J. M. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1796/25, 23/4/2026
print
Τίτλος:
J. M. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1796/25, 23/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1796/25

23 Απριλίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J. M. K.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών

Μ. Αμπελώμος (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Κ. Ιμανίμης (κ.) για Α. Γεωργιάδη (κ.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 4.6.2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη  Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και περί τις 10.3.2023 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 2.3.2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 4.6.2025, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 27.6.2025, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, αρχικά καταχωρίζοντας προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου αυτοπροσώπως, στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας,  υποστηρίζει ότι δεν θα είναι ασφαλής εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι η οικογένεια του πατέρα του θέλει να αφαιρέσει από αυτόν όλα τα υπάρχοντα που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Προσθέτει ότι έστειλαν λωποδύτες για να του επιτεθούν και δέχτηκε επίσης πνευματικές επιθέσεις με συνέπεια να πέσει σε κώμα για ένα μήνα. Δια του συνηγόρου του, τον οποίο διόρισε σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Αιτητής κατά την ακροαματική διαδικασία, προωθεί ως λόγο προσφυγής πλημμέλειες κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης. Ειδικότερα, προβάλλει ισχυρισμούς περί χρήσης μη κατανοητής προς τον Αιτητή γλώσσας και ελλιπούς καταγραφής της συνέντευξης, οι οποίοι πλήττουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς την ουσία τους αφορούν σε διαφορές κληρονομικής φύσεως, οι οποίοι κρίθηκαν ως  αόριστοι και μη επαρκώς εξειδικευμένοι με αποτέλεσμα να μην προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης για τον Αιτητή.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του Αιτητή περί μη διεξαγωγής της συνέντευξης σε γλώσσα κατανοητή στον Αιτητή απορρίπτεται ως ανεδαφικός, καθότι τόσο στην αίτησή του (ερυθρό 1 του δ. φ.) όσο και κατά τη συνέντευξή του (ερυθρό 35/2χ του δ. φ.), ο ίδιος δήλωσε ότι ομιλεί τη γαλλική γλώσσα. Επιπλέον, κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξης ερωτήθηκε εάν κατανοεί τον διερμηνέα και απάντησε καταφατικά (ερυθρό 37 του δ. φ.), χωρίς να προβάλει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας παράπονο ή επιφύλαξη ως προς την κατανόηση της διερμηνείας ή των ερωτήσεων που του τέθηκαν. Περαιτέρω, από το ίδιο το περιεχόμενο των πρακτικών προκύπτει ότι η συνέντευξη παρουσιάζει εσωτερική συνοχή και ομαλή αλληλουχία ερωτήσεων και απαντήσεων, χωρίς να διαφαίνεται οποιαδήποτε σύγχυση ή δυσχέρεια επικοινωνίας μεταξύ του Αιτητή, του διερμηνέα και του λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη. Σημειώνεται δε ότι κατά τη δικαστική διαδικασία, ο Αιτητής δια του συνηγόρου, παραπέμπει, μεταξύ άλλων στις εκεί δηλώσεις του.

11.          Περαιτέρω, ο ισχυρισμός που προβάλλεται ότι δεν καταγράφηκαν στη συνέντευξη τα όσα ανέφερε ο Αιτητής δεν βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου, δεδομένου ότι στο πέρας της συνέντευξης του ρωτήθηκε εάν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε και του ζητήθηκε να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο των πρακτικών, τα οποία και υπέγραψε, επιβεβαιώνοντας ότι καταγράφηκαν όσα επιθυμούσε να αναφέρει.

12.          Ως προς το ζήτημα της δακτυλογράφησης των πρακτικών, επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκ του νόμου υποχρέωση δακτυλογράφησης των πρακτικών. Καίτοι η εν λόγω διευρυμένη πρακτική διευκολύνει την αναγνωσιμότητά τους, παρατηρείται ότι εν προκειμένω, τα εντός του διοικητικού φακέλου πρακτικά, στα οποία ο Αιτητής είχε πρόσβαση, είναι αρκούντως ευανάγνωστα και προκύπτει το νόημα των όσων καταγράφονται σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται η δυνατότητα του Αιτητή στο πλαίσιο του διαδικαστικού πλαισίου της παρούσας διαδικασίας να διευκρινίσει οποιοδήποτε σημείο των δηλώσεών του. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς, ενώ με βάση τα ενώπιον του δικαστηρίου δεδομένα είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

13.          Έχοντας εξετάσει τα πρακτικά της συνέντευξης του Αιτητή διαπιστώνεται ότι όλη η διαδικασία διεξήχθη νόμιμα και ορθά και ότι υποβλήθηκαν στον Αιτητή επαρκείς ερωτήσεις ανοικτού και κλειστούν τύπου για να καλυφθεί τόσο ο πυρήνας του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα.

14.          Ως προς τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς, αλλά και σε σχέση με τις ανωτέρω κατ’ ισχυρισμό διαδικαστικές πλημμέλειες της συνέντευξης, επισημαίνεται  ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].

15.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

16.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω ανασφάλειας, προσθέτοντας ότι έλαβε απειλές για την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου, στο εξής «δ. φ.»).

17.          Κατά το στάδιο της συνέντευξής, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 2002 στην Kinshasa της ΛΔΚ, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο διαμονής του μέχρι την αναχώρησή του. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός-Προτεστάντης ως προς το θρήσκευμα και ότι ως προς την οικογενειακή του κατάσταση είναι άγαμος. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ομιλεί την γαλλική γλώσσα και Lignala. Αναφορικά με την εργασιακή του πείρα δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε και ότι η μητέρα του και τρία από τα αδέρφια του διαμένουν στην Kinshasa, ενώ τα άλλα δύο αδέρφια του βρίσκονται εκτός της χώρας. Σε διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του.

18.          Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής προέβαλε ότι προέκυψε μία οικογενειακή διαμάχη που, όπως ανέφερε, συνδέεται με την πατρική οικογένεια του πατέρα του και ξέσπασε μετά την ασθένεια και τον θάνατο του τελευταίου. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματα άρχισαν στις 15.11.2022, όταν ο πατέρας του αρρώστησε, και ότι μετά τον θάνατό του, στις 26.11.2022, άρχισαν οι προστριβές μεταξύ της οικογένειας του πατέρα του και της οικογένειας της μητέρας του. Υποστήριξε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του η ένταση κλιμακώθηκε, ότι ο μεγαλύτερος αδελφός και η μεγαλύτερη αδελφή του άρχισαν να επιτίθενται και ότι η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον δικαστηρίου. Όταν του ζητήθηκαν περισσότερες διευκρινίσεις, ο Αιτητής επανέλαβε ότι όλα ξεκίνησαν μετά τον θάνατο του πατέρα του.

19.          Σε σχέση με το τι συνέβη προσωπικά στον ίδιο, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν άρρωστος για τρεις ημέρες. Προσέθεσε ότι η μητέρα του αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι, προκειμένου να βοηθήσει τον ίδιο, τον αδελφό και την αδελφή του να φύγουν, επειδή, όπως υποστήριξε, η οικογένεια βρισκόταν σε κίνδυνο. Όταν ρωτήθηκε αν συνέβη κάτι άλλο προσωπικά σε βάρος του, πέραν της ασθένειάς του, απάντησε αρνητικά.

20.          Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτός και η οικογένειά του δέχθηκαν απειλές για το σπίτι τους. Όταν του επισημάνθηκε ότι στην αίτησή του είχε αναφέρει πως μόνο ο ίδιος δεχόταν απειλές, απάντησε ότι αυτό συνέβαινε επειδή το σπίτι ήταν σε τρία ονόματα. Ερωτηθείς πώς η μητέρα του μπόρεσε να πουλήσει το σπίτι ενώ, κατά τα λεγόμενά του, η υπόθεση εκκρεμούσε στο δικαστήριο, ο Αιτητής απάντησε ότι τα δικαστήρια στη ΛΔΚ είναι διεφθαρμένα και ότι, επειδή είχαν δεχθεί σωματικές και πνευματικές (“spiritual”) επιθέσεις, η μητέρα του προχώρησε με την πώληση του σπιτιού για να τους προστατεύσει. Όταν του επισημάνθηκε ότι οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν αναφερθεί στην αρχική του αίτηση, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο που τον είχε βοηθήσει με την αίτηση τού είπε να είναι συνοπτικός.

21.          Σε σχέση με την παρούσα κατάσταση της οικογένειάς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του διαμένει σήμερα σε άλλη πόλη, συγκεκριμένα στο Bandundu, μαζί με τους δύο νεότερους αδελφούς του. Ανέφερε ακόμη ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του βρίσκεται στο Μαρόκο και η μεγαλύτερη αδελφή του στη Νότια Αφρική. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, όταν του επισημάνθηκε ασάφεια ως προς το πού βρίσκονται τα αδέλφια του, απάντησε ότι μία αδελφή του δεν βρίσκεται μαζί τους και ότι είναι χωρισμένοι. Στη συνέχεια δήλωσε ότι είναι συνολικά έξι αδέλφια, ήτοι τέσσερις αδελφοί και δύο αδελφές, ότι μία αδελφή έφυγε για τη Νότια Αφρική, ότι ο ίδιος ήρθε εδώ, και ότι άλλη αδελφή βρισκόταν μεταξύ Brazzaville και Kinshasa, προσθέτοντας πως πληροφορήθηκε ότι έφυγε, αφού ο ίδιος είχε ήδη αναχωρήσει.

22.          Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι θα του συμβεί και ότι η μητέρα του τον συμβουλεύει να μην επιστρέψει.

23.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από συγγενείς λόγω περιουσιακής διαφοράς.

24.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός στον οποίο εντάσσονται, η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή έγινε αποδεκτός. Κρίθηκε ότι οι συναφείς δηλώσεις του Αιτητή υπήρξαν συνεκτικές, αποδεικνύονται από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ' ων η αίτηση.

25.           Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αυτός έτυχε απόρριψης, καθώς κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Συγκεκριμένα, επεσήμαναν ότι ενώ τόσο στην αίτησή του, όσο και κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών από συγγενείς στο πλαίσιο περιουσιακής διαφοράς, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι του συνέβη προσωπικά, περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν άρρωστος για τρεις ημέρες, χωρίς να περιγράψει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό επίθεσης εναντίον του. Μόνον όταν του επισημάνθηκε το περιεχόμενο της αίτησής του έκανε λόγο για απειλές, μεταβάλλοντας τον αρχικό του ισχυρισμό, αφού στην αίτησή του είχε αναφέρει ότι απειλήθηκε ο ίδιος προσωπικά, ενώ στη συνέντευξη δήλωσε ότι οι απειλές αφορούσαν τον αδελφό και την αδελφή του. Παράλληλα, οι εξηγήσεις του ως προς την ιδιοκτησία του σπιτιού και τον τρόπο με τον οποίο αυτό πωλήθηκε παρέμειναν αντιφατικές, αφού από τη μία υποστήριξε ότι η περιουσία είχε αφεθεί στο όνομά του, από την άλλη ότι το σπίτι ανήκε και στους τρεις, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση βρισκόταν στο δικαστήριο, αλλά και ότι η μητέρα του προχώρησε σε πώληση για να προστατεύσει την οικογένεια. Επιπλέον, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι αναφορές του Αιτητή σε σωματικές και πνευματικές επιθέσεις προέκυψαν μόνο μεταγενέστερα, όταν του επισημάνθηκαν παραλείψεις της αίτησής του, με την εξήγηση ότι του ζητήθηκε να είναι σύντομος να μην κρίνεται ικανοποιητική.

26.          Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στο αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

27.           Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης του Αιτητή.

28.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, κρίθηκε ότι αυτός δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη.

29.          Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής προέβαλε ότι δεν γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα και όταν ζήτησε από τον λειτουργό να διεξαχθεί η συνέντευξη σε γλώσσα που κατανοεί, το αίτημά του απορρίφθηκε. Επισημάνθηκε επίσης ότι δεν έγινε δακτυλογράφηση της συνέντευξης και ότι διάφορες απαντήσεις του Αιτητή δεν καταγράφηκαν στα πρακτικά. Περαιτέρω, προέβαλε ότι είχε απευθυνθεί στις αστυνομικές αρχές της χώρας του, χωρίς ωστόσο να λάβει προστασία και ότι ο διώκτης του προέρχεται από εύπορη οικογένεια με επιρροή στα κοινά.

30.           Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

31.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο του Αιτητή.

32.          Ως προς τον δεύτερο, απορριφθέντα ουσιώδη ισχυρισμό παρατηρείται ότι η αξιοπιστία του Αιτητή κλονίζεται από σοβαρές ασυνέπειες, ουσιώδεις παραλείψεις και μεταγενέστερη διαφοροποίηση του αφηγήματός του. Στην αρχική αίτησή του προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω ανασφάλειας και επειδή δέχθηκε απειλές για την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του. Ωστόσο, κατά τη συνέντευξή του δεν ήταν σε θέση να παραθέσει μία σαφή, συνεκτική και προσωπική αφήγηση των γεγονότων που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα του. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι του συνέβη προσωπικά, δεν περιέγραψε οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό απειλής, βίας ή άλλης σοβαρής βλάβης, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν άρρωστος για τρεις ημέρες. Μόνον όταν του επισημάνθηκε ότι στην αίτησή του είχε αναφέρει απειλές, προσέθεσε ότι είχε απειληθεί. Επιπλέον, στην αίτησή του είχε παρουσιάσει την περιουσία ως κληρονομιά που αφορούσε τον ίδιο προσωπικά, ενώ στη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι το σπίτι ήταν σε τρία ονόματα. Αντίστοιχα προβληματική είναι και η εκδοχή του ως προς τη δικαστική διαφορά, αφενός ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον δικαστηρίου, αφετέρου ότι η μητέρα του πώλησε το σπίτι για να προστατεύσει τα παιδιά της, χωρίς να δώσει πειστική και συγκεκριμένη εξήγηση πώς κατέστη δυνατή μια τέτοια πώληση ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε, πέρα από μία γενική και αόριστη αναφορά περί διαφθοράς των δικαστηρίων στη χώρα του. Εξίσου επιβαρυντικό για την αξιοπιστία του Αιτητής είναι ότι κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματος παρουσιάστηκαν μόνον εκ των υστέρων, όπως οι σωματικές και «πνευματικές» επιθέσεις, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής προέβαλε καινοφανή περιστατικά, ήτοι ότι στάλθηκαν λωποδύτες για να του επιτεθούν, ότι υπέστη πνευματικές επιθέσεις που τον οδήγησαν σε κώμα για έναν μήνα, ότι απευθύνθηκε στην αστυνομία η οποία δεν του παρείχε προστασία και ότι οι διώκτες του είναι εύποροι και με επιρροή, χωρίς ωστόσο να παρέχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή διευκρινίσεις για τα ανωτέρω. Οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν απλή συμπλήρωση δευτερευουσών λεπτομερειών, αλλά εισάγουν εντελώς νέα περιστατικά, τα οποία ευλόγως θα αναμενόταν να είχαν προβληθεί σε προγενέστερο στάδιο, εφόσον πράγματι συνέβησαν και συνδέονται άμεσα με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή.

33.           Οι ισχυρισμοί του Αιτητή παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και αποσπασματικοί, χωρίς να παραπέμπουν σε συγκεκριμένα βιωματικά περιστατικά. Ειδικότερα, δεν προσδιόρισε με σαφήνεια το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που φέρεται να αποτελούσαν τον διώκτη του, ούτε αποσαφήνισε τον ακριβή ρόλο και την εμπλοκή τους στα προβαλλόμενα γεγονότα. Περαιτέρω, δεν ανέπτυξε με επαρκή, συνεκτικό και λεπτομερή τρόπο τους ισχυρισμούς του περί δίωξης, καθώς οι αναφορές του περιορίστηκαν σε γενικές περιγραφές οικογενειακής διαφοράς, απειλών και επιθέσεων, χωρίς επαρκή εξατομίκευση ως προς τη φύση, τον τρόπο, τη συχνότητα και τις περιστάσεις των φερόμενων πράξεων σε βάρος του. Επιπλέον, δεν τεκμηρίωσε ότι υπέστη περιστατικά τέτοιας σοβαρότητας, έντασης ή βαρύτητας που να μπορούν να στοιχειοθετήσουν πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού. Η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή δεν δύναται ευλόγως να διασταυρωθεί από άλλες πηγές λόγω του προσωπικού χαρακτήρα των περιστατικών.

34.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επιπρόσθετα προς όσα καταγράφονται στην Εισηγητική-Έκθεση, ιδίως όσον αφορά στην επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, παρατηρώ τα εξής:

35.          Σύμφωνα με το portal War Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[2] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[3], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[4]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[5] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[6]

36.          Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[7] για την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Κινσάσα καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[8]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[9]

37.          Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Κινσάσα επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[10]

38.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 10.4.2026) καταγράφηκαν 51 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 47 θάνατοι.[11] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[12] Υπό το φως των ανωτέρω ποιοτικών και αριθμητικών δεδομένων, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος για τον Αιτητή ένεκα της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο προηγουμένης διαμονής του.

39.          Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[13] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ευλόγως αναμένεται ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.

40.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, χωρίς εξαρτώμενα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του όπου διαμένουν η μητέρα και τα ορισμένα από τα αδέρφια του, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί  ευλόγως σε κίνδυνο.

41.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

42.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

43.          Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)]. 

44.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

45.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

46.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.

47.          Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.

48.          Ως προς την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

49.          Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

                                                                       

                                                                                   

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[3] Ό. π.

[5] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[6] Βλσχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf 

[8] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[9] Ό. π.

[10]  Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025

https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ 

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.4.2026)

[13] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3

https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο