ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
17 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
T.K.M.
Αιτήτρια
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Κασσάνδρα Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Πηνελόπη Βρυωνίδου (κα), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 28/02/2023, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 26/05/2023, και με την οποία ενημερώθηκε για την απόρριψη της αίτησής της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή παράνομη και/ή στερημένη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και/ή αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.
Γεγονότα
Ως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»).
Στις 19/06/2021 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, ενώ στις 20/01/2023 πραγματοποιήθηκε η προφορική της συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), νυν Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA).
Στις 21/02/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA ετοίμασε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός της, εισήγηση η οποία εγκρίθηκε από τον τελευταίο στις 28/02/2023.
Ακολούθως, στις 26/05/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της επί του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια αυθημερόν.
Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα από την Αιτήτρια στις 01/06/2023.
Νομικοί Ισχυρισμοί
Η Αιτήτρια, διά της συνηγόρου της, παραθέτει στο εισαγωγικό της δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί, ωστόσο, να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Διά της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας, η οποία οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και το Νόμο, ενώ υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας.
Ειδικότερα, ως προς τη δέουσα έρευνα, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ότι η Αιτήτρια αναγνωρίστηκε ως ευάλωτο πρόσωπο, λόγω του ότι έχει υποστεί ψυχολογική και συναισθηματική κακοποίηση, και, ως εκ τούτου, όφειλαν να προβούν στις σχετικές διαδικασίες υποστήριξης. Υπεραμυνόμενη των ισχυρισμών της Αιτήτριας, η συνήγορός της ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν την ευαλωτότητά της, παραβλέποντας το πώς η ίδια θα αντιμετωπίσει τον υφιστάμενο κίνδυνο εκδίωξής της από τον πρώην σύντροφο της μητέρας της, ενώ αγνόησαν πλήρως και τις προσωπικές της περιστάσεις, παραβιάζοντας την υποχρέωσή τους να προβούν σε εξατομικευμένη και πλήρη διερεύνηση του αιτήματός της.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί πλάνης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν τον φόβο της Αιτήτριας έναντι του πρώην συντρόφου της μητέρας της, ο οποίος διέθετε οικονομική επιφάνεια, και, συνεπώς, κατέληξαν σε πεπλανημένα συμπεράσματα ως προς την πραγματική διάσταση των γεγονότων και την εφαρμογή του σχετικού νομοθετικού πλαισίου.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει, κατά τρόπο αφηρημένο και συγκεχυμένο, πλήθος διάσπαρτων νομικών διατάξεων.
Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, διά της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων και των κανονισμών, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που παρέχει ο νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα συναφή στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που της αναλογεί, προκειμένου να θεμελιώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ. Επιπλέον, αναφορικά με την αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας, προβάλλει ότι το περιεχόμενό της παραβιάζει τον Κανονισμό 7 των περί Διαδικασίας Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, καθότι οι λόγοι ακύρωσης της προσβαλλόμενης καταγράφονται αορίστως, χωρίς εξειδίκευση και χωρίς να προκύπτει υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στις σχετικές νομικές διατάξεις. Καταλήγει, καλώντας το Δικαστήριο όπως απορρίψει την υπό εξέταση προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διά της απαντητικής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας επαναλαμβάνει ότι, μολονότι η Αιτήτρια αναγνωρίστηκε ως ευάλωτο πρόσωπο, το οποίο έχει υποστεί ψυχολογική και συναισθηματική κακοποίηση, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν στις ενδεδειγμένες διαδικασίες υποστήριξης, ώστε να την παραπέμψουν σε ψυχολόγο και εν συνεχεία να αξιολογηθεί η αξιοπιστία της. Ακολούθως, η συνήγορος της Αιτήτριας υπεραμύνεται της αξιοπιστίας της και προβάλλει ότι η τελευταία ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω φύλου, της ευαλωτότητάς της και της έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου στη ΛΔΚ, ενώ αποτελεί ήδη θύμα έμφυλης βίας και δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο δίωξης.
Σε σχέση με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, η συνήγορός της προβάλλει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό τη μορφή εξευτελιστικής μεταχείρισης, καθότι έχει ήδη υποστεί δίωξη, τονίζοντας παράλληλα ότι στη ΛΔΚ παρατηρείται έλλειψη εξειδικευμένων μηχανισμών στήριξης θυμάτων έμφυλης βίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλονται από τη συνήγορο της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο, καθώς και περί ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης.
Προς τούτο, λαμβάνεται υπόψη και η έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, δυνάμει των διατάξεων του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), έχει εξουσία πλήρους εξέτασης της υπόθεσης επί της ουσίας και κατά τον χρόνο εκδίκασης αυτής (ex nunc). (βλ. SHARMAAKE MOHAMED v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2021)
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας, και κατά πόσο αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη και, συνακόλουθα, νόμιμη και ορθή επί της ουσίας.
Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο ερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία τα οποία όφειλε να λάβει υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στην επίδικη απόφασή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέγει και εξετάζει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, ώστε να δύναται να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφοροποιούνται αναλόγως των περιστάσεων εκάστης υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προσεγγίζει την παρούσα υπόθεση με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρείχε η Αιτήτρια, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο (Δ.Φ.) της Υπηρεσίας Ασύλου — και τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την καταγραφή τους — κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή δεχόταν απειλές θανάτου. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η μητέρα της, πριν από τον θάνατό της, της παρέδωσε έγγραφα σχετικά με το επάγγελμα του συντρόφου της, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, αποτέλεσε την αιτία των απειλών σε βάρος της (βλ. ερ. 1 Δ.Φ.).
Κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, δηλώνοντας ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείσα το 2002, και ότι μεγάλωσε και διέμενε αποκλειστικά στην Kinshasa. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμη και άτεκνη.
Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αμφότεροι οι γονείς της απεβίωσαν, διευκρινίζοντας ότι η μητέρα της απεβίωσε το 2020, ενώ τον πατέρα της ουδέποτε γνώρισε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι στη Kinshasa εξακολουθεί να διαμένει η μητρική της γιαγιά, ενώ δεν διαθέτει αδέλφια, καθότι ήταν μοναχοπαίδι.
Σε σχέση με το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοίτησε για ορισμένους μήνες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου UPN στην Kinshasa, χωρίς, ωστόσο, να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Επιπροσθέτως, δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη ΛΔΚ (βλ. ερ. 55–53, 2Χ, Δ.Φ.).
Αναφορικά με τις συνθήκες αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε νόμιμα τη ΛΔΚ, αναχωρώντας από το αεροδρόμιο της Kinshasa με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Ακολούθως, ανέφερε ότι εισήλθε στα κατεχόμενα εδάφη και, στη συνέχεια, πέρασε παράνομα στις περιοχές που τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 14/05/2021 (βλ. ερ. 53, 3Χ – 52, 1Χ, Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, ανέφερε ότι δεχόταν απειλές από τον πρώην σύντροφο της μητέρας της, καθότι, πριν από τον θάνατό της, η τελευταία της είχε παραδώσει έγγραφα που αφορούσαν την περιουσία της, περιλαμβανομένων εγγράφων σχετικών με την εργασία και την οικία της.
Κληθείσα να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο εν λόγω άνδρας δεν διατηρούσε καλή σχέση με τη μητέρα της, καθώς την εγκατέλειψε όταν εκείνη ασθένησε και μετέβη να ζήσει με άλλη γυναίκα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος απειλούσε επανειλημμένα τη μητέρα της τηλεφωνικώς, απαιτώντας την επιστροφή των προσωπικών του αντικειμένων.
Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι, πριν από τον θάνατό της, η μητέρα της της παρέδωσε τα επίμαχα έγγραφα, τα οποία η ίδια προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Κατά τους ισχυρισμούς της, όταν ο εν λόγω άνδρας πληροφορήθηκε ότι τα έγγραφα της οικίας βρίσκονταν στην κατοχή της, άρχισε να την απειλεί, ισχυριζόμενος ότι η οικία του ανήκε, παρά το ότι η ίδια θεωρούσε ότι αυτή ανήκε στη μητέρα της, η οποία εργαζόταν και τη συντηρούσε.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο άνδρας αυτός την απειλούσε ότι θα της πράξει ό,τι φέρεται να είχε πράξει και στη μητέρα της, χωρίς, ωστόσο, να καθίστανται σαφή τα αίτια θανάτου της τελευταίας. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι την παρακολουθούσε στον χώρο του σχολείου της και ότι απέστελλε τρίτα πρόσωπα για να την απειλούν.
Η Αιτήτρια δήλωσε, επίσης, ότι σε μεταγενέστερο χρόνο απήχθη από άγνωστα πρόσωπα, τα οποία της ζήτησαν να τους παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα, απειλώντας την ότι θα τη σκοτώσουν σε αντίθετη περίπτωση. Όπως ανέφερε, αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ακολουθώντας την προτροπή της μητέρας της, δεδομένου ότι ήταν η μοναδική κληρονόμος. Κατά τους ισχυρισμούς της, ένας εκ των απαγωγέων τη λυπήθηκε και της συνέστησε να εγκαταλείψει τη χώρα, προειδοποιώντας την ότι ο πρώην σύντροφος της μητέρας της επρόκειτο να της προκαλέσει βλάβη.
Ακολούθως, η Αιτήτρια επέστρεψε στην οικία της και ενημέρωσε τη γιαγιά της για τα συμβάντα. Εντούτοις, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της τελευταίας και της αδυναμίας της να την προστατεύσει, η Αιτήτρια αναζήτησε τρόπους αναχώρησης από τη χώρα. Όπως δήλωσε, έχοντας στη διάθεσή της χρηματικό ποσό που της είχε αφήσει η μητέρα της, ήλθε σε επαφή με διακινητή, ο οποίος τη βοήθησε να μεταβεί στην Κύπρο.
Τέλος, εξήγησε ότι δεν κατήγγειλε τον εν λόγω άνδρα στις αρχές, καθότι αυτός ήταν οικονομικά εύρωστος και διέθετε σημαντική επιρροή. Ερωτηθείσα κατά πόσον υφίσταται οποιοσδήποτε άλλος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη ΛΔΚ, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 52, 2Χ – 51, 2Χ–3Χ, Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον φόβο της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται πως ο ανωτέρω άνδρας θα τη σκοτώσει (βλ. ερ. 51, 3Χ, Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με τη μητέρα της και ανέφερε ότι αυτή εργαζόταν ως κινησιοθεραπεύτρια και συγκατοικούσε με τον σύντροφό της. Ως προς την περιουσία της μητέρας της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτή αποτελούνταν από δύο τεμάχια γης, εκ των οποίων το ένα ήταν υπό κατασκευή και το άλλο κενό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η μητέρα της απεβίωσε το 2020, πλην όμως, σύμφωνα με τα όσα της μεταφέρθηκαν, στο νοσοκομείο δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί η αιτία θανάτου (βλ. ερ. 50, 1Χ, Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον σύντροφο της μητέρας της, η Αιτήτρια τον περιέγραψε ως επιθετικό και βίαιο, ενώ δήλωσε άγνοια ως προς το επάγγελμά του, εξηγώντας ότι δεν τον συμπαθούσε και ότι δεν διατηρούσαν στενές επαφές. Κληθείσα να προσδιορίσει τον χρόνο έναρξης της σχέσης της μητέρας της με τον εν λόγω άνδρα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτή ξεκίνησε το 2019. Ερωτηθείσα κατά πόσον ο εν λόγω άνδρας διέμενε μαζί τους, η Αιτήτρια απάντησε ότι αυτός επισκεπτόταν συχνά την οικία τους, διευκρινίζοντας ότι η μητέρα της της είχε αναφέρει πως ο σύντροφός της συνέβαλλε στην καταβολή του ενοικίου.
Περαιτέρω, κληθείσα να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς της περί ισχύος και επιρροής του εν λόγω άνδρα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τον είχε δει να συνομιλεί τηλεφωνικώς, ενώ η μητέρα της της είχε αναφέρει ότι αυτός διέθετε καλή εργασία. Πρόσθεσε, επίσης, ότι ο εν λόγω άνδρας συνεισέφερε οικονομικά και στις σπουδές της. Ως προς τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω άνδρας εγκατέλειψε τη μητέρα της όταν εκείνη ασθένησε, η Αιτήτρια δήλωσε άγνοια (βλ. ερ. 50, 2Χ – 49, 1Χ, Δ.Φ.).
Σε σχέση με την περιουσία της μητέρας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι στις 25/10/2020 η μητέρα της της παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα, επισημαίνοντάς της ότι ήταν η μοναδική κληρονόμος και ότι η περιουσία αποκτήθηκε κατόπιν σημαντικής προσωπικής προσπάθειας. Την προέτρεψε, δε, να διαφυλάξει τα εν λόγω έγγραφα και να μην τα παραδώσει σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο.
Κληθείσα να προσδιορίσει πότε εμφανίστηκε εκ νέου ο πρώην σύντροφος της μητέρας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτός παρουσιάστηκε μετά την κηδεία της μητέρας της, ισχυριζόμενος ότι η περιουσία του ανήκε και απαιτώντας την παράδοση των σχετικών εγγράφων, ενώ την απείλησε ως προς τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Στη συνέχεια, κατά τους ισχυρισμούς της, ο εν λόγω άνδρας απευθύνθηκε στον ιδιοκτήτη της οικίας ζητώντας την επιστροφή της εγγύησης, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ζητήσει από την Αιτήτρια να εκκενώσει το ακίνητο. Η ίδια δήλωσε ότι προέβη στην πώληση των επίπλων της, προκειμένου να εξασφαλίσει χρηματικούς πόρους (βλ. ερ. 49, 2Χ, Δ.Φ.), και ότι, περί τις σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο της μητέρας της, μετέβη να διαμείνει στην περιοχή Mitendi, στην οικία της μητρικής της γιαγιάς.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι, κατόπιν των ανωτέρω, ο πρώην σύντροφος της μητέρας της άρχισε να την απειλεί τηλεφωνικώς, απαιτώντας την παράδοση των εγγράφων της οικίας (βλ. ερ. 48, 1Χ, Δ.Φ.).
Αναφορικά με το περιστατικό της απαγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2021 επιβιβάστηκε σε όχημα το οποίο θεώρησε ότι λειτουργούσε ως κανονικό ταξί. Ωστόσο, κατά την είσοδό της σε αυτό, τα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα αφαίρεσαν την τσάντα της και προέβησαν σε έλεγχο του περιεχομένου της. Στη συνέχεια, ένας εξ αυτών επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τρίτο πρόσωπο, ενημερώνοντάς το ότι δεν εντόπισαν τα ζητούμενα έγγραφα.
Κατά τους ισχυρισμούς της, οι απαγωγείς την οδήγησαν σε οικία, όπου την κράτησαν υπό περιορισμό, παραμένοντας οι ίδιοι εκτός του χώρου και επικοινωνώντας τηλεφωνικώς. Ένας εξ αυτών εισήλθε στον χώρο όπου κρατείτο, οπότε η Αιτήτρια άρχισε να κλαίει και του ανέφερε ότι είχε μόλις απολέσει τη μητέρα της και ότι ήταν ορφανή. Όπως δήλωσε, ο εν λόγω άνδρας τη λυπήθηκε και της συνέστησε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατόρθωσε να διαφύγει, μεταβαίνοντας πεζή σε στάση λεωφορείου, από όπου επιβιβάστηκε σε λεωφορείο και επέστρεψε στην οικία της. Ως προς τους απαγωγείς της, δήλωσε ότι επρόκειτο για τρία άτομα, των οποίων την ταυτότητα αγνοούσε. Περαιτέρω, δήλωσε άγνοια ως προς την ακριβή τοποθεσία όπου μεταφέρθηκε, αναφέροντας, ωστόσο, ότι κατά τη διαδρομή διήλθαν από την περιοχή Matete (βλ. ερ. 48, 2Χ–3Χ, Δ.Φ.).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους αφέθηκε ελεύθερη χωρίς να παραδώσει τα έγγραφα που της ζητούνταν, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι ένας εκ των απαγωγέων τη λυπήθηκε λόγω της κατάστασής της ως ορφανής, δηλώνοντας, ωστόσο, άγνοια ως προς τα κίνητρα της εν λόγω συμπεριφοράς.
Ερωτηθείσα αναφορικά με το χρονικό διάστημα παραμονής της στη ΛΔΚ μετά το περιστατικό της απαγωγής, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα περίπου δύο μήνες αργότερα. Περαιτέρω, ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε οποιαδήποτε προβλήματα κατά το εν λόγω διάστημα, δήλωσε ότι δεχόταν τηλεφωνικές απειλές από τον πρώην σύντροφο της μητέρας της (βλ. ερ. 47, 1Χ, Δ.Φ.).
Κατά τη συνέχεια της συνέντευξης, η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Συναφώς, σημειώνεται ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι τα ακόλουθα:
- Πρωτότυπο διαβατήριο εκδοθέν από τη ΛΔΚ, με ημερομηνία έκδοσης την 24/02/2021 και ημερομηνία λήξης την 23/02/2026 (βλ. ερ. 8, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο φωτογραφίας γυναίκας, η οποία, κατά δήλωση της Αιτήτριας, είναι η μητέρα της (βλ. ερ. 34, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο συμβολαίου πώλησης ακινήτου μεταξύ του κ. Diakese Ndombasi και της μητέρας της Αιτήτριας, ημερομηνίας 06/08/2019 (βλ. ερ. 35 και 58, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας με αριθμό καταχώρισης 2074/POP/2018, ημερομηνίας 31/12/2018, εκδοθέντος από το αρμόδιο τμήμα της κοινότητας N’Sele, Kinshasa (βλ. ερ. 36 και 59, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο τοπογραφικού σχεδίου και βεβαίωσης ιδιοκτησίας οικοπέδου στο όνομα της μητέρας της Αιτήτριας, ημερομηνίας 24/04/2019, εκδοθέντος από τον αρμόδιο διοικητικό λειτουργό της περιφέρειας Becanga, κοινότητας Kisenso, Kinshasa (βλ. ερ. 37 και 60, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο φύλλου τοποθεσίας Mfidi αρ. 18, στην περιοχή Becanga, ημερομηνίας 2019, στο οποίο η μητέρα της Αιτήτριας αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια και η ίδια ως αναπληρώτρια ιδιοκτήτρια (βλ. ερ. 38 και 61, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο φύλλου τοποθεσίας στην κοινότητα N’Sele, χωρίς ημερομηνία, στο οποίο η μητέρα της Αιτήτριας αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια και η ίδια ως αναπληρώτρια ιδιοκτήτρια (βλ. ερ. 39 και 62, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο απόδειξης καταβολής ποσού 5.000 φράγκων ΛΔΚ στο Πανεπιστήμιο UPN, ημερομηνίας 17/11/2020, εκδοθείσας στο όνομα της Αιτήτριας (βλ. ερ. 40, Δ.Φ.).
- Αντίγραφο φωτογραφίας της μητέρας της Αιτήτριας, στην οποία αυτή κρατά μικρό παιδί (βλ. ερ. 41, Δ.Φ.).
Επανερχόμενη στο περιεχόμενο της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι μία εκ των φωτογραφιών απεικονίζει τον τάφο της μητέρας της στην περιοχή Mingadi. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε ότι η ημερομηνία γέννησης της μητέρας της είναι η 17/11/1986 και η ημερομηνία θανάτου της η 27/10/2020 (βλ. ερ. 47, 2Χ, Δ.Φ.).
Ακολούθως, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να εξηγήσει τη φύση και το περιεχόμενο του ερυθρού 35, ήτοι του αντιγράφου συμβολαίου πώλησης ακινήτου μεταξύ του κ. Diakese Ndombasi και της μητέρας της, ημερομηνίας 06/08/2019. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο παραδόθηκε στη μητέρα της από τον πωλητή κατά την ολοκλήρωση της αγοράς του ακινήτου, εξηγώντας ότι η μητέρα της είχε αγοράσει τεμάχιο γης από τον ανωτέρω.
Ερωτηθείσα ως προς τον λόγο για τον οποίο το έγγραφο είναι χειρόγραφο, η Αιτήτρια δήλωσε άγνοια, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι ο γραφικός χαρακτήρας ανήκει στη μητέρα της. Περαιτέρω, ερωτηθείσα ως προς την απουσία σφραγίδων ή επισήμων ενδείξεων επί του εγγράφου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη ΛΔΚ είναι συνήθης πρακτική η παράδοση τέτοιων εγγράφων ως αποδεικτικών («décharge»), διευκρινίζοντας ότι αυτό αφορά ακίνητο στην περιοχή Kisenso (βλ. ερ. 47, 3Χ, Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να εξηγήσει το ερυθρό 36, ήτοι το αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας με αριθμό καταχώρισης 2074/POP/2018, ημερομηνίας 31/12/2018, εκδοθέντος από το αρμόδιο τμήμα της κοινότητας N’Sele, Kinshasa. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι πρόκειται για έγγραφο της τοπικής διοίκησης, το οποίο επιβεβαιώνει ότι η μητέρα της αγόρασε το εν λόγω τεμάχιο γης και αποτελεί τη νόμιμη ιδιοκτήτριά του, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για δεύτερο ακίνητο ιδιοκτησίας της, ευρισκόμενο στην περιοχή N’Sele.
Ερωτηθείσα ως προς τη σημασία της ένδειξης «P.S.» που αναγράφεται επί του εγγράφου, πλησίον της αναφοράς στο επάγγελμα της μητέρας της, η Αιτήτρια δήλωσε άγνοια. Περαιτέρω, ερωτηθείσα κατά πόσον διέμενε με τη μητέρα της στη Λεωφόρο Construction, απάντησε καταφατικά. Κληθείσα να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο στο έγγραφο αναγράφεται ως διεύθυνση της μητέρας της η οδός Ngazadi αρ. 50, στην περιοχή Mitendi, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα της χρησιμοποιούσε τη διεύθυνση της γιαγιάς της.
Τέλος, ερωτηθείσα ως προς την απουσία ακριβούς τοποθεσίας του ακινήτου στο έγγραφο, καθώς και ως προς τη σημασία της σφραγίδας «VISA» που φέρει, η Αιτήτρια δήλωσε άγνοια (βλ. ερ. 46, 1Χ, Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να εξηγήσει τη φύση και το περιεχόμενο του ερυθρού 37, ήτοι του αντιγράφου τοπογραφικού σχεδίου και βεβαίωσης ιδιοκτησίας οικοπέδου στο όνομα της μητέρας της, ημερομηνίας 24/04/2019, εκδοθέντος από τον προϊστάμενο της περιφέρειας Becanga, κοινότητας Kisenso, Kinshasa. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το εν λόγω έγγραφο βεβαιώνει την πώληση της γης. Ως προς τον πωλητή, ανέφερε αρχικώς το όνομα Belezi Fumungua, διευκρινίζοντας ότι το ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή Kisenso.
Ερωτηθείσα κατά πόσον το έγγραφο αφορά τρίτο ακίνητο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αφορά το ίδιο ακίνητο που αναφέρεται στο ερυθρό 35, διορθώνοντας εν συνεχεία ότι πωλητής είναι ο Diakese Ndombasi. Κληθείσα να εξηγήσει ποιος είναι ο Belezi Fumungua, η Αιτήτρια ανέφερε ότι πρόκειται για υπεύθυνο στο γραφείο της κοινότητας (βλ. ερ. 46, 2Χ, Δ.Φ.).
Αναφορικά με το ερυθρό 38, ήτοι το αντίγραφο φύλλου τοποθεσίας Mfidi αρ. 18, στην περιοχή Becanga, ημερομηνίας 2019, στο οποίο η μητέρα της Αιτήτριας αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια και η ίδια ως αναπληρώτρια ιδιοκτήτρια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το έγγραφο αφορά τον κληρονόμο του ακινήτου μετά τον θάνατο της μητέρας της, προσθέτοντας ότι αφορά ακίνητο στην περιοχή Kisenso. Ως προς την αναγραφή των στοιχείων ιδιοκτησίας, δήλωσε ότι το έγγραφο καταγράφει τη μητέρα της ως ιδιοκτήτρια.
Ερωτηθείσα ως προς τον λόγο για τον οποίο στο έγγραφο αναφέρεται ως επάγγελμα της μητέρας της η ενασχόληση με τα οικιακά, η Αιτήτρια δήλωσε άγνοια, αναφέροντας ότι η μητέρα της είχε δηλώσει ότι ασχολείτο με τα οικιακά (βλ. ερ. 45, 1Χ, Δ.Φ.).
Ως προς το ερυθρό 39, ήτοι το αντίγραφο φύλλου τοποθεσίας στην κοινότητα N’Sele, χωρίς ημερομηνία, στο οποίο η μητέρα της Αιτήτριας αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια και η ίδια ως αναπληρώτρια ιδιοκτήτρια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αφορά το ίδιο ακίνητο, αναφέροντας αφενός ότι βρίσκεται στην περιοχή Kisenso και αφετέρου ότι σχετίζεται με την περιοχή N’Sele. Ερωτηθείσα κατά πόσον στο έγγραφο αναγράφεται ως «remplaçant» (αναπληρώτρια), απάντησε καταφατικά. Περαιτέρω, ερωτηθείσα εάν το ερυθρό 39 αφορά το ίδιο ακίνητο με αυτό που αναφέρεται στο ερυθρό 36, απάντησε επίσης καταφατικά (βλ. ερ. 45, 2Χ, Δ.Φ.).
Ακολούθως, στο πλαίσιο διερεύνησης των ισχυρισμών της αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε, ο αρμόδιος λειτουργός ζήτησε από την Αιτήτρια, μέσω ερωτήσεων ανοικτού τύπου, να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεχόταν πιέσεις να παραδώσει τα έγγραφα στον πρώην σύντροφο της μητέρας της.
Ερωτηθείσα ως προς το πρόσωπο που επικοινωνούσε μαζί της, ανέφερε ότι ο πρώην σύντροφος της μητέρας της άρχισε να την απειλεί περί τις σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο της τελευταίας, επικοινωνώντας μαζί της περίπου τρεις έως πέντε φορές (βλ. ερ. 45, 3Χ – 44, 1Χ, Δ.Φ.). Κληθείσα να περιγράψει το περιεχόμενο των απειλών, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο εν λόγω άνδρας ισχυριζόταν πως τα ακίνητα είχαν αγοραστεί με δικά του χρήματα.
Αναφορικά με την αντίδρασή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αισθάνθηκε φόβο και αναστάτωση, ιδίως λόγω του τρόπου επικοινωνίας του και των αναφορών του στον θάνατο της μητέρας της. Τέλος, δήλωσε ότι η τελευταία επικοινωνία μεταξύ τους έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2021, καθότι έκτοτε προέβη σε αλλαγή του αριθμού τηλεφώνου της (βλ. ερ. 44, 1Χ, Δ.Φ.).
Κληθείσα να αποσαφηνίσει τον φόβο της κατά τον παρόντα χρόνο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται τον εν λόγω άνδρα, ισχυριζόμενη ότι αυτός ευθύνεται για την ασθένεια της μητέρας της, ενώ δεν παρέστη ούτε στην κηδεία της. Ως προς τους λόγους του φόβου της, παρά το γεγονός ότι η ίδια θεωρεί εαυτήν ως τη νόμιμη ιδιοκτήτρια των επίμαχων ακινήτων, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τον φοβάται λόγω των τηλεφωνικών απειλών που δεχόταν και της απουσίας οποιουδήποτε προσώπου που θα μπορούσε να την προστατεύσει (βλ. ερ. 44, 2Χ, Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα κατά πόσον προέβη σε καταγγελία ενώπιον των αστυνομικών αρχών, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, επικαλούμενη ότι δεν διέθετε οικονομικούς πόρους για διορισμό δικηγόρου, καθώς και ότι η απονομή δικαιοσύνης στη ΛΔΚ δεν είναι δωρεάν (βλ. ερ. 44, 3Χ, Δ.Φ.).
Ως προς το ενδεχόμενο μετεγκατάστασής της σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο εν λόγω άνδρας θα μπορούσε να της προκαλέσει βλάβη σε οποιοδήποτε μέρος της χώρας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ακόμη και σε περίπτωση που του παραδώσει τα επίμαχα έγγραφα, αυτός θα εξακολουθήσει να επιδιώκει την εκδίωξή της (βλ. ερ. 43, 2Χ, Δ.Φ.).
Κατά την ολοκλήρωση της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατανόησε πλήρως τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και, αφού της αναγνώστηκε το πρακτικό της συνέντευξης, επιβεβαίωσε την ορθότητα του περιεχομένου του (βλ. ερ. 43, Δ.Φ.).
Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, απορρέοντες από το περιεχόμενο αυτών. Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό προφίλ, τον τόπο καταγωγής και την τελευταία συνήθη διαμονή της. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τις δηλώσεις της περί απειλών και απαγωγής από τον πρώην σύντροφο της μητέρας της, λόγω της άρνησής της να του παραδώσει έγγραφα που σχετίζονται με την περιουσία την οποία κληρονόμησε από τη μητέρα της.
Ο πρώτος ισχυρισμός, αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, έγινε αποδεκτός, καθότι οι σχετικές δηλώσεις κρίθηκαν ως επαρκώς λεπτομερείς και σαφείς, ενώ επιβεβαιώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών δηλώσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αυτές στερούνται επαρκούς περιγραφικής λεπτομέρειας, νοηματικής συνοχής και ευλογοφάνειας. Συγκεκριμένα, μολονότι η Αιτήτρια παρείχε σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της αποβιώσας μητέρας της, δεν κατόρθωσε να παραθέσει συνεκτικές και πειστικές λεπτομέρειες ως προς τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε, ούτε ως προς το περιστατικό της απαγωγής της.
Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την τοποθεσία της οικίας όπου, κατά τους ισχυρισμούς της, κρατήθηκε, ούτε και τη διάρκεια της κράτησής της. Περαιτέρω, προέβαλε, χωρίς επαρκή ευλογοφάνεια, ότι κατόρθωσε να διαφύγει καθότι ένας εκ των απαγωγέων τη λυπήθηκε λόγω της κατάστασής της ως ορφανής, χωρίς, ωστόσο, να δύναται να εξηγήσει πειστικά τους λόγους για τους οποίους οι απαγωγείς της την άφησαν ελεύθερη, παρά το γεγονός ότι δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις τους για παράδοση των εγγράφων.
Ομοίως, οι δηλώσεις της αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε δεν κρίθηκαν επαρκώς συγκεκριμένες και συνεκτικές. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να περιγράψει με σαφήνεια το περιεχόμενο των τηλεφωνικών απειλών που, κατά τους ισχυρισμούς της, δέχθηκε σε αριθμό τριών έως πέντε κλήσεων, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές ότι ο εν λόγω άνδρας ισχυριζόταν πως τα ακίνητα ανήκαν σε αυτόν, καθότι είχαν αγοραστεί με δικά του χρήματα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, κατόπιν αλλαγής της κάρτας SIM του τηλεφώνου της, δεν αντιμετώπισε περαιτέρω προβλήματα, γεγονός που αποδυναμώνει την ένταση και τη σοβαρότητα του προβαλλόμενου κινδύνου.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε σχετική έρευνα, από την οποία προέκυψαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες, βάσει του εφαρμοστέου δικαίου στη ΛΔΚ, τα τέκνα αποτελούν τους νόμιμους κληρονόμους των γονέων τους.
Αναφορικά με την ενισχυτική αξία των εγγράφων που προσκόμισε η Αιτήτρια, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ως ακολούθως:
Σε σχέση με το ερυθρό 35, διαπίστωσαν ότι αυτό δεν φέρει σφραγίδες ή άλλες επίσημες ενδείξεις, γεγονός που αποδυναμώνει την αποδεικτική του αξία.
Αναφορικά με το ερυθρό 37, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι, ενώ από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι το ακίνητο βρίσκεται στην κοινότητα Kisenso, εντούτοις αυτό αναφέρει ότι πρόκειται για το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της μητέρας της Αιτήτριας, σε αντίθεση με τις δηλώσεις της περί ύπαρξης δύο ακινήτων, γεγονός που αποδυναμώνει τη συνοχή των ισχυρισμών της.
Σε σχέση με το ίδιο ακίνητο, η Αιτήτρια προσκόμισε και το ερυθρό 38, εκ του οποίου, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα, προκύπτει ότι η ίδια εμφανίζεται ως κληρονόμος και αναπληρώτρια ιδιοκτήτρια των αναφερόμενων ακινήτων.
Αναφορικά με το ερυθρό 36, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η ενισχυτική του αξία αποδυναμώνεται, καθότι δεν αναγράφεται η ακριβής τοποθεσία του ακινήτου. Η αποδυνάμωση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την αδυναμία της Αιτήτριας να παράσχει πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο το εν λόγω έγγραφο, παρά το γεγονός ότι φέρει υπογραφές και σφραγίδες, δεν προσδιορίζει επαρκώς την τοποθεσία του ακινήτου.
Τέλος, ως προς το ερυθρό 39, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι το έγγραφο δεν φέρει υπογραφές, σφραγίδες ούτε ημερομηνία έκδοσης, στοιχεία των οποίων η απουσία περιορίζει ουσιωδώς την αποδεικτική του αξία.
Συνοψίζοντας, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι το αφήγημα της Αιτήτριας δεν περιέχει επαρκή στοιχεία προς θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της, ενώ η ενισχυτική αξία των εγγράφων που προσκόμισε κρίνεται περιορισμένη. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες στη ΛΔΚ τα τέκνα αποτελούν τους νόμιμους κληρονόμους των γονέων τους, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν τον ενδεχόμενο κίνδυνο που αυτή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της, κατέληξαν ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε πραγματικός κίνδυνος για την ίδια σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος φόβος κρίθηκε ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος, καθότι δεν προέκυψαν εύλογοι λόγοι να πιθανολογείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια θα εκτεθεί σε πράξεις δίωξης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, ελλείψει βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Εξετάζοντας περαιτέρω τη δυνατότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (2)(α) και (β) του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου, καθότι δεν προέκυψε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε ότι θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ομοίως, δεν διαπιστώθηκε ότι θα εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχη, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Συνεπώς, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 19(2)(α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Τέλος, απορρίπτοντας το αίτημα της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η επιστροφή της στη ΛΔΚ είναι εφικτή, καθότι δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ούτε στην αρχή της μη επαναπροώθησης.
Έχοντας μελετήσει προσεκτικά τη συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, την Έκθεση – Εισήγηση του λειτουργού του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, καθώς και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν του, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί αναδείχθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό προφίλ, τον τόπο καταγωγής και την τελευταία συνήθη διαμονή της Αιτήτριας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σχετική κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί αποδοχής του εν λόγω ισχυρισμού είναι εύλογη και δεόντως αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, οι δηλώσεις της Αιτήτριας επί των εν λόγω ζητημάτων κρίνονται ως συνεπείς, σαφείς και απαλλαγμένες ουσιωδών αντιφάσεων, ενώ συνάδουν με τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου και επιβεβαιώνονται από διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Δεν εντοπίζονται στοιχεία που να πλήττουν την αξιοπιστία της ως προς τα ζητήματα αυτά.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ως αξιόπιστο.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί απειλών και απαγωγής από τον πρώην σύντροφο της μητέρας της, το Δικαστήριο προχωρεί καταρχάς στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του πυρήνα του ισχυρισμού, ανεξαρτήτως της ενισχυτικής αξίας των προσκομισθέντων εγγράφων.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η αφήγηση της Αιτήτριας παρουσιάζει τα απαιτούμενα στοιχεία συνοχής, επάρκειας λεπτομέρειας και ευλογοφάνειας, ώστε να δύναται να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια παρέθεσε ορισμένα βασικά στοιχεία, η αφήγησή της παρουσιάζει ουσιώδεις ελλείψεις ως προς την περιγραφική της πληρότητα και τη λογική της συνοχή, ιδίως ως προς τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τον φερόμενο διώκτη, τη μεταξύ τους σχέση και τη φύση των απειλών.
Καταρχάς, ως προς τον φερόμενο διώκτη, η Αιτήτρια τον περιγράφει ως πρόσωπο επιθετικό και επιδραστικό, πλην όμως δεν είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες αναφορικά με την ταυτότητα, την επαγγελματική του δραστηριότητα ή τη φύση της επιρροής του, περιοριζόμενη σε γενικές και αόριστες αναφορές ότι «είχε καλή δουλειά» και «μιλούσε στο τηλέφωνο». Η έλλειψη συγκεκριμενοποίησης ως προς τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνει την αξιοπιστία των ισχυρισμών της ως προς την ικανότητα του εν λόγω προσώπου να την εντοπίσει ή να της προκαλέσει βλάβη.
Περαιτέρω, ως προς τη σχέση του φερόμενου διώκτη με τη μητέρα της, οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από ασάφεια και περιορισμένη γνώση, καθότι η ίδια αναφέρει ότι δεν διατηρούσε ουσιαστική επαφή μαζί του και ότι αγνοεί βασικές πτυχές της σχέσης τους. Το στοιχείο αυτό επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία των ισχυρισμών της ως προς τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του εν λόγω προσώπου.
Αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένη και συνεκτική περιγραφή αυτών, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές περί τηλεφωνικών επικοινωνιών περιορισμένης συχνότητας, χωρίς σαφή προσδιορισμό του περιεχομένου, της έντασης ή της χρονικής εξέλιξής τους. Περαιτέρω, από τις δηλώσεις της προκύπτει ότι οι εν λόγω επικοινωνίες έπαυσαν κατόπιν αλλαγής του αριθμού τηλεφώνου της, γεγονός που αποδυναμώνει την ένταση και τη διάρκεια του προβαλλόμενου κινδύνου.
Ως προς το περιστατικό της απαγωγής, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σχετική αφήγηση στερείται βασικών στοιχείων συνοχής και ευλογοφάνειας. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την τοποθεσία όπου φέρεται να κρατήθηκε ούτε τη διάρκεια της κράτησής της, ενώ παρουσίασε ασυνέπειες ως προς τον αριθμό των φερόμενων απαγωγέων. Επιπλέον, η εκδοχή περί απελευθέρωσής της λόγω οίκτου εκ μέρους ενός εκ των απαγωγέων, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση ή υποστηρικτικά στοιχεία, δεν κρίνεται ως επαρκώς πειστική.
Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, παρά τη σοβαρότητα των προβαλλόμενων περιστατικών, η Αιτήτρια παρέμεινε στη χώρα για χρονικό διάστημα μετά το συμβάν, χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε κλιμάκωση ή επανάληψη αντίστοιχων ενεργειών, πέραν των προαναφερθέντων περιορισμένων τηλεφωνικών επικοινωνιών.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο πυρήνας του εν λόγω ισχυρισμού δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας, καθόσον οι σχετικές δηλώσεις δεν εμφανίζουν την αναγκαία συνοχή, επάρκεια και ευλογοφάνεια. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τα ευρήματα των Καθ’ ων η Αίτηση, όπως αυτά αποτυπώνονται στην έκθεση–εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, αναφορικά με τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της ενισχυτικής αξίας των εγγράφων που προσκόμισε η Αιτήτρια, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον αυτά δύνανται να ενισχύσουν τον πυρήνα του απορριφθέντος ισχυρισμού της.
Συναφώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσέγγιση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αξιολόγηση των εν λόγω εγγράφων είναι ορθή και εύλογη.
Ειδικότερα, αναφορικά με το ερυθρό 35, ήτοι το χειρόγραφο έγγραφο που φέρεται να αφορά την αγορά ακινήτου, διαπιστώνεται ότι αυτό δεν φέρει οποιαδήποτε επίσημη σφραγίδα, πιστοποίηση ή άλλο στοιχείο που να τεκμηριώνει την αυθεντικότητά του, γεγονός που εύλογα περιορίζει την αποδεικτική του αξία.
Ως προς το ερυθρό 36, ήτοι τον τίτλο ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, παρά το ότι φέρει ορισμένα τυπικά χαρακτηριστικά, εντούτοις δεν περιλαμβάνει σαφή και πλήρη προσδιορισμό της τοποθεσίας του ακινήτου, ενώ η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση για την εν λόγω έλλειψη, στοιχείο που αποδυναμώνει την αξιοπιστία του.
Αναφορικά με το ερυθρό 37, το οποίο φέρεται να αφορά επιβεβαίωση ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το περιεχόμενό του δεν συνάδει πλήρως με τις δηλώσεις της Αιτήτριας, καθότι παρουσιάζει το εν λόγω ακίνητο ως το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της μητέρας της, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της περί ύπαρξης δύο ακινήτων, γεγονός που δημιουργεί περαιτέρω ασυνέπεια.
Περαιτέρω, τα ερυθρά 38 και 39, τα οποία φέρονται να αφορούν τίτλους ή επιβεβαιώσεις ιδιοκτησίας, παρουσιάζουν ελλείψεις ως προς βασικά στοιχεία αυθεντικότητας, όπως η απουσία υπογραφών, σφραγίδων και/ή ημερομηνιών, γεγονός που περιορίζει ουσιωδώς την αποδεικτική τους αξία.
Σημειώνεται δε ότι, παρά την προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, να παράσχει συνεκτικές και σαφείς εξηγήσεις ως προς το περιεχόμενο, τη μεταξύ τους συνάφεια και τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, επιδεικνύοντας άγνοια σε βασικά ζητήματα που ευλόγως θα αναμένονταν να γνωρίζει.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων, όπως αυτά καθορίζονται τόσο από τη σχετική νομολογία όσο και από τις κατευθυντήριες γραμμές της της EUAA (βλ. «Εγχειρίδιο Αξιολόγησης Αποδεικτικών Στοιχείων», 2015· «Judicial Analysis – Evidence Assessment», 2018, σελ. 91 και 98),, ήτοι ως προς τη σαφήνεια, την πληρότητα, τη συνάφεια και τη συμβατότητά τους με το συνολικό αφήγημα της Αιτήτριας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Υπόθεση M.M., C-277/11 σκ 88 — η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων οφείλει να είναι εξατομικευμένη και να βασίζεται σε συνολική συνεκτίμηση όλων των στοιχείων της υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό, τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν δύνανται να αξιολογηθούν αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με την ήδη διαπιστωθείσα αναξιοπιστία του πυρήνα του ισχυρισμού.
Εξάλλου, κάθε έγγραφο που προσκομίζεται αξιολογείται με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται από τη νομολογία και τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA)[1], ήτοι: (α) εάν είναι συναφές με το αίτημα ασύλου· (β) κατά πόσον αντιστοιχεί σε έγγραφο που πράγματι εκδίδεται στη χώρα καταγωγής· (γ) η συμβατότητα του περιεχομένου του με τις δηλώσεις του αιτούντος και με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής· (δ) η πληρότητα και η ακρίβεια των στοιχείων του· (ε) η δυνατότητα να τεκμηριώσει απευθείας ένα κρίσιμο πραγματικό περιστατικό· (στ) η τυποποιημένη του μορφή για τον εκάστοτε τύπο εγγράφου.
Κατά συνέπεια, η αποδεικτική αξία των εν λόγω εγγράφων κρίνεται περιορισμένη και ανεπαρκής, μη δυνάμενη να αποκαταστήσει ή να ενισχύσει τον υπό εξέταση ισχυρισμό. Αντιθέτως, οι διαπιστωθείσες ελλείψεις, ασυνέπειες και η αδυναμία της Αιτήτριας να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις ως προς το περιεχόμενό τους, ενισχύουν περαιτέρω τα συμπεράσματα περί συνολικής αναξιοπιστίας.
Κανένα από τα ανωτέρω κριτήρια δεν πληρούται επαρκώς στην προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, το εφαρμοστέο επίπεδο απόδειξης σε υποθέσεις ασύλου —ήτοι η στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό με το ευεργέτημα της αμφιβολίας— δεν επιτρέπει να αποδοθεί στα έγγραφα οποιαδήποτε αξιόπιστη αποδεικτική βαρύτητα.
Σε πλήρη συμφωνία με τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ως αξιόπιστο, ούτε σε επίπεδο εσωτερικής συνοχής και λογικής επάρκειας, ούτε βάσει εξωτερικής τεκμηρίωσης.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθόσον δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται προκειμένου ένας ισχυρισμός να θεωρηθεί αξιόπιστος ακόμη και ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από ασυνέπειες, αοριστία και έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς τα κεντρικά σημεία του ισχυρισμού της, ιδίως αναφορικά με τον φερόμενο διώκτη, τις προβαλλόμενες απειλές και το περιστατικό της απαγωγής.
Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, όταν οι ασυνέπειες και οι ασαφείς ή μη πειστικές δηλώσεις αφορούν τα ουσιώδη στοιχεία του αιτήματος διεθνούς προστασίας, όπως ο προβαλλόμενος κίνδυνος δίωξης, και δεν παρέχονται επαρκείς εξηγήσεις ή τεκμηρίωση, η συνολική αξιοπιστία του αιτούντος πλήττεται ουσιωδώς και δύναται να οδηγήσει στην απόρριψη του αιτήματος ((βλ. Άρθρο 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (Qualification Directive) ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERARD HOGAN της 11ης Φεβρουαρίου 2021 (1) Υπόθεση C‑921/19 LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid ΕΔΔΑ, M.O. v. Switzerland, αριθ. προσφ. 41282/16, απόφαση 20.06.2017, σκ. 75).
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η κρίση της Διοίκησης περί απόρριψης του εν λόγω ισχυρισμού ερείδεται επί επαρκούς και εύλογης αιτιολογίας, χωρίς να διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα ή ουσιώδης πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας.
Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών. Ωστόσο, απαιτεί όπως οι δηλώσεις του αιτητή παρουσιάζουν συνοχή, επαρκή λεπτομέρεια και λογική συνέπεια, σε συνάρτηση με τα διαθέσιμα έγγραφα και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Κατά το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA («Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας», σελ. 91 & 98), η απουσία χρονολογικής συνέπειας, η αοριστία και η αδυναμία παροχής βασικών πληροφοριών συνιστούν ουσιώδεις ενδείξεις αναξιοπιστίας, εφόσον δεν αιτιολογούνται από ευάλωτα χαρακτηριστικά.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ορίζει ότι «ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του είναι συνεκτικοί, εύλογοι και μη αντιφατικοί προς γνωστά γεγονότα» (UNHCR Handbook, §§203–204). Αντίστοιχα, στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §53), το ΕΔΔΑ επεσήμανε τη σημασία της συνέπειας, τεκμηρίωσης και λογικής αλληλουχίας στην αξιολόγηση αξιοπιστίας. Στο ίδιο πνεύμα κινείται η νομολογία του ΔΕΕ στις υποθέσεις A, B και C (C-148/13 έως C-150/13)[2], κατά τις οποίες η αξιοπιστία συναρτάται όχι μόνο με την εσωτερική συνοχή αλλά και με την ικανότητα παροχής συγκεκριμένων και σταθερών πληροφοριών.
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».
Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.
Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή
Επομένως, τόσο η σχετική νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή επαρκών και συγκεκριμένων λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του (βλ. European Union Agency for Asylum, Evidence and Credibility Assessment – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023).
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να ικανοποιήσει επαρκώς τα εν λόγω κριτήρια. Όπως έχει ήδη αναλυθεί, οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής, αδυναμία παράθεσης συγκεκριμένων και επαρκών λεπτομερειών, ασάφεια ως προς κρίσιμα στοιχεία του ισχυρισμού της — ιδίως αναφορικά με τον φερόμενο διώκτη, τη φύση και ένταση των απειλών, καθώς και το περιστατικό της απαγωγής — καθώς και από εσωτερικές ασυνέπειες που πλήττουν την αξιοπιστία του πυρήνα του ισχυρισμού της.
Περαιτέρω, η αδυναμία της Αιτήτριας να παράσχει επαρκείς, συνεκτικές και ελέγξιμες πληροφορίες, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ενισχυτική αξία των προσκομισθέντων εγγράφων, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς την βασιμότητα των ισχυρισμών της.
Κατά συνέπεια, η απόρριψη των ισχυρισμών της Αιτήτριας δεν δύναται να θεωρηθεί αυθαίρετη, αλλά αντιθέτως ερείδεται επί εμπεριστατωμένης αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της, με σαφή αναφορά στις διαπιστωθείσες ασάφειες και αντιφάσεις, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε πλημμέλεια ή πλάνη εκ μέρους της Διοίκησης.
Επιπροσθέτως, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 6(Ι)/2000, ο οποίος υποχρεούται να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και να βοηθήσει με κάθε ειλικρίνεια την Αρχή να διακριβώσει τα γεγονότα της υπόθεσής του. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπ. αρ. 1875/2008, ημερ. 01.03.2010), ο αιτών πρέπει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του και να αποδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης, κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Το Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια ικανή από μόνη της να θεμελιώσει απόρριψη. Όταν όμως οι ελλείψεις αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, χωρίς να συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις ή αντικειμενικά εμπόδια, τότε η αναξιοπιστία αποκτά ουσιώδη σημασία και νομιμοποιεί την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. (βλ. F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11, Judgment of the Grand Chamber, 23 March 2016. σκ. 113)
Επιπλέον το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία τηρήθηκαν πλήρως οι εγγυήσεις δίκαιης ακρόασης. Η Αιτήτρια εξετάστηκε παρουσία διερμηνέα, απάντησε σε πλήθος ανοικτών ερωτήσεων και είχε εύλογη ευκαιρία να εκθέσει τις θέσεις της. Η τελική διοικητική απόφαση πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογίας και νομιμότητας, κατά τα άρθρα 13Α και 18 του Ν. 6(Ι)/2000, και στηρίζεται σε αντικειμενική, εξατομικευμένη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση. Από τα ενώπιον μου δεδομένα η σχετική απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης και είναι απόλυτα νόμιμή και ορθή (ANGELA ATAMANIUC ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1197/98., 29 Νοεμβρίου, 1999).
Από τα πραγματικά δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, προκύπτει ότι τηρήθηκαν πλήρως οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, ιδίως τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τα άρθρα 13 και 16 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(I)/2000). Όπως διαπιστώνεται και στη σχετική νομολογία (βλ. Ramesh Julian κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθ. Αρ. 1104/2011, 9/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D580· SATARI SABET BEHZAD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 251/2011, 27/9/2012· F.B.B., Νομική Αρωγή αρ. 107/21, 19/4/2021), η Αιτήτρια είχε στη διάθεσή της εύλογο χρόνο και επαρκή ευκαιρία να εκθέσει τις θέσεις της, ενώ η διάρκεια και το περιεχόμενο της συνέντευξης κρίθηκαν επαρκή και ικανά να διασαφηνίσουν τα ουσιώδη στοιχεία της αίτησης. Όπως ρητά επισημάνθηκε από το Δ.Δ.Δ.Π. στην Ι. Ε. Ι. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 6899/22, 29/5/2024, «δεν υπάρχει θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος για μια συνέντευξη του αιτητή» (Senthil Thevathas v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 818/2010, 15/10/2012), και εναπόκειται στον ίδιο τον αιτητή να αξιοποιήσει το χρόνο που του παρέχεται. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παράβαση της διαδικασίας ή στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, ούτε προκύπτει αιτιολογημένος λόγος ακύρωσης λόγω ελλιπούς εξέτασης.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Το ευεργέτημα αυτό παρέχεται μόνο όταν ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί, και οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούνται ότι αυτός είναι γενικά αξιόπιστος.
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε πειστικά, συνεκτικά και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν ειδικό ισχυρισμό δίωξης. Οι αντιφάσεις, οι ελλείψεις και η γενικότητα των αναφορών του, καθώς και η αποτυχία του να αιτιολογήσει ουσιώδη σημεία των ισχυρισμών της, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής υπέρ της. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, η κρίση περί αναξιοπιστίας του αιτητή δύναται να αποτελέσει θεμιτή βάση για την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, αρ. 466/2010, 28.9.2012). Δεν απαιτείται κάθε ισχυρισμός να τεκμηριώνεται εγγράφως, αλλά αρκεί η αφήγηση να είναι συνεκτική, λογικά δομημένη και απαλλαγμένη από αντιφάσεις. (Βλ. Seyfallah Mozaffar Samradi v. Κ.Δ. αρ. 61/06, 13.7.2007).
Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι αναγνωρίστηκε ως πρόσωπο σε ψυχολογική ευαλωτότητα, το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση του σχετικού υλικού του διοικητικού φακέλου, και δη του εντύπου «Screening and Assessment of Vulnerability»(βλ.ερ.18 -9 δ.φ.), καθώς και των συναφών καταγραφών του αρμόδιου λειτουργού.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του εν λόγω εντύπου προκύπτει ότι η συνολική εκτίμηση κινδύνου («Overall Risk Rating») κατατάσσει την Αιτήτρια στην κατηγορία «LOW», ήτοι χαμηλού επιπέδου κινδύνου, χωρίς να απαιτείται άμεση ή επείγουσα παρέμβαση. Περαιτέρω, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε σύσταση για άμεση παραπομπή ή περαιτέρω εξειδικευμένη υποστήριξη, καθόσον το σχετικό πεδίο περί «Immediate referral/follow up» σημειώνεται αρνητικά.
Περαιτέρω, από την ανάλυση των επιμέρους δεικτών ευαλωτότητας δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια εντάχθηκε σε κάποια από τις κατηγορίες ευάλωτων προσώπων. Αντιθέτως, τα πεδία που αφορούν ψυχολογική ή συναισθηματική κακοποίηση, σωματική βία ή άλλες μορφές εκμετάλλευσης είτε δεν επιλέγονται είτε δεν τεκμηριώνονται με συγκεκριμένα στοιχεία.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η καταγραφή της συνέντευξης αξιολόγησης, όπου σημειώνεται ότι η Αιτήτρια «δεν επικοινωνούσε με σαφήνεια και άλλαζε την ιστορία της σε ορισμένα σημεία», ενώ ταυτόχρονα δηλώνεται ότι «αισθάνεται ασφαλής στην Κύπρο και στο κέντρο φιλοξενίας» και ότι «δεν έχουν αναφερθεί σωματικές ή ψυχολογικές ή άλλες ειδικές ανάγκες». Τα στοιχεία αυτά δεν συνάδουν με την ύπαρξη κατάστασης αυξημένης ευαλωτότητας.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ουδόλως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ότι η Αιτήτρια αναγνωρίστηκε ως ευάλωτο πρόσωπο κατά την έννοια του εφαρμοστέου δικαίου. Αντιθέτως, η σχετική αξιολόγηση των αρμοδίων αρχών κατατείνει ρητώς στο αντίθετο συμπέρασμα.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός της Αιτήτριας κρίνεται ως αβάσιμος και μη υποστηριζόμενος από τα αντικειμενικά στοιχεία της υπόθεσης, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία των δηλώσεών της.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο σημειώνει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ο «βάσιμος φόβος» δίωξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία αξιολογούνται υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής και σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.
Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (Εγχειρίδιο, §§ 196–198), όσο και από τη μεθοδολογία της European Union Agency for Asylum, σύμφωνα με την οποία η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει τη συμβατότητα των ισχυρισμών του αιτητή με αξιόπιστες, σχετικές και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (COI). Συναφώς, κατά το άρθρο 4(5)(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι δηλώσεις του αιτητή δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα γενικά και ειδικά στοιχεία. Όπως έχει επισημανθεί και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. EZ., C-238/19, σκ. 23), η αρμόδια αρχή οφείλει να συνεκτιμά τα αντικειμενικά στοιχεία και να διαπιστώνει κατά πόσον αυτά ενισχύουν ή αποδυναμώνουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε εξωτερική αξιολόγηση του ισχυρισμού της Αιτήτριας, στη βάση γενικά παραδεδεγμένων και επικαιροποιημένων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της. Από την εν λόγω αξιολόγηση δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν, άμεσα ή έμμεσα, τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλέστηκε η Αιτήτρια, ήτοι απειλές και απαγωγή εκ μέρους ιδιώτη με αφορμή περιουσιακή διαφορά. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες περιορίζονται σε γενικού χαρακτήρα δεδομένα, τα οποία δεν συνδέονται με την προσωπική περίπτωση της Αιτήτριας ούτε τεκμηριώνουν την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου.
Περαιτέρω, από τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού προκύπτει ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αναγνωρίζει στα τέκνα δικαίωμα ίσης συμμετοχής στην κληρονομία των γονέων τους, γεγονός που, εν προκειμένω, καθιστά την Αιτήτρια νόμιμη κληρονόμο της περιουσίας της μητέρας της. Το στοιχείο αυτό, αντί να ενισχύει τον ισχυρισμό περί δίωξης, αναδεικνύει ότι η επίδικη διαφορά εντάσσεται στο πεδίο ιδιωτικής, περιουσιακής φύσεως διαφοράς, η οποία δύναται να επιλυθεί μέσω των προβλεπόμενων νομικών διαδικασιών.
Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατείχε έγγραφα που αποδείκνυαν τα δικαιώματά της επί των επίδικων ακινήτων, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προσφυγής ενώπιον των αρμόδιων αρχών ή δικαστηρίων της χώρας της. Η δε αιτιολόγηση που παρείχε, περί δήθεν ανάγκης καταβολής χρημάτων προς τις αρχές, δεν τεκμηριώνεται αντικειμενικά και δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει αδυναμία πρόσβασης σε κρατική προστασία.
Επιπλέον, ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, μολονότι ορισμένα εξ αυτών δύνανται να υποστηρίξουν την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της μητέρας της Αιτήτριας και τη σχέση της με αυτά, παρουσιάζουν ουσιώδεις ελλείψεις ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό τους, όπως η απουσία επίσημων σφραγίδων ή πιστοποιήσεων, η έλλειψη πλήρων στοιχείων ταυτοποίησης και η αοριστία ως προς βασικά χαρακτηριστικά των ακινήτων. Σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα αυτά δεν τεκμηριώνουν τον κρίσιμο πυρήνα του ισχυρισμού περί απειλών και απαγωγής, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενδεχόμενης κληρονομικής διαφοράς.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ενδεχόμενη γενική συμβατότητα ενός ισχυρισμού με το ευρύτερο κοινωνικό ή οικονομικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής δεν αρκεί, καθαυτή, για την αποκατάσταση της ελλείπουσας εσωτερικής αξιοπιστίας. Η εξωτερική πληροφόρηση δύναται να λειτουργήσει υποστηρικτικά μόνο όταν ο ισχυρισμός εμφανίζει επαρκή συνοχή, σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση, στοιχεία τα οποία, εν προκειμένω, δεν πληρούνται.(βλ. M.M. (C-277/11, σκέψεις 64-70), συνεκδικασθείσες υποθέσεις A, B, C (C-148/13 έως C-150/13, σκέψεις 51-58), A.A. v. Switzerland, application no. 58802/12, judgment of 7 January 2014 σκ. 39,41,43,59,61,64,)
Συνεπώς, η εξωτερική αξιολόγηση όχι μόνο δεν ενισχύει τον υπό εξέταση ισχυρισμό, αλλά, σε συνδυασμό με τα ευρήματα περί εσωτερικής αναξιοπιστίας και τις αντιφάσεις ως προς τη συμπεριφορά της Αιτήτριας, επιβεβαιώνει την αδυναμία του να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης.
Για λόγους πληρότητας και συμπληρωματικά προς την έρευνα που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο προέβη και σε δική του εξωτερική έρευνα αναφορικά με τα επίμαχα ζητήματα που προέκυψαν από τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας λαμβανομένου ότι το παρόν δικαστήριο έχει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες από διάφορες πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής και διέλευσης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής του [βλ. άρθρο 10 παράγραφος 4 της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση)], σε συνάρτηση βέβαια με το άρθρο 4 της 2011/95/ΕΕ της οδηγίας (αναδιατύπωση) και άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), όπου απαιτείται να υπάρχει «πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των γεγονότων όσο και των νομικών σημείων».
Το κύριο νομικό πλαίσιο που διέπει την κληρονομιά στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι ο Αστικός Κώδικας του 1987, ο οποίος ισχύει τόσο για την κινητή όσο και για την ακίνητη περιουσία. Επιπλέον, το εθιμικό δίκαιο συχνά παίζει σημαντικό ρόλο, ειδικά στις αγροτικές περιοχές, όπου τα παραδοσιακά συστήματα κληρονομιάς ενδέχεται να επηρεάζουν ή να επικαλύπτονται με το νομοθετικό δίκαιο[3]. Τα παιδιά (νόμιμα και εξώγαμα) έχουν δικαίωμα να κληρονομήσουν ένα μέρος της περιουσίας, ανεξάρτητα από τις διατάξεις της διαθήκης. Η περιουσία δεν μπορεί να αποκληρωθεί πλήρως από τα παιδιά[4]. Ως προς τη σειρά διαδοχής, εάν ο θανών έχει σύζυγο και παιδιά, η περιουσία διαιρείται μεταξύ τους. Γενικά, ο σύζυγος κληρονομεί ένα μέρος της περιουσίας και τα παιδιά μοιράζονται το υπόλοιπο. Εάν υπάρχει επιζών σύζυγος, συνήθως λαμβάνει το ένα τρίτο της περιουσίας και το υπόλοιπο διαιρείται εξίσου μεταξύ των παιδιών. Εάν δεν υπάρχει επιζών σύζυγος, τα παιδιά κληρονομούν ολόκληρη την περιουσία, διαιρούμενη εξίσου μεταξύ τους[5].
Σχετικά με την ακίνητη περιουσία (γη και κτίρια) αυτή πρέπει να μεταβιβαστεί στους κληρονόμους ακολουθώντας τις κατάλληλες νομικές διαδικασίες, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την ενημέρωση του κτηματολογίου ώστε να αντικατοπτρίζει τη νέα ιδιοκτησία[6]. Σε πολλές αγροτικές περιοχές της ΛΔ Κονγκό, επικρατούν τα εθιμικά συστήματα κληρονομιάς. Αυτά τα συστήματα ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με την εθνοτική ομάδα ή την περιοχή, αλλά γενικά μπορεί να δίνουν προτεραιότητα στους άνδρες κληρονόμους έναντι των γυναικών κληρονόμων, με τους γιους να λαμβάνουν μεγαλύτερα μερίδια της περιουσίας από τις κόρες. Το εθιμικό δίκαιο μπορεί επίσης να επιτρέπει διαφορετικούς κανόνες κληρονομιάς, όπως η κληρονομιά γης και περιουσίας με βάση μητριαρχικές ή πατριαρχικές παραδόσεις. Ωστόσο, ο Αστικός Κώδικας υπερισχύει του εθιμικού δικαίου, ειδικά σε αστικές περιοχές ή όπου υπάρχει νομική διαφορά. Τα δικαστήρια γενικά θα επικυρώνουν τους νόμιμους κανόνες κληρονομιάς, αν και το εθιμικό δίκαιο μπορεί να εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην επίλυση ζητημάτων κληρονομιάς[7]. Κληρονομικές διαφορές μπορούν να προκύψουν στη ΛΔ Κονγκό, ιδίως όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ εθιμικού και νομοθετικού δικαίου ή όταν υπάρχει διαφωνία σχετικά με την εγκυρότητα μιας διαθήκης ή την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαφορά μπορεί να παραπεμφθεί στο Πρωτοδικείο για επίλυση[8].
Αναφορικά με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή, το άρθρο 758 του Οικογενειακού Κώδικα της ΛΔΚ αναφέρεται στους κανόνες περί διαδοχής και ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο αποβιώσας κληρονομείται από το παιδί του (τα παιδιά συνιστούν την 1η τάξη κληρονομίας), την σύζυγο (συντρέχει στην 2η τάξη κληρονομίας με τους γονείς και τα αδέλφια του αποβιώσαντος, όπου η σύζυγος, οι ανιόντες και τα αδέλφια του αποβιώσαντος συνιστούν ξεχωριστές ομάδες μέσα στην ίδια τάξη) και τους μητρικούς ή πατρικούς θείους και θείες οι οποίοι συνιστούν την 3η τάξη επί της διαδοχής»[9]
Εκ των ευρημάτων της ανωτέρω έρευνας προκύπτει ότι το νομικό πλαίσιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ρυθμίζεται πρωτίστως από τον Αστικό Κώδικα του 1987, συμπληρούμενο, κατά περίπτωση, από κανόνες εθιμικού δικαίου. Σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, τα τέκνα αποτελούν τους πρωτογενείς κληρονόμους της περιουσίας του αποβιώσαντος, ενώ η κληρονομική διαδοχή ακολουθεί καθορισμένη σειρά και διέπεται από συγκεκριμένες νομικές διαδικασίες, ιδίως ως προς τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι σε περιπτώσεις διαφορών αναφορικά με την κληρονομική διαδοχή ή την κυριότητα περιουσιακών στοιχείων, οι σχετικές διαφορές επιλύονται μέσω των αρμόδιων δικαστικών αρχών, κατόπιν τήρησης των προβλεπόμενων διαδικασιών. Οι εν λόγω διαφορές δύνανται να ανακύπτουν είτε λόγω σύγκρουσης μεταξύ εθιμικού και νομοθετικού δικαίου είτε λόγω αμφισβήτησης της κατανομής της περιουσίας, χωρίς ωστόσο να συνιστούν, αφ’ εαυτών, ένδειξη ύπαρξης εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 758 του Οικογενειακού Κώδικα της ΛΔΚ, τα τέκνα του αποβιώσαντος συνιστούν την πρώτη τάξη κληρονόμων, ενώ προβλέπεται συγκεκριμένη ιεράρχηση των λοιπών συγγενών και δικαιούχων. Το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο επιβεβαιώνει ότι τα ζητήματα που άπτονται της κληρονομικής διαδοχής ρυθμίζονται μέσω θεσμοθετημένων νομικών μηχανισμών.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα στοιχεία που προέκυψαν από την εξωτερική έρευνα δεν επιβεβαιώνουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ούτε καταδεικνύουν την ύπαρξη συνθηκών που να καθιστούν ευλόγως αναμενόμενη την επέλευση των επικαλούμενων περιστατικών, όπως αυτά περιγράφηκαν από την ίδια.
Αντιθέτως, τα εν λόγω στοιχεία εντάσσουν τον προβαλλόμενο ισχυρισμό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαφορών σχετικών με την κληρονομική διαδοχή και την κατανομή περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να παρέχουν επαρκή στήριξη ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένου και εξατομικευμένου κινδύνου για την Αιτήτρια.
Κατά συνέπεια, η εξωτερική έρευνα του Δικαστηρίου, εξεταζόμενη σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία της υπόθεσης, δεν ενισχύει την αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα περί μη τεκμηρίωσής του.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας ήθελε γίνει αποδεκτός ως αληθής, το Δικαστήριο κρίνει ότι και πάλι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, από τις ίδιες τις δηλώσεις της Αιτήτριας προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος φόβος της εδράζεται σε διαφορά με ιδιώτη, ήτοι τον πρώην σύντροφο της μητέρας της, αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία που φέρεται να κληρονόμησε. Η εν λόγω διαφορά, ακόμη και υπό την εκδοχή της Αιτήτριας, εντάσσεται στο πλαίσιο ιδιωτικής διένεξης και δεν συνδέεται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται από το άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη επαρκούς σύνδεσης (nexus) μεταξύ του προβαλλόμενου φόβου και κάποιου προστατευόμενου λόγου, όπως η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, οι πολιτικές πεποιθήσεις ή η ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[10]. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περιορίζεται σε ζήτημα ιδιωτικής φύσεως, το οποίο δεν εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του προσφυγικού δικαίου.( βλ. ΕΔΑΔ Opuz κατά Τουρκίας (ΕΔΔΑ, αριθ. προσφυγής 33401/02)
Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια στερείται της προστασίας των αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής της. Αντιθέτως, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία της υπόθεσης, ζητήματα που άπτονται της κληρονομικής διαδοχής και συναφών διαφορών επιλύονται μέσω θεσμοθετημένων νομικών διαδικασιών ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, στο πλαίσιο εφαρμογής τόσο του Αστικού όσο και του Οικογενειακού Κώδικα της ΛΔΚ, με δυνατότητα προσφυγής ενώπιον των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων για την επίλυση σχετικών διαφορών. Η δε Αιτήτρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε προσπάθεια προσφυγής στις αρμόδιες αρχές, επικαλούμενη λόγους οι οποίοι δεν τεκμηριώνουν αντικειμενική αδυναμία ή απροθυμία του κράτους να της παράσχει προστασία.
Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η προστασία δύναται να παρέχεται από το κράτος, εφόσον αυτό είναι σε θέση και πρόθυμο να αποτρέψει πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων μέσω αποτελεσματικού νομικού συστήματος για την ανίχνευση, δίωξη και τιμωρία των σχετικών πράξεων. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι, παρά τις διαπιστωμένες διαρθρωτικές αδυναμίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, εξακολουθούν να υφίστανται κρατικοί μηχανισμοί δικαστικής προστασίας και λογοδοσίας, περιλαμβανομένης της λειτουργίας δικαστηρίων και μηχανισμών απονομής δικαιοσύνης, καθώς και πρωτοβουλιών ενίσχυσης της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της προστασίας δικαιωμάτων .[11]
Εξάλλου, οι σχετικές πηγές καταδεικνύουν ότι, μολονότι στη ΛΔΚ καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιστατικά βίας, τα φαινόμενα αυτά εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο αστάθειας και δεν τεκμηριώνουν, αφ’ εαυτών, την ύπαρξη αδυναμίας του κράτους να παρέχει προστασία σε κάθε επιμέρους ιδιωτική διαφορά. Ιδίως, προκύπτει ότι σε αστικά κέντρα όπως η Kinshasa δεν υφίσταται γενικευμένη κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης, αλλά καταγράφονται κυρίως σποραδικά περιστατικά ασφάλειας και δημόσιας τάξης , γεγονός που ενισχύει την ύπαρξη λειτουργικών κρατικών δομών.[12]
Περαιτέρω, παρά το ότι διεθνείς εκθέσεις επισημαίνουν αδυναμίες, όπως καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης ή περιορισμένη αποτελεσματικότητα σε ορισμένες περιπτώσεις, αναγνωρίζεται ταυτόχρονα ότι οι δικαστικοί και θεσμικοί μηχανισμοί εξακολουθούν να λειτουργούν και να επιλαμβάνονται υποθέσεων, περιλαμβανομένων σοβαρών παραβιάσεων[13].[14] Η ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών, έστω και ατελών, δεν συνάδει με ισχυρισμό περί πλήρους απουσίας κρατικής προστασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένου υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ότι εξάντλησε ή επιχείρησε να ενεργοποιήσει τους διαθέσιμους μηχανισμούς προστασίας ούτε ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι που να καθιστούν τέτοια προσφυγή μάταιη ή επικίνδυνη, δεν αποδεικνύεται ότι οι αρμόδιες αρχές της ΛΔΚ αδυνατούν ή αρνούνται να της παράσχουν προστασία κατά την έννοια του άρθρου 7 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Ως εκ τούτου, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι τα προβαλλόμενα περιστατικά έλαβαν χώρα, αυτά δεν συνιστούν πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ούτε τεκμηριώνουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης.
Ομοίως, δεν προκύπτουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτή θα εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής της, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Το Δικαστήριο, προχωρώντας στην εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, περιορίζεται αποκλειστικά στον πρώτο και μοναδικό ισχυρισμό που κρίθηκε αξιόπιστος, ήτοι στα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό της προφίλ, καθώς και στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της. Οι λοιποί ισχυρισμοί της, περιλαμβανομένων εκείνων περί απειλών και απαγωγής, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση του προβαλλόμενου φόβου.
Επί τη βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa. Η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε, ούτε τεκμηρίωσε, ότι υπήρξε ή ενδέχεται να αποτελέσει στόχο δίωξης για λόγους που άπτονται της φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, κατά τα προβλεπόμενα στο σχετικό νομικό πλαίσιο. Ο προβαλλόμενος φόβος της δεν ερείδεται σε πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν προσωπική στοχοποίηση, αλλά παραμένει γενικός και αόριστος.
Περαιτέρω, το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ως νεαρής ενήλικης γυναίκας με προηγούμενη διαμονή στην Kinshasa, βασικό μορφωτικό υπόβαθρο και υφιστάμενο συγγενικό δίκτυο, δεν καταδεικνύει την ύπαρξη ειδικών χαρακτηριστικών που να την καθιστούν ιδιαιτέρως εκτεθειμένη σε πράξεις δίωξης. Δεν προκύπτει, επίσης, ότι ανήκει σε ομάδα η οποία υφίσταται συστηματική ή στοχευμένη δίωξη στη χώρα καταγωγής της.
Επιπλέον, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι η Αιτήτρια διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στην Kinshasa, ήτοι τη γιαγιά της, στην οικία της οποίας έχει ήδη διαμείνει κατά το παρελθόν, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη στοιχειώδους δικτύου υποστήριξης στη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, αν και η ίδια ισχυρίστηκε την ύπαρξη ακίνητης περιουσίας, δεν έχει τεκμηριώσει επαρκώς την κυριότητά της· εντούτοις, ο εν λόγω ισχυρισμός, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία του προφίλ της, δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι διαθέτει βασικές προϋποθέσεις επανεγκατάστασης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική διάσταση του φόβου, καθόσον, αφενός, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου δίωξης και, αφετέρου, ο προβαλλόμενος φόβος δεν στηρίζεται σε αξιόπιστη πραγματική βάση.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια δεν εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και ενσωματώνεται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια τυγχάνει αξιόπιστη και ότι εμπίπτει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω φύλου, ευαλωτότητας και έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το Δικαστήριο δεν δύναται να τον αποδεχθεί.
Καταρχάς, ως ήδη αναλύθηκε ανωτέρω, ο πυρήνας των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί απειλών, απαγωγής και συναφούς κακομεταχείρισης κρίθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος, καθόσον οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ασάφειες, αντιφάσεις και έλλειψη συγκεκριμενοποίησης, ενώ δεν υποστηρίζονται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεμελιωθεί επί τη βάσει αυτών οποιαδήποτε περαιτέρω νομική αξιολόγηση περί δίωξης.
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί ένταξης της Αιτήτριας σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω φύλου, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι οι γυναίκες δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να συνιστούν τέτοια ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, απαιτείται σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου δίωξης λόγω της ιδιότητας αυτής (βλ. Υπόθεση WS κατά State Agency for Refugees (C-621/21), Υπόθεση K και L κατά State Secretary for Justice and Security (C-646/21). Η γενική επίκληση του φύλου ή της κατάστασης των γυναικών στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια θα αποτελέσει στόχο δίωξης. (Βλ. R.H. κατά Σουηδίας (αρ. 4601/14) σκ 33, 69,70, 72,73. Bello κατά Σουηδίας (αρ. 32244/03) R.W. κατά Σουηδίας (αρ. 29815/11). Η «απλή πιθανότητα» (mere possibility) κακομεταχείρισης λόγω ένταξης σε μια ευάλωτη ομάδα ή λόγω γενικής αστάθειας δεν επαρκεί. Απαιτούνται «ειδικά διακριτικά χαρακτηριστικά» (special distinguishing features) που να καθιστούν την κακομεταχείριση προβλέψιμη στην ατομική περίπτωση της Αιτήτριας.(βλ. Vilvarajah and Others v. the United Kingdom (αριθ. προσφυγών 13163/87, 13164/87, 13165/87, 13447/87 και 13448/87) σκ. 111 και 112)
Επιπλέον, ο ισχυρισμός περί ευαλωτότητας της Αιτήτριας δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Αντιθέτως, από την αξιολόγηση ευαλωτότητας προκύπτει ότι κατατάχθηκε σε χαμηλό επίπεδο κινδύνου, χωρίς να διαπιστωθούν ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας ή στοιχεία που να τεκμηριώνουν κατάσταση αυξημένης ευαλωτότητας. Ομοίως, δεν τεκμηριώθηκε ότι η Αιτήτρια είναι θύμα έμφυλης βίας κατά τρόπο που να πληροί τα κριτήρια του νόμου, πέραν των μη αξιόπιστων ισχυρισμών της.
Ως προς δε τον ισχυρισμό περί έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν προέκυψε επαρκής τεκμηρίωση πλήρους κοινωνικής ή οικογενειακής απομόνωσης της Αιτήτριας. Αντιθέτως, από τα ίδια τα στοιχεία της υπόθεσης προκύπτει ότι διέμενε με συγγενικά πρόσωπα στο παρελθόν, ενώ δεν απέδειξε ότι αδυνατεί να επανενταχθεί στο κοινωνικό περιβάλλον της χώρας καταγωγής της.
Τέλος, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η διαπίστωση κινδύνου κακομεταχείρισης προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος δεν δύναται να στηρίζεται αποκλειστικά σε γενικές συνθήκες ή στην ένταξη σε ευρεία κοινωνική κατηγορία (βλ. μεταξύ άλλων Salah Sheekh κατά Κάτω Χωρών, αρ. 1948/04, καθώς και F.G. κατά Σουηδίας, αρ. 43611/11).
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ισχυρισμός περί ένταξης της Αιτήτριας σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και περί αδυναμίας αντιμετώπισης κινδύνου δίωξης λόγω φύλου και ευαλωτότητας δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Προχωρώντας στην εξέταση της δυνατότητας υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι εάν, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Εν προκειμένω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει καταδικαστεί ή διώκεται ποινικά στη χώρα καταγωγής της, ούτε ότι υφίσταται οποιαδήποτε διαδικασία εις βάρος της που να δύναται να οδηγήσει στην επιβολή θανατικής ποινής. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο άρθρο 19(2)(α).
Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(β), το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, ελλείψει αξιόπιστου ισχυρισμού περί προσωπικής στοχοποίησης ή προηγούμενης κακομεταχείρισης, δεν αποδεικνύεται ότι η Αιτήτρια διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής της. Οι γενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, όσο δυσμενείς και αν είναι, δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για τη στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου βαθμού κινδύνου, χωρίς τη συνδρομή συγκεκριμένων προσωπικών περιστάσεων που να συνδέουν την Αιτήτρια με τον προβαλλόμενο κίνδυνο.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ακολούθως, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως την υποβολή οποιουδήποτε προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, προσωπικού και επικείμενου κινδύνου κακομεταχείρισης, ο οποίος πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή (βλ. F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11· Saadi v. Italy [GC], αρ. 37201/06), καθώς και του ΔΕΕ (βλ. Y & Z, C-71/11 και C-99/11· M.M., C-277/11).). Ο εν λόγω κίνδυνος δεν δύναται να ερείδεται αποκλειστικά σε γενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα επιστροφής, καθόσον, κατά πάγια νομολογία, η γενική αστάθεια ή οι δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση παράβασης του άρθρου 3, ελλείψει εξατομικευμένης απειλής (βλ. βλ. Vilvarajah, αρ. 13163/87· F.G. v. Sweden, αρ. 43611/11· Salah Sheekh v. the Netherlands, αρ. 1948/04 C-255/19, Ο.Α C-255/19, N. v. UK, αρ. 26565/05).
Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί, η εκτίμηση του κινδύνου επαναπροώθησης οφείλει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη γενική κατάσταση στη χώρα επιστροφής όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, χωρίς όμως οι πρώτες να υποκαθιστούν την ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένου και άμεσου κινδύνου για το ίδιο το πρόσωπο (βλ M.S.S. v. Belgium and Greece, αρ. 30696/09, §254, και F.G. v. Sweden, αρ. 43611/11, §127)
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει τέτοιος πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος για την Αιτήτρια, καθόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί της περί κακομεταχείρισης απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, ενώ δεν αναδείχθηκαν άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η ίδια θα εκτεθεί, λόγω των προσωπικών της χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Η επίκληση γενικών συνθηκών που επικρατούν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, περιλαμβανομένων δυσχερών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών ή ζητημάτων ασφάλειας, δεν επαρκεί, καθ’ εαυτήν, για τη θεμελίωση τέτοιου κινδύνου.
Επιπλέον, δεν προέκυψε οποιαδήποτε ευαλωτότητα υγείας ή ανάγκη για ειδική ιατρική υποστήριξη που να εγείρει απαγόρευση επιστροφής βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα αυστηρά κριτήρια των υποθέσεων Paposhvili v. Belgium (αρ. 41738/10), M.O. v. Switzerland (αρ. 41282/16) και Savran v. Denmark (αρ. 57467/15).
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επιστροφή της Αιτήτριας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν παραβιάζει το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. C465/07, Meki Elgafaji,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην Kinshasa.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα War Watch ( πρώην Rule of Law in Armed Conflict / RULAC) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative de développement économique du Congo) και M23[15]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[16] και το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2026[17]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[18]. Στην Kinshasa συγκεκριμένα ωστόσο, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες[19].
Η ανωτέρω εικόνα σχετικά με την Kinshasa επιβεβαιώνεται και από τα ποσοτικά και ποιοτικά της πλατφόρμας ACLED, η οποία στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους καταγράφει 153 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν το θάνατο 56 ατόμων[20], με τον πληθυσμό μόνο της πόλης της Kinshasa να ανέρχεται, το 2026, στους περίπου 18,6 εκατομμύρια κατοίκους[21].
Εκ των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Kinshasa. Παρά το γεγονός ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πολλαπλών μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων, οι οποίες λαμβάνουν χώρα κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, εντούτοις δεν προκύπτει ότι η Kinshasa επηρεάζεται άμεσα από τέτοιου είδους συγκρούσεις ούτε ότι αποτελεί θέατρο εντατικής αδιάκριτης βίας.
Αντιθέτως, τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ότι τα περιστατικά βίας στην Kinshasa είναι περιορισμένης έντασης και έκτασης, και δεν προσεγγίζουν το επίπεδο εκείνο που απαιτείται, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, ώστε να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής για άμαχο πληθυσμό λόγω και μόνον της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή. Ειδικότερα, ο αριθμός των καταγεγραμμένων περιστατικών και θυμάτων, σε συνάρτηση με το μέγεθος του πληθυσμού της πόλης, δεν καταδεικνύει την ύπαρξη τέτοιου βαθμού γενικευμένης και αδιάκριτης βίας που να θέτει σε κίνδυνο κάθε άμαχο.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια, λόγω των προσωπικών της χαρακτηριστικών, εμπίπτει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται σε αυξημένο κίνδυνο, ούτε ότι συντρέχουν ειδικοί παράγοντες που να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο έντασης της βίας, κατά την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας που καθορίστηκε στην απόφαση Elgafaji.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην Kinshasa, δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας ούτε δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του εν λόγω Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας διοικητικής απόφασης, καταλήγω ότι η αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ορθώς απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Η Διοίκηση ορθώς κατέληξε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Επιπλέον, δεν στοιχειοθετήθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό οποιοδήποτε σκέλος του άρθρου 19(2), ώστε να δικαιολογείται υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε η Αιτήτρια ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427),
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1.000 ευρω έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
[2] Βλ. Γενική Εισαγγελέας Εleanor Sharpston, στις προτάσεις ημ.17/07/14 που υπέβαλε στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων A (C148/13), B (C149/13) και C (C150/13), όπου ανέφερε στις παρ.74,75 και 79 σε σχέση με το αρ.4 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, επαναδιατύπωση της οποίας είναι η 2011/95/ΕΕ (Qualification Directive), που καθορίζει τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας.
[3] Law Gratis, Inhertiance Law in DRC, 07/03/2025, https://www.lawgratis.com/blog-detail/inheritance-laws-in-dr-congo, (31/01/2026)
[4] Όπ.π.
[5] Όπ. π.
[6] Όπ. π.
[7] Όπ. π.
[8] Όπ. π.
[9]Μετάφραση από την γαλλική στην ελληνική του κάτωθι κειμένου :LEGALNET Congo, CODE DE LA FAMILLE, « Article 758: CHAPITRE II DES REGLES GENERALES DE LA SUCCESSION AB INTESTAThttp://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[10] Βλ. Υποθέσεις X, Y και Z (C-199/12 έως C-201/12). Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το Άρθρο 9 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, τονίζει ρητά ότι «πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 10 [φυλή, θρησκεία, ιθαγένεια, κοινωνική ομάδα, πολιτικές πεποιθήσεις] και των πράξεων δίωξης (σκ.42-43)
[11] UNHR - Evaluation of the Country Programme “Promoting and Protecting Human Rights in the DRC 2022-2024” May 2025 Evaluation Report https://www.ohchr.org/sites/default/files/documents/issues/sdgs/evaluation-drc-country-programme.pd
[12] EYAA Query response – DRC- Security situation in Kinshasa March 2024 to 30 June 2025 EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo; Security situation in Kinshasa [Q13-2025], 1 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf
[13] GLOBAL TORTURE INDEX 2025: DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO FACTSHEET https://www.omct.org/site-resources/files/factsheets/Factsheet-DRC-EN.pdf
[14] European Commission - Restoring Faith in Justice in the Democratic Republic of the Congo
23 February 2019 https://fpi.ec.europa.eu/stories/restoring-faith-justice-democratic-republic-congo_en
[15] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[16] Όπ. π.
[17] Security Council Report, Democratic Republic of the Congo: Vote on MONUSCO Mandate Renewal*, 19/12/2025, https://www.securitycouncilreport.org/whatsinblue/2025/12/democratic-republic-of-the-congo-vote-on-monusco-mandate-renewal-3.php#:~:text=The%20draft%20resolution%20in%20blue,personnel%20in%20formed%20police%20units., (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[18] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[19] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[20] ACCLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PROJECT,
The Armed Conflict Location & Event Data Project, 2025, https://acleddata.com/explorer/, conflict data, data platforms, explorer, Democratic Republic of the KOngo, view country profile, Past Year, All Events, Kinshasa, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18.01.2026)
[21] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο