ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.27/23
23 Απρίλιου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Κ. Β. Μ. Ν.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κος Μ. Αμπελώμο, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 21/12/22 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων τον Δεκέμβριο του 2020 και υπέβαλε την εδώ επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/12/20 (ερ.3-5, 15-16, 62).
Στις 29/06/22 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.48-62). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 14/10/22 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.113-125). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στα αγγλικά και μεταφράστηκε στα γαλλικά, τα οποία κατανοεί, στις 21/12/22 (ερ.136).
Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει ο αιτητής είναι ότι ενίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση γιατί «υπάρχουν πολιτικά προβλήματα στη χώρα [του] και για τον σεξουαλικό προσανατολισμό [του]».
Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος και αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα του λόγω του ότι διώκεται και βασανίστηκε από τους Ambazonians.
Στην επίδικη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε στη Douala (με μικρά διαστήματα λίγων μηνών στην Kumba και τη Yaounde), είναι άγαμος, άτεκνος, η μητέρα, ο αδελφός και δύο αδελφές του διαμένουν – ορισμένοι εξ αυτών - στη Douala, ο αιτητής διατηρεί συχνή επικοινωνία με την μητέρα του, είναι απόφοιτος πανεπιστημίου σε κλάδο της βιολογίας και εργαζόταν (εκπαίδευση, internship) στο γενικό νοσοκομείο της Douala μεταξύ 2015-2018.
Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής ανέφερε ότι είναι δύο. Ο πρώτος αφορά στην συμμετοχή του ιδίου και της μητέρας του σε τμήματα του κόμματος Rassemblement Democratique du Peuple Camerounais (RDPC). Όπως ισχυρίστηκε, η μητέρα του ήταν πρόεδρος του γυναικείου τμήματος του RDPC της Douala για 5 – 7 χρόνια, συντονίζοντας τα διάφορα τμήματα, βοηθώντας άλλους ανθρώπους και επισκεπτόμενη ορφανοτροφεία. Επειδή, ως ανέφερε, ήταν η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε άνδρες, αυτό δημιούργησε αντιζηλίες. Ως εκ τούτου, σε κάποιες από τις συναντήσεις του κόμματος, διάφοροι άνθρωποι, μέλη και μη, εξύβριζαν και απειλούσαν (προφορικά) την μητέρα του, κατηγορώντας την ότι δεν εργάζεται για το συμφέρον του κόμματος αλλά το δικό της, ενώ προσπαθούσαν επίσης να σαμποτάρουν, ως εξήγησε, τις δραστηριότητες της. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι δεν υπήρξε ποτέ σωματική απειλή ενάντια στην μητέρα του, όμως υπήρχαν «πισώπλατες μαχαιριές» (backstabbing) και παρεμπόδιση των ενεργειών της στο κόμμα. Ο ίδιος, ως ανέφερε, ήταν βοηθός ταμίας στο αντίστοιχο τμήμα της νεολαίας του εν λόγω κόμματος και όσοι ήθελαν να βλάψουν την μητέρα του έλεγαν ότι θα έχει προβλήματα και ότι θα τον έβλαπταν. Σε κάποια συνάντηση δέχθηκε κτύπημα που του προκάλεσε πονοκεφάλους και προβλήματα όρασης. Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του παραιτήθηκε το 2017 από το κόμμα όσοι δεν τους ήθελαν, συνέχιζαν να μιλούν πίσω από την πλάτη τους και παρεμπόδιζαν τον ίδιο να βρει εργασία και γι’ αυτό η μητέρα του διατηρούσε «χαμηλό προφίλ» και προσπαθούσε να πωλήσει την περιουσία της για να φύγει ο αιτητής από τη χώρα.
Ως προς τον δεύτερο που έφυγε από το Καμερούν ο αιτητής ανέφερε ότι αφορά στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ως ομοφυλόφιλος. Ισχυρίστηκε ότι συνειδητοποίησε πως ήταν ομοφυλόφιλος όταν φοιτούσε στο πανεπιστήμιο καθότι, βοηθώντας άλλους φοιτητές με τις εργασίες τους, είχε προσέξει πως έδινε περισσότερη σημασία και χρόνο στους άνδρες φοιτητές, παρά στις γυναίκες. Περαιτέρω, όταν τον προσέγγιζαν γυναίκες σε πάρτι, δεν ένιωθε κάτι ιδιαίτερο, ενώ με τους άνδρες ένιωθε ότι μπορούσε να ήταν μαζί τους όλη τη νύχτα και ένιωθε άνετα. Δεν ένιωθε τίποτε περισσότερο για τις γυναίκες πέραν από το να τους προσφέρει κάποια βοήθεια. Ακόμη, όταν η οικογένεια του πατέρα του είχε προτείνει στον αιτητή να παντρευτεί αυτός δεν ένιωθε άνετα με αυτή την προοπτική και δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να προχωρήσει. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι προσδιορίζεται ως άτομο που νιώθει άνετα με άνδρες και δήλωσε ότι θα μπορούσε να ζήσει «με κάποιον άνδρα και να κτίσει ένα μέλλον μαζί του».
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς του γνώριζαν ότι είναι ομοφυλόφιλος και τον στήριζαν, εξ ου και είχαν προβλήματα με τις οικογένειες τους, οι οποίες τους επιτίθονταν λεκτικά, κατέστρεψαν το σπίτι τους στο Bare και «έστρεψαν το χωριό και την εκκλησία εναντίον [τους]», κάποιοι δε από τους φίλους του τον εγκατέλειψαν εξαιτίας αυτού. Ο ίδιος γνωρίζει άλλους ομοφυλόφιλους στο Καμερούν και – σε ακόλουθες ερωτήσεις – ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η εξεύρεση συντρόφου γίνεται από φήμες που διαδίδονται για άτομα (‘hearsay’), ενώ επισκέπτεται νυχτερινά κέντρα διασκέδασης όπου συχνάζουν μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ όμως, λόγω του ότι – ως ανέφερε – άτομα ΛΟΑΤΚΙ ξυλοκοπούνται καθημερινά, ο ίδιος δεν έβγαινε συχνά επειδή φοβόταν μην πάθει και ο ίδιος κάτι τέτοιο.
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δεν θα ήθελε να μετακομίσει σε άλλο μέρος της χώρας, επειδή «οι άνθρωποι κάνουν πολλές ερωτήσεις» και, όταν δεν συμπαθήσουν κάποιον σαν τον ίδιο (“they don’t like people like me”), θα έχει προβλήματα.
Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:
1. Αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Carte de Cotisation de l’Organisation des Femmes du Rassemblement Démocratique du Peuple Camerounais de Ruth Londjou », εκδομένη CPDM στις 05/12/14 (ερ.43-47)
2. Αντίγραφο αφίσας «Concession Feu Papa Mengaptche Zacharie Pas de Maisons ni Terrain a Vendre Conseil Familial » (ερ.41-42)
3. Aντίγραφο του Comite de base OJRDPC de Nylon – bis, Lieu de Reunion : Douala – nylon – Brazzaville, ημ.29/02/16 (ερ.41)
4. Αντίγραφα φωτογραφιών, χωρίς ημερομηνία , χωρίς να προσδιορίζεται ποιος τις τράβηξε (ερ.30-39)
Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ο αιτητής και η μητέρα του αντιμετώπισαν απειλές λόγω του ότι ήταν μέλη του κόμματος RDPC
3. Ο αιτητής έφυγε από το Καμερούν λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού
Ο 1ος εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός, ο δε 2ος και 3ος απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι.
Σε σχέση με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής, παρόλο που ήταν σε θέση να παραθέσει βασικές πληροφορίες για το κόμμα RDPC και ήταν λεπτομερής ως προς τον ρόλο της μητέρας του, εντούτοις δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες ως προς τον δικό του ρόλο, δεν προσδιόρισε με εύλογη ακρίβεια τις προσβολές που λάμβαναν καθώς και τα άτομα που τους εξύβριζαν, ενώ – ως σημείωσαν οι καθ’ ων η αίτηση - οι απειλές που λάμβαναν ήταν λεκτικές, όχι σωματικές. Σε έρευνα που έγινε σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του RDPC και οι διεφθαρμένες πρακτικές του όμως – σε σχέση με τα ερ.43-47 – κρίθηκε ότι, παρότι τα έγγραφα αυτά φαίνεται να είναι κάρτα μέλους της Ruth Londjou δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί η σχέση του αιτητή μ’ αυτήν (η οποία – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου – είναι η μητέρα του), εφόσον, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει πιστοποιητικό γέννησης ή άλλο σχετικό που να αποδεικνύει τη σχέση του με την εν λόγω γυναίκα. Περαιτέρω, ως προς το ερ.41, δεν κατέστη δυνατό να πιστοποιηθούν οι υπογραφές. Υπό το φως των ως άνω ευρημάτων κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί η ιδιότητα μέλους του ιδίου στο κόμμα RDPC.
Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, κατ’ εφαρμογή του μοντέλου DSSH, οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν ως μη ικανοποιητικές τις απαντήσεις του αιτητή στις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί σχετικά επειδή – ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση – ο αιτητής δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως ομοφυλόφιλος, δεν παρείχε λεπτομέρειες ως προς τα αισθήματα του με τους άνδρες, εξέφρασε ότι δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο ήθελε να παντρευτεί και δεν έδωσε λεπτομερή περιγραφή του συντρόφου του στη Δημοκρατία και τα σωματικά χαρακτηριστικά του. Συνεπώς, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να εκφράσει οικεία και βαθιά συναισθήματα απέναντι στα άτομα από τα οποία έλκεται και ούτε να περιγράψει επαρκώς τα αισθήματα ντροπής και στίγματος, εφόσον - πλην κάποιων φίλων του, οι οποίοι τον εγκατέλειψαν – δεν ήταν σε θέση τελικά να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες επί τούτου, οι δε γονείς του, ως ανέφερε, ήταν υποστηρικτικοί. Περαιτέρω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι δεν διευκρίνισε τους λόγους που το είπε στον πατέρα του, πώς του το είπε και ούτε παρείχε λεπτομέρειες ως προς την συζήτηση που είχε με τους γονείς του επί του εν λόγω ζητήματος και – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου - δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη εκ του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού εντοπίστηκαν διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) που επιβεβαιώνουν ότι η ομοφυλοφιλίας ποινικοποιείται, όπως και φαινόμενα βίας ενάντια σε άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και παραβιάσεις των ανθρωπίνων τους δικαιωμάτων. Εντούτοις, εξαιτίας της ελλείψεως εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Douala), σε συνάρτηση και με το προφίλ του, ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και συνεπώς η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Στα πλαίσια των γραπτών του αγορεύσεων όσο και προφορικά στις διευκρινήσεις, ουδέν πρόσθεσε επί των ισχυρισμών του ο αιτητής, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει κατά την επίδικη αίτηση, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την μετάφραση και ότι εκ τούτου δεν ανέφερε ότι διατηρούσε «σχέση με κάποιον και, όπως συμβαίνει με όλες τις σχέσεις, κάποτε δουλεύει κάποτε δεν δουλεύει». Αργότερα στη διαδικασία ο αιτητής προσκόμισε πλήθος εγγράφων. Κατόπιν μελέτης τους από το Δικαστήριο όσο και από τους καθ’ ων η αίτηση διαπιστώθηκε ότι πολλά εξ’ αυτών περιέχονται στον ΔΦ και τελικά κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 – 14, με τη σύμφωνη γνώμη των καθ’ ων η αίτηση. Επί των εγγράφων αυτών θα επανέλθω πιο κάτω.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι εύλογα και ορθά. Αναφορικά με τα τεκμήρια και ισχυρισμούς του καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της παρούσης εισηγήθηκαν ότι αυτά δεν τεκμηριώνουν τα όσα ο αιτητής ανέφερε κατά την επίδικη αίτηση και συνεπώς δεν δύνανται να διαφοροποιήσουν την κατάληξη ότι δεν υφίσταται ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας εν προκειμένω.
Σχετικά κατ’ αρχή με τον ισχυρισμό περί τη ποιότητας επικοινωνίας του με τον λειτουργό που διενέργησε τη συνέντευξη σημειώνω ότι, από την ανάγνωση του επίδικου πρακτικού συνέντευξης δεν μπορώ να εντοπίσω πλημμέλεια στη διαδικασία αφού ο αιτητής έθεσε την υπογραφή του κατόπιν ανάγνωσης σ’ αυτόν (readback) του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης, βεβαιώνοντας ότι άπαντα τα όσα ανέφερε καταγράφηκαν με ακρίβεια και ορθά και ότι αντιλαμβανόταν πλήρως την γλώσσα της συνέντευξης (ερ.48). Περαιτέρω, πριν αρχίσει η συνέντευξη (ερ.61), εξηγήθηκε στον αιτητή η διαδικασία και του εξηγήθηκε ότι αν δεν αντιλαμβάνεται τα διαλαμβανόμενα θα πρέπει να το αναφέρει. Σε κανένα δε σημείο της συνέντευξης δεν εξέφρασε την παραμικρή αμφιβολία για την ικανότητα του λειτουργού να επικοινωνεί μαζί του και ούτε εξέφρασε αδυναμία αντίληψης από τον ίδιο των διαμειφθέντων κατά τη συνέντευξη. Ουδεμία αμφιβολία γεννάται για την ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Εν προκειμένω, διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση, αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση - ότι οι ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών σχετικά με τα όσα ανέφερε για την κατ’ ισχυρισμό δίωξη του ιδίου και της μητέρας του λόγω της εμπλοκής της στην πολιτική και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ιδίου, τα κενά, οι παντελής απουσία βιωματικών στοιχείων και η γενικότητα των αναφορών του καθιστούσε τα λεγόμενα του αιτητή στερούμενα εσωτερικής συνοχής και συνεπώς ορθά απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί 2 και 3 ως αναξιόπιστοι.
Σημειώνω εδώ, σε σχέση με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες για τον ρόλο, σκοπό και δράση του κόμματος RDPC και ειδικώς τη δράση της μητέρας του και του ιδίου, και – σε κάθε περίπτωση – δεν παρέθεσε τελικά το παραμικρό συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο να έχει το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως πράξη διώξεως, αφού το μόνο στο οποίο τελικά αναφέρθηκε ήταν σε προσβολές, πράξεις που υπέσκαπταν την μητέρα του και «πισώπλατες μαχαιριές» (ερ.53 – 3Χ). Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού θα συμφωνήσω με τα επί τούτου ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση ως και πιο πάνω, στα πλαίσια τη παρούσης καταγράφονται, προσθέτοντας ότι, παρά το ότι η ύπαρξη και δράση του κόμματος επιβεβαιώνεται από διαθέσιμες πληροφορίες, δεν είχε προσκομιστεί στα πλαίσια της επίδικης αίτησης στοιχείο που να αποδεικνύει τη συγγένεια του αιτητή με το πρόσωπο το οποίο αναφέρει ότι πρόκειται για την μητέρα του και, σε κάθε περίπτωση, η φερόμενη κάρτα μέλους του εν λόγω ατόμου στο κόμμα RDPC (ερ.43-47) δεν αρκεί βεβαίως για να στοιχειοθετήσει ισχυρισμό περί δίωξης του ατόμου αυτού, πόσο δε μάλλον του αιτητή, δεδομένου και του ότι, ως αμέσως πιο πάνω αναφέρω, ουδέν ελέχθη από τον αιτητή που να δεικνύει πράξη δίωξης ή βλάβης του εν λόγω ατόμου. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή, η μητέρα του έχει παραιτηθεί από το κόμμα ήδη από το 2017. Ουδόλως διαφοροποιούν τα ως άνω τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.30-39), αφού οι μεν φωτογραφίες ουδόλως προσθέτουν στο αφήγημα του και δεν στοιχειοθετούν τα λεγόμενα του, οι δε σημειώσεις (ερ.40-42) και οι φερόμενοι κατάλογοι μελών του κόμματος και πάλι δεν θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν ισχυρισμό περί διώξεως του αιτητή και της μητέρας του γι’ αυτόν τον λόγο, από τη στιγμή που, ως ανωτέρω εξηγώ, ουδεμία πράξη δίωξης αποκαλύπτεται από τα λεγόμενα του.
Σχετικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό σημειώνω τα εξής.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται σελ.204, τα εξής:
«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.
Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.
[…]
Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»
Σημειώνω βεβαίως κατ’ αρχή ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις και η αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13-C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14). Περαιτέρω δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί επίσης ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση στην εξέταση της επίδικης αίτησης, είναι αντικείμενο προβληματισμού[1], ως βασιζόμενο (σε ένα βαθμό) επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Στην απόφαση Α. Β. C. του ΔΕΕ (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά στις σκέψεις 61-65, επί του ζητήματος αξιολόγησης αξιοπιστίας στα πλαίσια υποθέσεων ως η παρούσα.
«61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.
62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.
63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών και νομολογίας, είναι κατάληξη μου, σε συμφωνία με τους καθ’ ων η αίτηση, ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει στα πλαίσια της επίδικης αίτησης – ούτε κατ’ ελάχιστο – εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες αναφορικά με τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τα αισθήματα και βιώματα του στα πλαίσια της πορείας του αυτής και δεν παρέχει καμία συγκεκριμένη λεπτομέρεια για τα βιώματα του στα πλαίσια της πορείας και διεργασιών μέσα από τα οποία συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και των όσων ακολούθησαν. Σημειώνω σχετικά ότι ο αιτητής δεν μπορούσε να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο για τις σχέσεις του, μια γνωριμία, πως βίωνε ο ίδιος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αναφέροντας ότι «[μπορούσε] να περάσει όλο το βράδυ (σ.σ. με τους άνδρες) και να [νιώθει] άνετα» και, παρότι κλήθηκε πολλάκις να το πράξει, περιορίστηκε σε γενικόλογες, αόριστες και εν πολλοίς μονολεκτικές αποκρίσεις στις σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν. Όλες οι απαντήσεις που έδωσε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν στερούμενες εύλογα αναμενόμενων λεπτομέρειών, χωρίς αναφορά σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός, που εντυπώθηκε στη μνήμη του αιτητή, έστω φωτογραφικά, σε σχέση με τις εμπειρίες του με άλλα άτομα ΛΟΑΤΚΙ. Επί όλων των προαναφερθέντων σημείων θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση ο αιτητής να δώσει περαιτέρω πληροφορίες και εξηγήσεις στις πολλές επ’ αυτού ερωτήσεις που τέθηκαν και να αναφέρει περισσότερα στοιχεία, τα οποία θα έδιναν την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα του.
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω παρά μόνο θα παραπέμψω, αναφορικά με τα επιμέρους σημεία της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, στα ερ.116-120, στο περιεχόμενο των οποίων γίνεται αναφορά και πιο πάνω, στα πλαίσια παράθεσης της επίδικης αίτησης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, επί των οποίων δεν έχω τίποτε να προσθέσω και τα οποία υιοθετώ ως έχουν.
Ενόψει των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι εν προκειμένω, εκ του αφηγήματος του αιτητή, απουσιάζει κάθε ψήγμα πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει, εκ του οποίου θεωρώ ότι διαβρώνεται η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του και τα οποία περιέχουν τόσα πολλά κενά, ασάφειες και αοριστίες που μοιάζουν περισσότερο με εκ των υστέρων επινόημα του ιδίου.
Αναφορικά τώρα με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή σημειώνω ότι τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετωπίζουν στο Καμερούν κίνδυνο δίωξης από τις αρχές αλλά και το κοινωνικό σύνολο, κακομεταχείρισης, κοινωνικού αποκλεισμού αλλά και φυλάκισης, ως και οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν. Σημειώνω μόνο ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση περί των ως άνω επιβεβαιώνονται και από άλλες πηγές. [2], [3]
Όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της, καθώς η συμφωνία των ισχυρισμών του με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, τη στιγμή που στερείται εσωτερικής συνοχής, για τους λόγους που λεπτομερώς ανωτέρω εξηγούνται, ενόψει της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας. Aν η αξιολόγηση γινόταν στη βάση μόνο της εξωτερικής συνοχής (ήτοι της ύπαρξης μιας πρακτικής ή φαινομένου ή κατάστασης, ως γενική πληροφορία, ως εν προκειμένω της πιθανότητας δίωξης ατόμων ΛΟΑΤΚΙ στο Καμερούν), θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση των λεγομένων του. Άλλωστε, ως και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Σχετικά με τα έγγραφα προσκομίστηκαν στα πλαίσια της παρούσης σημειώνω τα εξής.
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στα πλαίσια της παρούσης είναι τα εξής. Σημειώνω ότι τα αναγραφόμενα στο υπόμνημα του αιτητή ημ.07/11/24 (βλ. και υπόμνημα ημ.10/03/25) Τεκμήρια 1-8 αποτελούν ήδη μέρος του ΔΦ (ερ.30-47), έχουν εξεταστεί πιο πάνω, στα πλαίσια εξέτασης της επίδικης απόφασης, και γι’ αυτό δεν θα τύχουν εκ νέου εξέτασης.
1. Φερόμενη απόδειξη για είσοδο στον Καναδά (Τεκμήριο 9)
2. Πιστοποιητικό γέννησης αιτητή (Τεκμήριο 10)
3. Πιστοποιητικά συμμετοχής σε εκπαιδευτικά σεμινάρια (Τεκμήρια 11-12)
4. Πιστοποιητικό συμμετοχής σε εκπαιδευτικά σεμινάρια στη Δημοκρατία (Τεκ.13)
5. Βεβαίωση φοίτησης και αναλυτικές βαθμολογίες από πανεπιστήμιο (Τεκ.14)
Εκ των προσκομισθέντων στα πλαίσια της παρούσης εγγράφων, ως προκύπτει και από τις ως άνω περιγραφών, ουδέν δύναται καθ’ οιονδήποτε τρόπο να τεκμηριώσει το ήδη κριθέν ως στερούμενο εσωτερικής συνοχής αφήγημα του αιτητή τόσο επί του 2ου όσο και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, πλην του Τεκμηρίου 10, ήτοι του φερόμενου πιστοποιητικού γέννησης του αιτητή.
Επί του Τεκμηρίου 10 παρατηρώ ότι όντως αυτό, παρότι πρόκειται για αντίγραφο και όχι πρωτότυπο, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής η αξιολόγηση του κατά πόσο αυτό είναι γνήσιο πιστοποιητικό έγγραφο. Εντούτοις, σύμφωνα με το περιεχόμενο του, φαίνεται να δεικνύει ότι όντως ο αιτητής έχει μητέρα το πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε στην επίδικη συνέντευξη (Ruth). Σε έρευνα που έγινε σχετικώς δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες για το πρόσωπο αυτό ή και την ανάμειξη της στο κόμμα RDPC. Σε κάθε περίπτωση, ως και πιο πάνω λεπτομερώς εξηγώ, το αφήγημα του αιτητή περί δίωξης του ιδίου και της μητέρας του λόγω της πολιτικής της δράσης δεν έγινε αποδεκτό ως στερούμενο λεπτομερειών και στοιχείων και – τελικά – ουδεμία πράξη δίωξης ή βλάβης αποκαλύπτεται από τα όσα επ’ αυτού είχε αναφέρει ο αιτητής. Συνεπώς ουδόλως διαφοροποιεί το έγγραφο αυτό την ως άνω κατάληξη ότι ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός στερείται συνοχής και, σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί το Τεκμήριο 10 για να αποδείξει – ακόμα και αν γίνει δεκτή η συγγένεια του με το άτομο ονόματι Ruth με τον αιτητή – τα λεγόμενα του περί διώξεως του από μέλη του κόμματος αυτού, το οποίο – ειρήσθω εν παρόδω – είναι και το κυβερνών κόμμα.[4]
Απομένει λοιπόν μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Douala).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία επικαιροποίηση στις 13/02/26), σημειώθηκαν 17 περιστατικά ασφαλείας στην Douala, περιφέρεια Littoral του Καμερούν, τα οποία οδήγησαν σε 30 θανάτους και τα οποία κατατάσσονται ως εξής: 8 περιστατικά διαδηλώσεων (demonstrations) που προκάλεσαν 26 θανάτους, 6 περιστατικά πολιτικής βίας (political violence) που οδήγησαν σε 11 θανάτους και 4 περιστατικά καταστολής (repression), με 10 θανάτους. [5] Για την ίδια με την ως άνω περίοδο, σε ολόκληρη την περιφέρεια Littoral σημειώθηκαν 28 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία οδήγησαν σε 31 θανάτους.[6] Ο πληθυσμός της πόλης Douala εκτιμάται περί τα 4,5 εκατομμύρια κατοίκων [7], ενώ της περιφέρειας Littoral, ανέρχεται περί τα 4,6 εκατομμύρια κατοίκων.[8]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική ή άλλη προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένης υπόψη του ότι το αφήγημα του δεν γίνεται αποδεκτό, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[9] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ.
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full
[2] ACCORD - Query response on Cameroon: General situation of homosexual persons, criminalisation of homosexuality – 13/10/21 - https://www.ecoi.net/en/document/2063110.html
[3] Human Rights Watch,’ Cameroon: Wave of Arrests, Abuse Against LGBT People’, 14 Απριλίου 2021, https://www.hrw.org/news/2021/04/14/cameroon-wave-arrests-abuse-against-lgbt-people , ημερ. πρόσβασης 06/02/2025
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.
[7] World Population Review, Cameroon, Douala, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala , πρόσβαση 24/02/2026.
[8] City Population, Cameroon, Littoral, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.
[9] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο