S. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1967/24, 27/4/2026
print
Τίτλος:
S. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1967/24, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1967/24

 

27 Απριλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S. L.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Γ. Βασιλόπουλος, Δικηγόρος για Αιτητή

Κα Μ. Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.17/05/24, η οποία κοινοποιήθηκε στις 21/05/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος  (Αιτητικό Α) και «έκδοση νέας απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Νεπάλ, εισήλθε στη Δημοκρατία νομίμως, ως έχων άδεια εργασίας, στις 09/11/22, αργότερα αποδεσμεύθηκε από τον εργοδότη του και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 26/02/24 (ερ.1-3, 18, 26).  

Στις 20/04/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.19-26). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση (ερ.36-43) και στις 13/05/24 η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε να μην παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του επιδόθηκε στις 21/05/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.44).

Επί της αιτήσεως ασύλου ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι η πολιτική κατάσταση είναι ασταθής και επιθυμεί να μείνει στη Δημοκρατία, ως αναφέρει, για λίγο καιρό, καθώς έχει «πολλά προβλήματα».  

Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι η σύζυγο, το παιδί και οι γονείς του διαμένουν στον τόπο διαμονής του (Nuwakot), διατηρεί επικοινωνία μαζί τους, δεν αντιμετώπισε κάποια δίωξη ή βλάβη και δεν έχει συλληφθεί ή φυλακιστεί στη χώρα καταγωγής του, ήρθε στη Δημοκρατία για να εργαστεί και να φτιάξει ένα καλό μέλλον για τον ίδιο και την οικογένεια του, αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και ο λόγος που υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας 15 μήνες αφότου εισήλθε στη Δημοκρατία είναι γιατί δεν μπορούσε να βρει εργασία και υπέβαλε την επίδικη αίτηση για να εργαστεί νόμιμα. Αν επιστρέψει στο Νεπάλ θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα και θα είναι άνεργος. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι τα όσα κατέγραψε στην επίδικη αίτηση δεν είναι αληθή και ο μόνος λόγος που υπέβαλε την επίδικη αίτηση είναι για να εργαστεί.

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν άπαντες τους ως άνω ισχυρισμούς του αιτητή.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του ως άνω αποδεκτού ισχυρισμού, κατόπιν έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στο Νεπάλ και με δεδομένο το προφίλ του ως έγινε αποδεκτό, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο αιτητής δεν διατρέχει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του.

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του αναφέρει ότι ο αιτητής δεν κηρύχθηκε πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης επιστροφής ως παρανόμως διαμένοντας και δεν ήταν τέτοιος, δεδομένου ότι διατηρεί το δικαίωμα παραμονής του στη Δημοκρατία μέχρι και ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας και γι’ αυτό η απόφαση επιστροφής πάσχει ακυρότητας. Περαιτέρω σημειώνει ότι την εξουσία έκδοσης απόφασης επί αιτήσεων ως η εδώ επίδικη έχει ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με το αρ.2 του Νόμου. Η εξουσία αυτή, παρότι γίνεται δεκτό από τον συνήγορο ότι μπορεί να εκχωρηθεί σε λειτουργό της Υπηρεσίας, αυτό δε μπορεί να γίνει νομίμως όταν και κατά τον χρόνο που υπάρχει πρόσωπο που ασκεί τα καθήκοντα του προϊσταμένου στην Υπηρεσία. Εδώ, ως σημειώνει, το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη προϊσταμένου έφυγε από την Υπηρεσία στις 08/12/22 (όταν έληξε η περίοδος απόσπασης της εκεί) και έκτοτε «δεν έχει οριστεί άλλο πρόσωπο για να ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου» και δια τούτο – στην απουσία Προϊσταμένου – οιαδήποτε εξουσιοδότηση υπήρχε έπαυσε να ισχύει από τον χρόνο που έπαυσε να υφίσταται πρόσωπο που ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να είναι άκυρη για τον λόγο αυτό. Περαιτέρω, ως εισηγείται, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει δε να γίνει δεκτό ότι η εξουσιοδότηση προς την εδώ λαμβάνουσα την επίδικη απόφαση (ερ.43) δεν περιλαμβάνει εξουσία έκδοσης απόφασης επιστροφής, η οποία και λαμβάνεται (ως ορίζεται στο αρ.13 του Νόμου) με βάση το ΚΕΦ.105. Τέλος – ως εισηγείται – αν η απόφαση επιστροφής ήθελε κριθεί άκυρη, τότε θα πρέπει, δεδομένου ότι, ως στο αρ.13 (2) (δ) αναφέρεται, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, να συμπαρασύρει σε ακυρότητα το σύνολο της επίδικης απόφασης.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη και κατ’ ουσία ορθή, λήφθηκε αρμοδίως, αφού, ως εισηγήθηκαν, η λειτουργός που έλαβε την επίδικη απόφαση έπραξε αρμοδίως, σύμφωνα με σχετική εξουσιοδότηση (ερ.35), εκ της οποίας της δόθηκε η εξουσία να αποφασίζει επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας αλλά και η λήψη αποφάσεων επιστροφής, ως εν προκειμένω. Περαιτέρω, ως αναφέρουν, η απόφαση επιστροφής ορθώς, νομίμως και σε πλήρη σύμπνοια με το ενωσιακό δίκαιο έχει εκδοθεί, δεδομένου του ανασταλτικού αποτελέσματος που έχει επί της απόφασης αυτής η καταχώρηση της παρούσης προσφυγής και, σε κάθε περίπτωση, τυχόν ακυρότητα της απόφασης επιστροφής δεν καθιστά ακυρωτέα και την επίδικη απόφαση επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Επί των ως άνω παραθέτουν σχετική νομολογία και νομοθεσία.

Επί της εξουσιοδότησης προς τη λαμβάνουσα την επίδικη απόφαση λειτουργό (ερ.35) και του κατά πόσο σ’ αυτή περιλαμβάνεται η εξουσία έκδοσης απόφασης σημειώνω ότι δια του ερ.35 η λειτουργός εξουσιοδοτείται προκειμένου «να ασκεί όλες τις εξουσίες […] του Προϊσταμένου, περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας και αποφάσεων επιστροφών».

Στο αρ.2 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, αναφέρεται ότι «“αρμόδιος λειτουργός” σημαίνει λειτουργό ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου και έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και συμπληρωματικής προστασίας· […] "Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·[…..] "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών·».

Το δε αρ.13 (2) (δ) του Νόμου προνοεί ότι «[ο] Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του […] να απορρίψει την αίτηση και, σε περίπτωση που αυτό εφαρμόζεται, να εκδώσει απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή διάταγμα απέλασης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου».

Με δεδομένο ότι προνοείται ρητά εκ του νόμου η σχετική δυνατότητα του Υπουργού να εξουσιοδοτεί οιονδήποτε αρμόδιο λειτουργό να εξασκεί τα καθήκοντα του προϊσταμένου (ως έγινε εν προκειμένω), στα οποία περιλαμβάνεται και η έκδοση απόφασης επιστροφής  «δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου», καταλήγω ότι η εξουσιοδότηση (ερ.35) προς τη λαμβάνουσα την προσβαλλόμενη απόφαση, περιλαμβανομένης της απόφασης επιστροφής, είναι απολύτως σύννομη.

Σε σχέση με το κατά πόσο η απόφαση επιστροφής πάσχει ακυρότητας εκ του ότι κατά τον χρόνο που αυτή εξεδόθη ο αιτητής, δεδομένων των προνοιών του αρ.8 του Νόμου, διατηρούσε δικαίωμα παραμονής, το οποίο δεδομένης της καταχώρησης της παρούσης, εκτείνεται μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο, σημειώνω ότι, στην απόφαση του στη C-181/16, Gnadi, ημ.19/06/18, επί πανομοιότυπου ζητήματος, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) κατέληξε στα εξής:

«Η οδηγία 2008/115/ΕΚ […], σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την οδηγία 2005/85/ΕΚ […], σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, και με γνώμονα την αρχή της μη επαναπροωθήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, που κατοχυρώνονται με το άρθρο 18, το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, ήδη από της εκ μέρους της υπεύθυνης αρχής απορρίψεως της αιτήσεως αυτής ή μαζί με αυτήν στο πλαίσιο της ιδίας διοικητικής πράξεως και, ως εκ τούτου, πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει την αναστολή του συνόλου των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως επιστροφής εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής αυτής, ότι ο αιτών αυτός δύναται, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της οδηγίας 2003/9/ΕΚ […], σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, και να προβάλει οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής περί επιστροφής και η οποία δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου […].»

Δεν αμφισβητείται βεβαίως ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται της εξουσίας να εξετάσει εξ υπαρχής και επί της ουσίας της την προσβαλλόμενη απόφαση, περιλαμβανομένης της απόφασης επιστροφής, στα πλαίσια της οποίας, ως προνοείται ρητώς από το αρ.11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (73(I)/2018) και έχει επιβεβαιωθεί στην Janelidze ν. Δημοκρατίας, E.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.17/21, 21/09/21 και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.43/2021, Mondeke v. Δημοκρατίας, ημ.20/01/22.

Ενόψει των ως άνω δεν αποδέχομαι ότι εν προκειμένω, δια της εκδόσεως της επίδικης απόφασης επιστροφής, ο λειτουργός που την έλαβε ενέργησε εκτός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.35) και περαιτέρω ότι η έκδοση της κατά τον τότε χρόνο, δεδομένου ότι αυτή ανεστάλη, σύμφωνα με τις εκ του αρ.8 (1) (α) του Νόμου πρόνοιες, ήταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο πρόωρη ή παράνομη, το δε αρ.13 (2) (δ) του Νόμου προνοεί ρητώς ότι η εξουσία τούτη παρέχεται στον Προϊστάμενο και συνεπώς στον λειτουργό που ασκεί, εδώ με βάση την εξουσιοδότηση ερ.35, τις εξουσίες του Προϊσταμένου.

Αναφορικά τέλος με την τρίτη πτυχή των ισχυρισμών περί αναρμοδιότητας, στη βάση του ότι δεν φαίνεται να έχει διοριστεί μετά τη λήξη της απόσπασης της λειτουργού με πράξη που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ.5272, ημ.16/04/20, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως - ακόμα και αν όσα αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή περί του ότι δεν έχει διοριστεί πρόσωπο στη θέση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας γίνουν δεκτά - θα μπορούσε κάτι τέτοιο να επιδράσει στο κύρος της εξουσιοδότησης στη λαμβάνουσα την επίδικη απόφαση (η οποία έχει κριθεί ισχυρή, ως ανωτέρω εξηγείται), δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε από πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε δεόντως να ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου και ενήργησε δεόντως εντός των πλαισίων αυτής. Το κατά πόσο δε, κατά τον χρόνο που ο εν λόγω λειτουργός ενήργησε ως ανωτέρω, υπήρχε ή όχι πρόσωπο διορισμένο στη θέση του Προϊσταμένου ουδόλως μπορεί να επενεργήσει στο κύρος της απόφασης που έλαβε. Είναι άλλωστε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου ως θεσμού που εκχωρούνται εδώ στη λαμβάνουσα την επίδικη απόφαση και αυτά ουδόλως συναρτώνται με το εκάστοτε πρόσωπο που κατέχει την θέση αυτή κατά τον τότε χρόνο.

Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Α.Ε. 47/2014, Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης v. Παναγή κ.α, ημ.25/02/21, λέχθηκαν τα εξής:

«Δεν αμφισβητείται το θεσμικά συνεχές ενός διοικητικού οργάνου. Διαφορετική είναι η έννοια του «οργάνου» από αυτήν του «φορέα του οργάνου».  Όπως αναφέρεται στο Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄, Δαγτόγλου, 1977, σελ. 211-212, και υιοθετήθηκε πρόσφατα στην Χατζηγεωργίου ν. Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ΑΕ 37/14, ημερ. 6.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:C336 […] «Όργανο, υπό νομική έννοια, είναι η οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων. Από το όργανο πρέπει να διακρίνουμε σαφώς τον φορέα του οργάνου. Ενώ το όργανο είναι μια οργανωτική μονάδα, ο φορεύς του οργάνου πάντοτε φυσικό πρόσωπο. το πρώτο είναι απρόσωπο και συνεχές, ενώ ο δεύτερος είναι προσωπικός, συγκεκριμένος και κατ’ ανάγκην, χρονικώς περιορισμένος.».» 

Εκ των ως άνω επιβεβαιώνεται θεωρώ ότι, δεδομένου του απρόσωπου και συνεχούς του διοικητικού οργάνου, εν προκειμένου του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας, το κατά πόσο σε συγκεκριμένο χρόνο, εδώ της λήψης της επίδικης απόφασης, υφίστατο ή όχι διορισμένος φορέας του οργάνου αυτού, ήτοι αν υπήρχε ή όχι πρόσωπο που ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας, ουδόλως μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να επηρεάσει το κατά πόσο μέρος των εξουσιών αυτών είχαν εκχωρηθεί σε άλλους λειτουργούς ή αν αυτοί είχαν εξουσιοδοτηθεί, ως εν προκειμένω η λαμβάνουσα την επίδικη απόφαση λειτουργός, να ασκούν (βλ. ερ.35), «όλες τις εξουσίες […] του Προϊσταμένου, περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας και αποφάσεων επιστροφών».

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου άπαντες οι ισχυρισμοί περί αναρμοδιότητας του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού απορρίπτονται. Δεδομένου δε του ότι δεν έχω εντοπίσει παθογένεια στην απόφαση επιστροφής παρέλκει βεβαίως η εξέταση του κατά πόσο τυχόν ακυρότητα συμπαρασύρει και την απόφαση απόρριψης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας.

Επί της ουσίας των ενώπιον μου στοιχείων δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά.

Δεδομένης της αμιγώς οικονομικής φύσης των ισχυρισμών του ο αιτητής, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, είναι αναμφισβήτητα οικονομικός μετανάστης. Ως και στο Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ στην παρ.62, λέγεται, «[μ]ετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Σημειώνω καταληκτικά ότι το Νεπάλ έχει καθοριστεί στην Κ.Δ.Π. 145/2025, που εκδόθηκε δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου και ουδέν αναφέρθηκε, εκ του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση του αρ.12Βτρις (6).

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο