ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
29 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
F.A.F.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Έλενα Μαλά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κα) Δικηγόροι για τον Αιτητή
Σταυρούλα Σταύρου (κα), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 04.03.2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 17.03.2023, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν.
Στις 04.04.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στις 06.04.2022 εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 01.02.2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της EUAA. Στη συνέχεια, στις 24.02.2023, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.
Η εν λόγω εισήγηση έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 04.03.2023, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του Αιτητή. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 17.03.2023, ενώ στις 12.04.2023 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 1102/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ακολούθως, διά της συνηγόρου του, ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Διά της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προώθησε ισχυρισμούς, τους οποίους, ωστόσο, εν συνεχεία απέσυρε, πλην του ισχυρισμού περί έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς τη διενέργεια δέουσας έρευνας. Περαιτέρω, προσκομίστηκαν εκ νέου τα ίδια έγγραφα, τα οποία είχαν ήδη κατατεθεί κατά τη διαδικασία συνέντευξης του Αιτητή.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και της κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα συναφή γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επικαλούνται, δε, ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Τέλος, προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Προχωρώντας, θα εξετάσω των γενικό ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεση λαμβανομένης της δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν. 73(I)/2018) ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία.
Ως εκ τούτου δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενη να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). (βλ. Janelidze (Έφεση Αρ. 17/2021)
Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αφορούν τον Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του λειτουργού της EUAA και όπως διαφαίνονται από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται από τα μέρη, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω περιστατικών που έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι διέμενε με φίλο του στην ίδια κατοικία, ο οποίος ήταν αρχηγός ομάδας αυτονομιστών μαχητών.
Σύμφωνα με τον Αιτητή, κυβερνητικές δυνάμεις, οι οποίες αναζητούσαν τον εν λόγω φίλο του, πραγματοποίησαν έφοδο στην κατοικία. Ο φίλος του δεν βρισκόταν εκεί κατά τον χρόνο της επιχείρησης· ωστόσο, οι δυνάμεις εντόπισαν τον ίδιο εντός της οικίας, τον συνέλαβαν και τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, συνεπεία των ανωτέρω, νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο φίλος του σκοτώθηκε μεταγενέστερα από κυβερνητικές δυνάμεις. Ο ίδιος δήλωσε ότι, κατόπιν των γεγονότων αυτών, διέφυγε από τη χώρα καταγωγής του. Τέλος, υποστήριξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, εάν εντοπιστεί από τις κυβερνητικές αρχές, θα θανατωθεί, και για τον λόγο αυτό δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα του (βλ. ερ. 3–1 Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν και ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Kumba, της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας (Southwest Region), όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Ως προς το θρήσκευμά του, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός και ότι ανήκει στη φυλή Basosi. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος.
Όσον αφορά την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει, ενώ η μητέρα του διαμένει στο Καμερούν. Πρόσθεσε ότι έχει δύο αδελφές, εκ των οποίων η μία διαμένει στο Καμερούν, ενώ η άλλη έχει αποβιώσει.
Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ακολούθως φοίτησε για πέντε έτη σε τεχνική σχολή, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ανέφερε, επίσης, ότι ομιλεί τη γλώσσα bayangi, καθώς και σε περιορισμένο βαθμό την αγγλική και τη γαλλική.
Αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα στο Καμερούν, δήλωσε ότι διατηρούσε δική του επιχείρηση πώλησης ενδυμάτων κατά την περίοδο 2011–2016.
Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του (βλ. ερ. 36 Δ.Φ.), ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας γεγονότων που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, συνδέονται με τη δράση των στρατιωτικών δυνάμεων. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατέρας του εργαζόταν στον στρατό ως τελωνειακός υπάλληλος, έχοντας αναλάβει τον έλεγχο των συνόρων μεταξύ Νιγηρίας και Καμερούν, ενώ εργαζόταν και στην περιοχή Limbe.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι στις αρχές του 2019 ο πατέρας του τού επέδειξε όπλο που διατηρούσε κρυμμένο στην οικία τους, αναφέροντάς του ότι αυτό προερχόταν από κατασχέσεις παράνομων αντικειμένων στα σύνορα και ότι δεν έπρεπε να γνωστοποιηθεί σε οποιονδήποτε.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2019 ενημερώθηκε πως ο πατέρας του πυροβολήθηκε ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία. Μετά τον θάνατό του, δήλωσε ότι παρέλαβε το εν λόγω όπλο, το οποίο αρχικώς έθαψε εντός της οικίας και στη συνέχεια μετέφερε στο χωριό Kenge.
Κατόπιν της κηδείας του πατέρα του, η οποία έλαβε χώρα τον Μάιο του ίδιου έτους, ανέφερε ότι η κατάσταση παρέμεινε ομαλή μέχρι τον Νοέμβριο, οπότε η μητέρα του κλήθηκε σε αστυνομικό σταθμό στη Manfi, όπου ερωτήθηκε αναφορικά με όπλα που φέρεται να κατείχε ο αποβιώσας και της ζητήθηκε να τα παραδώσει, χωρίς η ίδια να έχει σχετική γνώση. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, όταν η μητέρα του τον ρώτησε σχετικά, αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο στρατιωτικοί μετέβησαν στην οικία τους στην Kumba προς αναζήτηση των όπλων, χωρίς να εντοπίσουν οτιδήποτε. Την επόμενη ημέρα, η μητέρα του τον προειδοποίησε να μην επιστρέψει στην οικία, λόγω παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Εντούτοις, μεταγενέστερα, επέστρεψαν όλοι στην οικία και η κατάσταση φαινόταν να έχει ομαλοποιηθεί.
Ο Αιτητής δήλωσε, περαιτέρω, ότι τον Ιούλιο του 2021 η μητέρα του αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας στο πόδι της, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, οφειλόταν σε δηλητηρίαση. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο και, κατόπιν ιατρικών εξετάσεων, παραπέμφθηκε στη Νιγηρία για χειρουργική επέμβαση. Ο ίδιος ανέφερε ότι μετέβη στη Νιγηρία μαζί με τη μητέρα του και τη θεία του, όπου παρέμειναν για ορισμένο χρονικό διάστημα, μέχρι την εξάντληση των οικονομικών τους πόρων.
Σύμφωνα με τον Αιτητή, αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Καμερούν προκειμένου να ανανεώσει το διαβατήριό του και να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους. Κατά την επιστροφή του, μετέβη στη Buea για την έκδοση διαβατηρίου και ακολούθως στην περιοχή Gutsi, όπου συναντήθηκε με τη φίλη του. Η τελευταία τον ενημέρωσε ότι ο αρχηγός του χωριού τον αναζητούσε και ότι είχε λάβει πρόσκληση να παρουσιαστεί ενώπιόν του, την οποία ο ίδιος δεν αποδέχθηκε.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, στη συνέχεια, εξασφάλισε εργασία και, λόγω έλλειψης στέγης, φιλοξενήθηκε από παλαιό φίλο του, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός ήταν στρατηγός αποσχιστικής οργάνωσης των λεγόμενων «Αμπαζόνιανς». Ανέφερε ότι ο εν λόγω φίλος δεν διέμενε μόνιμα στην οικία, καθότι βρισκόταν κυρίως στο δάσος.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, όταν στρατιωτικές δυνάμεις πραγματοποίησαν έφοδο στην οικία, τον εντόπισαν εκεί και τον ξυλοκόπησαν, με αποτέλεσμα να απωλέσει τις αισθήσεις του, ανακτώντας τις αισθήσεις του μεταγενέστερα σε νοσοκομείο, τον Οκτώβριο του 2021.
Σύμφωνα με τον ίδιο, κατά τη νοσηλεία του ενημερώθηκε από νοσηλεύτρια ότι οι στρατιωτικοί τον είχαν μεταφέρει στο νοσοκομείο και ότι τον ανέμεναν προκειμένου να τον συλλάβουν μόλις αναρρώσει. Μετά από ορισμένες ημέρες, όπως ανέφερε, μεταφέρθηκε σε χώρο κράτησης, όπου τέθηκε υπό κράτηση.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι κρατήθηκε για τέσσερις έως πέντε ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων υπέστη βασανιστήρια. Ανέφερε ότι, όταν οι αρχές διαπίστωσαν, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έλεγε την αλήθεια, αφέθηκε ελεύθερος την επόμενη ημέρα.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι, επιστρέφοντας στο χωριό του, πληροφορήθηκε ότι επικρατούσαν σοβαρά προβλήματα ασφαλείας και διαπίστωσε ότι η γιαγιά και η αδελφή του είχαν φονευθεί, ενώ η οικία τους είχε πυρποληθεί. Δήλωσε ότι, κατόπιν τούτου, εγκατέλειψε το χωριό και επέστρεψε στην περιοχή Gutsi.
Όπως ανέφερε, λίγες ημέρες αργότερα συνάντησε τον φίλο του, ο οποίος του ζήτησε συγγνώμη. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατόπιν των γεγονότων αυτών και ιδίως μετά τον θάνατο του πατέρα του και την απώλεια της αδελφής και της γιαγιάς του, αποφάσισε να ενταχθεί σε ένοπλη δράση με σκοπό την εκδίκηση.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι αποκάλυψε στον εν λόγω φίλο του ότι είχε στην κατοχή του όπλα και ότι, από κοινού, μετέβησαν κατά τις νυχτερινές ώρες για να τα ανακτήσουν. Ακολούθως, μετέβησαν στο δάσος, όπου εντάχθηκε στις δραστηριότητες της ομάδας, συμμετέχοντας σε επιθέσεις κατά στρατιωτικών στόχων.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, στο πλαίσιο της δράσης της ομάδας, ανέμεναν στρατιωτικές δυνάμεις σε σημείο εκτός πόλης, με σκοπό να επιτεθούν όταν αυτές θα εξέρχονταν από το στρατόπεδο προς την πόλη. Ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια σχετικής επίθεσης, σκότωσαν περίπου έξι στρατιωτικούς, ενώ οι υπόλοιποι επέστρεψαν στο στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά την αποχώρηση των τελευταίων, κατήλθαν από τον λόφο, έλεγξαν τους νεκρούς και ακολούθως επέστρεψαν στο δάσος.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, μία εβδομάδα αργότερα, μετέβη κρυφά, κατά τις νυχτερινές ώρες, στην οικία της φίλης του, η οποία τον ενημέρωσε ότι οι αρχές τον αναζητούσαν και ότι, σε περίπτωση εντοπισμού του, θα τον πυροβολούσαν χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση. Ανέφερε, επίσης, ότι η φίλη του είχε επικοινωνήσει με τη μητέρα του, η οποία με τη σειρά της επικοινώνησε με τον θείο του.
Σύμφωνα με τον Αιτητή, ο θείος του τού ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί του και τον ενημέρωσε ότι η μητέρα του τον είχε παρακαλέσει να εξεύρει τρόπο διαφυγής του από το Καμερούν. Ακολούθως, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο θείος του οργάνωσε τη μεταφορά του στη Douala. Όπως δήλωσε, μετέβη με φορτηγό και, κατά την άφιξή του, ο θείος του τον οδήγησε στο αεροδρόμιο, όπου επικοινώνησε με αστυνομικό.
Κατά τους ισχυρισμούς του, ο εν λόγω αστυνομικός τον παρέλαβε, έλεγξε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και του ζήτησε να αναμείνει. Ακολούθως, τον συνόδευσε μέχρι τον χώρο επιβίβασης, όπου παρέδωσε τα έγγραφά του σε άλλους αστυνομικούς και του υπέδειξε να προχωρήσει.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι επιβιβάστηκε στο αεροσκάφος και ότι, πριν από την αναχώρησή του, ο θείος του είχε αποστείλει τη φωτογραφία του σε άτομο που θα τον παραλάμβανε στον προορισμό του. Όπως ανέφερε, κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο Ercan, ένα άτομο τον αναγνώρισε από τη φωτογραφία, τον παρέλαβε και τον μετέφερε στην οικία του, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου δύο εβδομάδων.
Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, δήλωσε ότι θα θανατωθεί, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, έχουν ήδη θανατωθεί και φίλοι του.
Ερωτηθείς, περαιτέρω, πώς κατόρθωσε να μεταφέρει τα όπλα, ανέφερε ότι αγόρασε δύο σακούλες ρυζιού, εντός των οποίων τα τοποθέτησε, και τα μετέφερε στο χωριό του χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο.
Αναφορικά με τον θείο του, ο οποίος τον βοήθησε να εγκαταλείψει αεροπορικώς το Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτός διέθετε σχετικές διασυνδέσεις και ότι κατέβαλε χρηματικό ποσό σε αστυνομικούς, προκειμένου να του επιτραπεί η διέλευση από τον έλεγχο.
Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον θα μπορούσε να επιστρέψει στο Καμερούν και να διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας, απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι δεν δύναται να επιστρέψει, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ο στρατός θα τον εντοπίσει.
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:
- Φωτογραφία προσώπου που φέρεται να είναι ο πατέρας του, φέροντος στρατιωτική στολή.
- Αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου του πατέρα του, εκδοθέν από το District Hospital Mamfe στις 23.04.2019, υπογεγραμμένο από Γενικό Ιατρό του εν λόγω νοσοκομείου, στο οποίο αναγράφεται το όνομα του πατέρα του Αιτητή (γεννηθέντος στις 24.08.1947) και ως αιτία θανάτου αναφέρεται πυροβολισμός από αυτονομιστές.
- Φωτογραφίες του ίδιου στο νοσοκομείο, καθώς και φωτογραφία στην οποία φέρεται να απεικονίζεται οπλισμένος μαζί με άλλα ένοπλα πρόσωπα.
- Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.01.2022, υπογεγραμμένη από τον Αιτητή και επικυρωμένη από τη δικηγορική εταιρεία Ngenko Law Firm, στην οποία παρατίθενται οι ισχυρισμοί του, η φερόμενη συμμετοχή του σε αυτονομιστές μαχητές («Ambazonians»), καθώς και ο ισχυριζόμενος κίνδυνος που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται, περαιτέρω, ότι η μητέρα του συνελήφθη και ανακρίθηκε αναφορικά με την τοποθεσία του.
- Αντίγραφο ακτινογραφίας της μητέρας του, Forbi Sarah, από την κλινική Healthcare Ilupeju στη Νιγηρία, καθώς και σχετικός λογαριασμός με ημερομηνία Δεκεμβρίου 2021.
- Απόδειξη υπ’ αρ. 0001162 του κέντρου Primrose Specialist Hospital, ποσού 7.700, η οποία φέρεται να έχει καταβληθεί από τη Forbi Sarah.
- Επιστολή παραπόνων προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της κλινικής Clinix Healthcare Centre, η οποία αφορά τη μητέρα του Αιτητή, Forbi Sarah.
- Πράξη δωρεάς (Deed of Gift) καλλιεργήσιμης γης, συνταχθείσα από τη δικηγορική εταιρεία Ngenko Law Firm, σχετικά με μεταβίβαση κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, με αναγραφόμενο δωρητή τον Forbi Isaac Esoh.
- Κλήση προς εμφάνιση από την αστυνομία, φέρουσα σφραγίδα και υπογραφή του αστυνομικού τμήματος Kumba, με την οποία καλείται να παρουσιαστεί στο Κεντρικό Αστυνομικό Τμήμα Kumba στις 15.08.2021.
- Δελτίο ταυτότητας στο όνομα του Αιτητή, εκδοθέν από τη Δημοκρατία του Καμερούν, στο οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία λήξης.
Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι καταδιώκεται από τον στρατό λόγω του πατέρα του, ο οποίος φέρεται να ήταν τελωνειακός υπάλληλος και να είχε αποκρύψει όπλα στην οικία. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται συνοχής και επαρκούς λεπτομέρειας. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι, ενώ ως προς τη θέση του πατέρα του ο Αιτητής ήταν σε θέση να παράσχει ορισμένες πληροφορίες, οι οποίες κρίθηκαν επαρκώς συνεπείς, εντούτοις δεν επέδειξε την ίδια σαφήνεια και συνέπεια αναφορικά με κρίσιμα στοιχεία των ισχυρισμών του. Σημειώθηκε, συναφώς, ότι ο Αιτητής δεν ήταν παρών σε σημαντικά περιστατικά που περιέγραψε, όπως ο θάνατος του πατέρα του και η καύση της οικίας.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι αναφορές του σχετικά με τα όπλα ήταν γενικές και αόριστες. Ειδικότερα, όταν ερωτήθηκε κατά πόσον ο πατέρας του γνώριζε ότι έθετε την οικογένειά του σε κίνδυνο, παρέχοντας στο σπίτι αντικείμενα όπως όπλα, έδωσε αντιφατικές απαντήσεις, τοποθετούμενος τόσο θετικά όσο και αρνητικά. Επιπλέον, ως προς τον αριθμό των όπλων, αρχικώς ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα, ενώ ακολούθως, αντιφατικά, ανέφερε ότι επρόκειτο για τέσσερα και ότι ο πατέρας του συνήθιζε να μεταφέρει περισσότερα.
Αντιφάσεις διαπιστώθηκαν, επίσης, ως προς τον τρόπο απόκρυψης και μεταφοράς των όπλων, ιδίως υπό το πρίσμα του ισχυρισμού ότι ο στρατός τα αναζητούσε ήδη. Ενώ ευλόγως αναμενόταν να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει ότι τοποθέτησε τα όπλα σε δύο σακούλες ρυζιού και τα μετέφερε στο χωριό του, χωρίς να γίνει αντιληπτός και χωρίς να αποκαλύψει την ακριβή τοποθεσία τους.
Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε γιατί δεν αποκάλυψε την τοποθεσία των όπλων προς αποτροπή κινδύνου για τον ίδιο και την οικογένειά του, απάντησε αορίστως ότι θα θανατωνόταν ούτως ή άλλως, χωρίς να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό αυτό. Ερωτηθείς, επίσης, κατά πόσον η οικία είχε ερευνηθεί στο παρελθόν, δεδομένης της φύσεως της εργασίας του πατέρα του, απάντησε αρνητικά, γεγονός που κρίθηκε ως μη ευλόγως αναμενόμενο.
Τέλος, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς για ποιο λόγο υπέστη ο ίδιος κακομεταχείριση από τις στρατιωτικές δυνάμεις αντί του φίλου του, ο οποίος φέρεται να ήταν μέλος των «Ambazonians» και τον οποίο αναζητούσαν, ούτε πώς συνδέεται η κράτησή του με τις ενέργειες του πατέρα του.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής προσκόμισε φωτογραφία προσώπου φέροντος στρατιωτική στολή, την οποία ισχυρίζεται ότι απεικονίζει τον πατέρα του, καθώς και αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου, προς ενίσχυση των ισχυρισμών του.
Ως προς τη φωτογραφία, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν δύναται να αξιολογηθεί περαιτέρω, καθότι δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα του απεικονιζόμενου προσώπου ως του πατέρα του Αιτητή.
Περαιτέρω, προσκομίστηκε αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου, εκδοθέν από το District Hospital Mamfe στις 23.04.2021, υπογεγραμμένο από τον Γενικό Ιατρό του εν λόγω νοσοκομείου, Shiro Sinata, στο οποίο αναγράφεται το όνομα του πατέρα του Αιτητή (γεννηθέντος στις 24.08.1947) και ως αιτία θανάτου αναφέρεται πυροβολισμός από αυτονομιστές.
Παρά ταύτα, ο λειτουργός έκρινε ότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν επαρκούν αυτοτελώς για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του Αιτητή. Ειδικότερα, σημείωσε ότι τα εν λόγω στοιχεία θα μπορούσαν να αξιολογηθούν υποστηρικτικά μόνο σε συνδυασμό με αξιόπιστες και επαρκώς τεκμηριωμένες δηλώσεις, πλην όμως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν επαρκούν για την υποστήριξη των ισχυρισμών του.
Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη δράση των στρατιωτικών δυνάμεων στο Καμερούν.
Ο τρίτος ισχυρισμός αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι υπήρξε μέλος των «Ambazonians» και ότι, συνεπεία τούτου, καταδιώκεται από τον στρατό. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός.
Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως, τον Οκτώβριο του 2021, νοσηλεύτηκε για πέντε ημέρες κατόπιν ξυλοδαρμού από στρατιωτικές δυνάμεις και ότι, δύο ημέρες αργότερα, αποφάσισε να ενταχθεί στους «Ambazonians», όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου τριών μηνών, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον Φεβρουάριο του 2022. Η εν λόγω δήλωση κρίθηκε αντιφατική σε σχέση με προγενέστερη αναφορά του, σύμφωνα με την οποία εργαζόταν στη εταιρεία Nexttel για περίοδο τεσσάρων μηνών, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2021. Κρίθηκε ότι δεν είναι ευλόγως αναμενόμενο να εργάζεται ταυτόχρονα, ενώ διαμένει στο δάσος, εκπαιδεύεται και συμμετέχει σε ένοπλη ομάδα.
Περαιτέρω, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς τα κίνητρα ένταξής του στην εν λόγω οργάνωση. Ενώ ανέφερε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από μέλη των «Ambazonians», σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι εντάχθηκε στην ίδια οργάνωση επικαλούμενος πράξεις του στρατού εις βάρος του ιδίου και της οικογένειάς του, χωρίς να παρέχει συνεκτική και πειστική εξήγηση για την αντίφαση αυτή.
Επιπλέον, κατά την περιγραφή της συμμετοχής του στην ομάδα, περιορίστηκε σε γενικές και ελλιπείς αναφορές. Συγκεκριμένα, παρείχε βασικές μόνο πληροφορίες ως προς την εκπαίδευσή του και τη δράση της ομάδας, αναφερόμενος σε ένα μόνο περιστατικό επίθεσης κατά στρατιωτικών στόχων. Δήλωσε ότι, κατόπιν του εν λόγω περιστατικού, αισθάνθηκε ενοχές και αποχώρησε άμεσα από την ομάδα, ακολουθώντας οδηγίες του θείου του, και εγκατέλειψε τη χώρα. Κρίθηκε ότι θα αναμενόταν ευλόγως να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες, καθώς και να αντιμετωπίσει δυσχέρειες κατά την αποχώρησή του από την οργάνωση και τη χώρα, ιδίως ενόψει του ισχυρισμού ότι καταζητείτο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί η φερόμενη ένταξη του Αιτητή στους «Ambazonians». Ο Αιτητής προσκόμισε διάφορα έγγραφα και φωτογραφικό υλικό προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες της μητέρας του σε νοσοκομείο, ιατρικές εξετάσεις, φωτογραφίες του ιδίου φερόμενου ως νοσηλευόμενου, καθώς και φωτογραφία στην οποία φέρεται να απεικονίζεται οπλισμένος με άλλα ένοπλα πρόσωπα.
Ωστόσο, κρίθηκε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν δύνανται να αξιολογηθούν αποφασιστικά, καθότι δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα των απεικονιζόμενων προσώπων ή η αυθεντικότητα και συνάφειά τους με τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Το ίδιο ισχύει και για τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα, καθώς και για επιστολή φερόμενη ως εκδοθείσα από ιατρικό κέντρο, η οποία δεν φέρει επαρκή στοιχεία πιστοποίησης.
Περαιτέρω, ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο δελτίου ταυτότητας, τα στοιχεία του οποίου δεν είναι ευκρινή, καθώς και αντίγραφο κλήσης προς εμφάνιση από την αστυνομία, ημερομηνίας 15.08.2021. Ωστόσο, ο ίδιος δεν παρέλαβε προσωπικά το εν λόγω έγγραφο ούτε συμμορφώθηκε προς αυτό. Σημειώθηκε, επίσης, ότι εγκατέλειψε τη χώρα χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον συνοριακό έλεγχο.
Επιπλέον, προσκομίστηκε έγγραφο νομικού περιεχομένου, εκδοθέν στις 20.01.2022 από δικηγορικό γραφείο στην Kumba, στο οποίο παρατίθενται οι ισχυρισμοί του Αιτητή και γίνεται αναφορά στη φερόμενη συμμετοχή του στους «Ambazonians» και στον ισχυριζόμενο κίνδυνο επιστροφής. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται, περαιτέρω, ότι η μητέρα του συνελήφθη και ανακρίθηκε, πληροφορία η οποία δεν επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν επαρκούν, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του Αιτητή, για την τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής συνοχής και επαρκούς τεκμηρίωσης. Τέλος, παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του πρώτου ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (ήτοι υπήκοος Καμερούν, άνδρας υγιής και ικανός προς εργασία, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, με στοιχειώδες μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία), καθώς και τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, εξέτασε το ενδεχόμενο έκθεσής του σε βία σε περίπτωση επιστροφής του.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β), κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Περαιτέρω, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ), και κατόπιν συνεκτίμησης των προσωπικών χαρακτηριστικών του Αιτητή και της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή Kumba, της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας (Southwest Region), κρίθηκε ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών βίας στην περιοχή, δεν προκύπτει ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για τον Αιτητή ως άμαχο, αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί.
Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο του ενώπιόν του υλικού, ήτοι τους ισχυρισμούς του Αιτητή όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, καθώς και τις θέσεις των Καθ’ ων η Αίτηση, προβαίνει σε ανεξάρτητη αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου και της συναφούς νομολογίας.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται κατ’ αρχάς ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής προέβαλε σαφείς και συνεπείς ισχυρισμούς αναφορικά με την ταυτότητά του, τη χώρα καταγωγής του και τον τόπο συνήθους διαμονής του.
Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείς και μεγαλωμένος στην πόλη Kumba της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας (Southwest Region), όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Παρείχε, περαιτέρω, πληροφορίες αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, το μορφωτικό του επίπεδο, τη γλωσσική του επάρκεια, καθώς και την επαγγελματική του δραστηριότητα, οι οποίες κρίνονται ως επαρκώς συγκεκριμένες και συνεκτικές.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι εν λόγω δηλώσεις συνάδουν με τις πληροφορίες που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, καθώς και με τα διαθέσιμα στοιχεία αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή. Περαιτέρω, η προσκόμιση επίσημου εγγράφου ταυτότητας ενισχύει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του ως προς την ταυτότητα και την ιθαγένειά του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό χαρακτηρίζονται από εσωτερική συνοχή και επαρκή λεπτομέρεια, ενώ δεν προκύπτουν στοιχεία που να τις κλονίζουν. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση του περιεχομένου της αφήγησης του Αιτητή, όπως αυτή αποτυπώνεται στην προσωπική του συνέντευξη, υπό το πρίσμα της συνοχής, της σαφήνειας και του βαθμού λεπτομέρειας που αυτή παρουσιάζει.
Εκ πρώτης όψεως, η αφήγηση του Αιτητή εμφανίζεται δομημένη γύρω από ένα κεντρικό περιστατικό, ήτοι τη φερόμενη κατοχή και απόκρυψη όπλων που ανήκαν στον πατέρα του και την επακόλουθη στοχοποίησή του από τις αρχές. Πλην όμως, κατά την προσεκτική εξέταση των επιμέρους στοιχείων της, διαπιστώνεται ότι δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και συνέπεια.
Ειδικότερα, ο Αιτητής παρουσιάζει αστάθεια ως προς κρίσιμα στοιχεία του ισχυρισμού του, ιδίως αναφορικά με τον αριθμό και τη διαχείριση των όπλων. Ενώ αρχικώς αναφέρεται σε μεμονωμένο όπλο, σε μεταγενέστερο στάδιο κάνει λόγο για περισσότερα, χωρίς να παρέχει σαφή και συνεπή εξήγηση για τη διαφοροποίηση αυτή. Η εν λόγω ασυνέπεια αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της αφήγησης και δεν δύναται να θεωρηθεί επουσιώδης.
Περαιτέρω, οι περιγραφές του ως προς τον τρόπο απόκρυψης και μεταφοράς των όπλων στερούνται συγκεκριμενοποίησης και δεν συνάδουν με το επίπεδο κινδύνου που ο ίδιος επικαλείται. Παρά τον ισχυρισμό ότι οι αρχές είχαν κινητοποιηθεί προς αναζήτηση των όπλων, ο Αιτητής περιορίζεται σε γενικές αναφορές, χωρίς να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες που να καθιστούν την εκδοχή του πειστική.
Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να προβεί σε διαφοροποιημένη αξιολόγηση ως προς το πρόσωπο του πατέρα. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής παρουσιάζεται κατ’ αρχήν συνεπής ως προς ορισμένα βασικά πραγματικά περιστατικά, ήτοι την επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα του σε σχέση με τον συνοριακό έλεγχο, τη μεταφορά αντικειμένων στην οικία, την επίδειξη όπλου προς τον ίδιο κατά το έτος 2019, καθώς και τον θάνατό του στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν έναν στοιχειώδη πυρήνα συνοχής.
Πλην όμως, πέραν του εν λόγω πυρήνα, η αφήγηση παρουσιάζει ουσιώδεις ασυνέπειες και ασάφειες ως προς κρίσιμα σημεία. Εντοπίζεται ασάφεια ως προς τη γνώση και την πρόθεση του πατέρα, ο οποίος άλλοτε παρουσιάζεται να ενεργεί συνειδητά και οργανωμένα και άλλοτε χωρίς σαφή πρόβλεψη των συνεπειών των πράξεών του. Παράλληλα, η εξέλιξη των γεγονότων σε σχέση με την αντίδραση των αρχών δεν εμφανίζεται πειστική, καθότι, ενώ η φερόμενη δραστηριότητα του πατέρα εκτεινόταν σε βάθος χρόνου, δεν προκύπτει οποιαδήποτε προηγούμενη κινητοποίηση των αρχών, οι οποίες φέρονται να ενεργοποιούνται αιφνιδίως μόνο μετά τον θάνατό του, χωρίς επαρκή εξήγηση.
Ασυνέπεια διαπιστώνεται, επίσης, ως προς την αιτία θανάτου του πατέρα, την οποία ο Αιτητής αποδίδει σε αυτονομιστές μαχητές, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει ότι ο ίδιος καταδιώκεται από κρατικές αρχές λόγω της δραστηριότητας του πατέρα, χωρίς να εξηγείται επαρκώς η σύνδεση των δύο. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος ήταν ο μοναδικός γνώστης της ύπαρξης και της τοποθεσίας των όπλων δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα ως προς τον τρόπο στοχοποίησής του από τις αρχές.
Ως προς το ειδικότερο σκέλος της φερόμενης αναζήτησης του Αιτητή από τις αρχές, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σχετική αφήγηση δεν εμφανίζει την απαιτούμενη συνοχή και πειστικότητα. Η φερόμενη κινητοποίηση των αρχών παρουσιάζεται αποσπασματική και χρονικά ασυνεχής, ενώ η εξήγηση περί εντοπισμού των όπλων μέσω ελέγχου αρχείων παραμένει γενική και αόριστη. Παράλληλα, δεν προκύπτει σταθερό ή συστηματικό ενδιαφέρον των αρχών για τον εντοπισμό του, καθώς από την ίδια την αφήγησή του προκύπτει ότι η παρουσία τους περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά.
Συναφώς, δεν παρέχεται πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο οι αρχές φέρονται να επικέντρωσαν την προσοχή τους στον ίδιο προσωπικά, ιδίως ενόψει του ισχυρισμού ότι ήταν ο μόνος γνώστης της τοποθεσίας των όπλων. Επιπλέον, η ίδια η συμπεριφορά των αρχών, όπως περιγράφεται, εμφανίζει ασυνέπεια, καθότι, παρά τη φερόμενη κακομεταχείρισή του με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.
Τέλος, η εξήγηση που παρέχει για τη μη αποκάλυψη της τοποθεσίας των όπλων, ήτοι ότι θα θανατωνόταν σε κάθε περίπτωση, παραμένει γενική και μη εξατομικευμένη και δεν καθίσταται πειστική υπό τις περιστάσεις.
Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά την αρχική καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής προέβαλε σαφώς περιορισμένη και διαφοροποιημένη εκδοχή των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με εκείνη που ανέπτυξε μεταγενέστερα κατά την προσωπική του συνέντευξη. Ειδικότερα, στην αρχική του δήλωση απέδωσε τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας του σε περιστατικό σύλληψης και κακομεταχείρισής του από κρατικές δυνάμεις, στο πλαίσιο επιχείρησης εντοπισμού τρίτου προσώπου (φίλου του), το οποίο φερόταν να συνδέεται με αυτονομιστές μαχητές. Δεν προέβαλε, ωστόσο, οποιονδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με εμπλοκή του πατέρα του σε κατοχή ή απόκρυψη όπλων, ούτε ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος αποτέλεσε στόχο των αρχών λόγω οικογενειακής δραστηριότητας ή ότι εντάχθηκε σε ένοπλη αυτονομιστική ομάδα. Η ουσιώδης αυτή μεταβολή και διεύρυνση του πραγματικού πυρήνα του αιτήματός του, χωρίς να παρέχεται επαρκής και πειστική εξήγηση για την παράλειψη προβολής των εν λόγω στοιχείων σε αρχικό στάδιο, επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία της αφήγησής του και δύναται να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της συνολικής του αξιοπιστίας.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την ύπαρξη ενός περιορισμένου πυρήνα συνοχής ως προς επιμέρους στοιχεία, οι διαπιστωθείσες ασυνέπειες, ασάφειες και λογικά κενά ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ιδίως αναφορικά με τη φερόμενη αναζήτηση του Αιτητή από τις αρχές, υπονομεύουν την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού στο σύνολό του. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας.
Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ορισμένα επιμέρους στοιχεία της αφήγησης του Αιτητή δύνανται να γίνουν αποδεκτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τεκμηριώνεται κατά τρόπο επαρκή, σαφή και πειστικό η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της φερόμενης δραστηριότητας του πατέρα του και της προσωπικής του στοχοποίησης από τις κρατικές αρχές. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι οι αρχές είχαν γνώση της εμπλοκής του, ούτε ότι υφίσταται διαρκές ή ουσιαστικό ενδιαφέρον για τον εντοπισμό του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός δεν δύναται, σε κάθε περίπτωση, να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, καθώς και την αξιολόγηση αυτών από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ειδικότερα, ο Αιτητής προσκόμισε φωτογραφικό υλικό και διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες προσώπων φερόμενων ως συγγενών του σε νοσοκομείο, ιατρικές εξετάσεις και αποδείξεις πληρωμών από ιδιωτικά ιατρικά κέντρα, φωτογραφίες του ιδίου μετά από φερόμενη κακομεταχείριση, καθώς και φωτογραφία στην οποία φέρεται να απεικονίζεται οπλισμένος με άλλα ένοπλα πρόσωπα. Περαιτέρω, προσκομίστηκε κλήση προς εμφάνιση από αστυνομικό σταθμό, καθώς και λοιπά έγγραφα ιδιωτικού χαρακτήρα.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ορισμένα από τα ανωτέρω στοιχεία ενδέχεται να αντανακλούν πραγματικά περιστατικά ή καταστάσεις. Ωστόσο, η αποδεικτική τους αξία κρίνεται περιορισμένη, καθότι δεν καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της ταυτότητας των απεικονιζόμενων προσώπων ούτε η σαφής σύνδεση των εγγράφων με τον ίδιο τον Αιτητή και τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του. Ειδικότερα, το φωτογραφικό υλικό δεν δύναται να επιβεβαιώσει με βεβαιότητα ότι απεικονίζει τον ίδιο ή πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού του περιβάλλοντος, ενώ τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα, ακόμη και αν ληφθούν ως αυθεντικά, δεν τεκμηριώνουν την αιτία των τραυματισμών ούτε τη σύνδεσή τους με πράξεις των αρχών.
Ως προς την προσκομισθείσα κλήση προς εμφάνιση από αστυνομικό σταθμό στην Kumba, το Δικαστήριο σημειώνει ότι πρόκειται για το στοιχείο με τη μεγαλύτερη συνάφεια προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί ενδιαφέροντος των αρχών εις βάρος του. Το εν λόγω έγγραφο φέρει τυπικά χαρακτηριστικά επίσημης κλήσης και, εκ πρώτης όψεως, δύναται να καταδεικνύει ότι οι αρχές επιδίωξαν να έλθουν σε επαφή με τον Αιτητή, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί ότι αντανακλά απλώς διοικητική ή προκαταρκτική ενέργεια.
Πλην όμως, η αποδεικτική του αξία ως προς την τεκμηρίωση προσωπικής στοχοποίησης παραμένει περιορισμένη. Καταρχάς, δεν προκύπτει ότι η κλήση επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή ή ότι ο ίδιος έλαβε γνώση αυτής κατά τον χρόνο έκδοσής της. Περαιτέρω, δεν περιλαμβάνονται επαρκή στοιχεία ως προς τον λόγο για τον οποίο καλείται να παρουσιαστεί, ούτε προκύπτει σαφής σύνδεση του περιεχομένου της με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη χρονική τοποθέτηση της κλήσης, η οποία φέρει ημερομηνία 15.08.2021. Η εν λόγω χρονική ένδειξη δεν εντάσσεται με σαφήνεια στη συνολική αφήγηση του Αιτητή, καθότι από τους ισχυρισμούς του δεν προκύπτει ότι κατά τον χρόνο αυτό είχε ήδη διαμορφωθεί ουσιαστικό ενδιαφέρον των αρχών εις βάρος του ή ότι είχαν περιέλθει σε γνώση τους τα στοιχεία που, κατά τους ισχυρισμούς του, θεμελιώνουν την εμπλοκή του. Αντιθέτως, η φερόμενη στοχοποίησή του παρουσιάζεται ως μεταγενέστερη εξέλιξη, ήτοι κατόπιν των γεγονότων του Οκτωβρίου 2021, όταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, συνελήφθη και υπέστη κακομεταχείριση.
Περαιτέρω, η ύπαρξη κλήσης προς εμφάνιση σε προγενέστερο χρονικό σημείο δημιουργεί πρόσθετο λογικό κενό ως προς την εξέλιξη των γεγονότων. Ειδικότερα, εάν οι αρχές είχαν ήδη επιδείξει ενδιαφέρον για το πρόσωπό του από τον Αύγουστο του 2021, θα αναμενόταν είτε η άμεση σύλληψή του είτε η συνέχιση ενεργειών εις βάρος του σε εύλογο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, από την αφήγησή του δεν προκύπτει οποιαδήποτε σχετική ενέργεια μέχρι τον Οκτώβριο 2021, οπότε και τοποθετεί το περιστατικό σύλληψης, γεγονός που δεν συνάδει με την ύπαρξη προηγούμενης επίσημης κλήσης.
Η εν λόγω χρονική ασυνέπεια διαρρηγνύει την αλληλουχία των γεγονότων και καθιστά ασαφή τη σύνδεση μεταξύ της κλήσης και του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί καταδίωξης, αποδυναμώνοντας κατ’ επέκταση την αποδεικτική αξία του εγγράφου ως στοιχείου που τεκμηριώνει προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή από τις αρχές.
Περαιτέρω, η ύπαρξη μίας και μόνης κλήσης προς εμφάνιση δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να καταδείξει την ύπαρξη διαρκούς ή ουσιαστικού ενδιαφέροντος των αρχών εις βάρος του Αιτητή, ιδίως ελλείψει περαιτέρω ενεργειών, όπως επανειλημμένες κλήσεις, ένταλμα σύλληψης ή άλλες ενδείξεις συστηματικής αναζήτησής του. Συναφώς, η αποδεικτική αξία του εγγράφου αποδυναμώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον των αρχών και εν συνεχεία κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε εμπόδιο.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω κλήση είναι αυθεντική, δεν επαρκεί για να τεκμηριώσει την προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή. Κατ’ επέκταση, τα προσκομισθέντα στοιχεία, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του, δεν διαθέτουν επαρκή αποδεικτική αξία ώστε να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη ουσιαστικού ενδιαφέροντος των αρχών εις βάρος του.
Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ορισμένα εκ των προσκομισθέντων στοιχείων αντανακλούν πραγματικές περιστάσεις, τα στοιχεία αυτά δεν τεκμηριώνουν την απαιτούμενη αιτιώδη σύνδεση μεταξύ των γεγονότων που επικαλείται ο Αιτητής και της φερόμενης προσωπικής του στοχοποίησης από τις αρχές. Ως εκ τούτου, δεν δύνανται να στηρίξουν τον υπό κρίση ισχυρισμό ως προς το ουσιώδες στοιχείο του κινδύνου.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο εξετάζει τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τη φερόμενη συμμετοχή του σε ένοπλη αυτονομιστική ομάδα (Ambazonians), την εκπαίδευσή του και τη συμμετοχή του σε εχθροπραξίες, υπό το πρίσμα της εσωτερικής συνοχής, της σαφήνειας και του βαθμού λεπτομέρειας της αφήγησής του.
Εκ πρώτης όψεως, ο Αιτητής προβάλλει ότι εντάχθηκε στην εν λόγω ομάδα κατόπιν προσωπικής απόφασης, επικαλούμενος κίνητρα εκδίκησης λόγω των όσων φέρεται να υπέστη η οικογένειά του. Περαιτέρω, δηλώνει ότι έτυχε εκπαίδευσης διάρκειας δύο εβδομάδων, ότι διέμενε σε καταυλισμό σε δασική περιοχή και ότι συμμετείχε σε μία επίθεση κατά στρατιωτικών δυνάμεων.
Πλην όμως, κατά την ενδελεχή εξέταση της αφήγησής του, διαπιστώνεται ότι αυτή στερείται του απαιτούμενου βαθμού συγκεκριμενοποίησης και εμφανίζει ουσιώδεις ασάφειες.
Καταρχάς, ο Αιτητής παρέχει περιορισμένες και γενικές πληροφορίες ως προς τη δομή, τη λειτουργία και την οργάνωση της ομάδας. Οι αναφορές του περιορίζονται σε βασικά στοιχεία, όπως η ύπαρξη «γενικού» και η χρήση καταυλισμών στο δάσος, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τη σύνθεση της ομάδας, την ιεραρχία ή τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Η αδυναμία αυτή καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής ενόψει του ισχυρισμού του ότι συμμετείχε ενεργά στην ομάδα, γεγονός που εύλογα θα προϋπέθετε μεγαλύτερο βαθμό γνώσης.
Περαιτέρω, ως προς την εκπαίδευσή του, ο Αιτητής περιορίζεται στη δήλωση ότι εκπαιδεύτηκε «μόνο στο να πυροβολεί», χωρίς να παρέχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τη φύση της εκπαίδευσης, τον εξοπλισμό ή τις επιχειρησιακές διαδικασίες. Ο περιορισμένος αυτός βαθμός πληροφόρησης δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί ένταξής του σε ένοπλη ομάδα και συμμετοχής σε επιχείρηση.
Αντίστοιχα, η περιγραφή της φερόμενης επίθεσης εμφανίζεται γενική και αόριστη. Ο Αιτητής αναφέρει ότι «πυροβολούσαν όλοι μαζί» και ότι δεν γνωρίζει εάν τραυμάτισε κάποιον, ενώ δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τον αριθμό των αντιπάλων, τον στόχο της επιχείρησης ή την εξέλιξη της σύγκρουσης. Η έλλειψη συγκεκριμένων επιχειρησιακών στοιχείων ως προς ένα τόσο κρίσιμο γεγονός αποδυναμώνει τη βιωματική ποιότητα της αφήγησής του και κατ’ επέκταση την αξιοπιστία της.
Ιδιαίτερη ασυνέπεια παρατηρείται ως προς τη στάση του ίδιου έναντι της συμμετοχής του στην ομάδα. Ενώ σε ορισμένα σημεία δηλώνει ότι εντάχθηκε οικειοθελώς και ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει («ήμουν πολύ πρόθυμος να πυροβολήσω»), σε άλλα σημεία προβάλλει φόβο και αποστασιοποίηση, αναφέροντας ότι ένιωθε ενοχές και ότι αποχώρησε άμεσα μετά το περιστατικό. Περαιτέρω, ο ίδιος αναφέρει ότι η ένταξη στην ομάδα δεν ήταν εξαναγκαστική («if you like you join») και ότι αποχώρησε μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να προκύπτει ότι αντιμετώπισε οποιαδήποτε συνέπεια από την ίδια την οργάνωση. Η εν λόγω εξέλιξη δεν συνάδει ευχερώς με τη φύση και τη λειτουργία ένοπλων ομάδων που δρουν σε συνθήκες σύγκρουσης και εντείνει τις αμφιβολίες ως προς την πραγματική του εμπλοκή.
Επιπλέον, ο Αιτητής εμφανίζεται να έχει περιορισμένη γνώση βασικών στοιχείων της οργάνωσης, όπως η ηγεσία, ο αριθμός των μελών και η συνολική της δομή, ενώ σε ορισμένα σημεία οι απαντήσεις του παραμένουν αόριστες ή γενικόλογες («too many», «I do not know the number»). Η εικόνα αυτή δεν συνάδει με πρόσωπο που φέρεται να συμμετείχε ενεργά, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, σε ένοπλη ομάδα.
Περαιτέρω, η χρονική αλληλουχία των γεγονότων δεν παρουσιάζεται με σαφήνεια. Ο Αιτητής αναφέρει ότι εντάχθηκε τον Δεκέμβριο, εκπαιδεύτηκε για δύο εβδομάδες και συμμετείχε σε επίθεση λίγο αργότερα, χωρίς να παρέχει σαφή και συνεπή χρονολογική σύνδεση των επιμέρους σταδίων, ενώ σε επιμέρους σημεία της συνέντευξης προκύπτουν ανάγκες διευκρίνισης των σχετικών χρονικών δεδομένων. Η αποσπασματικότητα αυτή επηρεάζει την εσωτερική συνοχή της αφήγησης.
Ακόμη, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η σύνδεση μεταξύ της φερόμενης συμμετοχής του στην οργάνωση και της μεταγενέστερης αναζήτησής του από τις αρχές. Ο Αιτητής αποδίδει τον εντοπισμό του σε γενικές αναφορές περί ύπαρξης «κατασκόπων» και σύνδεσής του με την ομάδα, χωρίς να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία που να καθιστούν εύλογη την ταυτοποίησή του, ιδίως δεδομένου ότι ο ίδιος αναφέρει ότι δεν εντοπίστηκε κατά την επίθεση.
Ιδιαίτερη αντίφαση εντοπίζεται ως προς το κίνητρο ένταξης του Αιτητή στην οργάνωση των Ambazonians. Ειδικότερα, ο ίδιος δηλώνει ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης από τους εν λόγω αυτονομιστές, πλην όμως στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι αποφάσισε να ενταχθεί στην ίδια οργάνωση. Η εν λόγω θέση δημιουργεί προφανή λογική ασυνέπεια, καθότι δεν παρέχεται επαρκής και πειστική εξήγηση για τη μεταστροφή αυτή, ούτε αιτιολογείται πώς ένα πρόσωπο επιλέγει να ενταχθεί σε ομάδα την οποία θεωρεί υπεύθυνη για τον θάνατο στενού συγγενικού του προσώπου. Οι σχετικές αναφορές του Αιτητή παραμένουν γενικές και δεν αίρουν την εν λόγω αντίφαση, γεγονός που υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί συμμετοχής του στην οργάνωση.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αφήγηση του Αιτητή ως προς τη φερόμενη συμμετοχή του στους Ambazonians χαρακτηρίζεται από έλλειψη συγκεκριμενοποίησης, ασάφειες και εσωτερικές αντιφάσεις, οι οποίες υπονομεύουν την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.
Τέλος, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, όπως αυτή παρουσιάζεται από τον Αιτητή, ιδίως ως προς τον χρόνο ένταξής του στους Ambazonians σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τον πατέρα του και την οικογένειά του. Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η απόφασή του να ενταχθεί στην εν λόγω οργάνωση ελήφθη κατόπιν του θανάτου του πατέρα του και των φερόμενων επιθέσεων κατά της οικογένειάς του, προβάλλοντας ως κίνητρο την επιθυμία εκδίκησης. Πλην όμως, η εν λόγω εκδοχή δεν παρουσιάζεται με την απαιτούμενη σαφήνεια και συνέπεια, καθότι η χρονική τοποθέτηση των επιμέρους γεγονότων εμφανίζεται συγκεχυμένη και ενίοτε αντιφατική. Συγκεκριμένα, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ακριβής χρονική σχέση μεταξύ της φερόμενης στοχοποίησής του από τις αρχές, της ένταξής του στην οργάνωση και της συμμετοχής του σε ένοπλη ενέργεια, ενώ σε επιμέρους σημεία της συνέντευξης προκύπτουν αποκλίσεις ως προς τις σχετικές ημερομηνίες, οι οποίες χρειάστηκε να διευκρινιστούν κατόπιν παρεμβάσεων του λειτουργού. Η ασάφεια αυτή ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων αποδυναμώνει τη συνολική συνοχή της αφήγησης και δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την πραγματική εξέλιξη των περιστατικών.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή προς υποστήριξη της φερόμενης συμμετοχής του στους Ambazonians, καθώς και την αξιολόγηση αυτών από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ειδικότερα, ο Αιτητής προσκόμισε φωτογραφικό υλικό και έγγραφα, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες της μητέρας του σε νοσοκομείο, ιατρικές εξετάσεις και αποδείξεις πληρωμών, φωτογραφίες του ιδίου μετά από φερόμενη κακομεταχείριση, φωτογραφία στην οποία φέρεται να απεικονίζεται ο ίδιος οπλισμένος μαζί με άλλα ένοπλα πρόσωπα, αντίγραφο αστυνομικής κλήσης προς εμφάνιση, κατεστραμμένο δελτίο ταυτότητας, καθώς και έγγραφο νομικού χαρακτήρα από δικηγορικό γραφείο στο Καμερούν.
Επισημαίνεται ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι κοινά για περισσότερους του ενός ισχυρισμούς του Αιτητή και δεν αφορούν ειδικώς τη φερόμενη συμμετοχή του σε ένοπλη οργάνωση. Υπό το πρίσμα αυτό, η αποδεικτική τους αξία ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό είναι ακόμη πιο περιορισμένη, καθότι δεν τεκμηριώνουν τα καίρια στοιχεία της ένταξης, εκπαίδευσης και επιχειρησιακής εμπλοκής του.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ορισμένα εκ των ανωτέρω στοιχείων ενδέχεται να αντανακλούν πραγματικές περιστάσεις, ιδίως ως προς τη γενική κατάσταση της οικογένειας του Αιτητή ή την ύπαρξη τραυματισμών. Ωστόσο, η αποδεικτική τους αξία ως προς τη θεμελίωση του ισχυρισμού περί συμμετοχής του σε ένοπλη ομάδα κρίνεται περιορισμένη.
Συγκεκριμένα, το φωτογραφικό υλικό δεν επιτρέπει την ασφαλή ταυτοποίηση των απεικονιζόμενων προσώπων. Η φωτογραφία του Αιτητή με ένοπλα άτομα δεν καθιστά σαφές εάν πράγματι απεικονίζεται ο ίδιος ούτε αποδεικνύει, αφ’ εαυτής, ενεργό συμμετοχή του σε οργανωμένη ένοπλη δράση. Ομοίως, οι φωτογραφίες από νοσοκομείο και τα ιατρικά έγγραφα, ακόμη και αν θεωρηθούν αυθεντικά, δεν τεκμηριώνουν την αιτία των τραυματισμών ούτε τη σύνδεσή τους με τις προβαλλόμενες ενέργειες των αρχών ή τη συμμετοχή του στην οργάνωση.
Ως προς το προσκομισθέν έγγραφο νομικού χαρακτήρα, το οποίο φέρει αναφορά σε κατηγορίες εις βάρος του Αιτητή και στον κίνδυνο που φέρεται να αντιμετωπίζει, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το περιεχόμενό του βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στους ισχυρισμούς του ιδίου και δεν συνοδεύεται από ανεξάρτητα επαληθεύσιμα στοιχεία. Ως εκ τούτου, η αποδεικτική του αξία είναι περιορισμένη ως προς την επιβεβαίωση των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ορισμένα εκ των εγγράφων παρουσιάζουν ελλείψεις ως προς τα τυπικά τους χαρακτηριστικά (όπως έλλειψη υπογραφής ή σφραγίδας), γεγονός που επηρεάζει την αξιοπιστία τους. Παράλληλα, δεν προκύπτει σαφής σύνδεση μεταξύ των εγγράφων αυτών και της φερόμενης συμμετοχής του Αιτητή στους Ambazonians.
Αντιθέτως, οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που εξετάστηκαν από τον λειτουργό επιβεβαιώνουν ότι η δράση των Ambazonians και η ένοπλη σύγκρουση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν συνιστούν πραγματικό και τεκμηριωμένο φαινόμενο. Υπό την έννοια αυτή, η εξωτερική αξιοπιστία κρίνεται ότι στοιχειοθετείται εν μέρει, καθότι το γενικό πλαίσιο των ισχυρισμών του Αιτητή είναι συμβατό με τις αντικειμενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.
Πλην όμως, η εν λόγω μερική επιβεβαίωση αφορά αποκλειστικά το γενικό πλαίσιο και δεν επεκτείνεται στην εξατομικευμένη περίπτωση του Αιτητή. Τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν ότι ο ίδιος πράγματι εντάχθηκε και συμμετείχε ενεργά στην εν λόγω οργάνωση, ούτε ότι, λόγω αυτής της συμμετοχής, κατέστη αντικείμενο προσωπικής στοχοποίησης από τις αρχές.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού, σύμφωνα με την οποία η εξωτερική αξιοπιστία στοιχειοθετείται μόνο μερικώς ως προς τις γενικές συνθήκες, αλλά όχι ως προς την ατομική περίπτωση του Αιτητή, είναι εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, και λαμβανομένης υπόψη της ήδη κριθείσας έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, το εν λόγω σκέλος του ισχυρισμού δεν δύναται να θεωρηθεί αποδεδειγμένο.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιαδήποτε πλάνη ή έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς την αξιολόγηση των δεύτερου και τρίτου ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Η απόρριψή τους εδράζεται σε πλήρη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση περί έλλειψης εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και αληθοφάνειας, σύμφωνα με τις αρχές που απορρέουν από την Οδηγία 2011/95/ΕΕ, τη μεθοδολογία της EUAA και τη σχετική νομολογία.
Έχοντας εξετάσει κατά τρόπο εξατομικευμένο και σε συνάρτηση με το σύνολο των υποβληθέντων στοιχείων τους ως άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδη προβλήματα τόσο ως προς την εσωτερική της συνοχή όσο και ως προς την εξωτερική της τεκμηρίωση, τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία της στο σύνολό της. Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, διαπιστώνονται ασυνέπειες, ασάφειες και λογικά κενά ως προς τη φερόμενη αναζήτησή του από τις αρχές και την αιτιώδη σύνδεση αυτής με τη δραστηριότητα του πατέρα του, ενώ ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, η περιγραφή της φερόμενης συμμετοχής του σε ένοπλη οργάνωση στερείται επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και συνοχής.
Περαιτέρω, τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είναι κοινά για περισσότερους ισχυρισμούς και δεν αφορούν ειδικώς τα κρίσιμα στοιχεία εκάστου εξ αυτών, δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς την προσωπική του στοχοποίηση ή τη φερόμενη ενεργό συμμετοχή του σε ένοπλη ομάδα. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα στοιχεία δύνανται να αντανακλούν πραγματικές περιστάσεις σε γενικό επίπεδο, δεν τεκμηριώνουν την απαιτούμενη εξατομικευμένη σύνδεση με τον προβαλλόμενο κίνδυνο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθόσον η μαρτυρία του Αιτητή δεν εμφανίζεται επαρκώς συνεπής, λεπτομερής και αξιόπιστη ώστε να γίνει δεκτή ελλείψει περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων. Οι διαπιστωθείσες ελλείψεις, αντιφάσεις και ασάφειες σε καίρια σημεία, σε συνδυασμό με την αδυναμία παροχής επαρκών εξηγήσεων, δεν επιτρέπουν την αποδοχή των ισχυρισμών του.
Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση, στο πλαίσιο της υποχρέωσης συνεργασίας κατά το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, προέβη σε πλήρη και ενδελεχή εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν της, παρέχοντας στον Αιτητή επαρκείς ευκαιρίες να εκθέσει τη θέση του και να διευκρινίσει τυχόν ασάφειες. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικότητα και αμεροληψία, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε αυθαιρεσία.
Εν προκειμένω, το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας δεν προέκυψε αβασίμως, αλλά ως αποτέλεσμα συνολικής και συνδυαστικής αποτίμησης της αφήγησης του Αιτητή και των προσκομισθέντων στοιχείων, υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής. Ουδέν εκ των προβληθέντων στοιχείων ήταν ικανό να ανατρέψει τη βασική διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί του στερούνται επαρκούς θεμελίωσης και δεν πληρούν το απαιτούμενο κατώφλι αξιοπιστίας για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας.
Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών του Αιτητή. Ωστόσο, απαιτεί να διαπιστωθεί ότι οι δηλώσεις του είναι συνεκτικές, επαρκώς λεπτομερείς και εύλογες, σε συνάρτηση με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σύμφωνα με το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως και με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας»[1] (4.5 δείκτες αξιοπιστίας σελ. 93 -105 ), η έλλειψη συνοχής, χρονολογικής αλληλουχίας και σχετικών λεπτομερειών μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών. Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινώς γνωστά γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο λήψης απόφασης στη δημιουργία πεποίθησης για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει» (UNHCR Handbook, §203–204).
Η ως άνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §51, 52 ), όπου κρίθηκε ότι η συνοχή, η επαρκής τεκμηρίωση και η λογική συνέπεια της αφήγησης αποτελούν κρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας.
Αντίστοιχα, στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C), μέσα από τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Sharpston, υπογραμμίστηκε ότι:
«Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο βάσει της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών, αλλά και από την ικανότητα του αιτητή να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και να διατηρεί σταθερότητα στην περιγραφή των γεγονότων.»
Συμπερασματικά, η απόφαση στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 επιβεβαιώνει ότι η αξιοπιστία αξιολογείται με βάση τη συνοχή των ισχυρισμών (εσωτερική και εξωτερική), την παροχή επαρκών λεπτομερειών/τεκμηρίωσης και τη σταθερότητα/συνέπεια της αφήγησης στο χρόνο.[2]
Την ίδια γραμμή ακολουθεί και το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας , το οποίο στην σελ. 98 αναφέρει:
«Απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη εκτίμηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από ένα πρόσωπο στην κατάστασή του, το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».
Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.
Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή
Επομένως, τόσο η σχετική νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή επαρκών και συγκεκριμένων λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του (βλ. European Union Agency for Asylum, Evidence and Credibility Assessment – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023).
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω και εφαρμόζοντας τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης της αξιοπιστίας κατά την πρακτική της EUAA, τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας και τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν πληροί τα κριτήρια αξιοπιστίας και δεν δύναται να στηρίξει αίτημα χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια επαρκής, καθαυτή, για να οδηγήσει σε απόρριψη αιτήματος διεθνούς προστασίας. Όταν, όμως, οι ασυνέπειες και οι ασαφείς ή μη πειστικές δηλώσεις του αιτητή άπτονται του κεντρικού πυρήνα του αιτήματος – ήτοι του φερόμενου κινδύνου δίωξης – και δεν συνοδεύονται από τεκμηρίωση ή αιτιολογημένες εξηγήσεις, τότε η συνολική αναξιοπιστία του αιτητή καθίσταται ουσιώδης και δύναται θεμιτά να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. (βλ. αποφάσεις ΕΔΑΔ N. v. Sweden, no. 23505/09, 20 July 2010; Hakizimana v. Sweden (dec.), no. 37913/05, 27 March 2008; and Collins and Akaziebie v. Sweden (dec.), no. 23944/05, 8 March 2007). Επίσης, η αξιοπιστία ενός αιτήματος διαπιστώνεται όταν ο αιτών έχει παρουσιάσει ένα αίτημα που είναι συνεκτικό και εύλογο, δεν έρχεται σε αντίθεση με γενικώς γνωστά γεγονότα, και επομένως, συνολικά, είναι ικανό να γίνει πιστευτό.[3]
Κατά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, εξεταζόμενοι τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους, δεν πληρούν τα προαναφερόμενα κριτήρια αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί φερόμενης αναζήτησής του από τις αρχές λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του, η αφήγησή του παρουσιάζει ουσιώδεις ασυνέπειες, ασάφειες και λογικά κενά που πλήττουν τον πυρήνα του ισχυρισμού. Η έλλειψη σαφούς και πειστικής αιτιώδους σύνδεσης μεταξύ της δραστηριότητας του πατέρα και της προσωπικής στοχοποίησης του ιδίου, σε συνδυασμό με τη γενικότητα των εξηγήσεών του ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές περιήλθαν σε γνώση των γεγονότων και προέβησαν σε ενέργειες εις βάρος του, δεν επιτρέπει τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης περί πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου.
Περαιτέρω, ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό περί συμμετοχής του στους Ambazonians, η αφήγηση του Αιτητή χαρακτηρίζεται από περιορισμένη συγκεκριμενοποίηση και έλλειψη βιωματικής λεπτομέρειας. Οι περιγραφές του ως προς τη δομή, τη λειτουργία και τη δράση της οργάνωσης παραμένουν γενικές και αόριστες, ενώ η αναφορά του σε εκπαίδευση και συμμετοχή σε ένοπλη επίθεση δεν συνοδεύεται από επαρκή και συνεκτικά στοιχεία που να καθιστούν την εκδοχή του πειστική. Η δε στάση του εμφανίζει εσωτερικές αντιφάσεις, καθότι άλλοτε προβάλλεται ως ενεργός και πρόθυμος συμμετέχων και άλλοτε ως φοβούμενος και αποστασιοποιημένος, χωρίς η μεταβολή αυτή να αιτιολογείται επαρκώς.
Επιπλέον, τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν κατόρθωσαν να ενισχύσουν ουσιωδώς την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Όπως έχει ήδη αναλυθεί, τα εν λόγω στοιχεία είναι κοινά και για τους επιμέρους ισχυρισμούς και δεν παρουσιάζουν ειδική αποδεικτική αξία ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά εκάστου εξ αυτών. Η αδυναμία ταυτοποίησης των απεικονιζόμενων προσώπων, η έλλειψη σαφούς σύνδεσης των εγγράφων με τον ίδιο τον Αιτητή και η απουσία ανεξάρτητης επαλήθευσης περιορίζουν σημαντικά την αποδεικτική τους ισχύ.
Αντιθέτως, οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη ένοπλης σύγκρουσης και τη δράση των Ambazonians στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, πλην όμως η επιβεβαίωση αυτή αφορά αποκλειστικά το γενικό πλαίσιο και δεν επεκτείνεται στην εξατομικευμένη περίπτωση του Αιτητή. Κατά συνέπεια, δεν δύναται να θεραπεύσει τις διαπιστωθείσες ελλείψεις εσωτερικής αξιοπιστίας ούτε να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο προσωπικό κίνδυνο.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αφήγηση του Αιτητή στερείται της απαιτούμενης συνοχής, σαφήνειας και πειστικότητας, ενώ οι διαπιστωθείσες ασυνέπειες και ασάφειες αφορούν καίρια στοιχεία του πυρήνα του αιτήματός του και δεν συνοδεύονται από επαρκείς ή εύλογες εξηγήσεις. Ως εκ τούτου, η συνολική αξιοπιστία του Αιτητή υπονομεύεται σε ουσιώδη βαθμό και οι ισχυρισμοί του δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί ως βάσιμοι.
Επιπροσθέτως, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 6(Ι)/2000, ο οποίος υποχρεούται να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και να βοηθήσει με κάθε ειλικρίνεια την Αρχή να διακριβώσει τα γεγονότα της υπόθεσής του. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπ. αρ. 1875/2008, ημερ. 01.03.2010), ο αιτών πρέπει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του και να αποδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης, κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου, οφείλει να προσκομίσει επαρκή, συνεκτικά και αξιόπιστα στοιχεία προς τεκμηρίωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών του ή προς αμφισβήτηση των διαπιστώσεων της Διοίκησης. Σε περίπτωση που τα στοιχεία αυτά δεν υποβάλλονται ή δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν τους ισχυρισμούς του, ο αιτητής δεν θεωρείται ότι έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης. Περαιτέρω, όταν ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προβάλλονται συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα στοιχεία που να ενισχύουν το αίτημα ή να αντικρούουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το βάρος αυτό παραμένει ανεκπλήρωτο. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία (βλ. B. R. N. v. Δημοκρατίας μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση κατά Απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 11/2024).
Το Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια ικανή από μόνη της να θεμελιώσει απόρριψη. Όταν όμως οι ελλείψεις αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, χωρίς να συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις ή αντικειμενικά εμπόδια, τότε η αναξιοπιστία αποκτά ουσιώδη σημασία και νομιμοποιεί την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. (βλ. F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11, Judgment of the Grand Chamber, 23 March 2016. σκ. 113).
Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία τηρήθηκαν πλήρως οι εγγυήσεις δίκαιης ακρόασης. Ο Αιτητής εξετάστηκε παρουσία διερμηνέα, απάντησε σε πληθώρα ανοικτών και διευκρινιστικών ερωτήσεων και του παρασχέθηκε εύλογη ευκαιρία να εκθέσει πλήρως τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του. Η τελική διοικητική απόφαση πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογίας και νομιμότητας, κατά τα άρθρα 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), και εδράζεται σε αντικειμενική, εξατομικευμένη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση. Από τα ενώπιόν μου δεδομένα προκύπτει ότι η σχετική απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και είναι νόμιμη και ορθή (βλ. ANGELA ATAMANIUC ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1197/98, ημερ. 29.11.1999).
Από τα πραγματικά δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται τόσο από το ενωσιακό όσο και από το εθνικό δίκαιο, και δη τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τα άρθρα 13 και 16 του περί Προσφύγων Νόμου. Όπως διαπιστώνεται και από τη σχετική νομολογία (βλ. Ramesh Julian κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθ. αρ. 1104/2011, ημερ. 9.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:D580· SATARI SABET BEHZAD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 251/2011, ημερ. 27.9.2012· F.B.B., Νομική Αρωγή αρ. 107/21, ημερ. 19.4.2021), ο Αιτητής είχε στη διάθεσή του επαρκή χρόνο και ουσιαστική δυνατότητα να αναπτύξει την αίτησή του, ενώ η συνέντευξη που του παραχωρήθηκε ήταν κατάλληλη και επαρκής για τη διαλεύκανση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης. Όπως, εξάλλου, έχει επισημανθεί, δεν υφίσταται θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος διάρκειας συνέντευξης, αλλά εναπόκειται στον ίδιο τον αιτητή να αξιοποιήσει τον χρόνο που του παρέχεται (βλ. Ι. Ε. Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. αρ. 6899/22, ημερ. 29.5.2024· Senthil Thevathas v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. αρ. 818/2010, ημερ. 15.10.2012). Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της διαδικασίας ή στέρηση του δικαιώματος ακρόασης.
Συναφώς, δεν δύναται να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Το ευεργέτημα αυτό προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι οι δηλώσεις του κρίνονται, στο σύνολό τους, αξιόπιστες[4]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε, ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου, να προβάλει πειστικούς, συνεκτικούς και επαρκώς τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να θεμελιώνουν φόβο δίωξης. Οι διαπιστωθείσες ασάφειες, οι ελλείψεις και οι αντιφάσεις που διατρέχουν τον πυρήνα της αφήγησής του, καθώς και η αδυναμία του να εξηγήσει ουσιώδη σημεία αυτής, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής υπέρ του.
Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, η κρίση περί αναξιοπιστίας του αιτητή δύναται να αποτελέσει επαρκή και νόμιμη βάση για την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., (2009) 3 Α.Α.Δ. 358· Khalil v. Δημοκρατίας, αρ. 466/2010, ημερ. 28.9.2012), ενώ δεν απαιτείται κάθε ισχυρισμός να τεκμηριώνεται εγγράφως, αλλά αρκεί η αφήγηση να είναι συνεκτική, λογικά δομημένη και απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις (βλ. Seyfallah Mozaffar Samradi v. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 61/06, ημερ. 13.7.2007).
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο σημειώνει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ο «βάσιμος φόβος» δίωξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία αξιολογούνται υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής και σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.
Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (Εγχειρίδιο, §§ 196–198), όσο και από τη μεθοδολογία της European Union Agency for Asylum, σύμφωνα με την οποία η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει τη συμβατότητα των ισχυρισμών του αιτητή με αξιόπιστες, σχετικές και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (COI). Συναφώς, κατά το άρθρο 4(5)(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι δηλώσεις του αιτητή δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα γενικά και ειδικά στοιχεία. Όπως έχει επισημανθεί και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. EZ., C-238/19, σκ. 23), η αρμόδια αρχή οφείλει να συνεκτιμά τα αντικειμενικά στοιχεία και να διαπιστώνει κατά πόσον αυτά ενισχύουν ή αποδυναμώνουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς.
Στο πλαίσιο των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο εξετάζει καταρχάς κατά πόσον η Διοίκηση προέβη σε δέουσα αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε σχετικές εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (COI), ιδίως αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και τη δράση των κρατικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων στις αγγλόφωνες περιοχές.
Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο λειτουργός προέβη σε αναφορά σε εξωτερικές πηγές αναφορικά με τις ενέργειες των στρατιωτικών δυνάμεων του Καμερούν, χωρίς ωστόσο να προκύπτει επιβεβαίωση των συγκεκριμένων και εξατομικευμένων ισχυρισμών του Αιτητή περί στοχοποίησής του λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του. Αντίστοιχα, ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, έγινε επίκληση εξωτερικών πληροφοριών αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση και τη δράση των Ambazonians, οι οποίες επιβεβαιώνουν μεν το γενικό πλαίσιο της σύγκρουσης, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν την προσωπική εμπλοκή του Αιτητή ή την κατ’ ισχυρισμόν συμμετοχή του σε ένοπλη δράση. Η εξωτερική πληροφόρηση δύναται να λειτουργήσει υποστηρικτικά μόνο όταν ο ισχυρισμός εμφανίζει επαρκή συνοχή, σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση, στοιχεία τα οποία, εν προκειμένω, δεν πληρούνται.(βλ. M.M. (C-277/11, σκέψεις 64-70), συνεκδικασθείσες υποθέσεις A, B, C (C-148/13 έως C-150/13, σκέψεις 51-58), A.A. v. Switzerland, application no. 58802/12, judgment of 7 January 2014 σκ. 39,41,43,59,61,64,)
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Διοίκηση προέβη σε επαρκή και αντικειμενική διερεύνηση των σχετικών εξωτερικών στοιχείων, καταλήγοντας εύλογα στο συμπέρασμα ότι, παρά τη συμβατότητα ορισμένων γενικών πτυχών των ισχυρισμών με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής, δεν προκύπτει επιβεβαίωση των κρίσιμων εξατομικευμένων στοιχείων που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης.
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και επάρκειας λεπτομερειών, η γενική πληροφόρηση αναφορικά με τη δράση των κρατικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων στο Καμερούν δεν δύναται να ανατρέψει το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας. Όπως προκύπτει και από τη μεθοδολογία αξιολόγησης της EUAA[5], σε περιπτώσεις όπου δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία, η επιβεβαίωση γενικών στοιχείων μέσω εξωτερικών πηγών δεν αρκεί για να καταστήσει έναν ισχυρισμό αξιόπιστο.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμφωνεί με την εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού ότι, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί, παρά την επιμέρους επιβεβαίωση στοιχείων του γενικού πλαισίου μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Για λόγους πληρότητας και συμπληρωματικά προς την έρευνα που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο προέβη και σε δική του εξωτερική έρευνα αναφορικά με τα επίμαχα ζητήματα που προέκυψαν από τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας λαμβανομένου ότι το παρόν δικαστήριο έχει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες από διάφορες πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής και διέλευσης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής του [βλ. άρθρο 10 παράγραφος 4 της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση)], σε συνάρτηση βέβαια με το άρθρο 4 της 2011/95/ΕΕ της οδηγίας (αναδιατύπωση) και άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), όπου απαιτείται να υπάρχει «πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των γεγονότων όσο και των νομικών σημείων».
Ως προς το έγγραφο «κλήση προς εμφάνιση» σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν, τα ακόλουθα στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνονται στα εντάλματα: ‘Με εξαίρεση το ένταλμα προσαγωγής, όλα τα εντάλματα ή οι κλητεύσεις πρέπει να αναγράφουν το πλήρες ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, την ιδιότητα, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του προσώπου που κατονομάζεται σε αυτά, και να φέρουν ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή του δικαστικού λειτουργού που τα εκδίδει ή του προέδρου του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση.»[6]
Αναφορικά με τη μεταχείριση των ατόμων που θεωρούνται ως αυτονομιστές από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[7] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Northwest και Southwest περιοχές.[8]
Σύμφωνα με έκθεση του 2023 της Βελγικής CEDOCA, «παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαπράττονται τόσο από ένοπλες ομάδες όσο και από κυβερνητικές δυνάμεις. Οι αυτονομιστές ήταν υπεύθυνοι για ανθρωποκτονίες, απαγωγές, εκβιασμό και εκφοβισμό. Οι δυνάμεις του Καμερούν κατηγορούνται ότι διεξήγαγαν τιμωρητικές επιχειρήσεις με τη μορφή επιδρομών σε χωριά, βασανιστηρίων, λεηλασιών, εξωδικαστικών εκτελέσεων καθώς και αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων. Οι δράστες των παραβιάσεων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ατιμώρητοι ακόμη και αν οι αρχές του Καμερούν έχουν αναγνωρίσει τις ευθύνες του στρατού σε ορισμένες παραβιάσεις. Οι δυνάμεις άμυνας και ασφαλείας πραγματοποιούν εκστρατεία αντιποίνων εναντίον εκείνων που, σύμφωνα με αυτές, υποστηρίζουν τους ένοπλους μαχητές. [...] Η βία επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές και είναι πιο έντονη στα βορειοδυτικά παρά στα νοτιοδυτικά. Οι αγροτικές περιοχές επηρεάζονται περισσότερο από τα αστικά κέντρα, θεωρούνται ασφαλέστερες. Ωστόσο, οι πόλεις επηρεάζονται από τη βία με απρόβλεπτους τρόπους. Εάν το επίκεντρο της βίας βρίσκεται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μερικά περιστατικά ασφαλείας έχουν καταγραφεί εκτός των αγγλόφωνων περιοχών, σε περιοχές που συνορεύουν με τη Δυτική περιοχή».[9]
Σύμφωνα με το COI Query της EUAA που δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 2024 «πολλές πηγές έχουν αναφέρει ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή στην αυτονομιστική δράση και αυτό φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[10] Μια κοινή δήλωση από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Αμνηστία (AI) τον Νοέμβριο του 2023 επιβεβαίωσε ότι μαρτυρίες ανέφεραν πως κυβερνητικοί στρατιώτες, κατηγορώντας αμάχους για τη συμμετοχή τους με τους αυτονομιστές, έβαλαν φωτιά σε σπίτια και διέπραξαν σεξουαλική βία, «σε αντίποινα για επιθέσεις των αυτονομιστών εναντίον τους».[11] Η ίδια πηγή περιέγραψε ότι, «σε απάντηση» στη δράση ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις «αντέδρασαν με περαιτέρω παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλαμβάνοντας και κρατώντας αυθαίρετα άτομα που κατηγορούνται ότι είναι ένοπλοι αυτονομιστές ή ότι τους υποστηρίζουν».[12] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, «εκατοντάδες άτομα έχουν συλληφθεί, διωχθεί ή δικαστεί ενώπιον στρατιωτικών δικαστηρίων, των οποίων η δικαιοδοσία θα πρέπει να περιορίζεται σε στρατιωτικά αδικήματα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα για την προστασία» και «πολλοί κατηγορούμενοι έχουν περάσει πάνω από ένα έτος στη φυλακή χωρίς πρόσβαση σε δικαστή».[13] Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε επίσης την «έλλειψη διαφάνειας στη δικαστική διαδικασία που ακολουθείται, γεγονός που δημιουργεί φόβους για ατιμωρησία και αφήνει την πλειοψηφία των θυμάτων χωρίς δικαιοσύνη»[14]».[15]
Τον Φεβρουάριο του 2024, το Global Center for the Responsibility to Protect(R2P) περιέγραψε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει «εξωδικαστικές εκτελέσεις και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν άτομα με ύποπτους δεσμούς με αυτονομιστές σε αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια και κακομεταχείριση» κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.[16] Επιπλέον, μια έκθεση που καλύπτει την περίοδο από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2023, σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Νοτιοδυτικά και Βορειοδυτικά του Καμερούν από το Κέντρο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία στην Αφρική (CHRDA), επιβεβαίωσε ότι οι κρατικές δυνάμεις του Καμερούν έχουν «εντείνει την καταστολή» σε «οποιονδήποτε ύποπτο για σχέσεις με αυτονομιστικά δίκτυα», γεγονός που έχει οδηγήσει σε «σοβαρές παραβιάσεις και καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών εκτελέσεων, στοχευμένων δολοφονιών, αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, εμπρησμών και καταστροφών πολιτικής περιουσίας, μεταξύ άλλων παραβιάσεων».[17]
Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω πηγές, το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή υπό το πρίσμα των αντικειμενικών στοιχείων που αφορούν τη χώρα καταγωγής του. Από τις εν λόγω πηγές επιβεβαιώνεται ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν υφίσταται ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και ότι καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις πλευρές, περιλαμβανομένων αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων και πράξεων αντιποίνων εις βάρος ατόμων που θεωρούνται ύποπτα για υποστήριξη των αυτονομιστών.
Περαιτέρω, οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, άμαχοι δύνανται να στοχοποιηθούν από τις αρχές λόγω φερόμενων δεσμών με αυτονομιστικές ομάδες. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή αφορά το γενικό πλαίσιο της κατάστασης ασφαλείας και δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να τεκμηριώσει την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου σε σχέση με τον συγκεκριμένο Αιτητή.
Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τη φερόμενη αναζήτηση του Αιτητή από τις αρχές λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του, οι εξωτερικές πηγές δεν παρέχουν συγκεκριμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι συγγενικά πρόσωπα ατόμων που φέρονται να εμπλέκονται σε παρόμοιες δραστηριότητες αποτελούν αυτοτελώς αντικείμενο συστηματικής και εξατομικευμένης δίωξης. Αντιθέτως, η σχετική πληροφόρηση παραμένει γενική και δεν επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη εκδοχή του Αιτητή.
Αντίστοιχα, ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη και τη δράση των Ambazonians, καθώς και τη βίαιη αντιπαράθεσή τους με τις κρατικές δυνάμεις, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν την προσωπική εμπλοκή του Αιτητή στην εν λόγω οργάνωση ούτε την κατ’ ισχυρισμόν συμμετοχή του σε ένοπλες ενέργειες. Ομοίως, δεν προκύπτει από τις πηγές ότι πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά που επικαλείται ο Αιτητής εντοπίζονται και διώκονται κατά τρόπο που να συνάδει με την αφήγησή του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν το γενικό πλαίσιο των ισχυρισμών του Αιτητή, χωρίς όμως να παρέχουν επαρκή στήριξη ως προς τα κρίσιμα εξατομικευμένα στοιχεία αυτών. Κατά συνέπεια, δεν δύνανται να ανατρέψουν τα συμπεράσματα περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ούτε να θεμελιώσουν τον απαιτούμενο βαθμό βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Ως προς τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική αξιολόγηση αυτών υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας και της μεθοδολογίας της EUAA περί εκτίμησης αποδεικτικών μέσων. Όπως έχει επισημανθεί στον . Πρακτικό Οδηγό της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Κινδύνου (2024, σελ. 60, 96 και 127), κατά τη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (assessment in the round), πρωταρχική σημασία αποδίδεται στα ευρήματα που αφορούν τον πυρήνα (core) του ουσιώδους ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, η προσκόμιση εγγράφων τα οποία είτε στερούνται άμεσης σχετικότητας με τα κεντρικά περιστατικά είτε παρουσιάζουν εγγενείς αδυναμίες αξιοπιστίας, δεν δύναται να ανατρέψει τη διαπιστωθείσα αναξιοπιστία των δηλώσεων επί των ουσιωδών πτυχών του αιτήματος, καθώς τα αρνητικά ευρήματα στον πυρήνα υπερέχουν σε αποδεικτική βαρύτητα (βλ. επίσης EUAA, Judicial Analysis (2023), σελ. 131 και απόφαση ΕΔΑΔ R.W. v. Sweden (ΕΔΔΑ) Αρ. Προσφυγης 11775/11.)
Σημειώνεται ότι οποιοδήποτε έγγραφο που προσκομίζεται αξιολογείται με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του και (α) κατά πόσο είναι συναφή με το αίτημα ασύλου, (β) ζήτημα ύπαρξης του τύπου εγγράφου σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) περιεχόμενο των εγγράφων/ συμβατότητας με τις δηλώσεις του αιτούντος και πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (δ) ακρίβεια/λεπτομέρειες των εγγράφων, (ε) εάν αποτελεί άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (στ) τύπος/τυποποιημένη μορφή για συγκεκριμένους τύπους εγγράφων επίσης παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς του[18]. H δε αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτούντα διενεργείται με βάση το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης ήτοι των δηλώσεων του, άλλων αποδεικτικών στοιχείων/εγγράφων προκειμένου να προσδιοριστεί αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας.[19] Το επίπεδο απόδειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας το οποίο είναι το κατάλληλο επίπεδο σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας[20].
Συναφώς, το Δικαστήριο αξιολογεί τα προσκομισθέντα έγγραφα με βάση τη συνάφειά τους προς το αίτημα, τη συμβατότητά τους με τις δηλώσεις του Αιτητή και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, την πληρότητα και ακρίβειά τους, καθώς και την ικανότητά τους να αποτελέσουν άμεση απόδειξη ουσιωδών πραγματικών περιστατικών.
Ειδικότερα, το φωτογραφικό υλικό που προσκομίστηκε, συμπεριλαμβανομένων των φωτογραφιών του Αιτητή στο νοσοκομείο και της φωτογραφίας στην οποία φέρεται να απεικονίζεται οπλισμένος μαζί με άλλα πρόσωπα, δεν επιτρέπει την ασφαλή ταυτοποίηση των απεικονιζόμενων προσώπων. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να αποδοθεί σε αυτό ουσιώδης αποδεικτική αξία ως προς τη συμμετοχή του σε ένοπλη δράση ή τη φερόμενη κακομεταχείρισή του από τις αρχές.
Αντίστοιχα, τα ιατρικά έγγραφα, οι ακτινογραφίες και οι αποδείξεις πληρωμών που αφορούν τη μητέρα του, ακόμη και αν ληφθούν ως αυθεντικά, δεν παρουσιάζουν άμεση συνάφεια με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί δίωξης του ιδίου, καθότι δεν τεκμηριώνουν ούτε τη φερόμενη στοχοποίησή του ούτε τη συμμετοχή του σε αυτονομιστική δράση. Ομοίως, η επιστολή παραπόνων προς ιατρικό κέντρο και τα συναφή έγγραφα στερούνται αποδεικτικής αξίας ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ως προς το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι επιβεβαιώνει τον θάνατο αυτού, δεν τεκμηριώνει τις περιστάσεις που συνδέουν τον θάνατο με τον προβαλλόμενο κίνδυνο του Αιτητή, ούτε αποδεικνύει ότι ο ίδιος κατέστη αντικείμενο δίωξης εξ αυτού του λόγου.
Ως προς την προσκομισθείσα κλήση προς εμφάνιση, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι πρόκειται για το πλέον συναφές έγγραφο ως προς τον ισχυρισμό περί ενδιαφέροντος των αρχών. Ωστόσο, η αποδεικτική του αξία παραμένει περιορισμένη, καθότι δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή, δεν περιλαμβάνει επαρκή αιτιολογία ως προς τον λόγο κλήσης, ενώ η χρονική της τοποθέτηση δεν εντάσσεται με σαφήνεια στη συνολική αφήγηση των γεγονότων. Επιπλέον, η ύπαρξη μίας και μόνης κλήσης δεν επαρκεί για να καταδείξει διαρκές ή ουσιαστικό ενδιαφέρον των αρχών εις βάρος του.
Αναφορικά με το έγγραφο νομικού χαρακτήρα (ένορκη δήλωση/βεβαίωση από δικηγορικό γραφείο), το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το περιεχόμενό του βασίζεται κατά κύριο λόγο στους ισχυρισμούς του ίδιου του Αιτητή και δεν συνοδεύεται από ανεξάρτητα επαληθεύσιμα στοιχεία. Ως εκ τούτου, η αποδεικτική του αξία περιορίζεται, καθότι δεν συνιστά αυτοτελή επιβεβαίωση των πραγματικών περιστατικών.
Ομοίως, το δελτίο ταυτότητας, η πράξη δωρεάς και λοιπά έγγραφα προσωπικού χαρακτήρα δύνανται να επιβεβαιώνουν στοιχεία ταυτότητας ή οικογενειακής κατάστασης, πλην όμως δεν σχετίζονται άμεσα με τους προβαλλόμενους λόγους δίωξης και, ως εκ τούτου, δεν συμβάλλουν ουσιωδώς στην τεκμηρίωση των ισχυρισμών του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα, είτε αυτοτελώς είτε στο σύνολό τους, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη αποδεικτική ισχύ ώστε να αντισταθμίσουν τα σοβαρά ευρήματα αναξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν ως προς τον πυρήνα των ισχυρισμών του Αιτητή. Ως εκ τούτου, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, ούτε να ενεργοποιήσουν το ευεργέτημα της αμφιβολίας, το οποίο προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, μια κατ’ αρχήν αξιόπιστη και συνεκτική αφήγηση.
Όπως έχει επισημανθεί και στη σχετική νομολογία, η απλή προσκόμιση εγγράφων, χωρίς ουσιαστική συνάφεια με αξιόπιστο και συνεκτικό προσωπικό αφήγημα, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας. Όταν ο πυρήνας των ισχυρισμών κρίνεται ως μη αξιόπιστος, τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν δύνανται να ανατρέψουν την εν λόγω κρίση ούτε να υποκαταστήσουν την έλλειψη αξιόπιστης προσωπικής μαρτυρίας (βλ. απόφαση εφετείου Bolarninwa Emmanuel Johnson, Υπ. αρ. 95/2023).
Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν δύναται να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Η εν λόγω αρχή προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησής του, ότι τα στοιχεία αυτά έχουν ελεγχθεί και ότι, εν γένει, η αφήγησή του κρίνεται αξιόπιστη.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προέβαλε πειστικά, συνεκτικά και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν ειδικό ισχυρισμό δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, όπως ήδη αναλύθηκε, η αφήγησή του χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις ως προς καίρια σημεία του πυρήνα των ισχυρισμών του, ενώ δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς και εύλογες εξηγήσεις για τις διαπιστωθείσες αποκλίσεις.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω αρχής, καθότι η γενική αξιοπιστία του Αιτητή δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί. Όπως δε έχει παγίως νομολογηθεί, η διαπίστωση αναξιοπιστίας ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του αιτήματος δύναται να αποτελέσει επαρκή και θεμιτή βάση για την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, καθότι δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μια συνεκτική και αξιόπιστη εκδοχή των γεγονότων που να δημιουργεί εύλογη πεποίθηση περί του προβαλλόμενου κινδύνου.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, στην παρούσα περίπτωση, δεν τεκμηριώνεται οποιοσδήποτε εξατομικευμένος, βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για λόγο που να εμπίπτει σε έναν εκ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων αναφορικά με την έλλειψη εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του, καθώς και της περιορισμένης αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων εγγράφων και της μη επιβεβαίωσης των κρίσιμων εξατομικευμένων στοιχείων μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις θεμελίωσης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η Υπηρεσία Ασύλου, ενεργώντας εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και σύμφωνα με τις επιταγές της Σύμβασης της Γενεύης και της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, προέβη σε ενδελεχή και εξατομικευμένη αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, καταλήγοντας, κατόπιν επαρκούς και πλήρους αιτιολογίας, στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και για τους λόγους που αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, υιοθετεί τα ευρήματα και την αιτιολογία της Διοίκησης ως προς τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή και δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε σφάλμα εκτίμησης, πλάνη περί τα πράγματα ή παράλειψη ουσιώδους εξέτασης που να δύναται να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου (risk assessment), το Δικαστήριο περιορίζεται στους αποδεκτούς ισχυρισμούς, ήτοι στην ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στο Καμερούν. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμώνται τόσο οι προσωπικές περιστάσεις του όσο και οι αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του.
Ειδικότερα, ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, υπήκοος Καμερούν, υγιής και ικανός προς εργασία, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας. Διαθέτει βασικό μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα, ενώ διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του, όπου εξακολουθεί να διαμένει η μητέρα του. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν παράγοντες που ενισχύουν την ικανότητά του να επανενταχθεί στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της χώρας του.
Περαιτέρω, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν υφίσταται κατάσταση ένοπλης έντασης και περιστατικά βίας. Ωστόσο, η ύπαρξη γενικευμένων συνθηκών ανασφάλειας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση OA (C-255/19), κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες ή γενικές συνθήκες ανασφάλειας δεν συνιστούν δίωξη κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ελλείψει σύνδεσης με κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους.[21]
Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Elgafaji (C-465/07), όπου τονίστηκε ότι η χορήγηση επικουρικής προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη σοβαρής και ατομικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε η ίδια η παρουσία του προσώπου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο. Αντιστοίχως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. 25904/07), το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η ύπαρξη γενικού κινδύνου λόγω βίας ή ανασφάλειας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την απονομή προστασίας κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν συντρέχουν εξατομικευμένα χαρακτηριστικά που να υποδεικνύουν ότι ο αιτητής στοχοποιείται ή ανήκει σε ομάδα η οποία συστηματικά υφίσταται κακομεταχείριση (§§ 114, 116, 117, 128· βλ. επίσης JK and Others κατά Σουηδίας, αρ. 59166/12, σκ. 103–105). Απαιτείται, επομένως, προσωπική στοχοποίηση ή ιδιαίτερο προφίλ ευαλωτότητας, ώστε ο κίνδυνος να καθίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος.
Εν προκειμένω, παρότι τεκμηριώνεται ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν επικρατεί ένταση και καταγράφονται περιστατικά βίας και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής υπήρξε προσωπικά στόχος των αρχών ή άλλων δρώντων, ούτε ότι διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν ευάλωτο σε εξατομικευμένο κίνδυνο. Οι απορριφθέντες ουσιώδεις ισχυρισμοί του δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη για τη θεμελίωση κινδύνου, ενώ τα αποδεκτά στοιχεία δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν τέτοια απειλή.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης για λόγο που εμπίπτει στη Σύμβαση της Γενεύης, ούτε του άρθρου 19 αυτού, καθότι δεν αποδεικνύεται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της αδιάκριτης βίας σε τέτοιο βαθμό που να αφορά εξατομικευμένα τον Αιτητή.
Κατά συνέπεια, τόσο υπό το πρίσμα των προσωπικών του περιστάσεων όσο και των αντικειμενικών δεδομένων της χώρας καταγωγής, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει αίτημα διεθνούς προστασίας.
Προχωρώντας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών και των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, στοιχειοθετείται κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν διατρέχει εξατομικευμένο και πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α), ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β). Και τούτο, καθότι οι ισχυρισμοί που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τέτοιο κίνδυνο —ήτοι η φερόμενη στοχοποίησή του από τις αρχές λόγω του πατέρα του και η κατ’ ισχυρισμόν συμμετοχή του στους Ambazonians— έχουν απορριφθεί ως αναξιόπιστοι.
Συναφώς, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι καταζητούμενος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ούτε ότι υφίσταται οποιαδήποτε ενεργή διαδικασία εις βάρος του. Αντιθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι κατόρθωσε να εξέλθει από τη χώρα χρησιμοποιώντας τα δικά του ταξιδιωτικά έγγραφα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε εμπόδιο ή έλεγχο που να υποδηλώνει ενδιαφέρον των αρχών εις βάρος του. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη αξιόπιστων ενδείξεων περί στοχοποίησής του, αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί κινδύνου.
Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, υγιή και ικανό προς εργασία, χωρίς στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας, με προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα και οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του. Δεν προκύπτει ότι διαθέτει χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές ή άλλους δρώντες.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία η στοιχειοθέτηση σοβαρού κινδύνου κατά τα άρθρα 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ απαιτεί συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία και όχι υποθετικά ή γενικά σενάρια ((βλ. C‑156/23, Ararat, σκ. 47–49· C‑472/13, Shepherd, σκ. 38, 39 και 43· C‑542/13, M’Bodj, σκ. 41).
Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα εκτεθεί σε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια των ανωτέρω διατάξεων.
Αντίστοιχα, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η εφαρμογή του άρθρου 3 προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, εξατομικευμένου και επαρκώς αποδεδειγμένου κινδύνου έκθεσης σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ( βλ. Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06, § 125· Paposhvili v. Belgium, αρ. προσφ. 41738/10, § 183· M.O. v. Switzerland, αρ. προσφ. 41282/16, § 75· Savran v. Denmark, αρ. προσφ. 57467/15, §§ 124–127).
Εν προκειμένω, ελλείψει αξιόπιστων στοιχείων που να τεκμηριώνουν τέτοιο κίνδυνο, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν θεμελιώνει δικαίωμα χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, σημειώνεται ότι ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji,). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[22]
Ως προς την εξέλιξη της κρίσης μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, ήτοι 339 περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024.[23] Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στη Northwest περιοχή, 2.398 στη Southwest περιοχή και 1.524 στην Far North περιοχή).[24] Αυτός ο αριθμός συνιστά σχεδόν διπλασιασμό των 4.519 περιστατικών που καταγράφηκαν το 2023 και τριπλασιασμό του αριθμού που σημειώθηκε το 2022 (2.748).[25]
Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς το Δεκέμβριο του 2025, η κατάσταση ασφαλείας στη Northwest και Southwest περιοχή παρέμεινε τεταμένη τον Δεκέμβριο. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν πολύ ευάλωτες και ασταθείς. Η πληθώρα παράνομων σημείων ελέγχου οδήγησε σε υψηλό ποσοστό εκβιασμών του άμαχου πληθυσμού από τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες με το πρόσχημα του «φόρου απελευθέρωσης» (‘Liberation tax’) σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες των δύο περιοχών. Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση των αυθαίρετων συλλήψεων και των απαγωγών για λύτρα, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ορισμένων νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων.[26]
Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[27] Η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[28] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[29]
Έκθεση της CEDOCA αναφέρει πως «οι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε σχολεία, ανθρωποκτονίες, απαγωγές, βασανιστήρια, εκφοβισμούς, εκβιασμούς και καταστροφές περιουσιών.[30] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κύριοι στόχοι αυτών των πράξεων βίας είναι άτομα «ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας ή κατηγορούνται για μη υπακοή στις εντολές που προσπαθούν να επιβάλουν στις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν».[31]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 13/03/2026) σημειώθηκαν στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια (Southwest Region) στην οποία υπάγεται η περιοχή Kumba, συνολικά 1.264 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 661 απώλειες.[32] Από τα εν λόγω περιστατικά, 15 έλαβαν χώρα στην περιοχή Kumba, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τρείς ανθρώπινες απώλειες. Η νοτιοδυτική περιφέρεια σύμφωνα με προβλέψεις έχει πληθυσμό περί τα 1.5 εκατομμύρια κατοίκων[33] και η Kumba 144.268 [34].
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω αντικειμενικά στοιχεία και το ισχύον νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική εκτίμηση ως προς το κατά πόσον το επίπεδο της ασκούμενης αδιάκριτης βίας στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην Kumba της Southwest Region, ανέρχεται στο απαιτούμενο κατώφλι για την εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Αναμφίβολα, από τις ανωτέρω πηγές προκύπτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν υφίσταται κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, η οποία συνοδεύεται από σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκτεταμένη ανασφάλεια για τον άμαχο πληθυσμό. Οι συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, οι αυθαίρετες συλλήψεις, οι απαγωγές, οι επιθέσεις και η γενικευμένη αστάθεια συνιστούν πραγματικά και τεκμηριωμένα φαινόμενα.
Πλην όμως, το κρίσιμο ζήτημα, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji, δεν είναι η ύπαρξη βίας καθεαυτής, αλλά κατά πόσον το επίπεδο αυτής είναι τέτοιο ώστε κάθε άμαχος, λόγω της απλής παρουσίας του στην οικεία περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Εν προκειμένω, από τα διαθέσιμα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα δεν προκύπτει ότι η ένταση της βίας στην περιοχή Kumba ανέρχεται σε τέτοιο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο. Ειδικότερα, τα στοιχεία από τη βάση ACLED καταδεικνύουν ότι, παρά τον σημαντικό αριθμό περιστατικών σε επίπεδο περιφέρειας, τα καταγεγραμμένα περιστατικά στην ίδια την πόλη της Kumba είναι περιορισμένα σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής και δεν καταδεικνύουν μια κατάσταση όπου η βία είναι τόσο εκτεταμένη και αδιάκριτη ώστε να πλήττει κάθε πολίτη αδιακρίτως.
Περαιτέρω, από τις ίδιες τις πηγές προκύπτει ότι η ένταση της βίας διαφοροποιείται γεωγραφικά, με τις αγροτικές περιοχές να πλήττονται εντονότερα σε σχέση με τα αστικά κέντρα, τα οποία, αν και δεν είναι πλήρως ασφαλή, εμφανίζουν συγκριτικά χαμηλότερο επίπεδο κινδύνου. Η Kumba, ως αστικό κέντρο, δεν προκύπτει ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της πλέον έντονης βίας.
Επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ο οποίος, ως ενήλικος άνδρας, υγιής και ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας και χωρίς να έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε εξατομικευμένη στοχοποίησή του, δεν εντάσσεται σε κατηγορία προσώπων που θα αύξανε τον βαθμό κινδύνου του κατά την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» που έχει αναπτύξει το ΔΕΕ.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρότι υφίσταται κατάσταση ένοπλης σύρραξης και αδιάκριτης βίας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, το επίπεδο της βίας στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή δεν ανέρχεται στο απαιτούμενο κατώφλι έντασης ώστε η απλή παρουσία του εκεί να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ).
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει της εν λόγω διάταξης.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε πλήρη και ενδελεχή εξέταση όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν τους πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η δε απόφαση αυτή κρίνεται ως επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, καθότι στηρίζεται τόσο στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου όσο και στην αιτιολογημένη Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999 και τη σχετική νομολογία (Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171· Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371), η αιτιολογία της διοικητικής πράξης δύναται να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, εφόσον αυτά συνδέονται άρρηκτα με την απόφαση και καθιστούν σαφείς τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της. Εν προκειμένω, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτει ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα στη βάση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερ. 21.07.2000· Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.04.1997).
Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα, νομική πλημμέλεια ή έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης, ούτε στοιχείο ικανό να επηρεάσει την ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης πράξης.
Δια τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα ύψους €1.000 υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
[1] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[2] C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C) σκ 5,57, 73,77,88, 103, 107
[3] Βλ. παρ. 11 UNHCR 1998 Note on Burden and Standard of Proof in Refugee Claims
https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/1998/en/23696
[4] Βλ απόφαση ΕΔΑΔ A.A. κατά Ελβετίας (αρ. 58802/12) Σκέψη 59: Επαναλαμβάνει την αρχή ότι οι αιτούντες άσυλο δικαιούνται το ευεργέτημα της αμφιβολίας κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών τους, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προσπαθήσει να τεκμηριώσουν το αίτημά τους και έχουν δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τυχόν ελλείψεις ή αντιφάσεις
[5] Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA (Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, 2024, σελ. 96, 125 και 127), η αξιολόγηση της αξιοπιστίας διέπεται από την αρχή της συνολικής εκτίμησης (assessment in the round), όπου τα ευρήματα που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού υπερέχουν σε αποδεικτική ισχύ. Όπως τονίζεται στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA (2023, σελ. 124 και 263), η εξωτερική συνέπεια με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (COI) δεν αρκεί για να θεραπεύσει την εσωτερική αναξιόπιστια, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος "στρατηγικής προσαρμογής" (tailoring) των δηλώσεων στο αντικειμενικό πλαίσιο (βλ. επίσης EUAA Practical Guide, 2024, σελ. 71). Επιπλέον, κατά το Άρθρο 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι προϋποθέσεις αποδοχής μη επιβεβαιωμένων ισχυρισμών είναι σωρευτικές· η αποτυχία στοιχειοθέτησης εσωτερικής συνοχής και γενικής αξιοπιστίας καθιστά την επιβεβαίωση γενικών στοιχείων μέσω εξωτερικών πηγών νομικά ανεπαρκή (βλ. EUAA Practical Guide, 2024, σελ. 124-125
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Arrest warrants and wanted notices [Q19-2025], 18 July 2025, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2127622/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q19_Cameroon_Arrest_warrants_and_wanted_notices.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/03/2026)
[7] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697 (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)
[8] GCRP (Global Centre for the Responsibility to Protect), Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 13/03/2026)
[9] Belgium, Cedoca, COI Focus: Régions anglophones: situation sécuritaire 20 February 2023, https://www.cgvs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf , p. 37 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[10] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available athttps://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1; R2P, Cameroon, 29 February 2024, available at: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[11] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[12] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[13] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[14] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[15] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], 4 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105170/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026)
[16] R2P, Cameroon, 29 February 2024, available at: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/03/2026)
[17] CHRDA, The Human Rights Situation Of The North West, South West And Far North Regions Of Cameroon For The Third Quarter (July-September) Of 2023 (Summary Report), 9 December 2023, available at: https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/12/THIRD-QUARTER-REPORT-FINAL-COPY.pdf, pp. 27-28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[18] Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
[19] EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 1/2/2018, https://euaa.europa.eu/publications?field_category_target_id=15212&field_geo_coverage_target_id&field_keywords_target_id&title=&language=All&page=5, σελ.21
[20] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2017, ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.
[21] Βλ. επίσης απόφαση ΔΕΕ C‑238/19, EZ v Bundesrepublik Deutschland σκ.21
[22] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[23] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση στις 25/04/2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 13/03/2026)
[24] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 10/03/2026)
[25] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 10/03/2026)
[26] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 03/03/2026)
[27] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[28] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[29] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[30] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 28 June 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111910/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20240628.pdf , σελ 15 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[31] Amnesty International, Avec nous ou contre nous, 2023, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/sites/8/2023/07/AFR1768382023FRENCH-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[32] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[33] City Population, 'Cameroon', https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
[34] City Population, 'Cameroon', Kumba, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/admin/meme/100501__kumba_i/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/03/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο