ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1257/23
9 Απριλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P. N. M.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Κ. Κουπαρή, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Α. Παπαδοπούλου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 20/04/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων τον Σεπτέμβριο 2019 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 02/02/21 (ερ.1-3, 17-18, 40).
Στις 28/03/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.31-40). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 05/04/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.56-65).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 20/04/23 και της μεταφράστηκε στη γαλλική γλώσσα, την οποία κατανοεί (ερ.66, 18).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει έφυγε από τη ΛΔΚ κατόπιν απειλών κατά της ζωής της που δέχθηκε, καθώς, μετά τον θάνατο της μητέρας της, ο πατέρας της την πήρε πίσω (οι γονείς της δεν διέμεναν μαζί όσο ζούσε η μητέρα της). Όταν η ίδια πήγε στο σπίτι του πατέρα της η αιτήτρια «δεν [είχε] καλή επικοινωνία με την άλλη σύζυγο του πατέρα [της]» και έτσι η μητριά της και ο πατέρας της αποφάσισαν να την στείλουν (για να μείνει) σε ένα φίλο του πατέρα της, προκειμένου, ως αναφέρει, να επέλθει ηρεμία μετά από μια παρεξήγηση που είχε η αιτήτρια με την μητριά της. Η αιτήτρια πήγε στον φίλο του πατέρα της αφού δεν είχε άλλη επιλογή και αυτός προσπάθησε να τη βιάσει και μετά που αυτός «τα παράτησε» (σ.σ. εννοεί τις προσπάθειες να την κακοποιήσει) είπε στην αιτήτρια να μην αναφέρει τίποτε στον πατέρα και την μητριά της γιατί θα τη σκότωνε. Η αιτήτρια τότε το κράτησε μυστικό και μια μέρα αποφάσισε να το πει στον πατέρα της και αυτός έστειλε την αιτήτρια «εδώ» και μετά από λίγους μήνες απεβίωσε (ο πατέρας της).
Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι έχει διπλή υπηκοότητα (της ΛΔΚ και Κεντρικής Αφρικανικής Δημοκρατίας), γεννήθηκε στην Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία αλλά από μικρή ηλικία διέμενε στη ΛΔΚ, σε διάφορες κοινότητες της Κινσάσα κατά τα τελευταία 7 χρόνια προτού φύγει από τη ΛΔΚ, είναι άγαμη, άτεκνη, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της (12ετής φοίτηση) το 2017, δεν έχει εργαστεί στη ΛΔΚ, είχε ένα αδελφό ο οποίος απεβίωσε (“just died”), ο πατέρας της απεβίωσε όταν η αιτήτρια ήταν 10 χρονών και η μητέρα της απεβίωσε το 2016.
Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι όταν η μητέρα της απεβίωσε το 2016 ο πατριός της πήρε την αιτήτρια για να μείνει μαζί του. Η γυναίκα του πατριού της δεν ήταν ευτυχισμένη μ’ αυτό, καθώς η αιτήτρια δεν είναι βιολογικό τους τέκνο, είχαν πολλά προβλήματα και ο πατριός της αιτήτριας αποφάσισε να την πάρει σε ένα φίλο του να μείνει μαζί του. Όταν η αιτήτρια πήγε στον φίλο του πατριού της είχε ήδη ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εκεί έκανε λίγα μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όταν δεν πήγαινε μάθημα ο φίλος του πατριού της, ως ανέφερε, ήθελε να την κακοποιήσει, λόγω του σωματότυπου της, και μια μέρα της πρότεινε να έχουν ερωτική επαφή και να το κρατήσουν μυστικό. Η αιτήτρια αρνήθηκε όμως δεν είχε άλλη επιλογή καθώς δεν ήθελε να πάει πίσω στον πατριό της, γιατί εκεί είχε προβλήματα. Μια μέρα ο φίλος του πατριού της την «κλείδωσε σε ένα μέρος» και την ανάγκασε σε ερωτική επαφή μαζί του και της είπε ότι πρέπει να το κρατήσει μυστικό και να μην το πει σε κανένα και ότι θα την σκότωνε αν το έλεγε στον πατριό της και της πήρε το κινητό τηλέφωνο για να μην μπορεί να επικοινωνήσει η αιτήτρια με τον πατριό της. Όταν ο πατριός της έπαιρνε τηλέφωνο να μάθει τα νέα της το απαντούσε ο φίλος του και του έλεγε ότι όλα ήταν καλά όμως μια μέρα η αιτήτρια, η οποία – ως ανέφερε - είχε τον αριθμό τηλεφώνου του πατριού της, του τηλεφώνησε, τον συνάντησε μετά από ένα μάθημα ηλεκτρονικών υπολογιστών και του ανέφερε ότι ο φίλος του την κακοποιούσε συστηματικά, αφότου συμφώνησε με τον πατριό της αυτός να το κρατήσει μυστικό και ότι της πήρε το τηλέφωνο και γι’ αυτό δεν μπορούσε να του το πει προηγουμένως. Ο πατριός της, όταν πληροφορήθηκε τα ως άνω, τη ρώτησε τη θα την έκανε ευτυχισμένη και η αιτήτρια του ανέφερε ότι θα ήθελε να φύγει από τη ΛΔΚ, καθώς, ως ανέφερε, ο φίλος του πατριού της είχε πολλά χρήματα και θα ήταν αδύνατο να τον καταγγείλουν στις Αρχές καθώς η αιτήτρια δεν είχε αποδείξεις, και τότε ο πατριός της εντόπισε – μεταξύ άλλων χωρών που θα ήταν φτηνό να ταξιδέψει η αιτήτρια – την Κύπρο. Ο φίλος του πατριού της δεν γνώριζε τίποτε και μια μέρα, όταν η αιτήτρια πήγε σε μάθημα ηλεκτρονικών υπολογιστών, διευθέτησε τα απαραίτητα για το ταξίδι της και τότε ο πατριός της – με πρόφαση ότι θα πήγαιναν για μια βόλτα – την πήρε από το σπίτι του φίλου του, η αιτήτρια έμεινε στην Κινσάσα για δύο βδομάδες και μετά έφυγε από τη ΛΔΚ.
Ερωτώμενη η αιτήτρια τι φοβάται αν επιστρέψει στη ΛΔΚ ανέφερε ότι φοβάται τον φίλο του πατριού της, ο οποίος την κακοποιούσε και, δευτερευόντως, ως το έθεσε, το ότι αυτή δεν έχει οικογένεια και δεν έχει πουθενά να μείνει. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε το όνομα του πατριού της και ότι αυτός ήταν παντρεμένος προηγουμένως και δεν παντρεύτηκε την μητέρα της, απλά είχαν δεσμό και ήταν στη συνέντευξη περί των 55 ετών. Σε επόμενες ερωτήσεις η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν επιχειρηματίας ο πατριός της, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει κάτι περαιτέρω, ήταν σαν πατέρας γι’ αυτήν, η μητέρα της αιτήτριας απεβίωσε στις 20/09/16 και η ίδια μετακόμισε με τον πατριό της στις αρχές του 2018. Ερωτώμενη που διέμενε μεταξύ του θανάτου της μητέρας της και μέχρι να μείνει με τον πατριό της, η αιτήτρια ανέφερε ότι διέμενε σε γείτονες. Ερωτώμενη για τα προβλήματα που είχε με τη σύζυγο του πατριού της η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτή την ανάγκαζε να καθαρίζει και ότι «τα πράγματα δεν ήταν εύκολα» γι’ αυτήν, καθώς δεν τη συμπαθούσε και είναι γι’ αυτόν τον λόγο που περί τους 6 ½ μήνες μετά που η αιτήτρια μετοίκησε μ’ αυτούς ο πατριός της αποφάσισε να φύγει η αιτήτρια από το σπίτι.
Ερωτώμενη για τον φίλο του πατριού της η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν συνομήλικος του πατριού της, επιχειρηματίας, και μαζί τους διέμεναν τα παιδιά του, η σύζυγος του, η οποία όμως ταξίδευε συχνά, και το προσωπικό που καθάριζε το σπίτι. Η αιτήτρια, ως ανέφερε, μετοίκησε στο σπίτι του φίλου του πατριού της τον Ιούλιο 2018 και έμεινε εκεί μέχρι τον Σεπτέμβριο 2019. Καλούμενη να περιγράψει το πρώτο περιστατικό κακοποίησης που υπέστη ανέφερε ότι στην αρχή ο κακοποιητής της ήταν καλός αλλά 5 μήνες αργότερα άρχισε να της προτείνει ερωτική σχέση, η ίδια είχε αρνηθεί και μετά την εξανάγκασε. Ως περαιτέρω ανέφερε, αυτός προσπάθησε να σταθεί ως συμπαραστάτης της στον θάνατο της μητέρας της όμως «ήθελε ανταλλάγματα». Τότε η αιτήτρια ήταν 19 ετών, ως ανέφερε.
Ερωτώμενη για τη συχνότητα της κακοποίησης που κατ’ ισχυρισμό υπέστη η αιτήτρια ανέφερε ότι «δεν ήταν καθημερινά, αλλά, ας πούμε, κάθε δύο ή τρεις βδομάδες, λόγω του ότι αυτός δεν ήταν σπίτι, μερικές φορές ταξίδευε». Η κακοποίηση άρχισε τον Δεκέμβριο 2018 και διήρκησε μέχρι τον Δεκέμβριο 2019, όταν η αιτήτρια έφυγε. Ερωτώμενη αν ήξερε για την κακοποίηση που υπόκειτο κάποιος άλλος στο σπίτι η αιτήτρια απάντησε αρνητικά, καθώς, ως ανέφερε, «αυτός το έκανε όταν τα παιδιά και η σύζυγος του δεν ήταν σπίτι» και η ίδια δεν το ανέφερε στις Αρχές καθώς δεν είχε αποδείξεις για το τι συνέβαινε και στη ΛΔΚ, ως εξήγησε, για να αναφέρεις κάτι πρέπει να πληρώσεις χρήματα και να έχεις και αποδείξεις. Επ’ αυτού ανέφερε ότι θα ήταν καλύτερα αν η ίδια ήταν ανήλικη γιατί επειδή ήταν ενήλικη θα της έλεγαν ότι είχε «ερωτικό σύντροφο» (boyfriend). Ερωτώμενη σε ποιο σημείο άρχισε να δέχεται απειλές η αιτήτρια ανέφερε ότι ο κατ’ ισχυρισμό κακοποιητής της έλεγε ότι είναι «μεγάλο κορίτσι και μπορεί να έχει σχέση μαζί του» και όταν αυτή είχε αρνηθεί «[την] έπαιρνε στο δωμάτιο του με τη βία και είχε ερωτική επαφή μαζί [της] και μετά [της] έλεγε να μην το [πει] σε κανένα» και αυτό έγινε 10-12 φορές. Ερωτώμενη για τον πατριό της η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτός απεβίωσε το 2020, όταν η ίδια βρισκόταν ήδη στη Δημοκρατία. Ερωτώμενη αν μπορεί να επιστρέψει στη ΛΔΚ και να μείνει σε άλλο μέρος και να είναι ασφαλής ανέφερε ότι «για να έχεις καλή ζωή στη ΛΔΚ πρέπει να έχεις οικογένεια», καθώς – ως ανέφερε – «είναι πολύ δύσκολο να βρεις δουλειά και η ζωή εκεί
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας
- Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ εξαιτίας του ότι κακοποιήθηκε και απειλήθηκε από φίλο του πατριού της
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν αμφότερους τους ως άνω ισχυρισμούς ως αξιόπιστους.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Επί του εν λόγω ευρήματος αξιολόγησαν το ότι, ως στο ερ.57-58 αναφέρεται, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε τον φόβο της ότι θα διωχθεί από το άτομο που την κακοποιούσε σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ. Αναφορικά με το αρ.19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας κατά την επιστροφή της στην Κινσάσα, καθώς δεν παρατηρείται εκεί αδιάκριτη βία σε υψηλό επίπεδο, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες τις οποίες εντόπισαν.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε ρητά όλους τους ισχυρισμούς που προωθούνται στις αγορεύσεις της πλην του ισχυρισμού περί μη δέουσας έρευνας, σε συνάρτηση, ως ανέφερε με τα αρ.9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, στη βάση των οποίων, ως εισηγήθηκε, δεδομένου ότι η αιτήτρια υπήρξε θύμα σεξουαλικής βίας, έπρεπε να παραπεμφθεί σε σχετικές ιατρικές εξετάσεις.
Προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Αναφορικά κατ’ αρχήν με τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί του ότι δεν έγινε εν προκειμένω η δέουσα – ως εισηγείται – ιατρική εξέταση αυτής, στη βάση των αρ.9 και 15 του Νόμου, σημειώνω ότι ιατρική ή και ψυχολογική εξέταση διενεργείται, με βάση τα διαλαμβανόμενα στο αρ.15 (1) του Νόμου, όπου κριθεί «σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης […], όσον αφορά - (α) [ε]νδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις […] σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.». Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί του ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από φίλο του πατριού της, με τον οποίον διέμενε περί το 1 ½ έτος, μεταξύ 2018-2019, έγινε αποδεκτός στη βάση των λεγομένων της, ως έχων τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική συνοχή, ουδεμία ανάγκη ή σκοπιμότητα υπήρχε για παραπομπή της αιτήτριας σε «εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο», αφού η αποδοχή όσων η αιτήτρια ανέφερε σχετικά καθιστούσε περιττή την οιονδήποτε ιατρική εξέταση, η οποία και διενεργείται όπου αυτό ήθελε κριθεί «σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης». Δεδομένων των ως άνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι η παράλειψη παραπομπής της αιτήτριας σε ιατρικές ή άλλες εξετάσεις έβλαψε καθ’ οιονδήποτε τρόπο αυτήν ή κατέστησε αυτή σε δυσμενή θέση κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης και συνεπώς δεν καθιστά την προσβαλλόμενη εδώ απόφαση ακυρωτέα σ’ αυτή τη βάση.
Δεδομένου λοιπόν ότι, ως ανωτέρω αναφέρω, άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας έγιναν αποδεκτοί από τους καθ’ ων η αίτηση, απομένει εδώ η εξέταση τυχόν αναγκών διεθνούς προστασίας που προκύπτουν από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της αιτήτριας, η οποία και γίνεται σε μελλοντοστραφή βάση.
Σημειώνω εδώ ότι δεν μου διαφεύγει ότι δια της προσφυγής ζητείται αμιγώς ακυρωτικός έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης. Αυτό όμως δεν εμποδίζει την εξέταση της επίδικης απόφασης επί της ουσίας αυτής αλλά και επί του κατά πόσο υφίστανται ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας. Σχετικά με τα ως άνω, στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, λέχθηκαν τα εξής:
«Εν προκειμένω, η πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσης ζητούσε την ακύρωση της απορριπτικής διοικητικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου (ως προς τη μη χορήγηση τόσο του καθεστώτος πρόσφυγα (κατά την αιτηθείσα θεραπεία Α) όσο και του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (κατά την αιτηθείσα θεραπεία Β) και επιπρόσθετα «Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.». (κατά την αιτηθείσα θεραπεία Γ).
Παρότι οι εν προκειμένω αιτούμενες θεραπείες δεν ζητούν ειδικώς και ρητώς τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου ορθότητας/ουσίας επί της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, εκτιμούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κωλύετο από του να διενεργήσει έλεγχο ορθότητας/ουσίας επί της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, λόγω του ότι τελεί υπό δέσμια εξουσία να διενεργεί τέτοιο έλεγχο κατ' επιταγήν του Άρθρου 11(3) και (4) του Νόμου 73(Ι) του 2018, ως ερμηνεύεται νομολογιακά.
[…]
Αφού, λοιπόν, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέχει εκ του Νόμου υποχρέωση για διενέργεια ελέγχου ορθότητας /ουσίας κάθε διοικητικής απόφασης ή πράξης η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 11(4) του Νόμου 73(Ι) του 2018, όπως είναι η ενώπιόν μας επίδικη, κρίνουμε ότι αυτός ο έλεγχος διενεργείται ανεξαρτήτως του αν ζητήθηκε ειδικά και ρητά ως θεραπεία στην πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσης.»
Στη βάση των αποδεκτών εκ των καθ’ ων η αίτηση ισχυρισμών η αιτήτρια έχει υποστεί κατ’ επανάληψη σεξουαλική κακοποίηση από φίλο του πατριού της, με τον οποίον διέμενε περί το 1 ½ έτος, μεταξύ 2018-2019, είναι περί των 26 ετών, υγιής, ολοκλήρωσε 12ετή εκπαίδευση, δεν εργάστηκε στη ΛΔΚ και δεν διαθέτει οικογενειακό ή άλλο δίκτυο στη ΛΔΚ.
Σε σχέση με το ως άνω προφίλ της αιτήτριας εντοπίζονται οι εξής πληροφορίες (ΠΧΚ).
Έκθεση της Αυστριακής ACCORD (Νοέμβριος 2020) αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι αντικείμενο διακρίσεων. Ως αναφέρεται, δεδομένου ότι μια γυναίκα είναι ήδη ευάλωτη ως τέτοια, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν παραμείνει στερημένη από οικονομικά μέσα.[1]
Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι «[η] Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[2] […] Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία.,[3]
[…]
[Οι] ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές. Καθώς οι ανύπαντρες γυναίκες βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά. Στις χήρες και γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας […]». [4]
Περαιτέρω, απάντηση του EASO σε ερώτημα που υποβλήθηκε σχετικά με την κατάσταση γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη Κινσάσα το διάστημα 2017–2019, αναφέρει για τα λεγόμενα «παιδιά του δρόμου» ότι «τα κορίτσια είναι πιο πιθανό να έχουν εγκαταλειφθεί από τις οικογένειές τους για να ζήσουν μια ζωή στο δρόμο (που συχνά περιλαμβάνει σεξουαλική εργασία) και είναι εντονότερα στιγματισμένα […].[5] Κορίτσια και νέες γυναίκες χωρίς οικονομική υποστήριξη από τις οικογένειές τους ή άλλα δίκτυα […] συχνά επιδίδονται σε σεξουαλική εργασία ή συναλλακτικές σεξουαλικές επαφές, όπως αποκαλύπτει έρευνα που έγινε στην Κινσάσα».[6],[7]
Σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι «[…] ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως.».[8]
Η κοινωνική στέγαση στην Κινσάσα δεν είναι διαθέσιμη σε γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[9] Σύμφωνα με διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση στη, είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτήσει πρόσβαση σε στέγαση ή να αποκτήσει πρόσβαση σε καταφύγιο κάποια γυναίκα χωρίς δίκτυο στην Κινσάσα. Κατά συνέπεια, πολλές ανύπαντρες γυναίκες χωρίς δίκτυο υποστήριξης ανδρών στην Κινσάσα πρέπει να καταφύγουν σε συναλλακτικό σεξ προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο καταφύγιο με οποιονδήποτε τρόπο. Όσοι δεν έχουν μέλη της οικογένειας στην Κινσάσα θα βρουν συνήθως καταφύγια ή παράγκες κατασκευασμένες με ξύλο ή χαρτοκιβώτια. Οι ανύπαντρες γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική εμπορία ή και εκμετάλλευση θα είναι επιρρεπείς στην πορνεία, όταν προσπαθούν να βρουν στέγη στην Κινσάσα ή αν απλά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο.[10] Ανύπαντρες γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[11]
Σε έκθεση του Danish Immigration Service (DIS), μετά από συνέντευξη με καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κινσάσα, αναφέρεται ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Κινσάσα ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις. Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Κινσάσα, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[12]
Αναφορικά με τη διαθέσιμη κρατική προστασία κατά των ως άνω μορφών διακρίσεων, βίας και κακομεταχείρισης που είναι εκτεθειμένες γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής εντοπίζονται τα ακόλουθα:
Αναφορά της UNFPA σημειώνει ότι η έμφυλη βία (GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη χώρα.[13] Μορφές βίας που καταγράφονται περιλαμβάνουν βιασμό, σεξουαλική δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αναγκαστικό γάμο, τον γάμο ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική εκμετάλλευση.[14] Όπως σημειώνεται, η κατάχρηση εξουσίας και ανισότητες επιτείνουν την ευαλωτότητα γυναικών και κοριτσιών σε μορφές έμφυλης βίας.[15] Οι υπηρεσίες για την πρόληψη αλλά και για την αποκατάσταση θυμάτων είναι ανεπαρκείς και υποχρηματοδοτούμενες.[16]
Σε έκθεση του OECD του 2019 αναφέρεται ότι η ΛΔΚ επικύρωσε το 2018 το Πρωτόκολλο Maputo για τα Δικαιώματα των Γυναικών στην Αφρική ενώ το Σύνταγμα εγγυάται ότι όλοι έχουν δικαίωμα στη ζωή και σωματική ακεραιότητα. Ωστόσο, ως περαιτέρω αναφέρεται, «δεν υπάρχει πλήρης νομοθεσία για τη βία κατά των γυναικών», οι οποίες έχουν να αντιμετωπίσουν το αποδυναμωμένο δικαστικό σύστημα καθώς και τη γενικότερη κουλτούρα σιωπής των θυμάτων και ατιμωρησίας. Επιπροσθέτως οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στη δικαιοσύνη λόγω «υψηλού κόστους των δικαστικών διαδικασιών, του ανεπαρκούς αριθμού δικαστηρίων, της αντιληπτής αναποτελεσματικότητας και της διαφθοράς στο δικαστικό σύστημα».[17]
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία που αφορούν την αιτήτρια, υπό το πρίσμα των ως άνω πληροφοριών, παρατηρώ τα εξής.
Κατ’ αρχή σημειώνω ότι συμφωνώ με την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι η αιτήτρια, στη βάση των λεγομένων της, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο διώξεως από το άτομο που την κακοποίησε. Τούτο γιατί, δεδομένου ότι ουδέν συγκεκριμένο επί τούτου ανέφερε η αιτήτρια, εκ του οποίου θα καθίστατο εύλογα πιθανός ο εντοπισμός από το εν λόγω άτομο κατά την επιστροφή της αιτήτριας στην Κινσάσα, με πληθυσμό περί των 17 εκατομμυρίων κατοίκων[18], και λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδέν άλλο στοιχείο δόθηκε σε σχέση με το άτομο αυτό που να δεικνύει ότι κατέχει τα μέσα να εντοπίσει και να βλάψει την αιτήτρια, θεωρώ ορθό το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αυτή να υποστεί δίωξη ή και σοβαρή βλάβη σε αυτή τη βάση.
Όμως εν προκειμένω ουδεμία έρευνα έγινε σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) σε σχέση με άτομα με το προφίλ της αιτήτριας και τις επικρατούσες συνθήκες και κινδύνους για τα άτομα αυτά στη ΛΔΚ ή και στην Κινσάσα συγκεκριμένα, που είναι ο τόπος διαμονής της.
Παρεμβάλω τα κάτωθι επί της νομικής πτυχής του ζητήματος, σε συνάρτηση με το κατά πόσο προκύπτει ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με το αρ.3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000) (στο εξής ο Νόμος) και αρ.2 (δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται «[…] πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]». Στο αρ.3Γ του Νόμου και αντίστοιχα αρ.9 της Οδηγίας, αναφέρεται πως η πράξη δίωξης θα πρέπει να «είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών· ή να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο».
Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη C‑621/21, WS, ημ.16/01/24, αναφέρονται τα εξής:
«48. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αφενός, το α.60, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης ορίζει ότι η βασιζόμενη στο φύλο βία κατά των γυναικών πρέπει να αναγνωρισθεί ως μορφή δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 60, παράγραφος 2, επιβάλλει στα μέρη να διασφαλίζουν ότι καθένας από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του φύλου και ότι, οσάκις στοιχειοθετείται ότι ο φόβος δίωξης οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω λόγους, πρέπει να χορηγείται στους αιτούντες άσυλο καθεστώς πρόσφυγα.
49. Δεύτερον, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2011/95 και υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι το να έχουν τα μέλη της τουλάχιστον ένα από τα τρία αναγνωριστικά στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, επισημαίνεται ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο συνιστά ένα εγγενές χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, αρκεί για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση.
50. Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως μέλη «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, γυναίκες οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό όπως, επί παραδείγματι, ένα άλλο εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, φερ’ ειπείν μια ιδιάζουσα οικογενειακή κατάσταση, ή ακόμη από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε να μην πρέπει οι γυναίκες αυτές να αναγκάζονται να τις αποκηρύξουν.
[…]
52. Τρίτον, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία σχετίζεται με την «ιδιαίτερη ταυτότητα» της ομάδας στη χώρα καταγωγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι δυνατόν οι γυναίκες να γίνονται αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο και να αναγνωρισθεί, εξ αυτού του λόγου, ότι έχουν ιδιαίτερη ταυτότητα στον εν λόγω κοινωνικό χώρο, ιδίως λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.
53. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» πληρούται και στην περίπτωση γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό, όπως, παραδείγματος χάριν, ένα εξ αυτών που μνημονεύονται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας αποφάσεως, όταν οι κοινωνικοί, ηθικοί ή νομικοί κανόνες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους έχουν ως συνέπεια να γίνονται οι γυναίκες αυτές αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω αυτού του κοινού τους χαρακτηριστικού.
54. Στο πλαίσιο αυτό, διευκρινίζεται ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να καθορίσει ποιος περιβάλλων κοινωνικός χώρος είναι κρίσιμος προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υφίσταται ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ο κοινωνικός χώρος δύναται να συμπίπτει με το σύνολο του εδάφους της τρίτης χώρας καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία ή να μην είναι τόσο ευρύς, παραδείγματος χάριν μπορεί να περιορίζεται σε τμήμα του εδάφους της ή σε μέρος μόνον του πληθυσμού της.
[…]
56. Γεγονός παραμένει ότι το να υφίστανται κάποιου είδους διάκριση ή δίωξη πρόσωπα που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό μπορεί να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο όταν, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, πρέπει να διερευνηθεί εάν η επίμαχη ομάδα εμφανίζεται ως διακριτή ομάδα υπό το πρίσμα των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στην χώρα καταγωγής. Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται και από το σημείο 14 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 2, σχετικά με τη «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης.
57. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες, στο σύνολό τους, έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, οσάκις διαπιστώνεται ότι, λόγω του φύλου τους, εκτίθενται στη χώρα καταγωγής τους, σε σωματική ή ψυχική βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και της ενδοοικογενειακής βίας.
[…]
60. Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, η εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και κατά περίπτωση, με προσοχή και σύνεση, και να στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες όχι μόνον της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, αλλά και της παραγράφου 4 αυτού, προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει βάσιμο φόβο, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών περιστάσεών του, ότι θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης εάν υποχρεωθεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του [πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Πολιτικές πεποιθήσεις στο κράτος μέλος υποδοχής), C‑151/22, EU:C:2023:688, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
61. Προς τούτο, όπως επισημαίνεται στο σημείο 36, στοιχείο x, των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τα αιτήματα για την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα που υποβάλλονται από γυναίκες θα πρέπει επίσης να συλλέγονται οι πληροφορίες που αφορούν τη χώρα καταγωγής τους και ειδικότερα τη θέση της γυναίκας ενώπιον του νόμου, τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους, τα πολιτισμικά και κοινωνικά ήθη της χώρας και τις συνέπειες της παραβίασής τους, την επικράτηση παρόμοιων επιζήμιων παραδοσιακών πρακτικών, τη συχνότητα και τους τύπους της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών, την προστασία που τους παρέχεται, την τιμωρία που προβλέπεται για τους αυτουργούς της βίας και τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα όταν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της μετά την υποβολή του αιτήματος.
62. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα πρώτα τρία προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι τόσο οι γυναίκες της χώρας αυτής στο σύνολό τους όσο και μικρότερες ομάδες γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» αποτελούσα «λόγο δίωξης» ικανό να οδηγήσει στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα σε αυτές.
[…]
70. Με βάση τα ανωτέρω, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, οσάκις ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει φόβο ότι θα υποστεί δίωξη από μη κρατικούς υπευθύνους στη χώρα καταγωγής του, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης που μνημονεύονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας και των πράξεων δίωξης, εφόσον μπορεί να διαπιστωθεί τέτοιος συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης και της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών από μη κρατικούς υπευθύνους προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.»
Στην ανωτέρω απόφαση συνοψίζονται οι παράμετροι που διέπουν την αναγνώριση του συνόλου ή μιας κατηγορίας γυναικών, στο σύνολο μιας χώρας ή μέρος αυτής, ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα που υφίστανται εύλογη πιθανότητα να υποστούν κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής, είτε από συγκεκριμένη ομάδα ατόμων, είτε το σύνολο της κοινωνίας, πράξεις διώξεως, κατά τα οριζόμενα στο αρ.3 του Νόμου, περιλαμβανομένης έμφυλης βίας και σωματικής ή ψυχολογικής κακοποίησης.
Αναφορικά με το ποιες πράξεις περιέχουν τον απαιτούμενο βαθμό σοβαρότητας ώστε να ισοδυναμούν με πράξεις διώξεως, στο εγχειρίδιο EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», σελ.36 επ., αναφέρονται τα εξής:
«Από τη συλλογιστική του ΔΕΕ συνάγεται ότι παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα οποία χωρεί παρέκκλιση, όπως τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη της ΕΕ/στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, πρέπει να υπερβαίνουν ένα υψηλότερο κατώτατο όριο σοβαρότητας, ενώ η παραβίαση δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, μπορεί να συνιστά δίωξη λόγω της ίδιας της φύσης της πράξης.
[…]
Η έννοια της προσωπικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και ο τρόπος και ο βαθμός οποιασδήποτε βλάβης ή απειλής που θίγει την ατομική κατάσταση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, είναι στοιχεία λυσιτελή για την εκτίμηση αυτή (154). Η παραβίαση βασικού ανθρώπινου δικαιώματος μπορεί να χαρακτηρισθεί σοβαρή λόγω του ιδιαίτερου αντικτύπου της σε συγκεκριμένο αιτούντα.»
Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.57, αναφέρονται τα εξής.
«Έχει αναγνωρισθεί ότι οι γυναίκες μπορεί να υφίστανται δίωξη λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας τόσο λόγω του φύλου τους και μόνο όσο και ειδικότερα, εάν αποτελούν επιμέρους ομάδες ως γυναίκες που κατηγορούνται ότι παραβιάζουν τα κοινωνικά ήθη (ιδίως μοιχεία και ανυπακοή σε σύζυγο) και δεν προστατεύονται από τους συζύγους τους ή άλλους άρρενες συγγενείς (279). Σε υπόθεση που αφορούσε την τελευταία αυτή επιμέρους ομάδα, η Βουλή των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε τα εξής:
Οι μη αμφισβητούμενες αποδείξεις στη συγκεκριμένη υπόθεση δείχνουν ότι οι γυναίκες υφίστανται διακρίσεις στο Πακιστάν. Πιστεύω ότι η φύση και η κλίμακα της διάκρισης είναι τέτοια ώστε μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες στο Πακιστάν υφίστανται διακρίσεις από την κοινωνία στην οποία ζουν. Ο λόγος για τον οποίο οι προσφεύγουσες φοβούνται ότι θα υποστούν δίωξη δεν είναι απλώς επειδή είναι γυναίκες. Είναι επειδή είναι γυναίκες σε μια κοινωνία η οποία εφαρμόζει διακρίσεις κατά των γυναικών (280).
Όπως τονίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο προσδιορισμός ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας εξαρτάται από τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία της επίμαχης κοινωνίας. Επομένως, οι γυναίκες δεν αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στις κοινωνίες που δεν εφαρμόζουν διακρίσεις εις βάρος τους.»
Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι μια γυναίκα μόνη, στερούμενη παντελώς οικογενειακού ή άλλου δικτύου υποστήριξης, χωρίς εργασιακή εμπειρία και με παρελθόν σεξουαλικής βίας (ως εδώ έγινε αποδεκτό από τους καθ’ ων η αίτηση – ερ.58), είναι μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στη Κινσάσα αλλά και στο σύνολο της επικράτειας της ΛΔΚ, καθότι αυτά συνιστούν εγγενή χαρακτηριστικά του συνόλου αυτού, το οποίο φαίνεται να γίνεται αντιληπτό ως διαφορετική ομάδα από την κοινωνία και τις Αρχές της χώρας. Τα ως άνω χαρακτηριστικά εκθέτουν της γυναίκες μ’ αυτό το προφίλ σε αυξημένο κίνδυνο και αποτελούν αιτία σοβαρών παραβάσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως, μεταξύ άλλων, σεξουαλική βία, εκμετάλλευση, στέρηση από τη πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές και στέγαση, σοβαρά προσκόμματα στη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και βιοπορισμό, διακρίσεις με βάση το φύλο και την κατάσταση τους, αλλά και σωματική και ψυχολογική βία. Η δε ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της ευαλωτότητας τους από εγκληματικές ομάδες, συμμορίες, κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας προσώπων, που δρουν ανενόχλητα και έναντι των οποίων δεν παρέχεται ουσιαστική, μη προσωρινή και αποτελεσματική προστασία από το κράτος. Σημειώνεται δε ότι σε αρκετές περιπτώσεις δράστες των ως άνω είναι οι ίδιες οι αρχές, ενεργώντας στα πλαίσια της επίσημης ιδιότητα τους ή άλλως πως.
Οι πράξεις αυτές ενέχουν αναμφισβήτητα το επίπεδο σοβαρότητας που απαιτείται ώστε να θεωρούνται πράξεις διώξεως καθώς πρόκειται αναμφίβολα για παραβιάσεις βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση αλλά και παραβιάσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν σοβαρής φύσεως ένεκα του ιδιαίτερου αντίκτυπου που έχουν σε γυναίκα ανήκουσα στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, ως η αιτήτρια.
Περαιτέρω εντοπίζω ότι στο πρόσωπο της αιτήτριας συντρέχουν πρόσθετοι παράγοντες εκ των οποίων αυξάνεται η ευαλωτότητα και την εκθέτουν σε ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο, εφόσον, μεταξύ άλλων, πρόκειται για άτομο που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά.
Κατά δε των επαπειλούμενων πράξεων διώξεως ουδεμία (αποτελεσματική) προστασία φαίνεται να παρέχεται και ούτε φαίνεται να υπάρχει ασφαλής πρόσβαση σε στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, δεδομένης της περιορισμένης ύπαρξης ή ανυπαρξίας υποδομών κοινωνικής στήριξης, στέγασης και επανένταξης, ελλιπών κοινωνικών παροχών ή και προστασίας κατά της εγκληματικότητας, δια της πρόληψης ή καταστολής αυτών.
Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, παρότι έκαναν αποδεκτούς άπαντες τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση ουδόλως προβληματίστηκαν και ουδεμία έρευνα έκαναν αναφορικά με τα όσα πιο πάνω αναφέρονται.
Για το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για να τεκμηριωθεί βάσιμος φόβος διώξεως, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», Δικαστική Ανάλυση, του EASO, αναφέρονται τα εξής:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494).»
[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]
«Το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» που εφαρμόζει το ΔΕΕ συνάδει με τα κριτήρια για την εκτίμηση του βάσιμου φόβου που έχουν αναπτύξει τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών. Για το γερμανικό Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, ο φόβος δίωξης είναι βάσιμος, εάν, λαμβανομένης υπόψη της ατομικής κατάστασής του, ο υπήκοος τρίτης χώρας απειλείται πραγματικά, δηλαδή με αξιοσημείωτη πιθανότητα ή πραγματικό κίνδυνο, με δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ), λόγω των περιστάσεων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του (513). Δεδομένου ότι, παρά τη διατύπωση αυτή, το ίδιο δικαστήριο καθιστά σαφές ότι το συγκεκριμένο κριτήριο είναι λιγότερο απαιτητικό από ένα κριτήριο που απαιτεί άνω του 50 % πιθανότητα, φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό το ίδιο κριτήριο με εκείνο που εφαρμόζουν τα βρετανικά δικαστήρια. Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή «εύλογος βαθμός πιθανότητας» δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).
[…] Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516).»
Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι εν προκειμένω καταδεικνύεται σε εύλογο βαθμό πιθανότητας το ενδεχόμενο η αιτήτρια να υποστεί πράξεις διώξεως, ως ανωτέρω περιγράφονται, από ένα ή περισσότερους από τους φορείς που ανωτέρω αναφέρονται, ήτοι την κοινωνία, κυκλώματα εμπορίας προσώπων ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή και τις αρχές της ΛΔΚ, κατά των οποίων δεν παρέχεται αποτελεσματική και προσβάσιμη προστασία (άλλωστε οι αρχές περιλαμβάνονται συχνά στους φορείς δίωξης). Περαιτέρω δεν υπάρχουν ενώπιον μου στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι υπάρχει κάποιο μέρος της χώρας καταγωγής – λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ της αιτήτριας – όπου αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν απειλείται (κατ’ εύλογο βαθμό πιθανότητας) με δίωξη ή όπου θα απολάμβανε προστασία κατ’ αυτού του κινδύνου. Άλλωστε, δεδομένου ότι στους εν δυνάμει φορείς δίωξης της αιτήτριας περιλαμβάνονται οι ίδιες οι Αρχές, τεκμαίρεται ότι αυτοί έχουν εμβέλεια δράσης στο σύνολο της χώρας αφού, ως αναφέρεται επί τούτου στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», Δικαστική Ανάλυση, σελ.84, «[τ]ο κράτος θεωρείται ότι διαθέτει επιχειρησιακή ικανότητα να ενεργεί σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια.». Συνεπώς δε θα μπορούσε να γίνει εδώ, σε κάθε περίπτωση, λόγος για δυνατότητα μετεγκατάστασης της αιτήτριας.
Υπάρχει λοιπόν βάσιμος φόβος δίωξης της αιτήτριας, ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ως αυτή οριοθετείται πιο πάνω, σε περίπτωση επιστροφής της, με φορείς δίωξης τους ως άνω αναφερόμενους.
Σημειώνω και τονίζω εδώ ότι η ως άνω κατάληξη μου δεν συνεπάγεται ότι κάθε γυναίκα που στερείται υποστηρικτικού δικτύου στη ΛΔΚ καθίσταται μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, και αυτό από μόνο του δεν αρκεί, άνευ ετέρου, για την απόδοση διεθνούς προστασίας. Όμως, δεδομένων όσων έγιναν αποδεκτά από τους καθ’ ων η αίτηση εν προκειμένω και συνθέτουν το προφίλ της, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής κακοποίησης της αιτήτριας, της παντελούς ανυπαρξίας υποστηρικτικού δικτύου, αλλά και του ότι αυτή δεν έχει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, η κατάληξη δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την πιο πάνω.
Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του αρ.146 (4) (δ) του Συντάγματος και του αρ.11 (3) (β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) ώστε να χορηγείται στην αιτήτρια καθεστώς πρόσφυγα.
Επιδικάζονται €1000 υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[2] Swiss State Secretatiat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημ. πρόσβασης 22/03/23)
[3] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)
[4] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf παρα. 11, σελ. 41 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[5] Davis, L., ‘et al.’, Democratic Republic of Congo – DRC: Gender Country Profile 2014, The Swedish Embassy in Kinshasa, 2014, https://www.lauradavis.eu/wp-content/uploads/2014/07/Gender-Country-Profile-DRC-2014.pdf σελ. 34 (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[6] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, https://core.ac.uk/download/pdf/77599772.pdf σελ. 475-491, (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[7] EASO, COI Query, DRC (Democratic Republic of Congo): Information on the situation of women without a male support network in Kinshasa (2017-2019), https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2019_11_DRC_Query_Women_without_Nework_Q32.pdf σελ. 4 – 5 (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[8] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[9] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019 https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html
[10] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 17 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[11] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y σελ. 1 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[12] DIS – Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 48-49 (ημ. πρόσβασης 21/07/23)
[13] UNFPA DRC, Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo : Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 2019: https://www.humanitarianresponse.info/sites/www.humanitarianresponse.info/files/documents/files/endsgbvoslo_advocacy_note_may2019.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[14] Ό.π..
[15] Ό.π..
[16] Ό.π..
[17] OECD, SIGI - Social Institutions & Gender Index 2019 - Democratic Republic of the Congo, December 2018, διαθέσιμο σε https://www.genderindex.org/wp-content/uploads/files/datasheets/2019/CD.pdf, p. 3, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)
[18] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο