ζητά να επανανοίξει ο φάκελος του καθότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του λόγω της ανασφάλειας. Επιπλέον ανέφερε ότι η οικογένειά του δεν διαθέτει κατοικία στη Συρία και οι συνθήκες διαβίωσης είναι δύσκολες. Κατέγραψε επιπλέον ότι ζητά να γίνει αποδεκτό το αίτημά του προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης του στην Κυπριακή Δημοκρατία καθότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του.
O αρμόδιος λειτουργός των Καθ' ων η Αίτηση εξετάζοντας προκαταρκτικά τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του, ως προκύπτει από την Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε στις 20/09/2025, διαπίστωσε ότι δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς αλλά επανέλαβε τους ίδιους, ισχυρισμοί οι οποίοι εξετάστηκαν κατ’ ουσία και απορρίφθηκαν με την προγενέστερη αίτησή του, έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεν δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αφετέρου δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι επί της ουσίας οικονομικοί λόγοι που δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου για χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στο Idlib, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποβαλλόταν σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ενόψει τούτων, εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις και 16Δ και την επιστροφή του Αιτητή στη Συρία σύμφωνα με το άρθρο 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου 2000, επισημαίνοντας ότι η προηγούμενη απόφαση επιστροφής με ημερομηνία 30/05/2025 παραμένει σε ισχύ.
Σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1]
Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Διαφαίνεται από τα πιο πάνω, ότι ο Προϊστάμενος δεν προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων που υποβάλλει αιτητής, εκτός και αν πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις υπό (i) και (ii) του εν λόγω άρθρου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αιτητής δύναται να καταγράψει και να εξηγήσει με λεπτομέρεια τους λόγους που επιθυμεί την επανεξέταση του φακέλου του, ως προκύπτει από το ειδικό έντυπο που συμπληρώνεται από τα πρόσωπα που επιθυμούν επανάνοιγμα του φακέλου τους.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι Καθ’ων η αίτηση δεν αποδέχτηκαν ότι τα στοιχεία που υπέβαλε ο Αιτητής αποτελούσαν νέα στοιχεία ή πορίσματα. Από την έκθεση-εισήγηση που είναι κατατεθειμένη ως ερυθρά 183-187 του διοικητικού φακέλου, διαφαίνεται ότι αξιολογήθηκαν οι ισχυρισμοί του και κρίθηκε αφενός ότι δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς αλλά επίσης ότι αυτά δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, ως οι προϋποθέσεις στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β)(ι) του περί Προσφύγων Νόμου, με αποτέλεσμα την απόρριψη της μεταγενέστερης της αίτησης ως απαράδεκτης. Τόνισαν επίσης το γεγονός ότι κατά της αρχικής απόφασης, ο Αιτητής είχε καταχωρήσει προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 1350/25, η οποία απορρίφθηκε στις 19/08/25 λόγω μη προώθησης.
Με βάση τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, συνάγεται ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι πλήρως αιτιολογημένη και συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των στοιχείων της διοικητικής διαδικασίας και υπό το φως όλων των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση. Τα όσα ο Αιτητής κατέγραψε στην μεταγενέστερη αίτησή του δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου,Ν. 6(Ι)/2000, ώστε η αίτησή του να κριθεί παραδεκτή.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62019CJ0921&from=NL
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο