Α.M.A. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ505/2025, 30/3/2026
print
Τίτλος:
Α.M.A. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ505/2025, 30/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ505/2025

30 Μαρτίου 2026

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

Α.M.A.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.

 

[Παρούσα η κ. Ella Zacharoudes για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα]

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 24/09/2025 κοινοποιηθείσα προς τον Αιτητή στις 10/10/2025, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις (2) (δ) και 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.  .

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα, συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία μόνο του Αιτητή.  

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, πρόκειται για ενήλικα, υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»), κάτοχο διαβατηρίου με ημερομηνία έκδοσης 24/06/2021 και ημερομηνία λήξης 23/06/2026 ο οποίος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 25/02/2022, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 12/04/2022, αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 29/03/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της EUAA και ακολούθησε στις  12/04/2024 η σύνταξη  εισηγητικής έκθεσης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία ο αρμόδιος λειτουργός εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, κρίνοντας ότι αυτός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 15/04/2024, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κόγκο.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω επιστολής ημερομηνίας 30/04/2024 αυθημερόν και εναντίον αυτής, ο Αιτητής, μέσω συνηγόρου καταχώρισε την υπ' αριθμό 3191/2024 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, την οποία σε κατοπινό στάδιο αυτοβούλως απέσυρε. Κατά συνέπεια η προσφυγή του στις 24/06/2025 απορρίφθηκε καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου τελεσίδικη.

 

Στις 16/09/2025, ο Αιτητής συμπλήρωσε και υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, επισυνάπτοντας δακτυλογραφημένη επιστολή σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αιτείται το επανάνοιγμα του φακέλου του, ως θα αναφερθώ πιο κάτω. Κατά την εξέτασή της αίτησής του σε προκαταρκτικό στάδιο, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 16/09/2025, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί απαράδεκτη. Η προαναφερθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου στις 19/09/2025, ο οποίος αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, τερματίζοντας παράλληλα το δικαίωμα παραμονής του Αιτητή.

 

Ο Αιτητής, στις 10/10/2025 παρέλαβε δια χειρός την πιο πάνω απορριπτική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση μέσω επιστολής ημερομηνίας 24/09/2025, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον ίδιο.

 

Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής καταχώρισε, την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι νομικά επιχειρήματα προς ακύρωση τα προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα ο Αιτητής ισχυρίζεται εγκατέλειψε την χώρα του επειδή οι αντάρτες εισέβαλαν στην πόλη του το 2020 και δεν μπορεί να επιστρέψει καθότι, εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί και εξ αυτού η ζωή του κινδυνεύει.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την Ακρόαση της παρούσας, επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι οι ισχυρισμοί που καταγράφει στην μεταγενέστερη αίτηση του είναι οι ίδιοι με αυτούς που κατέγραψε κατά την αρχική του αίτηση για διεθνή προστασία, με τον Αιτητή να συμφωνεί, ωστόσο δήλωσε ότι επιθυμεί να παραθέσει νέα τεκμήρια τα οποία όμως δεν μπορεί να λάβει εξαιτίας του πολέμου που επικρατεί στη χώρα του.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)           Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)          νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)     Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)     Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον-

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι, όπως εν προκειμένω , η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του Αιτητή με τη μεταγενέστερή του αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο Αιτητής για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας. 

 

Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του ενώπιον μου διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής στην αρχική του αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της σύγκρουσης στο ανατολικό τμήμα της χώρας και της περιοχής South Kivu στην πόλη Uvira. Υποστήριξε, ότι εγκληματίες εισήλθαν στην πόλη, λεηλάτησαν και έκαψαν σπίτια. Κατά την διάρκεια του γεγονότος αυτού, ο Αιτητής ανέφερε ότι πολλές γυναίκες και κορίτσια έπεσαν θύματα βιασμού από ένοπλους άνδρες. Οι γονείς του Αιτητή σκοτώθηκαν κατά την επίθεση των ενόπλων ανδρών κατά την διαφυγή του Αιτητή μαζί με τον αδελφό κάποιοι φίλοι του πατέρα του τους βρήκαν και τους μετέφεραν στην Kinshasa. Έπειτα από λίγο καιρό, πιστεύοντας ότι θα έχουν μεγαλύτερη ασφάλεια, τους πρότειναν να φύγουν για την Κύπρο, ο Αιτητής και ο αδελφός του βλέποντας ότι δεν έχει οικογένεια πλέον στην ΛΔΚ αποφάσισαν να φύγουν.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι εξαιτίας της σύγκρουσης στην πόλη Uvira αυτός και ο αδελφός του αναγκαστήκαν να διαφύγουν. Κάποιοι φίλοι του πατέρα τους τους εντόπισαν στον πλήθος και τους μετέφεραν στην Kinshasa, οι ίδιοι φίλοι τους ενημέρωσαν ότι σκοτώθηκαν οι γονείς τους και τους πρότειναν να ταξιδεύσουν στην  Κύπρο για την ασφάλεια τους, όπως και έγινε δύο χρόνια αργότερα Την περίοδο που μεσολάβησε, ήτοι δύο χρόνια, ο Αιτητής διέμενε στην Kinshasa, χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την παραμονή του εκεί.  

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν ένας προς ένας από τους Καθ’ ων η αίτηση, ωστόσο δεν έγιναν αποδεκτοί και πέραν των προσωπικών του στοιχείων  απορρίφθηκαν. Κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ο Αιτητής ως πρόσφυγας ή για να του χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ο Αιτητής υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, εκπροσωπούμενος μάλιστα από δικηγόρο της επιλογής του, ωστόσο σε κατοπινό στάδιο, αιτήθηκε της απόσυρσης της προσφυγής του, κατά συνέπεια αυτή απορρίφθηκε η δε απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κατέστη τελεσίδικη.

 

Με την μεταγενέστερη αίτησή του ο Αιτητής δήλωσε μέσω δακτυλογραφημένης επιστολής την οποία επισυνάπτει στην αίτησή του, ότι αναγκάστηκε να φύγει  από την χώρα καταγωγής του λόγω των επικίνδυνων συνθηκών που επικρατούν στην χώρα του. Υποστήριξε ότι έχει χάσει κάθε επαφή με το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, για αυτόν το λόγο δεν μπορεί να προσκομίσει υποστηρικτικό υλικό, παραπέμποντας σε διαδικτυακές πηγές προς υποστήριξη του αιτήματος του, σύμφωνα με τις οποίες τεκμηριώνεται η βία, οι σφαγές και οι διώξεις στη χώρα καταγωγής του, όπως τις βίωσε και ο ίδιος προσωπικά. Επισημαίνει πως η επιστροφή του στη ΛΔΚ θα τον θέσει σε σοβαρό κίνδυνο και ότι ο φόβος δίωξής του είναι πραγματικός.  Υποστηρίζει περαιτέρω, ότι έχει ζήσει πολλά χρόνια στην Κύπρο, έχει προσαρμοστεί στην κουλτούρα και στον τρόπο ζωής και αισθάνεται ότι ανήκει στη χώρα μας.  Αποτελεί θέση του ότι η παραμονή του στην Κύπρο δεν θα διασφαλίσει μόνο την ευημερία του αλλά θα του προσφέρει και ασφάλεια, σταθερότητα και ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

 

Οι Καθ΄ων η αίτηση απέρριψαν ως απαράδεκτη την αίτησή του, εφόσον έκριναν ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους αρχικούς του, οι οποίοι έχουν εξεταστεί κατ΄ ουσίαν και απορρίφθηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Επιπρόσθετα, οι Καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν ότι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός των αναφερόμενων από τον Αιτητή παραπομπών ωστόσο κρίθηκε πως «τέτοιου είδους αναρτήσεις οι οποίες ως ο Αιτητής σημειώνει αναφέρονται στην γενική κατάσταση ασφαλείας της χώρας καταγωγής του, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν προσωπικό φόβο δίωξης», κρίνοντας εν κατακλείδι πως ο Αιτητής δεν υπέβαλε στοιχεία που να δεικνύουν ότι σε περίπτωση  επιστροφής του στην ΛΔΚ θα διατρέξει οποιανδήποτε κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι πράγματι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του , συνιστούν όντως επανάληψη των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την εξέταση του αρχικού του αιτήματος, οι οποίοι έχουν εξεταστεί και έχουν απορριφθεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Αυτό άλλωστε είναι παραδεχτό και από τον ίδιο, ερωτηθείς ειδικά επί τούτου από το Δικαστήριο.

 

Διαπιστώνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο που να αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός του. Συνεπώς, δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν6(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί.

 

Ως εκ τούτου ως διαφαίνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, ορθά οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Κρίνω με το ενώπιον μου υλικό ότι οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν δεόντως όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, κατά συνέπεια ορθά απέρριψαν την αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο