M.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T66/26, 31/3/2026
print
Τίτλος:
M.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T66/26, 31/3/2026
M.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T66/26, 31/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: T66/26

 

31 Μαρτίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

M.I.

Αιτητού

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

.........

Ζ. Ποντίκη (κα), για Αλ Τάχερ και Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.,  Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: O Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 9.2.2026, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις(2)(δ) των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2023.

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Ο Αιτητής κατάγεται από τη Ρουάντα. Περί τις 2.4.2024, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 16.4.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή. Στις 24.4.2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: o Προϊστάμενος) ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησής του για άσυλο και για επιστροφή στη χώρα καταγωγής του. Στις 21.5.2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν. Στις 20.6.2024, ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ' αριθμό 2266/24, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και στις 23.12.2025, ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της αίτησής του για διεθνή προστασία. Στις 30.1.2026, ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησής του ως απαράδεκτης, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11.2.2026. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής δια της συνηγόρου του προωθεί όπως διευκρίνισε κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου την ουσία της μεταγενέστερης αίτησής του, ήτοι ότι προσκόμισε έγγραφο από το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής του επιδεικνύουν επιχειρησιακό ενδιαφέρον για το πρόσωπό του, καλώντας τον να υποβληθεί σε υποχρεωτική στρατιωτική εκπαίδευση. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του επικαλείται και σχετικές εξωτερικές πηγές, από τις οποίες, κατά τη θέση του, προκύπτει ότι στη χώρα καταγωγής του λαμβάνουν χώρα πρακτικές καταναγκαστικής στρατολόγησης.

 

3.              Κατ΄ εφαρμογή του Κανονισμού 3(ε) των περί της λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, οι Καθ΄ ων η αίτηση συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία δια της καταχωρίσεως υπομνήματος,  δεν συμμετείχαν στην ακροαματική διαδικασία και δεν καταχώρισαν γραπτή αγόρευση.

  

To νομικό πλαίσιο

4.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου):

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου  (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

5.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

1.             Το άρθρο 3 Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

2.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ […]

(3) Η Υπηρεσία Ασύλου αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτητή, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) στοιχεία.».

3.             Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:

«Απαράδεκτες αιτήσεις

12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν- (α) [...] (β) [...] (γ) [...]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή

(ε) [...]».

4.      Το άρθρο 16Δ του του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης

16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -

(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής[...]».

5.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης  καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. 

 

Κατάληξη

6.             Είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι, το παρόν Δικαστήριο ως Δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιόν του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (Βλ. Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εν προκειμένω στην αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής του ως παραδεκτής.

 

7.             Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη αποτελεί απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), όταν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Υπογραμμίζεται δε ότι καταρχήν ο Προϊστάμενος στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση εκ νέου διενέργειας συνέντευξης (άρθρο 16Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου).

 

8.             Το ζήτημα της εξέτασης των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα της έννοιας των νέων στοιχείων και πορισμάτων εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C 18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710, σκέψεις 31 έως 44. Η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται  σε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων [Βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C 921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34].

 

9.             Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης, συνεπώς, οι οποίες ανήκουν στο πρώτο στάδιο εξέτασης μίας μεταγενέστερης αίτησης, όπως μεταφέρθηκαν στην εθνική έννομη τάξη είναι οι ακόλουθες.

 

10.          Πρώτον, καθορίζεται εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

11.          Δεύτερον, εάν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

12.          Τρίτον, εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία, που αφορούσε την εξέταση της αίτησής του. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.

 

13.          Ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου, αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης επαφίεται πλέον στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.

 

14.          Εν προκειμένω, ο Αιτητής, κατά την καταγραφή της πρώτης αίτησής του για άσυλο δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη Ρουάντα, καθώς η ζωή του βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο. Ασχολούνταν με δραστηριότητες μεταξύ ΛΔΚ και Ρουάντα, εκφράζοντας φόβο ότι, θα τον μεταφέρουν ξανά σε στρατιωτική βάση και θα υποβληθεί σε ανάκριση λόγω της παρουσίας του στη ΛΔΚ. Υποστήριξε εξάλλου ότι στο παρελθόν είχε κρατηθεί σε στρατιωτική βάση για χρονικό διάστημα τριών μηνών, κατά το οποίο του στερούσαν την τροφή και τον υπέβαλαν σε ξυλοδαρμούς.

 

15.          Κατά τη συνέντευξή του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε την καταγωγή του, από τη Ρουάντα, γεννηθείς το 2001, υποδεικνύοντας ως τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής το χωριό Butaro της περιοχής Burera. Αναφορικά με την οικογένειά του, οι γονείς του καθώς και τα αδέλφια του διαμένουν στο Musanze της Ρουάντα. Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2022 μετέβη, όπως συνήθιζε, σε περιοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) για εμπορικούς σκοπούς. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, συνελήφθη μαζί με άλλα πρόσωπα από ένοπλη ομάδα (M23), η οποία τους μετέφερε σε στρατόπεδο στην περιοχή Masisi. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κρατήθηκε εκεί για περίοδο περίπου τριών μηνών, κατά την οποία εξαναγκάστηκε να εκτελεί εργασίες για λογαριασμό των ενόπλων (μεταφορά πυρομαχικών, μαγείρεμα), υπό καθεστώς καταναγκασμού. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ ενόπλων ομάδων και του στρατού της ΛΔΚ, ο Αιτητής διέφυγε προς τη Ρουάντα. Ωστόσο, εκεί συνελήφθη από τις αρχές της Ρουάντα, οι οποίες, αμφισβητώντας τους ισχυρισμούς του περί απαγωγής, τον μετέφεραν σε στρατόπεδο στην περιοχή Kinigi, όπου κρατήθηκε και ανακρίθηκε σχετικά με πιθανή συνεργασία ή γνώση για ένοπλες ομάδες. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά την κράτησή του υπέστη κακομεταχείριση και βασανιστήρια με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι αρχές τον πίεζαν να επιστρέψει στο M23, ενώ τον απειλούσαν ότι, σε περίπτωση που θεωρηθεί μέλος άλλης ένοπλης ομάδας (FDLR), κινδυνεύει με θανάτωση. Παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι τον Ιούλιο του 2023, οπότε, κατόπιν επικοινωνίας με την οικογένειά του και παρέμβασης συγγενικού του προσώπου με στρατιωτική ιδιότητα, αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους. Μετά την απελευθέρωσή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι συνέχισε να βρίσκεται υπό πίεση από τις αρχές για συνεργασία και πιθανή επιστροφή του σε στρατιωτικές δραστηριότητες. Υποστήριξε ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας του και του φόβου περαιτέρω δίωξης ή κακομεταχείρισης, η οικογένειά του αποφάσισε να τον απομακρύνει από τη χώρα και να τον αποστείλει στο εξωτερικό για υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας. (βλ. ερ. 30 2Χ του διοικητικού φακέλου) Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του, ο Αιτητής  επανέλαβε ότι αυτοί οφείλονταν στο γεγονός ότι τον αναζητούσε ο στρατός της χώρας του.

 

16.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι: (α) τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του και (β) τον ισχυριζόμενο φόβο αναζήτησής του από τον στρατό της χώρας καταγωγής του. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκαναν αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, απορρίπτοντας τον δεύτερο. Περαιτέρω, εκτιμώντας τον κίνδυνο που ενδέχεται να διατρέξει ο Αιτητής στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού του, κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, λαμβάνοντας συνολικά υπόψη τόσο την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του όσο και το προσωπικό του προφίλ, έκριναν ότι ο Αιτητής δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιστροφής. Συνεπεία των ανωτέρω, κατά τη νομική τους εκτίμηση, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, βάσει της αξιολόγησης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η υπ’ αριθμό 2266/2024 προσφυγή του απορρίφθηκε στις 14.5.2025 λόγω μη προώθησης.

 

17.          Στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής αναφέρει ότι προέκυψαν νέα στοιχεία μετά την απόρριψη της αρχικής αίτησής του. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι βρίσκεται σε ηλικία στρατολόγησης και ότι έχει συμπεριληφθεί σε καταλόγους προς στρατολόγηση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Ρουάντα, θα αντιμετωπίσει άμεσο κίνδυνο καταναγκαστικής στρατολόγησης, ενώ σε περίπτωση άρνησής του να συμμορφωθεί, θα εκτεθεί σε κίνδυνο φυλάκισης. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, επισυνάπτει στη μεταγενέστερη αίτησή του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία, κατά τα λεγόμενά του, δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του το 2023:

α)Έγγραφο κλήσης για στρατιωτική εκπαίδευση. β) Δημοσιεύματα και εκθέσεις διεθνών οργανισμών και μέσων ενημέρωσης (μεταξύ άλλων BBC, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και Human Rights Watch), από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι οι αρχές της χώρας του προβαίνουν σε στρατολόγηση νεαρών ατόμων με σκοπό την αποστολή τους σε παραμεθόριες περιοχές, προς ενίσχυση των επιχειρήσεων που συνδέονται με τη δράση της ένοπλης ομάδας Μ23 και της συνεχιζόμενης σύγκρουσης με τη ΛΔΚ.

 

18.          Αξιολογώντας τη μεταγενέστερη αίτησή του, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί επικαλούμενου κινδύνου ζωής, συνεπεία της φερόμενης απαγωγής και κράτησής του από την ένοπλη ομάδα Μ23, καθώς και της μεταγενέστερης σύλληψης και κακοποίησής του από τις αρχές της Ρουάντα, δεν συνιστούν νέα ή ουσιωδώς διαφοροποιημένα στοιχεία σε σχέση με όσα είχε ήδη προβάλει κατά την αρχική του αίτηση και κατά τη συνέντευξή του. Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αυτά δεν αποτελούν στοιχεία ικανά να αυξήσουν τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, καθότι η αυθεντικότητα των εν λόγω εγγράφων, καθώς και η διαδικασία έκδοσης και απόκτησής τους, δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν. Περαιτέρω, επισημαίνουν ότι η γενική υποχρέωση του Αιτητή προς στρατιωτική εκπαίδευση δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, ένδειξη ατομικής στοχοποίησης από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.

 

19.          Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, διαπιστώνεται κατά πρώτον ως προς τον κίνδυνο ζωής που επικαλείται ο Αιτητής ότι διατρέχει, καθώς αφού απήχθη κατά τη μετάβαση του στην ΛΔΚ, για εμπορικούς λόγους, κρατήθηκε από την ένοπλη ομάδα M23 για περίπου τρεις μήνες όπου υπέστη κακομεταχείριση και εξαναγκασμό σε εργασία, ενώ μετά την διαφυγή του και την επιστροφή του στη Ρουάντα συνελήφθη και κρατήθηκε σε στρατιωτική βάση από τις αρχές, όπου ανακρίθηκε και κακοποιήθηκε λόγω υποψιών σύνδεσης του με ένοπλες ομάδες, πρόκειται για ισχυρισμό που ήδη προβλήθηκε και εξετάστηκε στο πλαίσιο της πρώτης αίτησής του για διεθνή προστασία. Στο πλαίσιο δε της μεταγενέστερης αίτησής του, δεν επικαλείται οποιοδήποτε νέο και ουσιώδες περιστατικό, αλλά επαναλαμβάνει τα περί κινδύνου ζωής με γενικό τρόπο. Συνεπώς, η πτυχή αυτή των δηλώσεών του, δεν αποτελεί νέο ουσιώδες γεγονός.

 

20.          Περαιτέρω, ως προς τον επικαλούμενο κίνδυνο που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει ένεκα της φερόμενης καταναγκαστικής του στρατολόγησης, παρατηρείται καταρχάς ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε άμεση διασύνδεση της κλήσης του προς στρατολόγηση με τον απορριφθέντα ισχυρισμό του κατά την πρώτη αίτησή του για διεθνή προστασία περί δίωξής του από τις αρχές της χώρας του. Εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι κατά νομολογημένη αρχή, ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο, εφόσον δεν διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε σχετική διαπίστωση (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Τελικώς, η αξιολόγηση της γνησιότητας ενός εγγράφου πραγματοποιείται σε συνάρτηση με τους προφορικούς ισχυρισμούς του αιτητή, οι οποίοι είτε δύνανται να ενισχυθούν από αυτό είτε να μην επιβεβαιώνονται επαρκώς, καθόσον το έγγραφο δεν επαρκεί αφ’ εαυτού για την απόδειξη των ισχυρισμών. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). Στο πλαίσιο αυτό, δύνανται να ληφθούν υπόψη και τυχόν εξόφθαλμες ενδείξεις μεταποίησης, οι οποίες είναι ευχερώς διακριτές ακόμη και χωρίς τη συνδρομή εμπειρογνώμονα.

 

21.          Το εν λόγω έγγραφο φέρει ημερομηνία 9.9.2024, ήτοι προγενέστερη της έκδοσης της δικαστικής απόφασης επί της απορριφθείσας προσφυγής του Αιτητή. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν ήταν σε θέση να το υποβάλει σε προγενέστερο στάδιο και ότι τούτο του διαβιβάστηκε μέσω της εφαρμογής WhatsApp. Ωστόσο, ο Αιτητής δεν παραθέτει οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τις περιστάσεις απόκτησης του εν λόγω εγγράφου, ούτε ως προς τον τρόπο με τον οποίο το πρόσωπο που του το απέστειλε περιήλθε σε κατοχή αυτού. Περαιτέρω, το προσκομισθέν έγγραφο συνιστά αντίγραφο και όχι το πρωτότυπο. Αξιοσημείωτο εξωτερικό γνώρισμα αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η σφραγίδα που φέρει δεν είναι ευκρινής αλλά εμφανίζεται θολή, στοιχείο το οποίο δεν δικαιολογείται ευλόγως, λαμβανομένης υπόψη της φύσης του ως φερόμενου επίσημου κρατικού εγγράφου. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δύναται να αποδοθεί σε αυτό αυξημένη αποδεικτική αξία, καθότι εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητα και την αξιοπιστία του, ούτε είναι ικανό, αφ’ εαυτού ή σε συνδυασμό με τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, να αυξήσει ουσιωδώς τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. 

 

22.          Ως προς τις εξωτερικές πηγές που επισυνάπτονται σε παράρτημα της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή σημειώνονται τα εξής: το Exhibit A — BBC News Report (Rwanda–M23 involvement): Το δημοσίευμα καταγράφει ότι η ένοπλη ομάδα M23 δραστηριοποιείται στην ανατολική ΛΔΚ και έχει καταλάβει σημαντικά εδάφη, προκαλώντας εκτεταμένη ανθρωπιστική κρίση. Παρά τις διαψεύσεις της Ρουάντα, διεθνείς οργανισμοί και κράτη την κατηγορούν ότι παρέχει στήριξη στο M23, μεταξύ άλλων μέσω στρατιωτικής εκπαίδευσης, εξοπλισμού και επιχειρησιακής καθοδήγησης. Η σύγκρουση συνδέεται με μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  To Exhibit BUnited Nations Press Briefing (Forced recruitment & violations), πρόκειται για ενημέρωση των Ηνωμένων Εθνών η οποία επισημαίνει ότι στη σύγκρουση στην ανατολική ΛΔΚ λαμβάνουν χώρα σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ένοπλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της M23. Καταγράφονται περιστατικά εξαναγκαστικής στρατολόγησης, ακόμη και ανηλίκων, καθώς και πράξεις όπως εκτελέσεις, βασανιστήρια και σεξουαλική βία. Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με τη γενικευμένη αστάθεια και τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή.  Το Exhibit CHuman Rights Watch Report (Recruitment by M23 via Rwanda), αφορά σε έκθεση της Human Rights Watch η οποία υποστηρίζει ότι εκατοντάδες νεαροί άνδρες και ανήλικοι στρατολογήθηκαν στη Ρουάντα, συχνά με εξαναγκασμό, και μεταφέρθηκαν στη ΛΔΚ για να ενταχθούν στο M23. Επιπλέον, αναφέρεται ότι η ομάδα υποστηρίχθηκε από κρατικούς παράγοντες της Ρουάντα με εκπαίδευση, όπλα και επιχειρησιακή καθοδήγηση, ενώ οι στρατολογηθέντες συμμετείχαν σε σοβαρές παραβιάσεις, όπως εκτελέσεις και βιασμούς. Τέλος το Exhibit DUnited Nations Report (S/2024/969 – recruitment levels), αφορά σε σχετική έκθεση του ΟΗΕ στην οποία καταγράφονται αυξημένα επίπεδα στρατολόγησης από την M23, τόσο μέσω εθελοντικής ένταξης όσο και μέσω καταναγκασμού. Επισημαίνεται ότι η ομάδα ενισχύεται μέσω διασυνοριακών δικτύων και ότι η υποστήριξη από τη Ρουάντα περιλαμβάνει στρατιωτική εκπαίδευση, εξοπλισμό και ακόμη και παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος της ΛΔ Κονγκό. Η κλίμακα και ο συντονισμός αυτών των ενεργειών καταδεικνύουν οργανωμένη στρατολόγηση και ενίσχυση των επιχειρήσεων της ομάδας.

 

23.          Οι ανωτέρω εξωτερικές πηγές συγκλίνουν στο ότι στην περιοχή της ανατολικής ΛΔΚ υφίσταται ενεργή ένοπλη σύγκρουση με συμμετοχή της M23, η οποία συνδέεται με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πρακτικές εξαναγκαστικής στρατολόγησης. Παράλληλα, τεκμηριώνονται επανειλημμένες κατηγορίες περί υποστήριξης της εν λόγω ομάδας από τη Ρουάντα, συμπεριλαμβανομένης της στρατολόγησης προσώπων εντός του εδάφους της.

 

24.          Παρατηρείται ότι τα ανωτέρω φαινόμενα αφορούν πρωτίστως περιοχές πλησίον των συνόρων της χώρας, όπου φέρεται να δραστηριοποιείται η εν λόγω οργάνωση. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη συστηματικής εξαναγκαστικής στρατολόγησης στον τακτικό στρατό της Ρουάντα, ήτοι στη Rwanda Defence Force (RDF). Ειδικότερα, το UK Home Office επισημαίνει ότι η στρατιωτική υπηρεσία στη Ρουάντα έχει εθελοντικό χαρακτήρα, ότι δεν υφίσταται σύστημα υποχρεωτικής στράτευσης (conscription) και ότι η κατάταξη επιτρέπεται μόνο σε άτομα που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.[1]

 

25.          Σε σχέση με τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση στην ανατολική ΛΔΚ και τη δράση του March 23 Movement (M23), προκύπτει από αξιόπιστες διεθνείς πηγές ότι έχουν καταγραφεί περιστατικά εξαναγκαστικής στρατολόγησης, ιδίως από το ίδιο το M23, καθώς και από λοιπές ένοπλες ομάδες που δρουν στην περιοχή.[2] Αντιθέτως, ως προς τον τακτικό στρατό της Ρουάντα, ήτοι το Rwanda Defence Force (RDF), δεν τεκμηριώνεται, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, η ύπαρξη οργανωμένης ή συστηματικής πρακτικής εξαναγκαστικής στρατολόγησης στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του M23. Οι σχετικές πηγές επισημαίνουν ότι η στρατιωτική υπηρεσία στη Ρουάντα διατηρεί εθελοντικό χαρακτήρα και ότι δεν υφίσταται σύστημα υποχρεωτικής στρατολόγησης, ενώ οι αναφορές σε εξαναγκαστική στρατολόγηση εντοπίζονται κυρίως σε μη κρατικούς ή παραστρατιωτικούς σχηματισμούς που εμπλέκονται στη σύγκρουση. Ενόψει των ανωτέρω, η ύπαρξη περιστατικών καταναγκαστικής στρατολόγησης στο ευρύτερο πεδίο των εχθροπραξιών δεν δύναται να αποδοθεί, κατά τρόπο γενικευμένο ή συστηματικό, στον επίσημο/τακτικό στρατό της Ρουάντα.

 

26.          Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής δεν αφορά στρατολόγηση, αλλά μάλλον παραπέμπει σε διαδικασία στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο δεν δύναται να εκληφθεί ως αποδεικτικό στοιχείο περί εξαναγκαστικής στρατολόγησης του Αιτητή, ούτε τεκμηριώνει την ύπαρξη σχετικού κινδύνου.

 

27.          Περαιτέρω, βάσει της αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει, κατά τρόπο επαρκή και πειστικό, ότι έχει αποτελέσει στο παρελθόν στόχο εξαναγκαστικής στρατολόγησης, ούτε ότι υφίσταται εις βάρος του συγκεκριμένος, προσωπικός και εξατομικευμένος κίνδυνος να στρατολογηθεί καταναγκαστικά στο μέλλον. Περαιτέρω, ακόμη και υπό το πρίσμα των γενικών πληροφοριών περί της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να στρατολογηθεί με σκοπό την αποστολή του σε συγκεκριμένες εμπόλεμες ζώνες, ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές με τη ΛΔΚ, καθόσον η περιοχή συνήθους διαμονής του, ήτοι η Burera District, η οποία βρίσκεται στα βόρεια της χώρας, δεν ταυτίζεται με τα κύρια σημεία των εν λόγω εχθροπραξιών. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται, με βάση τα ενώπιον δεδομένα, η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου καταναγκαστικής στρατολόγησης του Αιτητή ή αποστολής του σε εμπόλεμη ζώνη και κατ΄επέκταση  οι ισχυρισμοί του και τα έγγραφα στο πλαίσιο της διοικητική διαδικασίας δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

28.          Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για το  Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και το Δίκαιο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, στην Ρουάντα δε λαμβάνει χώρα οιαδήποτε ένοπλη σύρραξη.[3] Εξάλλου, σύμφωνα με τη διαδικτυακή πλατφόρμα Crisis 24 η Ρουάντα έχει μετατραπεί σε μία από τις πιο ειρηνικές χώρες της Αφρικής και έχει απολαύσει ισχυρή οικονομική ανάπτυξη την τελευταία δεκαετία, αποφεύγοντας παράλληλα την αναζωπύρωση των εθνοτικών συγκρούσεων μεταξύ του πληθυσμού των Χούτου (που αποτελεί την πλειοψηφία) και των Τούτσι (μειονότητα). Παρά την συστηματική καταπίεση των αντιφρονούντων από το καθεστώς, ο Πρόεδρος Πολ Καγκάμε συνεχίζει να απολαμβάνει δημοφιλής υποστήριξη για την αποκατάσταση της τάξης στη Ρουάντα μετά την γενοκτονία του 1994, η οποία άφησε τη χώρα σε ερείπια. Υπάρχουν ακόμη ανησυχίες για την δραστηριότητα εξεγερμένων, αν και αυτή περιορίζεται κυρίως στην γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου μεγάλος αριθμός προσφύγων διέφυγε μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Τα επίπεδα διαφθοράς και εγκληματικής δραστηριότητας είναι σχετικά χαμηλά σύμφωνα με τα περιφερειακά πρότυπα, αν και υπάρχουν κάποιες ανησυχίες για τα μικροεγκλήματα. Υπάρχουν περιστατικά ένοπλων ληστειών, αλλά η συχνότητά τους είναι χαμηλή. Οι κύριες απειλές για τους ξένους ταξιδιώτες προέρχονται από την οδική ασφάλεια, τους κινδύνους για την υγεία και τις υποδομές.[4] Ωστόσο, η γενική αυτή εικόνα ασφάλειας δεν αναιρεί τις σοβαρές ανησυχίες που καταγράφονται ως προς τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών.

 

29.          Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρουάντα (World Report 2024), οι αρχές συνέχισαν να περιορίζουν την πολιτική αντιπολίτευση και την ελευθερία έκφρασης μέσω συλλήψεων, απειλών και διώξεων κατά επικριτών της κυβέρνησης. Παράλληλα, καταγράφηκαν περιπτώσεις αυθαίρετης κράτησης, βασανιστηρίων και εξαναγκαστικών εξαφανίσεων, ενώ οι αρχές σπάνια διερευνούν αποτελεσματικά τέτοιες καταγγελίες, γεγονός που ενισχύει το καθεστώς ατιμωρησίας.[5]

 

30.          Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (Amnesty International), ενόψει των εκλογών του 2024 στη Ρουάντα, μέλη της αντιπολίτευσης υπέστησαν αυθαίρετες συλλήψεις, απειλές και διώξεις, συχνά βάσει κατασκευασμένων κατηγοριών, ενώ καταγράφηκαν επίσης δολοφονίες και εξαναγκαστικές εξαφανίσεις. Οι πρακτικές αυτές εγείρουν σοβαρά ζητήματα παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια (άρθρο 9 ICCPR), το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 6 ICCPR) και το δικαίωμα συμμετοχής στη δημόσια ζωή (άρθρο 25 ICCPR).[6]

 

31.          Συμπληρωματικά, η ετήσια έκθεση του U.S. Department of State (2024 Country Reports on Human Rights Practices) επισημαίνει σοβαρούς περιορισμούς στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι, αυθαίρετες συλλήψεις και βασανιστήρια, καθώς και περιορισμούς στη δράση οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι νόμοι για «ψευδείς ειδήσεις» ή σχόλια που θεωρούνται ότι «διασπούν τον πληθυσμό» χρησιμοποιούνται για την ποινικοποίηση της δημόσιας κριτικής και της πολιτικής αντιπολίτευσης, ενισχύοντας το καθεστώς ατιμωρησίας.[7]

 

32.          Η εσωτερική αυτή κατάσταση συνδέεται και με τον ευρύτερο ρόλο της Ρουάντα στην περιφερειακή αστάθεια, ιδίως στην ανατολική ΛΔΚ. Σύμφωνα με σχετικές εκθέσεις, η Ρουάντα συνδέεται με τη στήριξη της ένοπλης ομάδας M23, η οποία κατηγορείται για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων παράνομων δολοφονιών και άλλων εγκλημάτων πολέμου.[8]

 

33.          Καθ΄ όλη, τη διάρκεια του 2024, η ένοπλη σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες North Kivu, Ituri και South Kivu συνεχίστηκε, με επιθέσεις κατά αμάχων και κλιμάκωση των συγκρούσεων μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων.[9] Από τον Ιανουάριο του 2025, οι συγκρούσεις μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων της ΛΔΚ και των δυνάμεων της M23 εντάθηκαν περαιτέρω, ιδίως στις επαρχίες North Kivu και South Kivu, με την M23 να καταλαμβάνει σημαντικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της πόλης Goma.[10] Στη συνέχεια, στις 27 Ιουνίου 2025, η Ρουάντα και η ΛΔΚ υπέγραψαν, με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ειρηνευτική συμφωνία που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, διατάξεις για την εδαφική ακεραιότητα, τον αφοπλισμό και την επιστροφή των προσφύγων.[11] Περαιτέρω, τον Νοέμβριο του 2025, η ένοπλη οργάνωση M23 υπέγραψε πλαίσιο συμφωνίας με την κυβέρνηση της ΛΔΚ, αποτελώντας ένα ακόμη βήμα —αν και όχι ακόμη επαρκές— προς τον τερματισμό της παρατεταμένης σύγκρουσης στην περιοχή.[12]

 

34.          Περαιτέρω, παρατηρείται συναφώς ότι προσφάτως καταγεγραμμένα περιστατικά δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη αδιακρίτως ασκούμενης βίας στη χώρα καταγωγής και δη στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή. Σύμφωνα με τα δεδομένα της πηγής  ACLED, στη Βόρεια Επαρχία της Ρουάντα, στη περιοχή Burera όπου βρίσκεται το χωριό Butaro που συνιστά τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 23/03/2026), δεν καταγράφηκε κανένα περιστατικό πολιτικής βίας[13]. Σημειωτέον δε ότι ο πληθυσμός της Βόρειας Επαρχίας της Ρουάντα ανερχόταν στους 2,038,511[14] κατοίκους και της περιοχής Burera ανερχόταν στους 387,729 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2022[15].

 

35.          Συνεπώς, δεδομένης της κατάστασης ασφαλείας και του γεγονότος ότι δεν λαμβάνει χώρα διεθνής ένοπλη σύρραξη στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, παρέλκει η εξέταση των προσωπικών του περιστάσεων για σκοπούς υπαγωγής του στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.  Συναφώς επισημαίνεται, ότι ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στη περιοχή Burera όπου βρίσκεται το χωριό Butaro, που συνιστά τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή

 

36.          Επιπροσθέτως επικαιροποιημένη έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα υγείας που φέρεται αν αντιμετωπίζει ο Αιτητής, ήτοι φυματίωση, επισημαίνονται τα εξής.  Αναφορικά με την κατάσταση στη Ρουάντα, ειδικά για την φυματίωση και πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη ανευρέθηκε ότι η Ρουάντα έχει καταγράψει σημαντική πρόοδο στο σύστημα υγείας τις τελευταίες δεκαετίες, με μείωση της θνησιμότητας και βελτίωση των δεικτών υγείας.[16] Ωστόσο, οι λοιμώδεις νόσοι παραμένουν κυρίαρχο πρόβλημα και η πρόσβαση σε υπηρεσίες διάγνωσης και θεραπείας είναι περιορισμένη ειδικά στις αγροτικές περιοχές, όπως εκείνες της Northern Province, λόγω ελλείψεων σε υποδομές, έλλειψης εκπαιδευμένου ιατρικού προσωπικού και περιορισμένης ικανότητας πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Αυτό καθιστά πιο δύσκολη την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία λοιμωδών νοσημάτων σε πληθυσμούς εκτός αστικών κέντρων.[17]

 

37.          Παρά τις βελτιώσεις, η φυματίωση (tuberculosis, TB) παραμένει σημαντικό δημόσιο πρόβλημα στη χώρα. Η εθνική επιδημιολογική εικόνα δείχνει ότι το επίπεδο TB στη Ρουάντα παραμένει σημαντικό, με ετήσια κρούσματα της τάξης των δεκάδων περιπτώσεων ανά 100.000 πληθυσμού, αν και σε πτώση λόγω ενισχυμένων προγραμμάτων ελέγχου και θεραπείας.[18]

 

38.          Η διάγνωση του TB (συμπεριλαμβανομένης της λανθάνουσας λοίμωξης που εντοπίζεται με Mantoux/TST) και η θεραπεία απαιτούν επαρκείς ιατρικές υποδομές και συστήματα παρακολούθησης. Παρότι το εθνικό πρόγραμμα έχει ενισχύσει την προσέγγιση, η διάγνωση στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές παραμένει πιο δύσκολη λόγω περιορισμένης πρόσβασης σε εξειδικευμένο ιατρικό εξοπλισμό, εργαστηριακές δοκιμές και έμπειρο προσωπικό.[19] Ωστόσο, ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει στο Burera, το οποίο δεν θεωρείται πλήρως απομακρυσμένη περιοχή, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιορισμούς σε πρόσβαση σε εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες.

 

39.          Επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό στο οποίο να αναγράφεται η φαρμακευτική ή άλλη θεραπευτική αγωγή που τυχόν λαμβάνει, ούτε υπέβαλε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, είτε ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση, είτε ενώπιον του Δικαστηρίου, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι η παρούσα κατάσταση της υγείας του είναι τέτοιας φύσεως ώστε, σε περίπτωση απομάκρυνσής του, να υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης λόγω έλλειψης κατάλληλης αγωγής στη χώρα του. Από τα ευρήματα της ανωτέρω έρευνας, δεν διαφαίνεται έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες υγείας, ούτε απουσία της αναγκαίας ιατρικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του.   Επικουρικώς, και πέραν των όσων εμπίπτουν στην εξέταση της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, επισημαίνεται ότι, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα και δηλώσεις, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής πάσχει από κάποια σοβαρή ασθένεια ή έχει σημαντικό πρόβλημα υγείας, ώστε να μην μπορεί ή που δεν του επιτρέπει, να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής (Βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Paposhvili vBelgium, Αριθμός αίτησης 41738/10, 13.12.2016, παρ. 192)

 

40.          Ο Αιτητής συνιστά πρόσωπο νεαρής ηλικίας, αυτόνομο και λειτουργικά ανεξάρτητο, χωρίς εξαρτώμενα μέλη, γεγονός που ενισχύει την ικανότητά του να αυτοσυντηρηθεί. Περαιτέρω, διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, όπου διαμένουν οι γονείς του και τα αδέλφια του, με τους γονείς του να απασχολούνται στον δημόσιο τομέα, στοιχείο που καταδεικνύει ένα σταθερό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Επιπλέον, ο Αιτητής είναι ικανός προς εργασία, έχοντας ήδη αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία στον τομέα του εμπορίου ένδυσης, γεγονός που αποδεικνύει τη δυνατότητα επανένταξης στην αγορά εργασίας. Η νόσος από την οποία πάσχει ο Αιτητής (φυματίωση) δεν συνοδεύεται από αποδεδειγμένη αδυναμία πρόσβασης σε κατάλληλη θεραπεία, ενώ δεν διαπιστώνεται ότι ανήκει σε ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Συνεπώς, από τη συνδυαστική αξιολόγηση του προσωπικού προφίλ και της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του, δεν στοιχειοθετείται κίνδυνος δίωξης, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης.

 

41.          Συνεπώς, η μεταγενέστερη αίτησή του Αιτητή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, καθώς δεν συντρέχουν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις παραδεκτού.

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1400 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

                           

 

 

  Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] UK Home Office, Country Information Note - Rwanda: Human rights, January 2024, σ. 56

https://assets.publishing.service.gov.uk/media/65a15b7369fbd3000d25c04f/CIN_RWA_Human_rights2.pdf

[2] Human Rights Watch, DR Congo Investigations Needed More Than Ever, 17 June 2025

https://www.hrw.org/news/2025/06/17/dr-congo-investigations-needed-more-than-ever ;

USDoS,2024 Country Reports on Human Rights Practices: Rwanda

https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/rwanda

[3] RULAC, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/map (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/03/2026)

[4] Crisis 24, Rwanda Country Report, Last Update, 12/4/2022, διαθέσιμο σεhttps://crisis24.garda.com/insights-intelligence/intelligence/country-reports/rwanda (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/03/2026)

[5] Human Rights Watch, World Report 2024: Rwanda, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/rwanda accessed 19 March 2026.

[6] Amnesty International, Rwanda: Repression in the Context of Elections (Index No AFR 47/8275/2024, 8 July 2024), https://www.amnesty.org/en/documents/afr47/8275/2024/en/ accessed 19 March 2026.

[7] U.S. Department of State, 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Rwanda, https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/rwanda accessed 19 March 2026.

[8] Human Rights Watch, DR Congo: Rwanda-backed M23 Rebels Commit Abuses (2023) https://www.hrw.org accessed 23 March 2026.

[9] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), DRC Situation Reports (2024) https://www.unocha.org accessed 23 March 2026.

[10] International Crisis Group, Escalation in Eastern DRC (2025) https://www.crisisgroup.org accessed 23 March 2026.

[11] Reuters, Rwanda and DR Congo sign US-brokered peace deal (27 June 2025) https://www.reuters.com accessed 23 March 2026.

[12] Al Jazeera, M23 signs framework agreement with DR Congo government (November 2025) https://www.aljazeera.com accessed 23 March 2026.

[13] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Rwanda, Northern Province, Burera) (ημερομηνία πρόσβασης 23/03/2024)

[14] CityPopulation.de. (n.d.). Northern Province (Province, Rwanda) — population statistics, charts and map. Retrieved March 23, 2026, from https://www.citypopulation.de/en/rwanda/admin/4__nord/

[15] CityPopulation.de. (n.d.). Burera (District), Rwanda — population statistics and administrative division. Retrieved March 23, 2026, from https://citypopulation.de/en/rwanda/sector/admin/44__burera/

[16] Uwishema, O., Bisetegn, L. D., Munezero, P., Chandipwisa, C., Nkurunziza, G., Onyeaka, C. V. P., & Utumatwishima, J. N. (2025). Epidemiology of selected communicable diseases in Rwanda: A comprehensive analysis of the prevalence of major infectious diseases in Rwanda. International Journal of Emergency Medicine, 18, Article 263. https://doi.org/10.1186/s12245-025-01093-x (link.springer.com)

[17] Uwishema, O., Bisetegn, L. D., Munezero, P., Chandipwisa, C., Nkurunziza, G., Onyeaka, C. V. P., & Utumatwishima, J. N. (2025). Epidemiology of selected communicable diseases in Rwanda: A comprehensive analysis of the prevalence of major infectious diseases in Rwanda. International Journal of Emergency Medicine, 18, Article 263. https://doi.org/10.1186/s12245-025-01093-x (link.springer.com)

[18] Uwishema, O., Bisetegn, L. D., Munezero, P., Chandipwisa, C., Nkurunziza, G., Onyeaka, C. V. P., & Utumatwishima, J. N. (2025). Epidemiology of selected communicable diseases in Rwanda: A comprehensive analysis of the prevalence of major infectious diseases in Rwanda. International Journal of Emergency Medicine, 18, Article 263. https://doi.org/10.1186/s12245-025-01093-x (link.springer.com)

[19] Uwishema, O., Bisetegn, L. D., Munezero, P., Chandipwisa, C., Nkurunziza, G., Onyeaka, C. V. P., & Utumatwishima, J. N. (2025). Epidemiology of selected communicable diseases in Rwanda: A comprehensive analysis of the prevalence of major infectious diseases in Rwanda. International Journal of Emergency Medicine, 18, Article 263. https://doi.org/10.1186/s12245-025-01093-x (link.springer.com)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο