P. B. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1668/2024, 30/4/2026
print
Τίτλος:
P. B. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1668/2024, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 1668/2024

 

30 Απριλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

 P. B. M.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Μαρία Μπαγιαζίδου, , Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Ανδρέα Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/03/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 26/01/2024, αφού εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 06/2/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή.  Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης στις 31/03/2024.  Ακολούθως, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή.  Ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. 

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή προβάλλει, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, ότι η απόφαση δεν είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και υποστηρίζει πως δεν λήφθηκαν υπόψη τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.  Στα πλαίσια του ισχυρισμού αυτού, η συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει πως λανθασμένα το αρμόδιο όργανο κατέληξε πως είναι αναξιόπιστος ο αιτητής σε σχέση με τις δηλώσεις του αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αλλά και σε σχέση με την αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αλλά και τη δυνατότητα μετεγκατάστασής του.  Στα πλαίσια του δεύτερου λόγου ακυρώσεως η συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω τον πρώτο νομικό ισχυρισμό, για τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του, ο αιτητής κατέγραψε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, επειδή κινδύνευε η ζωή του από το θείο του, ο οποίος ισχυρίζεται ότι επιθυμούσε να τον σκοτώσει καθώς αρνήθηκε να πωλήσει την περιουσία του πατέρα του (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου). 

 

Κατά την διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ο αιτητής επιβεβαίωσε πως έχει καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, και συγκεκριμένα ότι γεννήθηκε στη Lumbumbashi και πως το 1997 μετακόμισε στην Kinshasa, όπου διέμεινε μέχρι το 2021 που εγκατέλειψε τη χώρα του. Όπως δήλωσε, στη χώρα του διέμενε με τον πατέρα του, τη μητέρα του, τον αδελφό του και την αδελφή του (ερυθρό 25, του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, ο αιτητής δήλωσε πως ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2013 και ότι φοίτησε για δύο χρόνια σε Πανεπιστήμιο, όπου αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου).  Επιπρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως ο πατέρας του απεβίωσε στις 27/1/2021 και ο αδελφός του απεβίωσε μετά από μία επίθεση.  Όπως ανέφερε έχει επτά αδελφές που ζουν στη χώρα καταγωγής του αλλά διατηρεί επικοινωνία μόνο με τη μεγαλύτερη αδελφή του.

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι αποχώρησε λόγω σοβαρού κινδύνου κατά της ζωής του, τον οποίο αποδίδει στον θείο του από την πατρική πλευρά. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω θείος επιδίωκε την πώληση της περιουσίας του πατέρα του, πρόταση στην οποία ο ίδιος και ο αδελφός του εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Κατά τον αιτητή, συνεπεία της άρνησής τους, ο θείος του φέρεται να οργάνωνε σε βάρος τους δολοφονική επίθεση, σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα με στρατιωτική ιδιότητα. Ισχυρίστηκε πως επιτέθηκαν στον αδελφό του, ο οποίος μετά την επίθεση απεβίωσε.

 

Ο αιτητής δήλωσε επίσης ότι, κατόπιν των ανωτέρω γεγονότων και υπό τον φόβο περαιτέρω επιθέσεων, η μητέρα του τον προέτρεψε να μετακινηθεί και να διαμείνει προσωρινά με ξάδελφό του, προκειμένου να διασφαλίσει τη σωματική του ακεραιότητα. Στη συνέχεια, με τη συνδρομή του εν λόγω συγγενή, διευθετήθηκαν τα αναγκαία για την αναχώρησή του και τη μετάβασή του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν παρέστη στην κηδεία του αδελφού του, φοβούμενος ότι ο θείος του θα μπορούσε να προβεί σε ενέργειες εις βάρος του. Κατά τα λεγόμενά του, μετά την ολοκλήρωση της κηδείας, αποφάσισε οριστικά να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 22, του διοικητικού φακέλου).

 

Αξίζει να σημειωθεί πως ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε ερωτήσεις στον αιτητή σε σχέση με το θείο του, την περιουσία του πατέρα του (δηλαδή την οικία του), το θάνατο του αδελφού του αλλά και τις απειλές που ο ίδιος δέχτηκε  κατά την παραμονή του στη χώρα καταγωγής του.  Κατά συνέπεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε στον αιτητή σειρά στοχευμένων και ουσιωδών ερωτήσεων αναφορικά με τα κεντρικά στοιχεία του ισχυρισμού του, και συγκεκριμένα ως προς την ταυτότητα και τις προθέσεις του θείου του, τη φύση και το καθεστώς της επίδικης περιουσίας του πατέρα του, τις περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του αδελφού του, καθώς και το περιεχόμενο, τη συχνότητα και την αξιοπιστία των απειλών που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δέχθηκε κατά την παραμονή του στη χώρα καταγωγής του.  Τέλος, ο αιτητής δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του εξαιτίας του θείου του.  Σημείωσε πως οι αρχές της χώρας του δεν μπορούν να τον προστατέψουν αφού δεν κατάφεραν να προστατέψουν τον αδελφό του.  Επιπλέον, ανέφερε πως ουδέποτε έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής του και ότι οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιητητή ως κατωτέρω: (1) Τα προσωπικά στοιχεία, την χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή και (2) ότι αναχώρησε από τη χώρα του λόγω του ότι φοβόταν ότι κινδύνευε η ζωή του από το θείο του εξαιτίας περιουσιακών διαφορών.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Ο δεύτερος ισχυρισμός του αιτητή περί του ότι απειλείτο η ζωή του από το θείο του λόγω περιουσιακών διαφορών δεν έγινε αποδεκτός. Συγκεκριμένα, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω φόβου για τη ζωή του από τον θείο του, εξαιτίας περιουσιακών διαφορών που προέκυψαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ωστόσο, κατά τη συνέντευξη δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκή περιγραφή των κρίσιμων περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του.

 

Ειδικότερα, παρατηρήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες ως προς την ιδιότητα και τον ρόλο του θείου του, τις συνθήκες και τα κίνητρα της φερόμενης απειλής, τη συχνότητα και τη φύση των απειλών και τα γεγονότα που σχετίζονται με τον θάνατο του αδελφού του.  Παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, ενώ σε καίρια σημεία περιορίστηκε σε γενικές ή υποθετικές δηλώσεις. Επιπλέον, οι αναφορές του σχετικά με τη συμπεριφορά του θείου του και την εξέλιξη της διαφοράς εμφανίζουν έλλειψη λογικής συνοχής και ευλογοφάνειας.

 

Ιδιαίτερα, οι ισχυρισμοί περί πρόθεσης του θείου να προβεί σε δολοφονία για την απόκτηση περιουσίας δεν υποστηρίζονται από συγκεκριμένα και πειστικά στοιχεία σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό.  Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συνεπείς και αξιόπιστες πληροφορίες για τον πυρήνα του ισχυρισμού του.  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του λαμβάνοντας υπόψη πως ούτε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού τεκμηριώθηκε. 

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του και στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμοδίως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός. 

 

Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, ο οποίος έκρινε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικές και επαρκείς πληροφορίες για να στηρίξει και να τεκμηριώσει το αφήγημά του. Οι δηλώσεις του κρίνονται ως ιδιαίτερα συνοπτικές και γενικές, ενώ παρατηρώ ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες.  Ειδικότερα, ο αιτητής πρόβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του υπό τον φόβο απειλής κατά της ζωής του από τον θείο του, η οποία φέρεται να προέκυψε κατόπιν διαφορών σχετικών με την οικογενειακή περιουσία μετά τον θάνατο του πατέρα του. Πλην όμως, κατά την αξιολόγηση του αφηγήματός του, διαπιστώνεται ότι δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκή περιγραφή των ουσιωδών περιστατικών που θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό.

 

Συγκεκριμένα, παρατηρούνται ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες ως προς την ιδιότητα και τον ρόλο του θείου του, τα κίνητρα της φερόμενης απειλής, τη συχνότητα και τη φύση αυτής, καθώς και τα περιστατικά που συνδέονται με τον θάνατο του αδελφού του. Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία, περιοριζόμενος σε γενικές και αόριστες αναφορές, οι οποίες στερούνται της απαιτούμενης λογικής συνοχής και ευλογοφάνειας.

 

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί πρόθεσης του θείου να προβεί σε ανθρωποκτονία για την απόκτηση της περιουσίας τους, δεν υποστηρίζονται από συγκεκριμένα ή αντικειμενικά στοιχεία. Αντιθέτως, ο ίδιος ο αιτητής αναγνώρισε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έλαβαν χώρα πράξεις βίας εις βάρος άλλων μελών της οικογένειας, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό του περί άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου.  Υπό το φως των ανωτέρω, διαφαίνεται πως ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συνεπείς και αξιόπιστες πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού του.  Ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε στον αιτητή στα πλαίσια της συνέντευξης τη δυνατότητα να εκθέσει διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και να τεκμηριώσει τον πυρήνα του αιτήματός του, περιλαμβανομένου του ισχυριζόμενου κινδύνου που αναφέρει ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του. Επομένως, είχε τη δυνατότητα ο αιτητής να τεκμηριώσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να αναλύσει τον κίνδυνο που ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη  χώρα καταγωγής του (ερυθρά 15-21, του διοικητικού φακέλου).  Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του, χωρίς να υφίστανται άλλα ανεξάρτητα στοιχεία ή πηγές πληροφόρησης που να τους ενισχύουν. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων και δεδομένης της ανεπάρκειας της εσωτερικής αξιοπιστίας του αφηγήματός της, δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω διερεύνησης ή επιβεβαίωσης των ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.  Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται και συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε.  Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών). 

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται πως ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα (άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000). Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.

 

Η μελέτη των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6 (Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[1] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[2]

 

Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 30/04/2026) στην Kinshasa, περιοχή όπου διέμενε ο αιτητής και αναμένεται να επιστρέψει, καταγράφηκαν 154 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[3] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [2026] ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[4]

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι o αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς η αίτηση του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν έχει γίνει αποδεκτή. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λανθασμένης αξιολόγησης κινδύνου και κατάστασης ασφαλείας της χώρας καταγωγής του αιτητή, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολο του.  Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και από τον κατ’ ουσίαν έλεγχο που έχω διεξάγει, προκύπτει πως δεν μπορεί να χορηγηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας, ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε για υποστήριξη του αιτήματός του.

 

Σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας.  Ο δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη και συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

 

Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο πού βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).

 

Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).

 

Από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου που έχω ενώπιόν μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματός της, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

 

[2] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

 

[3] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer

 

[4] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο