ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.187/24
27 Απριλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D. J. V. P.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Μ. Μιχαήλ για M. CH. MICHAEL LLC, δικηγόροι για Αιτητή
Κα Λ. Γιάγκου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.08/01/24, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης έννομου αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Δημοκρατία του Κονγκό (Brazzavile), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 15/06/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/06/20 (ερ.3-5, 17-18, 41).
Στις 21/11/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.29-41). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 18/12/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.47-57).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 08/01/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.58, 4).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του γιατί δεν ήταν ασφαλής εκεί, λόγω συμμετοχής του σε διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης, για της οποίες – εξ όσων μπορεί να γίνει αντιληπτό από τα αναγραφόμενα – διώχθηκε ποινικά και όταν απελευθερώθηκε με όρους έφυγε από τη χώρα.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και είχε ως τόπο τελευταίας διαμονής του το Point Noire, είναι άγαμος, άτεκνος, έχει έξι αδερφές και ένα αδερφό και τους γονείς του, οι πλείστοι των οποίων διαβιούν στο Pointe Noire, στην περιφέρεια Kouilou, εκτός από τον αδερφό του και μια από τις αδερφές του, που μένουν στο Brazzaville, με τους οποίους ο αιτητής διατηρεί επικοινωνία. Ο αιτητής ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ομιλεί γαλλικά και lingala και εργαζόταν ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα του ξεκίνησαν διαμαρτυρίες εξαιτίας της εξαθλίωσης και της φτώχειας. Ο πατέρας του, που είναι συνταξιούχος, δεν λαμβάνει την σύνταξή του, είναι άρρωστος και δεν έχουν χρήματα για την θεραπεία του. Στην κατάσταση αυτή βρίσκονται ως ανέφερε, πολλοί συμπολίτες του, και εξαιτίας της κατάστασης αυτής αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν, ειδικά πολίτες στον νότο. Ως περαιτέρω ανέφερε, μέλη της κυβέρνησης, κυρίως από τον βορρά, εκμεταλλεύονται την θέση τους και γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι, η αδικία τους αναστατώνει, αφού μέλη της κυβέρνησης δεν τηρούν τις υποσχέσεις τους, και εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσης και δυσκολιών που αντιμετώπιζαν αποφάσισαν να διαδηλώσουν, ωστόσο η διαμαρτυρία εξελίχθηκε σε εξέγερση, αφού οι αρχές στόχευσαν τους ηγέτες της διαμαρτυρίας. Μετά από έρευνα βρήκαν προσωπικά δεδομένα του αιτητή και τον συνέλαβαν. Ως ανέφερε, οι αρχές τον συνέλαβαν κατά τη διάρκεια της προπόνησης και τον οδήγησαν σε άγνωστο μέρος, όπου τον βασάνισαν και τον τραυμάτισαν σοβαρά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο, και στη συνέχεια τον μετέφεραν σε κρατητήριο μαζί με εγκληματίες και επινόησαν κατά του αιτητή ψευδείς κατηγορίες, μεταξύ των οποίων για διαταραχή της δημοσίας τάξης. Ο αιτητής παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τον Μάρτη του 2019, οπότε και τον άφησαν προσωρινά ελεύθερο. Στις 06/07/19 έλαβε κλήση όπως στις 08/07/19 παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα σχετικά με τις ανωτέρω κατηγορίες και γι’ αυτό το λόγο στις 07/07/19 ο αιτητής αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ως περαιτέρω ανέφερε ο αιτητής, πολλοί από τους φίλους του οι οποίοι συμμετείχαν στη διαμαρτυρία έλαβαν κλήση, παρουσιάστηκαν στο αστυνομικό τμήμα και από τότε αγνοούνται.
Σε σειρά διευκρινιστικών ερωτημάτων ο αιτητής ανέφερε ότι σκοπός της διαμαρτυρίας ήταν να παραπονεθούν την κατάσταση και γι’ αυτό νεαρά άτομα δημιούργησαν το κίνημα με σλόγκαν «RAL BOL» που σημαίνει, ως εξήγησε ο αιτητής, «δεν αντέχουμε άλλο, αρκετά». Διέδωσαν την διεξαγωγή της διαμαρτυρίας και με ομιλητές ξεκίνησε η εκδήλωση φωνάζοντας συνθήματα απαιτώντας τα δικαιώματά τους. Πολύ σύντομα επιστρατεύτηκαν αστυνομικές δυνάμεις για να κατασταλεί η διαμαρτυρία, με αποτέλεσμα η διαμαρτυρία να εξελιχθεί σε μάχη, πολλοί πολίτες συνελήφθησαν, ενώ άλλοι, όπως ο ίδιος, κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι η διαμαρτυρία έγινε κάποιο Σάββατο του Οκτώβρη του 2018 και σε αυτή συμμετείχαν περισσότεροι από 50 πολίτες. Ο σκοπός της διαμαρτυρίας ήταν για να ζητήσουν αλλαγή και να απαιτήσουν σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Κληθείς να δηλώσει σε ποια δικαιώματα αναφέρεται, ο αιτητής αποκρίθηκε πως αναφέρεται στην ανάγκη για αξιοπρεπή ζωή και ισότητα, χωρίς διαφθορά από μέρους των πολιτικών που εκμεταλλεύονται χρήματα από την κυβέρνηση. Ως ανέφερε, στο Brazzaville υπάρχει ένα μόνο πανεπιστήμιο και περιορισμένες ευκαιρίες εργασίας, ειδικά σε δημόσιες υπηρεσίες, όπου απαιτούνται γνωριμίες για να βρει κάποιος εργασία. Αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικό που συνέβη στην αδερφή του το 2020, όπου, αφού προσλήφθηκε σε θέση εργασίας, εν τέλει τη δηλητηρίασαν για να την αντικαταστήσουν.
Κληθείς να αναφέρει τη δική του δράση στην διαμαρτυρία, ανέφερε ότι προσπαθούσε να προσελκύσει κόσμο ενημερώνοντάς το κοινό για τον σκοπό της διαμαρτυρίας και ότι, σε συζητήσεις μεταξύ φίλων, αναφέρονταν στην αδικία που αντιμετωπίζουν στη χώρα και με αυτή την αφορμή οργάνωσαν την διαμαρτυρία.
Κληθείς ο αιτητής να αναφέρει πως κατάφερε να διαφύγει μετά τα επεισόδια δήλωσε ότι όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις της αστυνομίας, οι πολίτες έτρεχαν και κατάφεραν να φύγουν σε παρακείμενους δρόμους. Ο αιτητής επέστρεψε στο σπίτι του όμως δυστυχώς κάποια πρόσωπα δεν πέτυχαν να διαφύγουν και συνελήφθησαν. Στις 20/12/18 συνελήφθη και οδηγήθηκε σε άγνωστη τοποθεσία. Κληθείς να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες για την μέρα που συνελήφθη ο αιτητής ανέφερε ότι βρισκόταν στην προπόνηση και κάποιος τον προσέγγισε, τον ρώτησε αν θυμόταν τί έγινε και του πέρασε χειροπέδες χωρίς να του αναφέρουν τον λόγο. Τον μετέφεραν σε ένα σπίτι και εκεί ο αιτητής είδε φίλους του, οι οποίοι συμμετείχαν στη διαμαρτυρία, και τότε αντιλήφθηκε τον λόγο που συνελήφθη. Στο διάστημα από τον Οκτώβρη 2018 μέχρι τον Δεκέμβριο 2018 δεν του συνέβη κάτι, εκτός το ότι μάθαινε ότι κάποιοι συμμετέχοντες στην διαμαρτυρία συλλαμβάνονταν, χωρίς όμως αυτό να τον ανησυχήσει.
Με ψευδείς κατηγορίες, ήτοι οπλοκατοχή, προπαγάνδα στα κοινωνικά μέσα εναντίον της κυβέρνησης και των αξιωματούχων της, τον μετέφεραν σε κρατητήριο όπου παρέμεινε για 3 μήνες, ήτοι από τις 23/12/18 μέχρι τις 20/03/19, ενώ στην πρώτη τοποθεσία που ήταν κρατούμενος παρέμεινε για 3 μέρες και υπέστη βασανιστήρια. Η οικογένεια του προσέλαβε δικηγόρο ο οποίος τους βοήθησε με τις διαδικασίες και αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος μέχρι την δίκη. Εν τω μεταξύ, ο αιτητής έλαβε κλήση από την αστυνομία για να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα, κάτι που τον παραξένεψε. Καλούμενος να αναφέρει πως, αφού ήταν ελεύθερος με όρους και δεν του επιτρεπόταν η έξοδος από την χώρα, κατάφερε εν τέλει να φύγει, ο αιτητής ανέφερε ότι σ’ αυτό βοήθησε η έλλειψη τεχνολογίας στη χώρα, αφού κατάφερε να περάσει από τα σύνορα, ωστόσο, ως επίσης δήλωσε, στο αεροδρόμιο αντιμετώπισε δυσκολίες. Στις 08/07/19, όταν ο αιτητής δεν παρουσιάστηκε στον αστυνομικό σταθμό, τον αναζήτησαν στο σπίτι του.
Σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα του ο αιτητής ανέφερε ότι θα συλληφθεί και θα υποστεί βασανιστήρια ή ακόμα είναι πιθανό να φυλακιστεί μέχρι το τέλος της ζωής του, αφού, ως εξήγησε, είναι καταζητούμενο πρόσωπο. Κληθείς να αναφέρει τι καθεστώς υπάρχει στην χώρα, ο αιτητής ανέφερε ότι ο πρόεδρος δεν είναι δημοκρατικά εκλεγμένος αλλά έλαβε την εξουσία με την βία για πολλά χρόνια. Κληθείς να αναφέρει γιατί επέλεξε να διαμαρτυρηθεί ενώ θα μπορούσε να παραπονεθεί [στις αρχές], ο αιτητής απάντησε ότι υπάρχει διαφθορά στη χώρα του, επίσης, με την διαμαρτυρία, ο κόσμος θα μάθαινε για το πρόβλημά τους. Ο αιτητής εξήγησε ότι ο δικηγόρος του πέτυχε να αφεθεί ελεύθερος καθότι είχε συλληφθεί με ανεπίσημες διαδικασίες. Ερωτώμενος ο αιτητής αν οι αρχές επίδωσαν κάποιο έγγραφο στο σπίτι του μετά την μη παρουσία του στο δικαστήριο στις 08/07/19, απάντησε αρνητικά και επιπλέον ανέφερε ότι αφού δεν τον βρήκαν ξεκίνησαν να δημιουργούν προβλήματα στην οικογένειά του.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ισχυριζόμενη καταδίωξη του αιτητή από την αστυνομία, λόγω συμμετοχής του σε διαμαρτυρία
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.
Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές πληροφορίες και δεν ήταν σε θέση να εισφέρει συνεκτικές και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τη διαμαρτυρία στην οποία κατ’ ισχυρισμό έλαβε μέρος, ως θα ήταν αναμενόμενο. Εντοπίστηκαν επίσης αντιφάσεις στα λεγόμενα του αιτητή, καθότι αρχικά ανέφερε ότι ήταν αρχηγός ενώ αργότερα υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν αρχηγοί αλλά άτομα που κινούνταν στην πρώτη γραμμή. Ως έλλειψη ευλογοφάνειας και συνεκτικότητας κρίθηκε το ότι δεν ήταν σε θέση ο αιτητής να αναφέρει τη συγκεκριμένη ημερομηνία που πραγματοποιήθηκε η διαμαρτυρία, αναφέροντας γενικά ότι έγινε τον Οκτώβριο 2018, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος είχε δηλώσει, ήταν αυτός που την οργάνωσε. Περαιτέρω κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς την καταδίωξη του από την αστυνομία, το πως ο δικηγόρος του τον βοήθησε και αποφυλακίστηκε μέχρι την δίκη. Αρνητικά αξιολογήθηκε και η αδυναμία του αιτητή να παραθέσει συγκεκριμένα γεγονότα σχετικά με τις κλήσεις που έλαβε, όπως θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο απ’ αυτόν. Εντοπίστηκε περαιτέρω αντίφαση όταν κλήθηκε να εξηγήσει το λόγο που καταδιώκεται από την αστυνομία, αφού αρχικά ανέφερε ότι συνελήφθη με ψευδείς κατηγορίες, επειδή δεν μπορούσαν να τον ενοχοποιήσουν για τη συμμετοχή του στη διαμαρτυρία, ενώ αργότερα άλλαξε την εκδοχή του, υποστηρίζοντας ότι η κλήση του οφείλονταν στη συμμετοχή του στη διαμαρτυρία με τις δηλώσεις του να κρίνονται ασαφείς, χωρίς την απαιτούμενη συνοχή και λεπτομέρεια για την καταδίωξή του από την αστυνομία.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία αξιολογήθηκε έγγραφο που προσκόμισε που κατ’ ισχυρισμό αφορούσε την κλήση που έλαβε από την αστυνομία. Επί τούτου σημειώθηκε ότι δεν αναγράφεται ο λόγος που κλήθηκε από την αστυνομία και – σε κάθε περίπτωση - δεν μπορεί να διαπιστωθεί η αυθεντικότητά του. Ως εκ τούτου και λόγω του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τεκμηριώθηκε ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Point Noire) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς, προωθώντας τελικά μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας κατά την επίδικη διαδικασία.
Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας αυτής, ζητώντας γι’ αυτό απόρριψη της προσφυγής.
Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων
Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με την κατάληξη τους επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς τα όσα ανέφερε επί τούτου περιορίστηκαν, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν λεπτομερώς στα ερ.50-53, σε γενικές δηλώσεις οι οποίες βρίθουν κενών και ασαφειών και εκ των οποίων ελλείπουν εντελώς και σε όλη τους την έκταση συγκεκριμένες – ευλόγως αναμενόμενες - λεπτομέρειες, χρονική και λογική συνέχεια. Σε κανένα δε σημείο της συνέντευξης δεν ήταν σε θέση ο αιτητής να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια σε σχέση με οιονδήποτε από τους ισχυρισμούς του που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό συμμετοχή του σε διαδήλωση, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει – κατ’ ελάχιστο – με ακρίβεια τον χρόνο που έγινε η διαμαρτυρία, συνεπεία της οποίας, ως ισχυρίστηκε, διώχθηκε ποινικά, στη βάση ψευδών κατηγοριών, που ήταν άλλωστε και ο λόγος που έφυγε από τη χώρα καταγωγής. Το όλο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει ουσιώδη κενά, ελλείψεις σε λεπτομέρειες και αντιφάσεις, ως και ανωτέρω καταγράφονται στην παρούσα, στα πλαίσια παράθεσης της επίδικης έκθεσης των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα την συνολική συνοχή και αξιοπιστία των δηλώσεων του. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να προσθέσω στα όσα και πιο πάνω καταγράφω, κατά την παράθεση των ευρημάτων της επίδικης έκθεσης επί του 2ου ισχυρισμού του αιτητή, τα οποία υιοθετώ και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω ισχυρισμού κρίνω σκόπιμο να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), επιβεβαιώνεται η συχνή χρήση βίας από τις δυνάμεις ασφαλείας κατά αντιφρονούντων, πολιτικών αντιπάλων και διαδηλωτών κατά του καθεστώτος, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 1997, ο δε πρόεδρος της χώρας επανεκλέγηκε μόλις προ ενός μηνός, τον Μάρτιο 2026, για 5η συνεχόμενη θητεία, εν μέσω διαμαρτυριών για αθέμιτες εκλογικές πρακτικές. Οι ίδιες πηγές κάνουν λόγο για συχνή κακομεταχείριση κρατουμένων, πολιτικών και άλλων, και κακές συνθήκες κράτησης αλλά και πολιτικά υποκινούμενες διώξεις πολιτών.[1], [2], [3]
Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει αν αμφισβητείται ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής περί της δίωξης του από τις αρχές στη βάση κατασκευασμένων κατηγοριών, λόγω συμμετοχής του σε διαμαρτυρία το 2019 κατά του καθεστώτος συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, ως ανωτέρω καταγράφονται, ως φαινόμενα που απαντώνται στη χώρα καταγωγής. Όμως εν προκειμένω, τα πολλά και σημαντικά κενά που εντοπίζονται στην εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή δεν μπορούν να υπερκερασθούν εκ μόνου το ότι φαινόμενα ως αυτά που αναφέρει ο αιτητής λαμβάνουν χώρα στη Δημοκρατία του Κονγκό, από τη στιγμή που τα όσα ανέφερε στερούνται της απαραίτητης εσωτερικής συνοχής. Άλλωστε, ως και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου, και λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν περαιτέρω στοιχείο ή ισχυρισμός προσκομίσθηκε από τον αιτητή στα πλαίσια της παρούσης, οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, ως υποδείχθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες θεωρώ ορθές, παραμένουν. Σημειώνω ότι ο αιτητής θα μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία προς ενίσχυση των ισχυρισμών του και της αξιοπιστίας του αφηγήματος του στα πλαίσια της παρούσας, όμως ουδέν έπραξε. Αποδοχή λοιπόν των ισχυρισμών του αιτητή θα έβαινε ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση του αφηγήματος του, καθότι τα όσα ανέφερε ομοιάζουν περισσότερο με ένα συνονθύλευμα ασυνάρτητων, αντιφατικών μεταξύ τους και γενικόλογων ισχυρισμών, παρά με μια συνεκτική και πλήρη παράθεση βιώματος του αιτητή.
Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε αξιολόγηση του εγγράφου που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.28).
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών αξιολόγησης εγγράφων θα συμφωνήσω και με τα επί τούτου ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω καταγράφονται, χωρίς να έχω κάτι να προσθέσω, αφού, δεδομένων των ελλείψεων που έχουν εντοπιστεί αναφορικά με την εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή και λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδέν αναφέρεται επί του εγγράφου για τους λόγους που ο αιτητή κλήθηκε, σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, να παραστεί στην αστυνομία, δεν θα μπορούσε – σε κάθε περίπτωση – το έγγραφο αυτό να στοιχειοθετήσει ή τεκμηριώσει το στερούμενο λεπτομερειών αφήγημα του. Ουδεμία λοιπόν βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στο έγγραφο αυτό, τουλάχιστον όχι τέτοια που θα υπερκέραζε τις σοβαρές και πολλές ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί στο σύνολο του αφηγήματος του αιτητή.
Ενόψει λοιπόν των ως άνω θα συμφωνήσω με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της εσωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή.
Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Pointe Noire).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση 17/04/26), στην πόλη Pointe Noir, έχει καταγραφεί 1 περιστατικό ασφαλείας χωρίς θάνατο. Στο σύνολο της επικράτειας της Δημοκρατία του Κονγκό έχουν καταγραφεί για την ως άνω αναφερόμενη περίοδο συνολικά 18 περιστατικά ασφαλείας, με 17 θανάτους. [4] Ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται περί τα 6 ½ εκατομμύρια και της Pointe Noir περί τα 1 ½ εκατομμύρια. [5]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη του ότι το αφήγημα του αιτητή δεν γίνεται αποδεκτό, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [6] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Σημειώνω ότι ο αιτητής είναι άνδρας, νεαρός, 28 ετών, με ικανοποιητική μόρφωση, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και ισχυρό οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στο Καμερούν θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Republic of Congo constitutional court confirms leader Sassou-N’Guesso’s election win and fifth term, https://apnews.com/article/congo-election-president-constitutional-court-nguesso-c432bcb46fab80bdc8852f29f6b8bc6e
[2] Republic of the Congo Report – Freedom in the world 2019, https://freedomhouse.org/country/republic-congo/freedom-world/2019
[3] World Report 2019 - Democratic Republic of Congo, https://www.ecoi.net/en/document/2002166.html
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/04/2026)
[5] Republic of the Congo Population 2026 διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/countries/republic-of-the-congo και https://worldpopulationreview.com/cities/republic-of-the-congo/pointe-noire
[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο