Α. H. H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 186/24, 23/4/2026
print
Τίτλος:
Α. H. H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 186/24, 23/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 186/24

23 Απριλίου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                                  Α. H. H.

Αιτητού,

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

 

Ο Αιτητής είναι παρών

 

Γ. Βασιλόπουλος (κος), για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Ι. Χαραλάμπους (κα), για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18.12.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία και περί τις 23.12.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 4.12.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 18.12.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 20.12.2023, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής, δια του συνηγόρου του, προώθησε αποκλειστικά τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι Καθ' ων η αίτηση εσφαλμένα απέρριψαν τον ισχυρισμό του ως προς την φυλετική μειονότητα στην οποία ανήκει ο Αιτητής και η οποία σχετίζεται ως υποστηρίζει άμεσα με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω, ο Αιτητής επεσήμανε ότι κατά τη συνέντευξή του βρισκόταν υπό κράτηση στη Δημοκρατία και ότι δεν του τέθηκαν επαρκείς ερωτήσεις.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνοντας ότι ο Αιτητής κρίθηκε ευλόγως και ορθώς μη αξιόπιστος ως προς τους ισχυρισμούς που συνιστούν τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Κατά συνέπεια, κατά τη θέση τους, δεν προκύπτει πραγματικός και μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας προς τούτο στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης του Αιτητή.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τον εγειρόμενο λόγο προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & ;Mahiab Khanbabaie vAναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ;ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, αυτός δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του από φόβο για τη ζωή του λόγω φυλής (ερυθρό 2 και μετάφραση αυτού ερυθρό 15 του διοικητικού φακέλου).

13.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε το έτος 1999 στην πόλη Hargeisa της Σομαλιλάνδης, όπου διέμενε έως τον χρόνο κατά τον οποίον εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε ότι είναι μουσουλμάνος ως προς το θρήσκευμα, ότι ανήκει στη φυλή Gaboye και ομιλεί τη σομαλική, την αγγλική και μερικώς την αραβική γλώσσα. Ο Αιτητής δήλωσε έγγαμος από τον Απρίλιο του 2020 και ότι έχει ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο γεννήθηκε σε προσφυγικό καταυλισμό στην Αιθιοπία, όπου εξακολουθεί να διαμένει μαζί με τη μητέρα του. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε μέχρι την 4η βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης την οποία διέκοψε, ως υποστήριξε, λόγω διακρίσεων και φοίτησε επίσης για τρία χρόνια στο θρησκευτικό σχολείο (Quaran school). Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ο Αιτητής ανέφερε ότι εργάστηκε το 2019 για περίπου πέντε μήνες σε πλυντήριο αυτοκινήτων στη Hargeisa. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι οι γονείς του και τα τρία αδέρφια του (δύο αδερφοί και μία αδερφή) διαμένουν στην Hargeisa και συντηρούνται από την επιχείρηση πώλησης φρούτων και λαχανικών της μητέρας του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα του διέμενε με την πατρική του οικογένεια και ότι διατηρούν συχνή επικοινωνία.

14.          Σε ερωτήματα σχετικά με τη σύζυγό του, ο Αιτητής δήλωσε ότι παντρεύτηκε τον Απρίλιο του 2020 στη Hargeisa, αν και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι ο γάμος έγινε «παράνομα», μέσω ενός σεΐχη, χωρίς τη συγκατάθεση και την παρουσία της οικογένειας της συζύγου του. Ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τη σύζυγό του στο σχολείο περί το 2018, καθώς ήταν συμμαθητές στην ίδια τάξη, και ότι εκείνη ήταν πολύ καλή και ευγενική μαζί του. Αναφορικά με το τέκνο που απέκτησαν, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στον προσφυγικό καταυλισμό Awbare στην Αιθιοπία. Όταν ρωτήθηκε πώς βρέθηκε εκεί η σύζυγός του, απάντησε ότι εκείνη διέφυγε από την οικογένειά της όπου μετέβη εκεί περί τα τέλη του 2020.

15.          Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του κυρίως επειδή φοβόταν για τη ζωή του εξαιτίας της οικογένειας της συζύγου του, η οποία δεν αποδεχόταν τη σχέση και τον γάμο τους λόγω της φυλετικής του καταγωγής ως μέλους της μειονοτικής φυλής Gaboye. Όπως ανέφερε, η οικογένεια της συζύγου του, η οποία ανήκει στη φυλή Sacad Muuse, αντέδρασε έντονα όταν αντιλήφθηκε τη σχέση τους, θεωρώντας ότι δεν ήταν κατάλληλος για την κόρη τους λόγω της φυλής του, και του άσκησε πίεση να τη διακόψει. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι δέχθηκε επιθέσεις και ξυλοδαρμό από τα αδέλφια της συζύγου του, ενώ τον Φεβρουάριο του 2020 συνελήφθη και κρατήθηκε για περίπου μία εβδομάδα, κατόπιν ενεργειών της οικογένειάς της, και αφέθηκε ελεύθερος μόνο αφού υποσχέθηκε ότι θα διακόψει κάθε επαφή μαζί της. Παρά ταύτα, ως υποστήριξε, συνέχισε τη σχέση τους κρυφά και τελικά παντρεύτηκαν χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειάς της, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση.

16.          Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι η οικογένεια της συζύγου του επιτέθηκε στο σπίτι τους και στο κατάστημα της μητέρας του, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο τους αναζήτησε και σε άλλη πόλη, συγκεκριμένα στο Burco, όπου είχαν μεταβεί για να αποφύγουν τα προβλήματα. Ισχυρίστηκε ότι τον Αύγουστο του 2021 η οικογένεια της συζύγου του εισέβαλε στο σπίτι όπου διέμεναν προκειμένου να τον εντοπίσει, γεγονός που τον ανάγκασε να διαφύγει άμεσα, καθώς φοβόταν ότι θα τον σκότωναν. Όπως δήλωσε, ζούσε υπό καθεστώς φόβου και αναγκαζόταν να κρύβεται, ενώ η κατάσταση αυτή τον οδήγησε να στείλει τη σύζυγό του σε προσφυγικό καταυλισμό στην Αιθιοπία για την ασφάλειά της και να εγκαταλείψει και ο ίδιος τη χώρα.

17.          Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ο φόβος του εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη και μετά την αναχώρησή του, καθώς ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια της συζύγου του συνεχίζει να τον αναζητά και να επικοινωνεί μαζί του μέσω Whatsapp και ότι δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της Σομαλίας, καθότι πιστεύει ότι θα τον εντοπίσουν.

18.          Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά στον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή από την οικογένεια της συζύγου του που ήθελε να τον σκοτώσει επειδή ανήκει στη φυλή Gaboye.

19.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός κρίθηκε αξιόπιστος ως προς το μέρος της χώρας καταγωγής του Αιτητή, καθότι οι πληροφορίες που έδωσε για τις περιοχές καταγωγής και διαμονής του επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το διαβατήριο που προσκόμισε.

20.          Ωστόσο, αναφορικά με τη δήλωσή του ότι ανήκει στη μειονοτική φυλή Gaboye, κρίθηκε ως μη αξιόπιστος, καθώς όπως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες για τη φυλή του και οι απαντήσεις του περιορίστηκαν σε γενικές και κοινώς γνωστές αναφορές, όπως ότι πρόκειται για μειονοτική ομάδα που υφίσταται διακρίσεις και ασχολείται με χειρωνακτικά επαγγέλματα. Περαιτέρω, ως κατέγραψαν οι Καθ’ ων η αίτηση, όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ή να περιγράψει τη ζωή του ως μέλος της συγκεκριμένης φυλής, έδωσε αόριστες και μη ικανοποιητικές απαντήσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις απέφυγε να απαντήσει ουσιαστικά, ενώ δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά διακρίσεων.

21.          Η αξιοπιστία του ως προς τη φυλετική του ταυτότητα αμφισβητήθηκε περαιτέρω, καθότι διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής είχε πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως η εκπαίδευση και η έκδοση διαβατηρίου, δεν αντιμετώπισε περιορισμούς στις μετακινήσεις του και κατάφερε να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του μέσω τεμαχίου γης που πώλησε η μητέρα του. Τα στοιχεία αυτά θεωρήθηκε ότι δεν συνάδουν πλήρως με την εικόνα έντονου κοινωνικού αποκλεισμού που, σύμφωνα με διεθνείς πηγές, αντιμετωπίζουν τα μέλη της ομάδας Gaboye. Παρόλο που εξωτερικές πηγές στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνουν ότι οι Gaboye αποτελούν μειονοτική ομάδα που υφίσταται διακρίσεις στη Σομαλία, οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν κρίθηκαν επαρκείς για να τεκμηριώσουν ότι ο ίδιος ανήκει σε αυτήν.

22.          Συνολικά, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή σχετικά με την καταγωγή και τον τόπο διαμονής του στη Hargeisa γίνεται αποδεκτός, ενώ ο ισχυρισμός του ότι ανήκει στη φυλή Gaboye δεν έγινε αποδεκτός.

23.          Εν συνεχεία, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ότι η οικογένεια της συζύγου του Αιτητή επιχείρησε να τον σκοτώσει, απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες, ενώ οι απαντήσεις του χαρακτηρίστηκαν από ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ως κατέγραψαν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια πότε γνώρισε τη σύζυγό του, περιοριζόμενος στη γενική αναφορά ότι φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο και τοποθετώντας αόριστα τη γνωριμία τους στο 2018, χωρίς περαιτέρω χρονική εξειδίκευση. Αναφορικά με τη συμπεριφορά της οικογένειας της συζύγου του, δήλωσε ότι του ασκούσαν λεκτική πίεση και τον αποδοκίμαζαν λόγω της φυλής του, ενώ ανέφερε ένα περιστατικό σωματικής βίας τον Φεβρουάριο του 2020, χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένη ημερομηνία ή λεπτομέρειες. Παράλληλα, δήλωσε ότι από το 2018 έως το 2020 δεν είχε σημειωθεί κανένα άλλο περιστατικό, γεγονός που ως επισημάνθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί συνεχούς απειλής.

24.          Περαιτέρω, ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κρυβόταν για να προστατευτεί, χωρίς ωστόσο να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ οι δηλώσεις του κρίθηκαν αντιφατικές, καθώς ο ίδιος παραδέχθηκε ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κυκλοφορούσε κανονικά, έπαιζε ποδόσφαιρο και επισκεπτόταν καφετέριες. Η προσπάθειά του να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, αναφέροντας ότι συναναστρεφόταν μόνο άτομα της ίδιας φυλής, δεν κρίθηκε επαρκής. Επιπλέον, προέκυψε αντίφαση ως προς τους τόπους διαμονής του, καθώς αρχικά ανέφερε ότι έζησε μόνο στις πόλεις Hargeisa και Burco, ενώ αργότερα πρόσθεσε ότι διέμεινε και στην Berbera, γεγονός που δεν είχε αναφέρει προηγουμένως, με την εξήγησή του ότι παρέμεινε εκεί μόνο για τρεις εβδομάδες να μην θεωρείται ικανοποιητική. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι ακριβώς φοβάται σήμερα, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή του κινδύνου.

25.          Επιπρόσθετα, το τελευταίο περιστατικό που επικαλέστηκε ο Αιτητής, το οποίο τοποθέτησε στον Αύγουστο του 2021, ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, δεν βασιζόταν σε άμεση προσωπική εμπειρία αλλά σε πληροφορία που έλαβε τηλεφωνικά από τρίτο πρόσωπο, Παράλληλα, κρίθηκε ότι δεν κατόρθωσε να εξηγήσει επαρκώς πώς ήταν σε θέση να εργάζεται για πέντε μήνες το 2019, παρά τον ισχυρισμό του περί διακρίσεων λόγω φυλής, ενώ η αναφορά του ότι εργαζόταν σε περιβάλλον με άτομα της ίδιας φυλής και μακριά από την οικογένεια της συζύγου του δεν κρίθηκε ικανοποιητικός. Τέλος, δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι, ενώ το βασικό περιστατικό έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2020, ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα τον Οκτώβριο του 2021, επιβεβαιώνοντας μάλιστα ότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δεν συνέβη κανένα περιστατικό εις βάρος του ιδίου ή της συζύγου του.

26.          Ακολούθως, οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν στην αξιολόγηση του μέρους του ισχυρισμού του Αιτητή (τον οποίο συμπεριέλαβαν στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό) που αφορά στη φυλάκιση στη χώρα του στις 10.2.2020 όπου ως υποστήριξε κρατήθηκε για επτά μέρες στη φυλακή New Hargeisa. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι ο Αιτητής δεν είχε προβάλει αυτό το ουσιώδες στοιχείο σε προγενέστερο στάδιο της συνέντευξής του, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψή του. Κρίθηκε επιπλέον ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες ως προς τις συνθήκες της σύλληψης, τον λόγο για τον οποίο βρέθηκε στην περιοχή Suqa Hoose, καθότι ως ισχυρίστηκε κάποιος φίλος του φέρεται να πληρώθηκε από την οικογένεια της συντρόφου του, καθώς και ως προς τον ακριβή χρόνο και τον τρόπο αποφυλάκισής του. Επιπλέον, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για τη φυλάκισή του, ενώ δήλωσε ότι μετά την αποφυλάκισή του δεχόταν μόνο λεκτικές απειλές μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του περί μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής κρίθηκαν αόριστοι και ανεπαρκώς τεκμηριωμένοι, αφού δεν εξήγησε πειστικά γιατί η οικογένεια της γυναίκας του θα μπορούσε ή θα επιδίωκε ακόμη να τον εντοπίσει, ούτε γιατί δεν θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή. Τέλος, οι ισχυριζόμενοι φόβοι του συνδέθηκαν άμεσα με τον απορριφθέντα ισχυρισμό ότι ανήκει στη φυλή Gabooye και, για τον λόγο αυτό, δεν έγιναν αποδεκτοί.

27.          Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

28.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, προχώρησαν σε έρευνα αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Hargeisa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, και λόγω της ασφαλούς επικρατούσας εκεί κατάστασης, έκριναν ότι δεν ανακύπτουν εύλογοι λόγοι να πιθανολογείται ότι κατά την επιστροφή του εκεί, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή έκθεσης σε σοβαρή βλάβη. Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν το φόβο του Αιτητή ως αβάσιμο και μη δικαιολογημένο. 

29.            Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του  στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.  Παράλληλα, οι Καθ΄ ων η αίτηση θεώρησαν ότι δε στοιχειοθετείται η αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής του μεταχείρισης, σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Hargeisa. Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού οι Καθ΄ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι τον υπό κρίση χρόνο, η πόλη Hargeisa δεν πλήττονταν από ένοπλες συγκρούσεις, έκριναν ότι  δε θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, o Αιτητής θα έρθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής  του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

30.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο έθεσε στον Αιτητή ερωτήματα επί κρίσιμων παραμέτρων του αφηγήματός του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από τη Hargeisa της Σομαλίας και ανήκει στη μειονοτική φυλή Gaboye (υποομάδα Muuse Deriye). Περιέγραψε ότι οι Gaboye υφίστανται κοινωνικές διακρίσεις, ζουν κυρίως σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το Daami και αντιμετωπίζονται υποτιμητικά από τις μεγάλες φυλές, όπως οι Isaaq. Ανέφερε ότι ο ίδιος βίωσε διακρίσεις από μικρή ηλικία, ιδιαίτερα στο σχολείο, στο ποδόσφαιρο και κατά την προσπάθειά του να εξεύρει εργασία, γεγονός που τον επηρέασε αρνητικά.

31.          Σχετικά με την εκπαίδευσή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί λόγω διακρίσεων. Παράλληλα, περιέγραψε την οικογένειά του ως οικονομικά ενεργή, με τον πατέρα του να εργάζεται ως κουρέας και άλλα μέλη της οικογένειας να απασχολούνται σε χειρωνακτικές εργασίες.

32.          Αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του, ήτοι τη σχέση του με τη σύντροφό του, η οποία ισχυρίστηκε ότι προέρχεται από τη φυλή Isaaq (υποφυλή Sacad Muuse), ο Αιτητής δήλωσε ότι διατηρούσαν σχέση από το 2018 και ότι το 2019 επιχείρησε να την παντρευτεί. Υποστήριξε ότι η οικογένεια της γυναίκας του αντέδρασε έντονα λόγω της φυλετικής του καταγωγής, τον απείλησε, τον κακοποίησε σωματικά και σε κάποιες περιπτώσεις επιχείρησε να τον σκοτώσει. Ανέφερε επίσης ότι οι οικογένειες δεν είχαν επίσημη επαφή, καθώς γνώριζαν ότι η σχέση δεν θα γινόταν αποδεκτή. Ο Αιτητής προέβαλε ότι απέκτησαν παιδί (ονόματι Annas), το οποίο ωστόσο ο ίδιος δεν έχει δει ποτέ, καθώς η σύντροφός του ήταν έγκυος όταν χωρίστηκαν λόγω των απειλών. Δήλωσε ότι η οικογένεια της γυναίκας του απειλούσε ακόμη και τη ζωή του παιδιού, γεγονός που ανάγκασε τη σύντροφό του να διαφύγει στην Αιθιοπία, όπου διαμένει μέχρι σήμερα σε δύσκολες συνθήκες με άγνωστη οικογένεια.

33.          Σε σχέση με περιστατικά βίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι το 2019 δέχθηκε επίθεση από άνδρες της οικογένειας της γυναίκας του και προσπάθησε να καταφύγει στην αστυνομία, η οποία όμως δεν μπόρεσε να τον προστατεύσει. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη και φυλακίστηκε το 2020 για περίπου επτά ημέρες στη φυλακή “New Hargeisa”. Ως προς την αναχώρησή του από τη χώρα, δήλωσε ότι μετέβη το 2019 στην Αιθιοπία, ωστόσο διευκρίνισε ότι επέστρεψε προσωρινά στη Hargeisa για λίγες ημέρες για να ολοκληρώσει διαδικασίες σχετικές με το διαβατήριο και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Ως προς τον κίνδυνο επιστροφής, υποστήριξε ότι η οικογένεια της γυναίκας του εξακολουθεί να τον αναζητεί, ότι διαθέτει επιρροή και ότι θα μπορούσε να τον εντοπίσει οπουδήποτε στη Σομαλία. Ανέφερε επίσης ότι έχει δεχθεί απειλές μέσω της σελίδας κοινωνικής δικτύωσης “Facebook”, παρότι έχει αλλάξει επανειλημμένα τον λογαριασμό του. Δήλωσε τέλος ότι δεν εμπιστεύεται τις αρχές της χώρας του για προστασία και ότι δεν θα ήταν ασφαλής ούτε μέσω εσωτερικής μετεγκατάστασης.

34.          Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση επικεντρώθηκαν κυρίως στο ζήτημα της αξιοπιστίας του Αιτητή, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από σοβαρές αντιφάσεις και ασάφειες. Τόνισαν ότι υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές ως προς τον χρόνο αναχώρησής του από τη Σομαλία, τη φερόμενη επιστροφή του και τα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα, ιδίως σε σχέση με τη φυλάκισή του το 2020. Επεσήμαναν επίσης ανακολουθίες ως προς τη γέννηση του παιδιού του και τον τόπο όπου αυτή έλαβε χώρα, καθώς και ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα και το επάγγελμα του πατέρα του (ενώ στη συνέντευξή του δήλωσε ότι ήταν γεωργός, ενώπιον Δικαστηρίου δήλωσε ότι είναι κουρέας). Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί δίωξης λόγω της σχέσης του με γυναίκα από άλλη φυλή δεν συνοδεύονται από επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες, ενώ σε αρκετά σημεία παραμένουν γενικοί και ατεκμηρίωτοι. Κατά τη θέση τους, οι περιγραφές των περιστατικών βίας δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένες ώστε να θεωρηθούν αξιόπιστες. Επιπλέον, υπογράμμισαν ότι οι ισχυρισμοί περί συνεχιζόμενων απειλών, μεταξύ άλλων μέσω διαδικτύου, δεν τεκμηριώνονται με αντικειμενικά στοιχεία. Τέλος, οι Καθ’ ων υποστήριξαν ότι, λόγω των ανωτέρω αντιφάσεων και ελλείψεων, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και, ως εκ τούτου, το αίτημά του δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή διεθνούς προστασίας.

35.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων και ως προς τον διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών, επισημαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε διάκριση δυο ουσιωδών ισχυρισμών. Στον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό περιέλαβαν αφενός η ιθαγένεια, η καταγωγή και ο συνήθης τόπος διαμονής του Αιτητή και αφετέρου ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ανήκει στη φυλή των Gaboye, το μεν πρώτο σκέλος έγινε αποδεκτό, ενώ το δεύτερο απορρίφθηκε. Στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό συγχωνεύθηκαν, επίσης εσφαλμένα, περισσότερα από ένα διακριτά περιστατικά. Από τη μία πλευρά τέθηκε ο ισχυρισμός περί απειλών και επιθέσεων από την οικογένεια της γυναίκας του Αιτητή λόγω της φυλής του και της σχέσης που διατηρούσαν και από την άλλη τέθηκε ο ισχυρισμός του περί σύλληψης και φυλάκισης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ανωτέρω διαχωρισμός στον οποίο προέβησαν οι Καθ’ ων η αίτηση είναι εσφαλμένος.

36.          Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO, νυν Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο - EUAA), «η προσήκουσα ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι ουσιώδης τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την αξιολόγηση κινδύνου». Υπό το φως των ανωτέρω, ο ορθός διαχωρισμός των ουσιωδών ισχυρισμών στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής: ως πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός: η χώρα καταγωγής, το προσωπικό προφίλ και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός ότι ο Αιτητής ανήκει στη μειονοτική ομάδα/φυλή Gaboye, ως τρίτος ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής έλαβε απειλές και επιθέσεις από την οικογένεια της γυναίκας του λόγω της φυλής του και ως τέταρτος, ότι ο Αιτητής συνελήφθη και φυλακίστηκε σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα.

37.           Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το ευρήματα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτός έχει πλέον διαμορφωθεί. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο, καθώς και από το διαβατήριό του. 

38.          Αναφορικά με τον δεύτερο σχηματισθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής ανήκει στη φυλή των Gaboye, κρίνεται ότι η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση είναι εσφαλμένη. Ο Αιτητής προέβαλε με συνοχή ότι πρόκειται για μειονοτική φυλή και παρέθεσε υποομάδες όπως οι Madhiban, Muuse Dhariiye, Yibir και Tumaal. Επιπλέον ανέφερε ότι επαγγελματικά οι Gaboye είναι υποδηματοποιοί και γενικότερα επιδιορθωτές. Κατά την ακροαματική διαδικασία προσδιόρισε ακόμη ειδικότερα ότι ο ίδιος είναι Muuse Deriye/Muse Diriye. Δήλωσε επίσης ότι οι Gaboye στην Hargeisa εντοπίζονται κυρίως στην περιοχή Dami.

39.          Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού διαπιστώνεται ότι οι Gabooye αποτελούν μειονοτική επαγγελματική ομάδα στη Σομαλία και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις υποομάδες Madhibaan και Muse Diriye, ενώ τα μέλη τους αντιμετωπίζονται από κυρίαρχες φυλές ως κοινωνικά κατώτεροι και υφίστανται διακρίσεις. Οι Madhibaan και Muse Diriye, που παρουσιάζονται ως οι κύριες ομάδες των Gabooye, συνδέονται παραδοσιακά με επαγγέλματα όπως κυνηγοί, υποδηματοποιοί, βυρσοδέψες και μεταφορείς νερού, ενώ οι Muse Diriye αναφέρονται επίσης ως καλαθοποιοί. Στην ίδια πηγή αναφέρονται ακόμη εργασίες όπως παραγωγή δέρματος και υποδημάτων, κουρέματα, αγγειοπλαστική για τις γυναίκες, παραδοσιακή θεραπευτική και μαίες. Πηγές αναφέρουν ότι η πόλη Hargeisa είναι οργανωμένη και σε  επίπεδο φυλών και ότι άτομα της φυλής Gabooye κατοικούν κυρίως στη Dami/Daami, γειτονιά της Hargeisa, ιδίως μετά την επιστροφή προσφύγων από καταυλισμούς στην Αιθιοπία στα τέλη της δεκαετίας του 1990.[1]

40.          Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, διαπιστώνεται ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού και ως εκ τούτου αυτός γίνεται αποδεκτός. Το γεγονός ότι ο Αιτητής εξατομικευμένα δεν υπήρξε αποδέκτης του συνόλου των διακρίσεων που γενικότερα δύναται να υποστούν πρόσωπα ανήκοντα στη φυλή του, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα.

41.          Αντιθέτως, ως προς τον τρίτο σχηματισθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή από την οικογένεια της συζύγου του λόγω της φυλής του, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κατάληξη περί μη αποδοχής του. Ειδικότερα, η αφήγηση του Αιτητή χαρακτηρίζεται από σοβαρές αντιφάσεις και ασυνέπειες ως προς τον χρόνο, τη φύση και την ένταση των ισχυριζόμενων περιστατικών. Στη διοικητική διαδικασία τοποθέτησε την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του τον Οκτώβριο του 2021, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι αναχώρησε ήδη από το 2019 και δεν επέστρεψε, θέση την οποία εν συνεχεία τροποποίησε, ισχυριζόμενος ότι επέστρεψε μόνο για ολιγοήμερη παραμονή. Παράλληλα, ως προς το τελευταίο περιστατικό κινδύνου, στη συνέντευξη τοποθέτησε αυτό χρονικά τον Αύγουστο του 2021, ενώ στην ακροαματική διαδικασία το προσδιόρισε στο έτος 2019, δημιουργώντας ουσιώδη απόκλιση ως προς το πλέον κρίσιμο σημείο του αφηγήματός του. Περαιτέρω, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνέβη τίποτε σε βάρος του, στη συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου, προέβη σε ισχυρισμούς περί σοβαρών απειλών, ακόμη και με χρήση όπλων, στοιχείο που καταδεικνύει εκ των υστέρων ενίσχυση του ισχυρισμού του. Αντίστοιχες αντιφάσεις παρατηρούνται και ως προς άλλα επιμέρους στοιχεία του αφηγήματός του, όπως ο χρόνος γέννησης του τέκνου του, η μορφή της επικοινωνίας και των απειλών που ισχυρίζεται ότι δέχεται, καθώς και η καθημερινή του δραστηριότητα σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι κρυβόταν. Ειδικότερα, ο Αιτητής ενώ στη  συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του μετέβη στην Αιθιοπία περί τα τέλη 2020 και ότι το παιδί γεννήθηκε εκεί, ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι το παιδί γεννήθηκε το 2019. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι, από την ισχυριζόμενη αποφυλάκισή του μέχρι την αναχώρησή του, δεν υπέστη οποιαδήποτε ουσιαστική βλάβη πέραν λεκτικών απειλών. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι ενώπιον Δικαστηρίου, ο Αιτητής προέβαλε ότι αποτάθηκε στην αστυνομία για προστασία, ισχυρισμό τον οποίο ουδέποτε ανέφερε στη συνέντευξή του, με το αφήγημά του να παραμένει ασαφές, καθότι δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει εάν δέχθηκε επίθεση ενώ βρισκόταν εντός του αστυνομικού σταθμού ή εκτός αυτού, ούτε πώς ακριβώς εξελίχθηκε το περιστατικό.

42.          Προβαίνοντας το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, έγκυρες πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι οι μεικτοί γάμοι μεταξύ κυρίαρχων φυλών (“majority clans”) και επαγγελματικών φυλών, συμπεριλαμβανομένων Madhibaan/Muse Deriye, είναι ταμπού και συχνά προκαλούν βίαιες συγκρούσεις. Ιδίως στη Σομαλιλάνδη, όταν άνδρας από μειονοτική ομάδα επιχειρεί να παντρευτεί γυναίκα από κυρίαρχη φυλή, το ζευγάρι συχνά αναγκάζεται να φύγει και να ζήσει αλλού, ακόμη και στην Αιθιοπία, ενώ η οικογένεια της γυναίκας μπορεί να αντιδράσει βίαια και η γυναίκα να αποκηρυχθεί.[2]

43.          Παρότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή βρίσκει, σε επίπεδο γενικής αληθοφάνειας, έρεισμα στις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι οι γάμοι μεταξύ ανδρών από μειονοτικές ομάδες, όπως οι Gaboye/Madhibaan/Muse Diriye, και γυναικών από κυρίαρχες φυλές στη Σομαλιλάνδη δεν είναι κοινωνικά αποδεκτοί και δυνατόν να προκαλέσουν οικογενειακές αντιδράσεις, εντούτοις ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, διότι η αφήγηση του Αιτητή δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή, και σαφήνεια. Ειδικότερα, οι ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς το πότε έλαβαν χώρα τα βασικά περιστατικά απειλών ή επιθέσεων, το αν και μέχρι πότε ο ίδιος εξακολουθούσε να διαμένει στη χώρα, καθώς και οι σοβαρές αποκλίσεις στις δηλώσεις του αναφορικά με τη μετάβαση της συζύγου του στην Αιθιοπία, τη γέννηση του παιδιού τους και τη συνέχιση της επικοινωνίας ή των απειλών, αποδυναμώνουν καθοριστικά την αξιοπιστία του αφηγήματός του. Περαιτέρω, η αδυναμία του να παραθέσει μία σταθερή, συνεκτική εκδοχή των γεγονότων, χωρίς ουσιώδεις ασάφειες και μεταγενέστερες προσθήκες σε ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού του, δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι εκπλήρωσε το βάρος τεκμηρίωσης που τον βαρύνει. Συνεπώς, παρά την εξωτερική συμβατότητα του αφηγήματος με τις γενικές συνθήκες που περιγράφονται στις πηγές πληροφόρησης, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.

44.          Ως προς τον τέταρτο σχηματισθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής φυλακίστηκε, το Δικαστήριο συντάσσεται με τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση, ενώ εντοπίζονται περαιτέρω αντιφάσεις από τις δηλώσεις του Αιτητή ενώπιον Δικαστηρίου. Ενώ στη συνέντευξή του ο Αιτητής ανέφερε ότι φυλακίστηκε στις 10.2.2020 στη φυλακή New Hargeisa για επτά ημέρες, ενώπιον Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι αναχώρησε από τη χώρα το 2019 και δεν επέστρεψε. Μόνο όταν του επισημάνθηκε η αντίφαση, επιχείρησε να τη θεραπεύσει λέγοντας ότι επέστρεψε προσωρινά για το διαβατήριο του και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Περαιτέρω, ενώ στη συνέντευξη δήλωσε ότι το διαβατήριο εκδόθηκε στα τέλη 2016 ή 2017, ενώπιον Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι το διαβατήριο του εκδόθηκε 2018 και ότι επέστρεψε το 2019 για να ετοιμάσει τα υπόλοιπα έγγραφα. Παραμένει επίσης ασαφές εάν η φυλάκισή του πρόκειτο για κανονική κρατική σύλληψη, για ιδιωτική κράτηση ή για κράτηση κατόπιν επιρροής της οικογένειας της γυναίκας του. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί φυλάκισής του δεν προβλήθηκε κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής του, ούτε κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξής του, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί φυλάκισης εμφανίζεται μεταγενέστερα και αποσπασματικά, αφού είχαν ήδη υποβληθεί επανειλημμένες ερωτήσεις επί του πυρήνα του αιτήματός του. Ένα περιστατικό τέτοιας σοβαρότητας και βαρύτητας, το οποίο συνιστά κεντρικό στοιχείο του αφηγήματός του και όχι δευτερεύουσα λεπτομέρεια, ευλόγως θα αναμενόταν να είχε αναφερθεί εξαρχής, τόσο στην αίτησή του όσο και κατά τα αρχικά στάδια της συνέντευξης.

45.          Λόγω της υποκειμενικής φύσης του ανωτέρω ισχυρισμού, δεν δύναται να διασταυρωθεί με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στα όσα προέβαλε ο Αιτητής, ο ισχυρισμός περί φυλάκισής του από την οικογένεια της συζύγου του δεν γίνεται αποδεκτός.

46.          Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ενώ ο πρώτος και δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ως αυτοί σχηματίστηκαν, γίνονται αποδεκτοί, οι τρίτος και τέταρτος ουσιώδεις ισχυρισμοί, ως αυτοί σχηματίστηκαν απορρίπτονται ως μη αξιόπιστοι, λόγω σοβαρών και πολλαπλών αντιφάσεων, έλλειψης συνοχής και ανεπαρκούς τεκμηρίωσης. Οι διαπιστωθείσες αυτές αδυναμίες δεν θεραπεύθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά αντιθέτως ενισχύθηκαν, καθιστώντας το συνολικό αφήγημα του Αιτητή μη πειστικό ως προς την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης.

47.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω και με βάση τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι την καταγωγή, τον τόπο διαμονής του και το γεγονός ότι ανήκει στη φυλή των Gaboye, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε αρχικώς οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις.

48.           Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό προφίλ Αιτητή επισημαίνεται ότι το 99% του πληθυσμού της Σομαλίας είναι μουσουλμάνοι και κατ' επέκταση δεν συντρέχει οποιοσδήποτε κίνδυνος ένεκα αυτού[3].

49.          Ως προς το ρόλο που διαδραματίζουν οι φυλές στη χώρα του Αιτητή, σύμφωνα με την έκθεση της EUAA του Ιουλίου του 2021 για τους φορείς που δρουν στη Σομαλία, αναφέρεται ότι σε όλες τις πτυχές της ζωής στη Σομαλία, η φυλή είναι ταυτόχρονα μέσο αναγνώρισης και τρόπος ζωής. Οι φυλές καθορίζουν τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων αλλά και σε σχέση με άλλους φορείς στη Σομαλία, συμπεριλαμβανομένης της Al-Shabaab. Η συμπερίληψη σε μια ισχυρή φυλή έχει μεγάλη σημασία σε σχέση με την πρόσβαση σε πόρους, πολιτική επιρροή, δικαιοσύνη και ασφάλεια[4].

50.          Αναφορικά με το φυλετικό προφίλ του Αιτητή, ως μέλος της φυλής Gaboye, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι οι ομάδες των Gabooye στη Σομαλιλάνδη βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από οικονομική άποψη, συνεχίζουν να είναι περιορισμένοι στα παραδοσιακά χαμηλόμισθά επαγγέλματα που κατέχουν, και στο σύνολό τους αδυνατούν να επιτύχουν «κοινωνική άνοδο ή οικονομική» λόγω κοινωνικών διακρίσεων και έλλειψης πρόσβασης σε πόρους. Τα παιδιά των επαγγελματικών καστών υφίστανται εκφοβισμό στο σχολείο. [.] Αν και οι καταχρήσεις κατά των μειονοτήτων έχουν μειωθεί σε κλίμακα από τη δεκαετία του 1990, η χαμηλής έντασης βία κατά των μειονοτήτων εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη σομαλική κοινωνία σήμερα, κυρίως επειδή  αυτές οι κοινωνικές δομές είναι ακόμη ενεργές. Ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των (μεικτών) γάμων με άλλες φυλές και των άνισων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, μπορεί να οφείλεται στην περιφρόνηση για την εθνοτική τους καταγωγή, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μειονοτήτων συμβαίνουν κυρίως επειδή στερούνται ένοπλης δύναμης [.] Αυτές οι επαγγελματικές κάστες παραδοσιακά δεν μπορούσαν να έχουν βοοειδή ή άλογα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονταν για τις «ευγενείς» φυλές και οι ευκαιρίες εργασίας τους περιορίζονταν κυρίως σε ανειδίκευτες/ταπεινωτικές θέσεις εργασίας ή σε συγκεκριμένα επαγγέλματα. Ενώ ορισμένα μέλη επαγγελματικών ομάδων/φυλών απασχολούνται σήμερα σε επαγγέλματα, η πλειοψηφία των ατόμων από αυτές τις κάστες εξακολουθούν να εργάζονται σε χειρωνακτικές θέσεις εργασίας ή εργασίες παροχής υπηρεσιών[5].

51.          Σε άλλη έκθεση της EUAA αναφέρεται πως ο όρος Gabooye  αναφέρεται συλλογικά στις ομάδες Madhibaan και Muse Diriye στη βορειοδυτική Σομαλία/Σομαλιλάνδη και πως έχει υποκαταστήσει το υποτιμητικό όρο Midgaan. Η ανωτέρω έκθεση προσθέτει πως οι Gabooye (Madhibaan και Muse Diriye, η τελευταία αποτελεί την υποφυλή στην οποία ισχυρίστηκε ότι ανήκει ο Αιτητής) δεν έχουν ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση στις τοπικές και εθνικές αρχές και πως απολαμβάνουν περιορισμένης προστασίας σε όλη τη Σομαλία.  Κρατικά ιδρύματα και θεσμοί, οι οποίοι κυριαρχούνται από μέλη των πλειοψηφικών ομάδων, δεν προσφέρουν προστασία στους Gabooye για αδικίες και παραβιάσεις που βίωσαν. Συχνά αποκλείονται από διαδικασίες λήψης αποφάσεων και αντιμετωπίζονται ως "outsiders" σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής[6]. Σε έκθεσή της για το 2020 για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σομαλία, η Ανεξάρτητη Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ, Isha Dyfan, δήλωσε ότι «οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ περιθωριοποιημένων και μειονοτικών ομάδων είναι διάχυτες, για παράδειγμα, μεταξύ των ομάδων Bantu και Gaboye στη Σομαλιλάνδη»[7]. Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας του 2016, οι Gaboye, καθώς και άλλες μειονότητες στη Σομαλία αντιμετωπίζουν διακρίσεις και συχνά αποκλείονται από την πρόσβαση στη γη και σε βασικές υπηρεσίες λόγω «της ταυτότητάς τους ως εθνοτικές μειονότητες σε μια κοινωνία με κυρίαρχες δομές φυλών»[8]

52.          Με βάση τα ανωτέρω διαπιστώνεται ότι οι Gaboye εντάσσονται στις λεγόμενες χαμηλού κοινωνικού status επαγγελματικές μειονότητες, οι οποίες υφίστανται κοινωνικό στίγμα και διακρίσεις. Ωστόσο, προκύπτει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη περιθωριοποίηση, δεν υφίσταται πλέον συστηματική ή στοχευμένη δίωξη εις βάρος των εν λόγω ομάδων, αλλά κυρίως μορφές κοινωνικού αποκλεισμού που δεν ανέρχονται καθαυτές στο επίπεδο δίωξης.

53.          Με βάση τις παραγράφους 54 και 55 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων: «54 Διαφορές στη μεταχείριση διαφόρων κοινωνικών ομάδων υπάρχουν πράγματι σε μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση σε πολλές κοινωνίες. Πρόσωπα που τους επιφυλάσσεται λιγότερο ευμενής μεταχείριση εξαιτίας τέτοιων διαφορών δεν είναι κατ’ ανάγκη θύματα δίωξης. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις η διάκριση αυτή συνιστά δίωξη. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν τα μέτρα διάκρισης καταλήγουν σε συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα για το πρόσωπο που τα υφίσταται, π.χ. σοβαρούς περιορισμούς στο δικαίωμά του να κερδίζει τα προς το ζην, στο δικαίωμά του να ασκεί τη θρησκεία του ή στο δικαίωμά του πρόσβασης σε γενικώς προσιτά εκπαιδευτικά ιδρύματα. 55  Όπου τα μέτρα δυσμενούς διάκρισης δεν είναι καθεαυτά σοβαρά, είναι ωστόσο δυνατό να προκαλούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης, εάν προξενούν στη συνείδηση του εν λόγω προσώπου συναισθήματα ανησυχίας και ανασφάλειας για το μέλλον του. Εάν ανάλογα μέτρα, αυτά καθεαυτά, συνιστούν δίωξη, αυτό πρέπει να καθορισθεί λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών. Ο ισχυρισμός για την ύπαρξη φόβου δίωξης είναι περισσότερο βάσιμος όταν ένα πρόσωπο υπήρξε θύμα μιας σειράς μέτρων δυσμενούς μεταχείρισης αυτού του τύπου, και όταν μ’ αυτόν τον τρόπο εμπλέκεται ένα στοιχείο συσσώρευσης λόγων.»

54.          Παρόλο που εντοπίζεται διακριτική μεταχείριση των Gaboye ιδίως ως προς την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία και την κοινωνική ένταξη, καθώς και ότι στη Hargeisa (τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή) τα μέλη τους συχνά υφίστανται παρενόχληση και στιγματισμό, ιδίως σε σχέση με δια-φυλετικούς γάμους, εντούτοις ο Αιτητής δεν προέβαλε προσωπικά περιστατικά τέτοιας έντασης, βαρύτητας και συχνότητας ώστε να τεκμηριώνεται ότι η παραμονή του στη χώρα κατέστη αφόρητη αποκλειστικά λόγω της φυλής του. Ειδικότερα, ο ίδιος ανέφερε κυρίως περιστατικά εκφοβισμού και κοινωνικού αποκλεισμού στο σχολικό και καθημερινό περιβάλλον, πλην όμως ταυτόχρονα προκύπτει από τις ίδιες του τις δηλώσεις ότι είχε πρόσβαση στη σχολική εκπαίδευση, ότι κατόρθωσε να φοιτήσει μέχρι την 4η βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (την οποία διέκοψε αυτοβούλως) καθώς και τρία χρόνια σε θρησκευτικό σχολείο, ότι εργάστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα σε πλυντήριο αυτοκινήτων και ότι η οικογένειά του ήταν οικονομικά ενεργή, αφού η μητέρα του διατηρούσε επιχείρηση πώλησης φρούτων και λαχανικών και διέθετε ακόμη και τεμάχιο γης, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, πωλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η αναχώρησή του από τη χώρα. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα προσωπικά βιώματα που επικαλέστηκε δεν υπερβαίνουν το επίπεδο γενικών διακρίσεων και κοινωνικών δυσχερειών που, αν και υπαρκτές για τα μέλη της ομάδας αυτής, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να καταδείξουν ότι ο ίδιος ο Αιτητής υπέστη μεταχείριση τέτοιας σοβαρότητας που να ισοδυναμεί με δίωξη.

55.          Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

56.          Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στη διοικητική περιφέρεια Woqooyi Galbeed όπου υπάγεται η πόλη Hargeisa τόπος καταγωγής και τελευταίας διαμονής του Αιτητή, σημειώνονται τα ακόλουθα. Η Σομαλιλάνδη αποτελεί μία αποσχισθείσα περιοχή της Σομαλίας, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991[9]. Σε σχέση με της επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[10].

57.          Αναφορικά με την παρουσία της τρομοκρατικής οργάνωσης Al Shabaab στη Σομαλιλάνδη, η έκθεση της EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας για τη Σομαλία που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2025, αναφέρει ότι δεν εντοπίζεται η παρουσία της Al Shabaab στην περιφέρεια της Σομαλιλάνδης, καθώς η επικράτειά της ελέγχεται από τις ένοπλες δυνάμεις της αποσχισθείσας περιφέρειας[11].  

58.          Σύμφωνα με έκθεση του ACLED για τη Σομαλία το Μάρτιο του 2024, μάχες μεταξύ της κυβέρνησης της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής SSC ξέσπασαν από τον Ιανουάριο του 2023 στην περιοχή Cayn, η οποία εντοπίζεται ανάμεσα στις περιφέρειες της Σομαλιλάνδης και του Puntland[12]. Η σύγκρουση ξέσπασε αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν πάνω από δώδεκα διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη δολοφονία ενός μέλους του κόμματος της αντιπολίτευσης στα τέλη Δεκεμβρίου 2022. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτοί οι δύο παράγοντες συμμετείχαν σε στρατιωτικές συγκρούσεις. Αν και η βία έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στη Σομαλιλάνδη, οι εντάσεις συνεχίζουν να είναι υψηλές, καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις της Σομαλιλάνδης παρέμειναν αναπτυγμένες στην περιοχή Cayn. Η δε σύγκρουση δεν δείχνει σημάδια ύφεσης, σε μεγάλο βαθμό λόγω δύο βασικών παραγόντων - των οικονομικών κεφαλαίων και της αναγνώρισης της διοίκησης Σομαλιλάνδης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας - που δεν υπήρχαν κατά τους προηγούμενους γύρους συγκρούσεων[13].

59.          Περαιτέρω, η έκθεση του Insecurity Insight, μίας ανθρωπιστικής ομοσπονδίας με σκοπό  τη στήριξη των οργανισμών βοήθειας,  παροχών υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και προστασίας και άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στη Σομαλιλάνδη το έτος 2023, καταγράφει ότι το Φεβρουάριο του 2023, στην αμφισβητούμενη από Σομαλιλάνδη και Puntland, πόλη Las Anod - πρωτεύουσα της επαρχίας Sool, ξέσπασε βία μεταξύ των πολιτοφυλακών της φυλής Dhulbahante και των ένοπλων δυνάμεων της Σομαλιλάνδης. Σχεδόν 200.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν και αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της βίας[14].

60.          Ειδικότερα, ως προς την Hargeisa, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της EUAA, η οποία δημοσιεύτηκε το 2025, σημειώνονται τα εξής: Η Hargeisa είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης. Η κυβέρνηση στη Hargeisa θεωρεί τη Σομαλιλάνδη ως ανεξάρτητη χώρα, αν και της λείπει η διεθνής αναγνώριση. Η Hargeisa έχει γίνει κέντρο τόσο οικονομικής δραστηριότητας όσο και ανθρωπιστικής ανταπόκρισης, καθιστώντας την
μαγνήτη για αναζητούντες εργασία και πρόσφυγες καθώς και εσωτερικά εκτοπισμένους. Η
Hargeisa θεωρείται μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πόλεις στη Σομαλική χερσόνησο[15].

61.          Προκειμένου να ολοκληρωθεί η εικόνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Hargeisa κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 10.4.2026) καταγράφηκαν στην περιφέρεια Woqooyi Galbeed 72 περιστατικά, (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) από τα οποία προκλήθηκαν 22 θάνατοι. Εξ αυτών, καταγράφηκαν 37 περιστατικά στην πόλη Hargeisa από τα οποία προέκυψαν 2 ανθρώπινες απώλειες.[16] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της περιφέρειας Woqooyi Galbeed ανερχόταν με βάση εκτιμήσεις του 2019 σε 1,744,367 κατοίκους και της Hargeysa σε 1,346,651 κατοίκους.[17]

62.          Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

63.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, βασικού μορφωτικού επιπέδου, ικανός προς εργασία χώρα καταγωγής του και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.

64.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

65.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

66.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].

67.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

68.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

69.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

70.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).

71.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. ;C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

72.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

73.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

74.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Hargeisa (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαπιστώνεται να βρίσκεται σε εξέλιξη ένοπλη σύρραξη. Συνεπώς παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

                                                           

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EASO - Somalia Targeted profiles, Country of Origin Information Report, September 2021, σ. 61-62

https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf ;

EASO - Somalia Key socio-economic indicators Country of Origin Information Report, September 2021, σ. 72-73

https://www.ecoi.net/en/file/local/2060581/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Key_socio_economic_indicators.pdf

 

[2] EASO - Somalia Targeted profiles, Country of Origin Information Report, September 2021, σ. 75-76

https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf ;

EUAA, Country Guidance: Somalia, October 2025, σ. 53-54

https://www.euaa.europa.eu/country-guidance-somalia

 

 

 

 

[3] Britannica - Somalia  

https://www.britannica.com/place/Somalia 

[4] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia Actors, Country of Origin Information, July 2021, σ. 45-50

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_07_EASO_COI_Report_Somalia_Actors.pdf

[5]UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: International Protection Considerations with Regard to People Fleeing Somalia, September 2022, σ. 20-21

https://www.ecoi.net/en/file/local/2078808/6308b1844.pdf 

[6] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Targeted Profiles, September 2021, σ. 61-63
https://www.ecoi.net/en/file/local/2060580/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf 

[7] UNHRC, Situation of human rights in Somalia: Report of the Independent Expert on the situation of human rights in Somalia [A/HRC/45/52], 24 August 2020, παρ. 59

https://www.ecoi.net/en/file/local/2038295/A_HRC_45_52_E.pdf 

[8] AI, Nowhere Else To Go: Forced returns of Somali refugees from Dadaab refugee camp, Kenya [AFR 32/5118/2016], 14 November 2016, Discrimination against Minority Groups, σ. 26

https://www.amnesty.org/en/documents/afr32/5118/2016/en/ 

[9] ΒΒC News, "Somaliland profile", 2.1.2024

 https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069 

[11] EUAA - European Union Agency for Asylum (Author): Somalia: Security Situation, May 2025, σ. 139

https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-security-situation-3 

[13]  ΑCLED, Somalia: Al-Shabaab's Infiltration of a Military Base in Mogadishu and Somaliland's Conflict

1 March 2024

 https://acleddata.com/2024/03/01/situation-update-february-2024-al-shabaabs-infiltration-of-a-military-base-in-mogadishu-and-somalilands-conflict/

[14]  Insecurity Insight, Somalia, Violence Against Healthcare in Conflict, 2023, σ. 3

 https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2024/05/2021-2023-SHCC-Somalia.pdf

[15] EUAA - European Union Agency for Asylum (Author):, Somalia Country Focus, May 2025, σ. 111-114

https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf 

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia (Woqooyi Galbeed - Hargeysa), Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.4.2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο