M.Z. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1038/24, 27/4/2026
print
Τίτλος:
M.Z. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1038/24, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 1038/24

 

27 Απριλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

1.    M.Z.

2.    T.R.

3.    M.I.

                                                                                                                   Αιτητές

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

.........................................

 

Οι αιτητές παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ζωή Ποντίκη για Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους αιτητές.

 

Νικόλας Νικολάου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι αιτητές προσφεύγουν με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 15/02/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και καλούν το Δικαστήριο με το αιτητικό Α, όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, με τα αιτητικά Β και Γ, να εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του αιτήματός τους, με το αιτητικό Δ, να εκδώσει απόφαση η οποία να αναγνωρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, θα παραβιαστεί το άρθρο 2 και/ή το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Οι αιτητές 1 και 2 είναι ενήλικοι σύζυγοι και ο αιτητής 3 το ανήλικο τέκνο τους.  Οι αιτητές 1 και 2 είναι υπήκοοι Πακιστάν και υπέβαλαν αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 11/01/2022, αφού εισήλθαν παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Οι αιτητές 1 και 2 παρέλαβαν βεβαιώσεις υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 12/01/2022. 

 

Στις 27/11/2023, διεξήχθησαν συνεντεύξεις των αιτητών 1 και 2 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 14/02/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τις συνεντεύξεις των αιτητών 1 και 2. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα των αιτητών 1 και 2 στις 15/02/2024.  Στις 23/02/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημά τους, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή 1 αυθημερόν.  Στη συνέχεια, οι αιτητές καταχώρησαν την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε η πλευρά των αιτητών μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.  Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Επιπλέον, εισηγείται ότι οι αιτητές 1 και 2 φέρουν το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών τους που θεμελιώνουν το αίτημά τους για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφεραν να αποσείσουν στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξαν βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να τους αναγνωρισθεί το προσφυγικό καθεστώς, αλλά ούτε απέδειξαν ότι δύναται να τους χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα των αιτητών 1 και 2 για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτοί προέβαλαν σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός τους, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Οι αιτητές 1 και 2 στην αίτηση για διεθνή προστασία ανέφεραν ότι μπορεί ο γάμος τους να έγινε με τη θέλησή τους, αλλά οι οικογένειές τους διαφωνούσαν. Καθώς κινδύνευαν απ’ αυτές, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και να μεταβούν στην Κυπριακή Δημοκρατία για να ζήσουν μια ασφαλή ζωή.  Ήταν και οι δυο πολύ φτωχοί και δεν είχαν οποιαδήποτε βοήθεια (ερυθρά 4 και 29 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής 1 δήλωσε ότι κατάγεται από το Πακιστάν, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή Pakpattan της επαρχίας Punjab, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα (ερυθρά 38, 3χ, 35, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Είναι μουσουλμάνος, φοίτησε στο σχολείο μέχρι την 5η τάξη, και ομιλεί τις γλώσσες Punjabi και Urdu (ερυθρά 38, 5χ, 36, 1χ, 37 του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά του, ανέφερε ότι οι γονείς του διαβιούν στην Pakpattan και έχει 6 αδέλφια τα οποία και αυτά με τη σειρά τους ζουν στην εν λόγω περιοχή (ερυθρό 35, 5χ του διοικητικού φακέλου).  Για την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι ενόσω ζούσε εκεί ασχολείτο με τον αγροτικό τομέα (ερυθρό 35, 3χ-4χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής 1, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ανέφερε ότι, επειδή δεν συμμορφώθηκε με το έθιμο καταβολής χρηματικού ποσού προς τον πεθερό του, ο τελευταίος επιχείρησε να προκαλέσει διάσταση μεταξύ αυτού και της αιτήτριας 2, προβαίνοντας παράλληλα σε απειλές εις βάρος του. Κατόπιν τούτου, ο αιτητής 1 αναχώρησε από το Πακιστάν, και τον ακολούθησε και η αιτήτρια 2 (ερυθρό 34, 3χ του διοικητικού φακέλου).  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν μετά τον γάμο του με την αιτήτρια 2 και κατά τη διαμονή τους στην οικία των γονέων του, έλαβε χώρα οποιοδήποτε περιστατικό, απάντησε ότι ο πεθερός του δεν ήταν ικανοποιημένος, απαιτούσε την καταβολή χρημάτων και του υπέδειξε να μεταφέρει την αιτήτρια 2 στην Κύπρο (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).

 

Περαιτέρω, ο αιτητής 1 δήλωσε ότι δύο μήνες μετά τον γάμο, ο πεθερός του άρχισε να τον απειλεί, αξιώνοντας τη λύση του γάμου με την αιτήτρια 2, ενώ η τελευταία απειλή εναντίον του έλαβε χώρα κατά τον χρόνο αναχώρησής του για την Κύπρο (ερυθρό 33, 2χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το ζήτημα των χρημάτων, ο αιτητής 1 δήλωσε αρχικώς ότι διέθετε το απαιτούμενο ποσό, πλην όμως ο πεθερός του συνέχιζε να προτρέπει την αιτήτρια 2 να τον χωρίσει.  Κληθείς να αναφέρει για ποιο λόγο δεν επιδίωξε την οριστική διευθέτηση του ζητήματος μέσω καταβολής του ποσού, απάντησε ότι, μολονότι επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον πεθερό του και θεωρούσε ότι το ζήτημα θα μπορούσε να επιλυθεί, εντούτοις δεν προέβη σε καταβολή του ποσού (ερυθρό 33, 6χ-7χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αιτητής 1 ανέφερε επίσης ότι οι γονείς του είχαν αρχικώς συναινέσει στον γάμο, πλην όμως δυσαρεστήθηκαν μετά την αναχώρησή του από το Πακιστάν (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, ο αιτητής 1 δήλωσε ότι, ακόμη και ελλείψει προβλημάτων με τον πεθερό του, θα αποχωρούσε από το Πακιστάν με σκοπό την εξεύρεση εργασίας (ερυθρό 33, 8χ-9χ του διοικητικού φακέλου). Εντούτοις, σε μεταγενέστερη ερώτηση ως προς τον λόγο μη καταβολής του χρηματικού ποσού, ανέφερε ότι δεν διέθετε τα χρήματα, επαναλαμβάνοντας ότι ο πεθερός του προέτρεπε την αιτήτρια 2 να τον χωρίσει (ερυθρό 32 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια 2 δήλωσε ότι κατάγεται από το Πακιστάν, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Nazimabad Town, διοικητική υποδιαίρεση της πόλης Karachi, της επαρχίας Sindh, και η περιοχή Pakpattan, της επαρχίας Punjab, αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα (ερυθρά 45, 3χ, 42, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Είναι μουσουλμάνα, φοίτησε στο σχολείο μέχρι την 8η τάξη, και ομιλεί τις γλώσσες Punjabi και Urdu (ερυθρά 45, 5χ, 43, 1χ, 44 του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά της, ανέφερε ότι οι γονείς της διαβιούν στην πόλη Pakpattan (ερυθρό 43, 2χ του διοικητικού φακέλου).  Για την εργασιακή της εμπειρία, δήλωσε ότι δεν εργάστηκε ποτέ στο Πακιστάν (ερυθρό 42, 5χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια 2, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, ανέφερε ότι ο πατέρας της δεν συναινούσε στον γάμο της με τον αιτητή 1, καθότι ο τελευταίος δεν κατέβαλε το χρηματικό ποσό, που κατά το έθιμο, όφειλε να του δοθεί (ερυθρό 41, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει εάν μετά τον γάμο της με τον αιτητή 1 και κατά τη διαμονή τους στην οικία των πεθερικών της, έλαβε χώρα οποιοδήποτε περιστατικό, απάντησε ότι αρχικώς η συμβίωσή τους ήταν ομαλή, αλλά στη συνέχεια προέκυψαν προβλήματα, λόγω της απαίτησης του πατέρα της για καταβολή χρημάτων από τον αιτητή 1 (ερυθρό 41 του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείσα να διευκρινίσει για ποιο λόγο ο αιτητής 1 δεν κατέβαλε το απαιτούμενο ποσό προς τον πατέρα της, προκειμένου να διευθετηθεί η μεταξύ τους διαφορά, απάντησε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε τη δυνατότητα να το πράξει (ερυθρό 40, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, ερωτηθείσα κατά πόσον οι γονείς του αιτητή 1 συναινούσαν στον γάμο, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι ο μόνος που εξέφραζε αντίρρηση ήταν ο πατέρας της (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις των αιτητών.  O πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής των αιτητών 1 και 2, ο δεύτερος τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν επειδή οι οικογένειές τους διαφωνούσαν με το γάμο τους και ο τρίτος ότι ο αιτητής 1 εγκατέλειψε τη χώρα για οικονομικού περιεχομένου λόγους.  Ο πρώτος και ο τρίτος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί, ωστόσο ο δεύτερος απορρίφθηκε.   

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών τους, λαμβανομένου υπόψη και των διαβατηρίων των αιτητών 1 και 2. 

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής καθώς ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι οι δηλώσεις των αιτητών 1 και 2 δεν ήταν λεπτομερείς και περαιτέρω, υπήρχαν πολλά κενά και αντιφάσεις στα αφηγήματά τους και είχε πληγεί η αξιοπιστία τους σε διάφορα σημεία επ’ αυτών.  Συγκεκριμένα, κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής 1 δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στο είδος των απειλών που δέχτηκε και αρκέστηκε στο να αναφέρει πως ο πατέρας της αιτήτριας 2 του έλεγε να προχωρήσει σε διαζύγιο.  Αμφότεροι ερωτηθέντες για το αν τους συνέβη κάτι εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν με τον πατέρα της αιτήτριας 2, απάντησαν αρνητικά.  Ο αιτητής 1 ανέφερε ότι διέθετε το χρηματικό ποσό, που επιθυμούσε ο πατέρας της, αλλά δεν το έδωσε στον πατέρα της αιτήτριας 2 καθώς εκείνος της ζητούσε να τον χωρίσει.  Κληθείς να απαντήσει για ποιο λόγο εφόσον είχε τη δυνατότητα να δώσει το ποσό εντούτοις δεν το έδωσε, απάντησε ότι μπορούσε να διευθετήσει το ζήτημα, αλλά δεν το έπραξε.  Οι δηλώσεις του αυτές ήταν και αντίθετες με τις δηλώσεις της αιτήτριας 2, η οποία ανέφερε πως ο αιτητής 1 δεν έδωσε το χρηματικό ποσό που ζητούσε ο πατέρας της γιατί δεν το κατείχε.  Ενόψει του αφηγήματος των αιτητών ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως δεν τεκμηρίωσαν την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.

 

Για την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός, κατέγραψε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επισημαίνοντας ότι στο Πακιστάν, όταν τα ζευγάρια παντρεύονταν, έρχονταν σε επαφή με το ισλαμικό συμβόλαιο γάμου (nikah nama) ενώ η τελετή είχε ήδη αρχίσει.  Επομένως, δεν είχαν το χρόνο να αντιληφθούν το συμβόλαιο με το οποίο και δεσμεύονταν που περιλάμβανε χρήματα (haq mehr) προορισθέντα για τη σύζυγο ως προστασία.  Ορισμένα δικαστήρια εξακολουθούσαν και επιδίκαζαν ένα ποσό στη σύζυγο, ακόμη κι αν αυτό δεν είχε καθοριστεί στο nikah nama αφού αυτό συμπεριλαμβανόταν στο δικαίωμά της να το λάμβανε.  H σημασία του haq mehr ήταν τέτοια που μπορεί κάποιος να τροποποιούσε το nikah nama για να αυξήσει το ποσό του haq mehr κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις οικονομικές συνθήκες.  Το ότι οι πιο πάνω πληροφορίες ήταν αντίθετες με τα λεγόμενα των αιτητών 1 και 2, σε συνδυασμό με τις ανεπαρκείς και αντιφατικές τους δηλώσεις, οδήγησαν τον αρμόδιο λειτουργό στο να μην αποδεχτεί τον υπό εξέταση ισχυρισμό.

 

Αξιολογώντας τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, και συγκεκριμένα τις δηλώσεις του αιτητή 1 ότι εγκατέλειψε το Πακιστάν λόγω του ότι επιθυμούσε να εργαστεί για ένα καλύτερο μέλλον, αυτές θεωρήθηκαν ως συνεκτικές και συνεπείς.  Όσον αφορά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής 1 αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.  Συνεπώς, ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε τον εν λόγω ισχυρισμό στο σύνολό του.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία των αιτητών 1 και 2, καθώς επίσης και το γεγονός της εγκατάλειψης της χώρας για οικονομικού περιεχομένου λόγους και κατόπιν παράθεσης και αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με την περιοχή που αναμενόταν να επέστρεφαν, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι να θεωρείτο ότι σε περίπτωση που επέστρεφαν στη χώρα καταγωγής τους θα αντιμετώπιζαν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Κατά τη νομική ανάλυση για το προσφυγικό καθεστώς, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε πως από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των αιτητών 1 και 2 διαφαινόταν ότι στο πρόσωπό τους δεν συνέτρεχαν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Λαμβάνοντας επίσης υπόψιν την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, καθώς σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ο αιτητής 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους καθιστώντας τον ως εκ τούτου οικονομικό μετανάστη, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές 1 και 2 δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για υπαγωγή του στο καθεστώς πρόσφυγα.

 

Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ των αιτητών 1 και 2, τα αποδεκτά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τους ισχυρισμούς τους και την αξιολόγηση κινδύνου, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα οι αιτητές 1 και 2 να αντιμετώπιζαν κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής τους και στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής τους, δεν χαρακτηριζόταν από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα των αιτητών.

 

Κατόπιν μελέτης της Έκθεσης-Εισήγησης, παρατηρώ ότι πέραν της μνείας που γίνεται για το ανήλικο τέκνο των αιτητών 1 και 2 στο μέρος όπου παρατίθενται οι βασικοί τους ισχυρισμοί, καταγράφεται ότι προσκόμισαν πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού τους στη Δημοκρατία και από κανένα άλλο σημείο της Έκθεσης-Εισήγησης δεν εντοπίζεται να έχει γίνει η όποια αναφορά και/ή διενέργεια οποιασδήποτε αξιολόγησης σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου υπό το πρίσμα και του κινδύνου που ενδεχομένως να διατρέχει σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής των γονιών του.  Σημειώνεται βέβαια πως ο συνήγορος των αιτητών δεν παραπονείται για το ζήτημα αυτό, αλλά πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια του κατ’ουσίαν ελέγχου που οφείλει το Δικαστήριο να διεξάγει.

 

Στην αιτιολογική σκέψη υπ΄ αριθμόν 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, προβλέπεται πως «Το «μείζον συμφέρον του παιδιού» θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού.».

 

Επιπρόσθετα, το άρθρο 10 (1Α) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως «Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.». Σε όλες τις ενέργειες που σχετίζονται με τα παιδιά πρέπει να γίνεται αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού προτού ληφθεί απόφαση η οποία δύναται να τα επηρεάσει (βλ.απόφαση του ΕΔΔΑ no. 8687/08, Rahimi vs. Ελλάδας, ημερομηνίας 5/7/2011)

 

Στη βάση των όσων εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις δεν ακολουθήθηκαν κατά το στάδιο της αξιολόγησης και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.  Ως εκ τούτου, καταλήγω  ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την ανεπαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, επιτυγχάνει με αποτέλεσμα να πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης εξαιτίας του ζητήματος αυτού.

 

Ωστόσο, η κατάληξη μου ως προς το ότι πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, δεν καθορίζει την τύχη της υπό κρίση προσφυγής, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα των αιτητών 1 και 2 λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό τους, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά τον τόπο καταγωγής και διαμονής των αιτητών ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον δεν αμφισβητείται.

 

Ακολούθως, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού περί της αναξιοπιστίας των αιτητών 1 και 2 σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν λόγω διαφωνίας από τις οικογένειές τους για το γάμο τους.  Ειδικότερα, ο αιτητής 1 ανέφερε ότι εξαιτίας της από πλευράς του μη καταβολής χρηματικού ποσού στον πατέρα της αιτήτριας 2, εκείνος άρχισε τις απειλές εναντίον του, χωρίς όμως να αφηγηθεί περιστατικά για να τεκμηριώσει τους περί απειλών ισχυρισμούς του.  Ούτε η αιτήτρια 2 ήταν σε θέση να αναφερθεί σε συγκεκριμένα γεγονότα και αρκέστηκε στο να δηλώσει πως ο πατέρας της διαφωνούσε με το γάμο, ενώ δεν ανέφερε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία. 

 

Επιπλέον, και πέραν των κενών επί των αφηγημάτων τους, οι αιτητές 1 και 2 υπέπεσαν σε πολλές αντιφάσεις.  Ο αιτητής 1 αρχικά ανέφερε πως διέθετε το χρηματικό ποσό και περαιτέρω, ότι θα μπορούσε να διευθετήσει το ζήτημα, αλλά δεν το έπραξε, πλην όμως μετέπειτα και αλλάζοντας τις δηλώσεις του, ανέφερε ότι δεν είχε τα χρήματα.  Η αιτήτρια 2 επιβεβαιώνοντας τους τελευταίους, αντίθετους με τα πρώτους, ισχυρισμούς του, ανέφερε ότι ο αιτητής 1 δεν έδωσε το ποσό καθώς την συγκεκριμένη περίοδο δεν το διέθετε.  Τέλος, υπέπεσαν σε ακόμη μια αντίφαση όταν ο αιτητής 1 ανέφερε ότι οι γονείς του στην αρχή συμφωνούσαν με το γάμο και θύμωσαν αφότου εγκατέλειψε το Πακιστάν, ενώ η αιτήτρια 2 δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισαν ποτέ προβλήματα με τα πεθερικά της.  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε από το αφήγημα των αιτητών.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, διεξήγαγα έρευνα σε σχέση με το συμβόλαιο γάμου (nikah nama) και την προίκα (haq mehr) στο Πακιστάν.  Άρθρο της ιστοσελίδας Pakistan Law Bot, σχετικά με την επισκόπηση των διατάξεων του nikah nama, καταγράφει ότι το nikah nama πρόκειται για επίσημο έγγραφο το οποίο επικυρώνει ένα μουσουλμανικό γάμο.  Δεσμεύει τα δυο μέρη και καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις ώστε να αποφεύγονται τυχόν μελλοντικές αμφιβολίες ή διαφορές.  Περιλαμβάνει πρόνοιες για τα δικαιώματα επιμέλειας, την οικονομική στήριξη και τις υποχρεώσεις των συζύγων αλλά και την προίκα της συζύγου.[1]

 

Άρθρο της ιστοσελίδας του δικηγορικού γραφείου Al Syed Law Associates, σε σχέση με τον πακιστανικό νόμο για το haq mehr, αναφέρει ότι το haq mehr είναι το υποχρεωτικό χρηματικό ποσό ή τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύεται ο σύζυγος να δώσει στη σύζυγό του κατά τη στιγμή του γάμου ή όπως ορίζεται στο nikah nama.  Το ποσό ή η φύση του ποικίλει και συμφωνείται μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών.[2]  Άλλη πηγή, τονίζει τη σημασία του haq mehr αφ’ ης στιγμής η μη καταβολή του μπορεί να έχει νομικές συνέπειες υπό την έννοια του ότι δίδεται η δυνατότητα στη σύζυγο να καταχωρήσει αγωγή απαιτώντας την καταβολή.[3]

 

Οι πιο πάνω παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αντιβαίνουν στα λεγόμενα των αιτητών 1 και 2, αφού το haq mehr δεν αποτελεί έθιμο αλλά, πρόνοια συμπεριληφθείσα, μεταξύ άλλων, στο nikah nama, και η σύζυγος έχει δικαίωμα να το λάβει ενώ στην αντίθετη περίπτωση, η σύζυγος μπορεί να διεκδικήσει αυτό, μέσω της δικαστηριακής οδού.  Διαφαίνεται από τα πιο πάνω πως το αφήγημα των αιτητών δεν επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Από το συμέρασμα αυτό σε συνδυασμό με τις ασαφείς και αντιφατικές τους δηλώσεις, καταλήγω πως ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους ο αιτητής 1 ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο οποίος επίσης έγινε αποδεκτός θα πρέπει να αναφερθεί πως οι οικονομικοί λόγοι δεν εμπίπτουν σε ένα από τους λόγους για παραχώρηση καθεστώτος πρόσφυγα.

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας

 

Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων. Όπως έχει κατ' επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011)Κατά συνέπεια, ορθώς ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης των αιτητών σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο τους εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στους αιτητές το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστούν σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής των αιτητών 1 και 2, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετώπιζαν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής των αιτητών 1 και 2, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED ("Armed Conflict Location and Event Data Project") για το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026), όσον αφορά την επαρχία Punjab, επί της οποίας εντοπίζεται η περιοχή Pakpattan, έχουν καταγραφεί 127 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 117 θάνατοι.[4]  Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτίμηση του 2023, ο πληθυσμός της επαρχίας Punjab ανέρχεται σε 127,688,922 κατοίκους[5], και της περιοχής Pakpattan ανέρχεται στα 2,136,170[6].

 

Σε σχέση με το ανήλικο τέκνο θα πρέπει να αναφερθεί πως από το πιο πάνω ιστορικό προκύπτει ότι οι αιτητές 1 και 2 δεν επικαλούνται στις συνεντεύξεις τους κανένα απολύτως ισχυρισμό που να αφορά προσωπικά το ανήλικο τέκνο τους και κατά συνέπεια αυτό θα εξεταστεί στα πλαίσια αξιολόγησης του προφίλ τους. Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι οι αιτητές θα διατρέξουν κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους και συγκεκριμένα στην περιοχή Pakpattan της επαρχίας Punjab.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις των αιτητών 1 και 2, παρατηρώ ότι είναι άτομα νεαρής ηλικίας, υγιή, που φοίτησαν σε σχολείο, πλήρως ικανά προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής τους.

 

Οι αιτητές 1 και 2 δεν έχουν θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να αφορούν τους ίδιους ή το ανήλικο τέκνο τους και να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχουν τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης ή να τεθούν σε τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής τους. Το παιδί γεννήθηκε στις 11/05/2022 και είναι σήμερα σχεδόν 4 ετών.  Η συνήγορος των αιτητών δεν έθεσε ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία που να αφορούν οτιδήποτε σχετικό με το τέκνο, προκειμένου να μπορώ να εξετάσω οτιδήποτε άλλο. Το ζήτημα αυτό ήταν ενώπιον των αιτητών αλλά και των συνηγόρων τους, δόθηκε ο χρόνος σε αυτή τη διαδικασία να τεθούν οποιαδήποτε ζητήματα με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα αλλά δεν τέθηκε οτιδήποτε σχετικό.

 

Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων.  Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από τους συνηγόρους των αιτητών χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω δεν διακρίνω ότι οι αιτητές θα αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους.

 

Λαμβανομένου υπόψη ότι κρίνεται ασφαλής η χώρα καταγωγής τους αλλά και η περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής τους, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα το ανήλικο τέκνο τους να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής τους μαζί με τους γονείς του.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψιν ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την ΚΔΠ 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής των αιτητών 1 και 2 ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι οι αιτητές 1 και 2 δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτούς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Ενόψει της κατάληξής μου αναφορικά με την πάσχουσα νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα.

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1]  Pakistan Law Bot, “Nikah Nama Clauses in  Pakistan: Rights and Responsibilities”, Overview of Nikah Nama Clauses in Pakistan, 26/01/2025, διαθέσιμο στο: https://pakistanlawbot.com/nikah-nama-clauses-in-pakistan-rights-and-responsibilities/

[2] Al Syed Law, “What is Haq Mehr?” Haq Mehr Law in Pakistan, διαθέσιμο στο: https://alsyedlaw.com/haq-mehr/

[3] Pakistan Law Bot, “Nikah Nama Clauses in  Pakistan: Rights and Responsibilities”, What if the Haq Mehr is not paid?, 26/01/2025, διαθέσιμο στο: https://pakistanlawbot.com/nikah-nama-clauses-in-pakistan-rights-and-responsibilities/

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στοhttps://acleddata.com/platform/explorer 

[5] City Population, Punjab, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/pakistan/admin/7__punjab/

[6] City Population, Pakpattan, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/pakistan/admin/punjab/725__pakpattan/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο