ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Αρ. Υπόθεσης: 2239/25
30 Απριλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ ΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.S.G.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Ελ. Ταβλαρίδη (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Θ. Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται:
Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απορριπτική των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 23/06/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 20/08/2025, δια της οποίας οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν το αίτημά του για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή εξέδωσαν απόφαση επιστροφής είναι άκυρη και/ή στερείται οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή υπόκειται σε τροποποίηση ώστε να δοθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή διαταγή το Δικαστήριο κρίνει ορθό και/ή εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Γ. Έξοδα.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν εκτεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά Παραρτήματα, ενώ σήμερα κατατέθηκε και ο σχετικός διοικητικός φάκελος.
Ο Αιτητής, δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του, προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τη μη δέουσα έρευνα και την παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής εμπίπτει στο άρθρο 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, και πως η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει από ουσιώδης πλημμέλειες, καθώς δεν είναι επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένη. Υποστηρίζει επίσης πως η απόφαση παραβιάζει τις διατάξεις του Περί Προσφύγων Νόμου, τη Σύμβαση της Γενεύης, το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ καθώς και την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, μέσω της αγόρευσής τους, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Απορρίπτουν όλους τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, υποστηρίζοντας ότι ενήργησαν ορθά, νόμιμα και καλόπιστα υπό τις περιστάσεις, επισημαίνοντας ότι αποφάσεις που λαμβάνονται καλόπιστα δεν δύνανται να ακυρωθούν από το Δικαστήριο.
Κατά την απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής, διά της συνηγόρου του, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του και προβάλλει ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν προέβη σε πλήρη, επαρκή και εξατομικευμένη έρευνα της υπόθεσής του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει τα άρθρα 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι δύναται να υπαχθεί στο καθεστώς διεθνούς προστασίας, και δη στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου, καθότι πάσχει από σοβαρή ασθένεια (αναιμία). Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω της ανεπάρκειας του εκεί ιατροφαρμακευτικού συστήματος, όπως υποστηρίζει η συνήγορός του.
Καταρχάς, παρατηρώ ότι στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, οι πλείστοι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία, δεδομένου ότι ελλείπει η οποιαδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και η οποιαδήποτε επί της ουσίας τεκμηρίωση και διασαφήνιση του θεμελίου επί του οποίου οι εν λόγω ισχυρισμοί στηρίζονται, ενώ γίνεται αναφορά μόνο στη νομολογία και ουδόλως στα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που πλαισιώνουν την επίδικη υπόθεση.
Έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής κατά την συνέντευξη του, τα πρακτικά της οποίας είναι κατατεθειμένα ως (ερυθρά 50 - 36 του διοικητικού φακέλου) και παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθά διαμόρφωσε τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.
2) Ο θάνατος της μητέρας του Αιτητή και η διαβίωση του με την οικογένεια του θείου του.
3) Η κακομεταχείριση του Αιτητή από τη σύζυγο του θείου του.
Με παραπομπές στις δηλώσεις του Αιτητή και αναφορές σε διαδικτυακές πηγές, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό το πρώτο ουσιώδες περιστατικό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστο στο σύνολό του (ερυθρά 108 - 107 του διοικητικού φακέλου).
Αντιθέτως, ούτε το δεύτερο ούτε το τρίτο ουσιώδες περιστατικό έγιναν αποδεκτά. Ως προς το δεύτερο περιστατικό, οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσιάζουν έλλειψη ικανοποιητικών πληροφοριών και έλλειψη συνοχής και συνέπειας. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με τον θάνατο της μητέρας του, δίνοντας αόριστες απαντήσεις, όπως ότι έπασχε από «αρτηριακή πίεση». Όταν ερωτήθηκε σχετικά με τα συμπτώματα που παρουσίαζε, αρκέστηκε να ισχυριστεί ότι παρουσίαζε χαμηλή αρτηριακή πίεση, ενώ όταν ερωτήθηκε εάν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ανέφερε ότι της έδιναν «FANTA» με αλάτι.
Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει ικανοποιητικά τα συναισθήματα που βίωσε για τον θάνατο της μητέρας του. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η μητέρα του ήταν το μοναδικό άτομο που τον φρόντιζε και τον στήριζε οικονομικά, θα αναμενόταν να εκφράσει εκτενέστερα τα συναισθήματά του. Ωστόσο, από τις αναφορές του απουσιάζει η βαθύτερη αίσθηση πόνου, απόγνωσης και θλίψης που ευλόγως αναμένεται να βιώνει ένα άτομο στην εν λόγω κατάσταση.
Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με τον θείο του, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ανέλαβε τη φροντίδα του μετά τον θάνατο της μητέρας του, ούτε κατάφερε να δώσει επαρκή εξωτερική περιγραφή, όπως ευλόγως θα αναμενόταν, εφόσον γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός ότι διέμενε μαζί του για εύλογο χρονικό διάστημα. Όταν του ζητήθηκε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα παιδιά του θείου του, ανέφερε τον αριθμό και τις ηλικίες τους, χωρίς να δώσει περαιτέρω στοιχεία, ενώ αδυνατούσε να αναφερθεί στη σχέση του μαζί τους πέραν της ηλικίας τους.
Επίσης ο λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες και περιγραφές ούτε για την οικία όπου διέμενε με την οικογένεια του θείου του, πέραν της περιοχής (κοινότητα Matete) και ότι διέθετε τρία υπνοδωμάτια. Κληθείς να περιγράψει μια ημέρα στην οικία του θείου του, ισχυρίστηκε ότι η ατμόσφαιρα δεν ήταν καλή, ότι η σύζυγος του θείου του τον πρόσβαλε και ότι εκείνος αναλάμβανε όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, η εγγραφή θανάτου αποτελεί νομική υποχρέωση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με προθεσμία τριάντα (30) ημερών και χωρίς χρέωση. Η εγγραφή πραγματοποιείται μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του Υπουργείου Εσωτερικών και του Ληξιαρχείου, και εκδίδεται πιστοποιητικό θανάτου. Το εν λόγω πιστοποιητικό κρίνεται απαραίτητο για ζητήματα κληρονομιάς και για την παροχή κοινωνικής αρωγής. Ωστόσο, ο Αιτητής δεν προσκόμισε το πιστοποιητικό θανάτου της μητέρας του. Ως εκ τούτου, το άνω ουσιώδες περιστατικό δεν έγινε αποδεκτό.
Ως προς το τρίτο περιστατικό, σημειώνεται πως ο θάνατος της μητέρας του Αιτητή και η διαβίωση του με την οικογένεια του θείου του, ισχυρισμοί οι οποίοι συνδέονται άμεσα με την κακομεταχείριση του από την σύζυγο του θείου του, δεν έγιναν αποδεκτοί κατά την ανάλυση του ουσιώδες περιστατικού 2. Ομοίως δεν έγινε αποδεκτό το ουσιώδες περιστατικό 3 όπως εκτενώς καταγράφεται στα ερυθρά 103 - 100 του διοικητικού φακέλου.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδες περιστατικού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πως σύμφωνα με την έκθεση του Αμερικάνικου μη κερδοσκοπικού οργανισμού Freedom House, για το 2022, η σεξουαλική και ενδοοικογενειακή βία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ήταν «σύνηθες» ενώ η ετήσια έκθεση του Αμερικάνικου Department of State για το 2022, αναφέρει ότι ο βιασμός ήταν «σύνηθες» και η σεξουαλική παρενόχληση παρατηρήθηκε σε όλη τη χώρα. Συμπληρωματικά, σε άρθρο του 2023, τα UN Women, αναφέρει ότι το 52% των γυναικών στη χώρα επέζησαν από ενδοοικογενειακή βία ενώ το 39% αναφέρει ότι έχει απειληθεί ή υπέστησαν βλάβη. Ωστόσο ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ικανοποιητικές πληροφορίες όσο αφορά την κακομεταχείριση του από τη σύζυγο του θείου του, αλλά ούτε και για την ίδια την σύζυγο του θείου του, η οποία ήταν ο φορέας δίωξης του. Ως εκ τούτου, το άνω ουσιώδες περιστατικό δεν έγινε αποδεκτό (ερυθρά 107-100 του διοικητικού φακέλου).
Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του ουσιώδους περιστατικού που έγινε αποδεκτό, ήτοι την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο τελευταίος να υποβαλλόταν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης η σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Κινσάσα.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό και ειδικότερα στην πόλη Κινσάσα, ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εκχωρηθεί στον Αιτητή ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν.158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371, ημερομηνίας 25/6/99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής δεν προσκόμισε επιπρόσθετη μαρτυρία ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η Αίτηση και ούτε ανέφερε ενώπιον μου οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα. Τονίζω δε, ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (βλ. άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).
Επιπρόσθετα, το ζήτημα υγείας που ανέφερε η συνήγορος του Αιτητή δεν συνδέθηκε νομικά με οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η προφορική αναφορά της συνηγόρου του Αιτητή σε πηγές πληροφόρησης για τις ελλείψεις ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στη χώρα καταγωγής του Αιτητή δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, αφού δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ως προβλέπεται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς του παρόντος Δικαστηρίου. Η δε προσαγωγή μαρτυρίας μέσω προφορικών αγορεύσεων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. συναφώς παρ. 37-39 του Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ και υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, έχω προβεί κατά την προετοιμασία της υπόθεσης σε επικαιροποιημένη κατάσταση ασφαλείας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Εκ της συγκεκριμένης έρευνας προέκυψε ότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της χώρας, καθώς εκεί υπάρχουν ένοπλες ομάδες που προκαλούν διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στο ανατολικό Κονγκό που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.[1]
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της αυστριακής ACCORD που δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου 2024 και αφορά όλο το έτος 2023, γίνεται αναφορά στα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στην Kinshasa. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν 132 περιστατικά στα οποία σκοτώθηκαν 71 άνθρωποι. Οι ακόλουθες τοποθεσίες ήταν μεταξύ των πληγεισών: Bita, Dumi, Iye, Kinshasa, Kinshasa – Camp Luka, Kinshasa - Gombe, Kinshasa - Kalamu, Kinshasa -Kimbanseke, Kinshasa - Limete, Kinshasa - Lingwala, Kinshasa - Maluku, Kinshasa - Masina, Kinshasa – Ndjili Airport, Kinshasa - Ngaliema, Matadi Mayo, Mbankana, Mbete, Menkao, Mongata, Yuo.[2] Αναλύοντας τα κατωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν περαιτέρω έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην Κινσάσα, οι εξωτερικές πηγές ενισχύουν το συμπέρασμα περί του ασφαλούς της εν λόγω περιοχής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED («Armed Conflict Location and Event Data Project») για το διάστημα από 20/04/2025 έως 20/04/2026, καταγράφηκαν στην Κινσάσα 152 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 52 ανθρώπων.[3] Δεδομένου ότι ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 17,032,322[4] καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (52 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τέτοια επίπεδα που σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής μπορεί να χαρακτηρίσει την επικρατούσα κατάσταση ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ’ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
(Υπ.) ……………………………
Μ. Παπαντωνίου, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/μη
[1] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security (ημερ. Τελευταίας πρόσβασης 20/04/2026)
[2] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Democratic Republic of Congo, year 2023: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 8 April 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2107097/2023yDemocraticRepublicofCongo_en.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 20/04/2026)
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 20/04/2025 - 20/04/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles / Violence against civilians / Riots / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ: Congo - Kinshasa) (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 20/04/2026).
[4] World Population, Congo, Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 20/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο