ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: T76/26
31 Μαρτίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.Ν.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για τον Αιτητή
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.1.2026, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2025 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
Γεγονότα
Νομικοί Ισχυρισμοί
3. Κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 3(ε) των περί της λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, οι Καθ' ων η αίτηση συμμετέχουν καταρχήν στην παρούσα διαδικασία δια της καταχωρίσεως υπομνήματος, αλλά δεν συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία.
To νομικό πλαίσιο
4. Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου):
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
5. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
6. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
7. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ […]
(3) Η Υπηρεσία Ασύλου αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτητή, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) στοιχεία.».
8. Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:
«Απαράδεκτες αιτήσεις
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν- (α) [...] (β) [...] (γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]».
9. Το άρθρο 16Δ του του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής[...]».
10. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
11. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική της ορθότητα της de novo και ex nunc (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εν προκειμένω στην αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής του ως παραδεκτής. Στην παρούσα διαδικασία, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
12. Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη αποτελεί απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), όταν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Υπογραμμίζεται δε ότι καταρχήν ο Προϊστάμενος στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση εκ νέου διενέργειας συνέντευξης (άρθρο 16Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου).
13. Το ζήτημα της εξέτασης των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα της έννοιας των νέων στοιχείων και πορισμάτων εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C 18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710, σκέψεις 31 έως 44. Η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων [Βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C 921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34].
14. Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης, συνεπώς, οι οποίες ανήκουν στο πρώτο στάδιο εξέτασης μίας μεταγενέστερης αίτησης, όπως μεταφέρθηκαν στην εθνική έννομη τάξη είναι οι ακόλουθες:
15. Πρώτον, καθορίζεται εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
16. Δεύτερον, εάν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
17. Τρίτον, εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία, που αφορούσε την εξέταση της αίτησής του. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
18. Ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου, αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης επαφίεται πλέον στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.
19. Εν προκειμένω, ο Αιτητής, κατά την καταγραφή της αίτησής του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 9 ετών. Τρία έτη μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του συνήψε γάμο με έτερο πρόσωπο, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, ανήκε στην αποκαλούμενη «εκκλησία της μαύρης πίστης». Ο Αιτητής υποστήριξε ότι η εν λόγω εκκλησία χρησιμοποιούσε δίδυμα αδέλφια στο πλαίσιο τελετουργιών και πνευματικών θυσιών και ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο δίδυμος αδελφός του υπήρξαν θύματα της μητέρας και του πατριού τους, οι οποίοι επεδίωκαν να τους θυσιάσουν προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λόγω της άρνησής τους να συμμετάσχουν σε πρακτικές μαγείας, στερούνταν τροφής, ενώ τελικώς κατόρθωσαν να διαφύγουν με τη συνδρομή τρίτου προσώπου (ερυθρό 1 του Δ.Φ.).
20. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμενε στην πόλη Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ειδικότερα στην περιοχή (commune) Ndjili. Ανέφερε ότι φοίτησε στο δημοτικό σχολείο για πέντε έτη, χωρίς να ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Επανέλαβε ότι ο πατέρας του απεβίωσε όταν ήταν 9 ετών και ότι η μητέρα του διαμένει στην πόλη Kasangulu μαζί με δύο εκ των τριών αδελφών του και τις τρεις αδελφές του. Δήλωσε, επιπλέον, ότι ο δίδυμος αδελφός του βρίσκεται στη Δημοκρατία και είναι αιτητής διεθνούς προστασίας (ερυθρά 63 3Χ, 62 3Χ και 61 2Χ του Δ.Φ.).
21. Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, στο πλαίσιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του και ο πατριός του επεδίωκαν τον θάνατο τόσο του ίδιου όσο και του δίδυμου αδελφού του, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν σε τελετουργικές θυσίες. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του παντρεύτηκε πρόσωπο ονόματι «Μ», το οποίο συμμετείχε σε τελετές της αποκαλούμενης «εκκλησίας της μαύρης πίστης», όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, χρησιμοποιούνταν δίδυμα παιδιά. Κατά τον ίδιο, σε μία περίπτωση, κατόπιν αιτήματος του πατριού του, μετέβη μαζί με τον δίδυμο αδελφό του σε σχετική συνάθροιση, πλην όμως, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, αποφάσισαν να μην επαναλάβουν τη συμμετοχή τους. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, κατόπιν της άρνησής τους, ο πατριός του άρχισε να τους κακομεταχειρίζεται, στερώντας τους τροφή, περιορίζοντας την ελευθερία τους και ασκώντας σωματική βία εις βάρος τους.
22. Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι πρόσωπο ονόματι «Μ», το οποίο διέμενε στην οικία τους από τον χρόνο ζωής του πατέρα του και το οποίο ο ίδιος και ο αδελφός του θεωρούσαν ως αδελφή τους, κρυφάκουσε συνομιλία μεταξύ της μητέρας του και του πατριού του, κατά την οποία φέρονταν να εκφράζουν την πρόθεσή τους να θυσιάσουν τα δίδυμα τέκνα στην ανωτέρω εκκλησία. Κατά τους ισχυρισμούς του, η «Μ», επιδιώκοντας να τους προστατεύσει, τους μετέφερε σε εκκλησία, όπου ζήτησε από πάστορα ονόματι Τζον να τους παράσχει προστασία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά την παραμονή τους εκεί, ο πατριός του εξακολουθούσε να τους επιτίθεται «πνευματικά», με αποτέλεσμα να βιώνουν εφιάλτες και να ασθενούν, και ότι, τελικώς, ο εν λόγω πάστορας προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για τη φυγή τους από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ερυθρά 59 1Χ και 58 1Χ του Δ.Φ.).
23. Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση απομόνωσαν δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από το αφήγημα του Αιτητή. Ο πρώτος ισχυρισμός αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, έγινε αποδεκτός. Ο δεύτερος ισχυρισμός ωστόσο, που αφορούσε την πρόθεση της μητέρας του και του πατριού του να θυσιάσουν τόσο τον ίδιο όσο και τον δίδυμο αδελφό του για τελετουργίες, απορρίφθηκε. Στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού του κρίθηκε ότι δεν προκύπτει ευλόγως πιθανότητα να κινδυνεύσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του και κατ’ επέκταση κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
24. Κατά τη διαδικασία εξέτασης της καταχωρισθείσας προσφυγής με αριθμό 7692/21, το Δικαστήριο επικύρωσε την απορριπτική απόφαση του Προϊσταμένου, προβαίνοντας το ίδιο σε επαναξιολόγηση των ενώπιόν του δεδομένων.
25. Με την μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής επανέλαβε τα περί δίωξης από τον πατριό του ενώ αναφέρθηκε και σε ένα αεροπορικό ατύχημα που αποδίδει στη μαύρη μαγεία. Στη μεταγενέστερη αίτησή του προσκόμισε δύο έγγραφα (ερ. 109 και 110, και η μετάφραση αυτών ερ. 122 και 121). Τα δύο αυτά έγγραφα συνιστούν διαδοχικές πράξεις αναζήτησης (Avis de Recherche – Pro Justitia) του ίδιου προσώπου, του Αιτητή, από τις αστυνομικές αρχές της ΛΔΚ. Ειδικότερα, το πρώτο έγγραφο, φερόμενης ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2019, και το δεύτερο, ημερομηνίας 21 Απριλίου 2025, αποδίδουν στο εν λόγω πρόσωπο τα ίδια αδικήματα, ήτοι πράξεις προσβολής και βίας κατά δημοσίων αρχών, κατά παράβαση των άρθρων 136, 137 και 138 του οικείου Ποινικού Κώδικα. Αμφότερα τα έγγραφα περιλαμβάνουν όμοια εντολή προς τις αρχές επιβολής του νόμου για τον ενεργό εντοπισμό, σύλληψη και προσαγωγή του προσώπου ενώπιον των αρμόδιων υπηρεσιών.
26. Αξιολογώντας την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, οι Καθ’ ών η αίτηση έκριναν;; ότι αυτός δεν εισάγει ουσιωδώς νέα στοιχεία, καθότι οι βασικοί ισχυρισμοί του περί κινδύνου από τελετές «θυσίας» από πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί κατ’ ουσίαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και είχαν απορριφθεί. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι η αναφορά νέων στοιχείων στη μεταγενέστερη αίτηση είναι συγκεχυμένη και δεν επιτρέπει την ενδελεχή αξιολόγησή τους.
27. Ως προς επιμέρους ισχυρισμούς, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι το επικαλούμενο αεροπορικό ατύχημα του 2011 στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό πράγματι έλαβε χώρα, πλην όμως δεν τεκμηριώνεται οποιαδήποτε συνάφεια αυτού με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή. Αντιστοίχως, δεν εντοπίστηκαν στοιχεία για άλλο σχετικό περιστατικό κατά την ημερομηνία που επικαλέστηκε. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί απειλών, καταγγελίας του Αιτητή στις αρχές και αναζήτησής του λόγω άρνησης συμμετοχής σε τελετές, κρίθηκαν ως νεοεμφανιζόμενοι και ουσιωδώς διαφοροποιούμενοι από την αρχική του αφήγηση, δεδομένου ότι δεν είχαν προβληθεί σε προηγούμενα στάδια, παρά το ότι ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να το πράξει. Επιπλέον, οι εν λόγω ισχυρισμοί κρίθηκαν αντιφατικοί σε σχέση με προγενέστερες δηλώσεις του, στις οποίες δεν είχε αναφέρει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
28. Σε σχέση με τα προσκομισθέντα έγγραφα τύπου Pro-Justitia / Avis de Recherche, οι Καθ’ ων η αίτηση, εφαρμόζοντας τα κριτήρια των κατευθυντήριων γραμμών της EUAA (συνάφεια, αξιοπιστία, ύπαρξη και περιεχόμενο), διαπίστωσαν ελλείψεις ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό τους, όπως απουσία βασικών στοιχείων ταυτοποίησης, μη επαληθεύσιμα στοιχεία ως προς τα υπογράφοντα πρόσωπα και ανακολουθίες ως προς τον χρόνο έκδοσης σε σχέση με τη χρονική αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα κρίθηκαν μειωμένης αποδεικτικής αξίας και μη ικανά να θεμελιώσουν φόβο δίωξης. Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτουν νέα ουσιώδη στοιχεία ή πραγματικά περιστατικά ικανά να μεταβάλουν την αρχική εκτίμηση, ούτε στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη ΛΔΚ, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή της αρχής της μη επαναπροώθησης.
29. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία ζητήθηκαν διευκρινίσεις αναφορικά με τον τρόπο εξασφάλισης των εγγράφων που υπέβαλε ο Αιτητής, καθώς και ως προς το πώς, ιδίως το πρώτο εξ αυτών, περιήλθε στην κατοχή του προσώπου που φέρεται να του το απέστειλε, αλλά και για ποιο λόγο ο ίδιος δεν είχε λάβει γνώση του εν λόγω εγγράφου, ημερομηνίας 8.3.2019, σε προγενέστερο στάδιο. Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, δήλωσε άγνοια ως προς τα ανωτέρω δηλώνοντας απλώς ότι του τα απέστειλε πρόσφατα ένας φίλος του.
30. Σε κάθε περίπτωση, όπως ευστόχως επισημαίνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί δίωξής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του προβάλλεται κατά τρόπο αόριστο και ανεπαρκώς τεκμηριωμένο. Δεδομένου ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του περί τον Ιούνιο του 2019 χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς του, να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, και λαμβανομένου υπόψη ότι τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την προηγούμενη δικαστική διαδικασία δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό, ευλόγως θα αναμενόταν, εάν πράγματι υφίστατο τέτοια δίωξη, να είχε εγερθεί σε προγενέστερο στάδιο. Η οψιγενής επίκληση του εν λόγω ισχυρισμού, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, πλήττει την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, δεν καθίσταται σαφές πώς ο Αιτητής κατόρθωσε να εξέλθει νομίμως από τη χώρα του τον Ιούνιο του 2019, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, καταζητείτο από τις αρχές. Ομοίως, δεν προκύπτει με επάρκεια ο τρόπος με τον οποίο τα επίμαχα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του προσώπου που φέρεται να τα απέστειλε στον Αιτητή. Περαιτέρω, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα φέρονται να έχουν εκδοθεί με χρονική απόσταση πέραν των πέντε ετών μεταξύ τους, ενώ ο Αιτητής δεν βρισκόταν στη χώρα καταγωγής του κατά τον χρόνο έκδοσής τους. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκών εξηγήσεων ως προς τις συνθήκες έκδοσης και απόκτησής τους, εντείνει τις αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα και αξιοπιστία τους. Τα ανωτέρω στοιχεία καθιστούν τα εν λόγω έγγραφα μειωμένης αποδεικτικής αξίας, μη δυνάμενα να ανατρέψουν τα αρχικά ευρήματα ως προς την αξιολόγηση του ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή περί κινδύνου από τον πατριό του. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι η ύπαρξη διαδικασίας δίωξης από τις αρχές της χώρας καταγωγής, εν απουσία οποιωνδήποτε άλλων επαρκών, αξιόπιστων και αντικειμενικών στοιχείων, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνδέεται αιτιωδώς με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί ενεργειών του πατριού του εις βάρος του. Ως εκ τούτου, τα προσκομισθέντα έγγραφα αξιολογούνται ως μειωμένης αποδεικτικής αξίας και μη δυνάμενα να αυξήσουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Τέλος, συμφωνώντας με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, επισημαίνεται ότι η επίκληση αεροπορικού ατυχήματος δεν τεκμηριώνει, ούτε δύναται να συνδεθεί αιτιωδώς με τη φερόμενη δίωξη του Αιτητή, καθόσον δεν προκύπτουν σχετικά στοιχεία που να υποστηρίζουν έναν τέτοιο συσχετισμό. Συνεπώς κρίνεται ότι οι αιτιάσεις του Αιτητή σε συνάρτηση με τα έγγραφα που προσκόμισε στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
31. Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπιστώθηκαν τα κάτωθι: Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[1] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[2], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[3]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[4] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[5]
32. Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[6] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[7]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[8]
33. Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[9]
34. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 6.3.2026) καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[10] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[11]
35. Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Εν προκειμένω, καίτοι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή παρουσιάζονται προκλήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι ανωτέρω πηγές δεν περιγράφουν κατάσταση που να ταυτίζεται με καθολική ένοπλη σύρραξη με αμάχους υπό συνεχή αδιάκριτη βία.
36. Υπό το φως των ανωτέρω, τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί του Αιτητή κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του αποτελούν μεν νέα στοιχεία, τα οποία εντούτοις δεν αυξάνουν τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, δεν συντρέχουν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις παραδεκτού.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1400 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[2] Ό. π.
[3] UNSC, S/RES/2765 (2024)
[4] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[5] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
[6] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025)
[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of
the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2
[8] Ό. π.
[9] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025
https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24.3.2026)
[11] World Population Review,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο