ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
15 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.I.D.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για Αιτητή
Έλενα Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 30/06/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14/07/2023, με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου..
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας. Στις 26.11.2021, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, και αυθημερόν εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 31.05.2023, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της EUAA. Εν συνεχεία, στις 23.06.2023, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη Νιγηρία. Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 30.06.2023, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του Αιτητή. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14.07.2023. Στις 11.08.2023, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 2702/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Δια του συνηγόρου του, ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Δια της γραπτής αγόρευσης του, ο συνήγορος του Αιτητή προώθησε ισχυρισμούς, τους οποίους, ωστόσο, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων στις 24/11/2025, απέσυρε, πλην του ισχυρισμού περί παραβίασης της διαδικασίας διεξαγωγής της συνέντευξης και του δικαιώματος σε κατάλληλη διερμηνεία.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και της κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επικαλούνται, δε, ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης της διαδικασίας διεξαγωγής της συνέντευξης και του δικαιώματος σε κατάλληλη διερμηνεία, προβάλλουν ότι αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, καθότι δεν αποδεικνύεται ότι τα δικαιώματα του Αιτητή, ή και ο ίδιος ο Αιτητής, επηρεάστηκαν δυσμενώς εν προκειμένω, καθώς και ότι δεν κρίθηκε αναγκαία από τους Καθ’ ων η Αίτηση η παροχή υπηρεσιών διερμηνέα, εφόσον η επικοινωνία ήταν δυνατή χωρίς αυτές. Τέλος, προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Προχωρώντας, θα εξετάσω τον ισχυρισμό περί παραβίασης της διαδικασίας διεξαγωγής της συνέντευξης και του δικαιώματος σε κατάλληλη διερμηνεία, σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και, κατ’ επέκταση, τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), έχει εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας.
Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345).
Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους γεγονότος που σχετίζεται με το εξεταζόμενο ζήτημα, ενώ το κριτήριο για την πληρότητά της έγκειται στη συλλογή και αξιολόγηση των στοιχείων που επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος (βλ. ανωτέρω αποφάσεις, καθώς και Motorways Ltd v Δημοκρατίας (1999)).
Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα ουσιώδη στοιχεία που όφειλε να λάβει υπόψη, ώστε να καταλήξει σε απόφαση σύμφωνη με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και αξιολογήσει όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφοροποιούνται κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, και τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την καταγραφή τους, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, διότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από τότε που έχασε και τους δύο γονείς του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο θείος του, μαζί με ομάδα προσώπων που ακολουθούν παγανιστικές πρακτικές, συνωμότησαν για να τον σκοτώσουν, επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί σε αυτούς, ήτοι σε λατρεία επικίνδυνης αρχαίας θεότητας. Καθότι είναι Χριστιανός και τούτο αντίκειται στις πεποιθήσεις του, δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει τη χώρα του προς διασφάλιση της ζωής του (βλ. ερ. 3-1 Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας και ότι γεννήθηκε στην περιοχή Umuna, Orlu, της Πολιτείας Imo. Κατά το διάστημα 2004–2009 διέμεινε στην πόλη Abuja (Federal Capital Territory) μαζί με την αδελφή του, ενώ το 2009 επέστρεψε στην περιοχή Umuna, Orlu, της Πολιτείας Imo. Το έτος 2020 μετοίκησε στην περιοχή Umuna Isiaku, Ideato South Local Government Area, Imo State, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα.
Ως προς το θρήσκευμά του, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός και ότι ανήκει στη φυλή Igbo. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος. Όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς του έχουν αποβιώσει, ενώ διατηρεί μία αδελφή η οποία διαμένει στη Νιγηρία.
Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ομιλεί την αγγλική και τη γλώσσα Igbo. Τέλος, αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα στη Νιγηρία, δήλωσε ότι εργάστηκε σε κατάστημα τροφίμων κατά το διάστημα 2014–2020.
Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 36 Δ.Φ.), ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά την απώλεια των γονέων του, ο θείος του, ο οποίος δεν είναι θρησκευόμενος και συμμετέχει σε ομάδα παγανιστικών πρακτικών που δεν πιστεύει στον Θεό ή στον Ιησού Χριστό, τον κάλεσε να επιστρέψει το έτος 2020, αναφέροντάς του ότι υφίστατο σχετική συμφωνία με τον πατέρα του.
Σύμφωνα με τον Αιτητή, ο θείος του ισχυρίστηκε ότι υπήρχε για τον ίδιο ένα «παγανιστικό σημάδι» και ότι είχε συμφωνηθεί με τον πατέρα του να καταστεί πλήρες μέλος της εν λόγω ομάδας, καθότι είχε επιλεγεί για τον ρόλο αυτόν ήδη πριν από τη γέννησή του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, αναφέροντας ότι ουδέποτε είχε συζητήσει οτιδήποτε σχετικό με τον πατέρα του.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο πατέρας του, σε προγενέστερο χρόνο, του είχε εξηγήσει πως, μετά τη γέννησή του, μεταφέρθηκε σε παγανιστικό ιερό στο πλαίσιο τελετής παρουσίασης του νεογέννητου παιδιού της οικογένειας. Σε σχετική ερώτηση του Αιτητή αναφορικά με τα σημάδια που φέρει στο πρόσωπο και στο στήθος, ο πατέρας του φέρεται να του ανέφερε ότι πρόκειται για «σημάδι παρουσίασης», το οποίο υποδηλώνει ότι παρουσιάστηκε στο ιερό κατά τη γέννησή του.
Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον Σεπτέμβριο του 2021 ο θείος του προσήλθε συνοδευόμενος από ομάδα ανδρών ενδεδυμένων με λευκές στολές και ότι, κατά τις νυχτερινές ώρες, τον μετέφεραν σε ιερό χώρο, όπου του χάραξαν σημάδια στο σώμα και τον ενημέρωσαν ότι πλέον αποτελεί μέλος της ομάδας, προσθέτοντας ότι θα επέστρεφαν εντός δέκα ημερών.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι επιχείρησε να διαφύγει και επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κ. Chibuike, στον οποίο ανέφερε ότι του είχαν απαγορεύσει να μεταβαίνει στην εκκλησία, του είχαν αφαιρέσει τη Βίβλο, καθώς και οτιδήποτε σχετιζόταν με τον Χριστιανισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο κ. Chibuike τού ανέφερε ότι είχε ήδη λάβει προειδοποίηση να μην τον βοηθήσει περαιτέρω.
Ακολούθως, επικοινώνησε με τη μεγαλύτερη αδελφή του και της εξήγησε τα όσα είχαν συμβεί, αναφέροντας ότι φέρει σημάδι στο σώμα του και ότι, εξαιτίας αυτού, δεν μπορούσε να μεταβαίνει στην εκκλησία. Ωστόσο, κατά τους ισχυρισμούς του, η αδελφή του τον πρόδωσε, καθότι επικοινώνησε με τον θείο τους και τον ενημέρωσε ότι ο Αιτητής σχεδίαζε να διαφύγει, παρέχοντάς του σχετικές πληροφορίες.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι συνελήφθη ενώ επιχειρούσε να διαφύγει από το χωριό και ότι, κατά την ίδια ημέρα, υπέστη σωματική κακοποίηση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά το εν λόγω περιστατικό, τον έδεσαν και ότι ο ίδιος τούς παρακάλεσε, υποσχόμενος ότι δεν θα επιχειρούσε εκ νέου να διαφύγει.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι επικοινώνησε με τη μικρότερη αδελφή της μητέρας του, η οποία του δήλωσε ότι της είχε ήδη ζητηθεί να μην αναμειχθεί. Εντούτοις, ο ίδιος μετέβη στην οικία της. Η θεία του τού πρότεινε να αποταθούν στην αστυνομία· ωστόσο, όταν μετέβησαν σε αστυνομικό σταθμό, οι αστυνομικοί τού ανέφεραν ότι δεν επιλαμβάνονται τέτοιων ζητημάτων και ότι θα έπρεπε να απευθυνθεί σε παραδοσιακούς ηγέτες.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι καταζητείτο και ότι κρυβόταν στην Abuja, στην οικία της θείας του, μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου. Όπως ανέφερε, κατά την εν λόγω ημερομηνία, η θεία του δέχθηκε τηλεφώνημα, κατά το οποίο της ειπώθηκε ότι ο Αιτητής δεν θα έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό, διότι θα τον σκότωναν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο Αιτητής δήλωσε ότι διέφυγε προς διασφάλιση της ζωής του.
Σε μεταγενέστερες διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής δήλωσε ότι βρισκόταν στην Abuja, στην οικία της μικρότερης αδελφής της μητέρας του, όταν ενημερώθηκε ότι έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό του, λόγω του θανάτου των γονέων του. Ανέφερε ότι οι γονείς του δεν αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε ασθένεια και ότι απεβίωσαν την ίδια ημέρα, καθότι κοιμήθηκαν το βράδυ και δεν αφυπνίστηκαν την επόμενη ημέρα.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήταν ακόμη φοιτητής και διέμενε στην Abuja, όπου βοηθούσε τη θεία του στην οικία της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο θείος του επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη θεία του προκειμένου να την ενημερώσει για τον θάνατο των γονέων του.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά το έτος 2020, ο θείος του τού δήλωσε ότι ο πατέρας του είχε «προδώσει» την ομάδα, καθότι είχε αρχίσει να εκκλησιάζεται και είχε βαπτιστεί. Σε σχέση με το γεγονός ότι, κατά το διάστημα 2009–2020, διέμενε με τον κ. Chibuike και όχι με τον θείο του, ο Αιτητής ανέφερε ότι, όταν επέστρεψε στην περιοχή Orlu, ήταν ακόμη φοιτητής και δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει ενοίκιο, προσθέτοντας ότι ο κ. Chibuike τον υποστήριζε, ενώ ο ίδιος δεν εμπιστευόταν τον θείο του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι η εν λόγω ομάδα, την οποία προσδιόρισε ως «ομάδα παγανισμού», δεν πιστεύει στον Θεό και αντιτίθεται σε οτιδήποτε σχετίζεται με αυτόν, αποδίδοντας, κατά τους ισχυρισμούς του, ιδιαίτερη έμφαση στην ανδρική κουλτούρα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο θείος του τον ενημέρωσε για την ομάδα το έτος 2020, προσθέτοντας ότι, σε περίπτωση ένταξης κάποιου σε αυτήν, η σύζυγος και τα τέκνα του οφείλουν επίσης να είναι μέλη, ενώ σημείωσε ότι συμμετέχουν πολλοί νέοι.
Κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η ομάδα είναι ιδιαίτερα παλαιά και προϋπήρχε ακόμη και της γέννησης του πατέρα του, την οποία χαρακτήρισε ως αρχαία κοινωνία. Ο ίδιος δήλωσε ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση της ύπαρξης της ομάδας το 2004, όταν ρώτησε τον πατέρα του σχετικά με τα σημάδια που φέρει στο σώμα του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι η αδελφή του τού είπε ότι θα πρέπει να ενταχθεί στην ομάδα, άλλως θα θανατωθεί. Δήλωσε ότι η αδελφή του διαμένει σε άλλο χωριό και ότι δεν αναζητείται από οποιοδήποτε πρόσωπο. Ερωτηθείς αναφορικά με προηγούμενη δήλωσή του ότι η αδελφή του δεν είναι πλέον μέλος της ομάδας, ενώ προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ήταν μέλος πριν από τον γάμο της, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν είχε κατανοήσει την ερώτηση.
Σε σχέση με το περιστατικό σωματικής κακοποίησης, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό έλαβε χώρα κατά τις νυχτερινές ώρες, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με την αδελφή του και της απόφασής του να διαφύγει. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το περιστατικό σημειώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2021, στην οικία του θείου του, παρουσία του τελευταίου, μελών της ομάδας και άλλων νεαρών προσώπων. Όπως ανέφερε, υπέστη σωματική κακοποίηση, διότι επιχειρούσε να διαφύγει, ενώ του δηλώθηκε ότι η αδελφή του τους είχε ενημερώσει σχετικά με την πρόθεσή του να φύγει.
Αναφορικά με τον φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται ότι θα θανατωθεί εάν εντοπιστεί. Πρόσθεσε δε ότι, ακόμη και σε περίπτωση μετεγκατάστασής του σε άλλη περιοχή της Νιγηρίας, δεν θα ήταν ασφαλής, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα κατέχουν θέσεις στην κυβέρνηση και θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν.
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε δύο ουσιώδεις πυλώνες.
Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από τον θείο του και από μέλη θρησκευτικής ομάδας, λόγω της άρνησής του να ενταχθεί σε αυτήν, ισχυρισμός ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε ασάφειες, αντιφάσεις, ασυνέπειες, αοριστίες, καθώς και σε έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκούς πληροφόρησης.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και σαφείς πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά της εν λόγω θρησκευτικής ομάδας. Παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις, υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασάφειες, καθότι αρχικώς ισχυρίστηκε ότι η ομάδα δεν πιστεύει στον Θεό αλλά στην ανδρική κουλτούρα, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι τα μέλη της πιστεύουν σε θεότητες της γης.
Επιπλέον, ο λειτουργός εντόπισε ασυνέπεια και αοριστία ως προς τα λεγόμενα του Αιτητή σχετικά με την αδελφή του, καθότι αρχικώς ανέφερε ότι αυτή δεν είναι μέλος της ομάδας, ενώ προηγουμένως είχε δηλώσει ότι υπήρξε μέλος πριν από τον γάμο της. Στη συνέχεια, τροποποίησε τους ισχυρισμούς του, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει εάν η αδελφή του εξακολουθεί να είναι μέλος. Κληθείς να εξηγήσει την εν λόγω διαφοροποίηση, απάντησε αορίστως ότι δεν είχε κατανοήσει την ερώτηση.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ασάφεια ως προς το γιατί η αδελφή του δεν φέρεται να υφίσταται δίωξη, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αποχώρησε από την εν λόγω ομάδα μετά τον γάμο της.
Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους ο πατέρας του δεν τον ενέταξε στην ομάδα, παρά το ότι φέρεται να ήταν ο ίδιος μέλος, ο Αιτητής απάντησε με ασάφεια και αοριστία, αναφερόμενος σε «σημάδι παρουσίασης» και προσθέτοντας ότι ενδεχομένως αυτό οφείλεται στο ότι ήταν ακόμη παιδί.
Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβη προς προστασία του, ο λειτουργός έκρινε ότι αυτές δεν χαρακτηρίζονται από ευλογοφάνεια, καθότι ο Αιτητής ανέφερε ότι αποτάθηκε στην αστυνομία, η οποία αρνήθηκε να τον συνδράμει με το αιτιολογικό ότι δεν επιλαμβάνεται τέτοιων ζητημάτων, παραπέμποντάς τον σε παραδοσιακούς ηγέτες. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση ως προς την ύπαρξη άλλων περιστατικών που να στηρίζουν τον ισχυριζόμενο φόβο του, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο σχετικό συμβάν.
Υπό τα ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι από τους ισχυρισμούς του Αιτητή δεν προκύπτει ότι υπέστη ή διατρέχει πραγματικό κίνδυνο δίωξης τέτοιας φύσεως και έντασης που να δικαιολογεί την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, στη βάση του πρώτου ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, καθώς και την κατάσταση ασφαλείας στην Πολιτεία Imo της Νιγηρίας, και δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής υπέστη οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης στο παρελθόν, έκρινε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β), κρίθηκε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, δεν αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Περαιτέρω, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ), ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ως άμαχος, καθότι η κατάσταση στη Νιγηρία δεν χαρακτηρίζεται από συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτόν, καθώς και για τους λόγους που αναλύονται στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης, προχωρώ στην αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών που προβάλλει ο Αιτητής.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό και δεν αμφισβητείται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την Πολιτεία Imo. Τα εν λόγω στοιχεία κρίνονται επαρκώς τεκμηριωμένα και γίνονται αποδεκτά.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή από τον θείο του και από μέλη θρησκευτικής ομάδας, λόγω της άρνησής του να ενταχθεί σε αυτήν.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, και κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης του περιεχομένου της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού περί αναξιοπιστίας είναι ορθά και επαρκώς αιτιολογημένα.
Ειδικότερα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συνεκτική, σαφή και εσωτερικά συνεπή αφήγηση αναφορικά με τη φύση, τη δομή και τις βασικές πεποιθήσεις της φερόμενης θρησκευτικής ομάδας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνέντευξης, ο Αιτητής αρχικώς ανέφερε ότι τα μέλη της ομάδας «δεν πιστεύουν στον Θεό», ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι «πιστεύουν σε θεούς της γης», γεγονός που συνιστά ουσιώδη αντίφαση ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας.
Περαιτέρω, παρατηρούνται σημαντικές ασυνέπειες ως προς τον ρόλο και τη θέση της αδελφής του Αιτητή στην εν λόγω ομάδα. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής αρχικώς δήλωσε ότι η αδελφή του δεν είναι μέλος, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι υπήρξε μέλος πριν από τον γάμο της, για να καταλήξει εν συνεχεία ότι δεν γνωρίζει εάν εξακολουθεί να είναι μέλος. Η αδυναμία του να παράσχει σαφή και σταθερή απάντηση επί ζητήματος που άπτεται άμεσα του πυρήνα των ισχυρισμών του, σε συνδυασμό με την αόριστη αιτιολόγηση ότι «δεν κατάλαβε την ερώτηση», πλήττει την αξιοπιστία του.
Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει κατά τρόπο εύλογο γιατί η αδελφή του δεν φέρεται να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε συνέπεια, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αποχώρησε από την ομάδα, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι η μη συμμόρφωση συνεπάγεται θανάσιμο κίνδυνο.
Περαιτέρω, η αφήγηση του Αιτητή ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην υποτιθέμενη ένταξή του στην ομάδα και τη μετέπειτα μεταχείρισή του χαρακτηρίζεται από γενικότητα και έλλειψη συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων λεπτομερειών. Παρά τους ισχυρισμούς περί σοβαρών περιστατικών, περιλαμβανομένης σωματικής κακοποίησης και εξαναγκασμού, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκή και συνεκτικά στοιχεία που να καθιστούν την αφήγησή του ευλογοφανή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο γεγονός ότι, ερωτηθείς κατά πόσον έλαβε χώρα οποιοδήποτε άλλο περιστατικό πέραν των όσων ανέφερε, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, στοιχείο που αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυριζόμενο φόβο συστηματικής ή στοχευμένης δίωξης. Η έλλειψη συνεχιζόμενου ενδιαφέροντος από τον διώκτη καθιστά τον φόβο υποκειμενικό και όχι αντικειμενικά βάσιμο.
Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες φέρεται να προέβη προς εξασφάλιση προστασίας, το Δικαστήριο συμφωνεί με την εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού ότι αυτές δεν παρουσιάζουν επαρκή βαθμό ευλογοφάνειας, καθότι περιορίστηκαν σε μία προσέγγιση προς την αστυνομία, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση ή αναζήτηση εναλλακτικών μορφών προστασίας.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν είναι αξιόπιστος και, ως εκ τούτου, ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό.
Περαιτέρω, και ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή γινόταν αποδεκτός, το Δικαστήριο κρίνει ότι, και πάλι, δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης.
Ειδικότερα, τα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην προσωπική του συνέντευξη, δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε καταδεικνύουν ότι οι φερόμενες πράξεις φθάνουν το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας. Από το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτει ότι τα επικαλούμενα περιστατικά είναι μεμονωμένα και δεν εντάσσονται σε πλαίσιο συστηματικής ή επαναλαμβανόμενης δίωξης, ενώ ο ίδιος ο Αιτητής, ερωτηθείς κατά πόσον έλαβαν χώρα άλλα συναφή περιστατικά, απάντησε αρνητικά.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της συνέντευξης δεν προκύπτει ότι τα επικαλούμενα περιστατικά συνδέονται με λόγους που εμπίπτουν στα προστατευόμενα κριτήρια της Σύμβασης, αλλά αντιθέτως φαίνεται να απορρέουν από ιδιωτική διαφορά εντός του οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος.
Ειδικότερα, ο ίδιος ο Αιτητής απέδωσε τα γεγονότα αποκλειστικά στη συμπεριφορά του θείου του και μιας ομάδας προσώπων που, κατά τους ισχυρισμούς του, επιχείρησαν να τον εντάξουν σε συγκεκριμένη ομάδα. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι οι εν λόγω ενέργειες συνδέονται με λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αλλά μάλλον με εσωτερική, οικογενειακής φύσεως διένεξη.
Περαιτέρω δε, από τα λεγόμενα του Αιτητή δεν διαφαίνεται ότι υπήρξε οποιαδήποτε ευρύτερη στοχοποίηση του ιδίου από την κοινωνία ή τις αρχές της χώρας του, ούτε ότι υπέστη μεταχείριση που να εκτείνεται πέραν του συγκεκριμένου περιστατικού. Αντιθέτως, προκύπτει ότι πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος, όπως η αδελφή του, δεν αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε συνέπεια, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης γενικευμένου ή συστηματικού κινδύνου.
Ως προς τη δυνατότητα παροχής κρατικής προστασίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι αποτάθηκε σε αστυνομικό σταθμό, χωρίς ωστόσο να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια μετά την αρχική αυτή προσέγγιση. Δεν προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές αρνήθηκαν ρητώς να του παράσχουν προστασία ή ότι αυτός εξάντλησε τα διαθέσιμα ένδικα ή διοικητικά μέσα προστασίας. Κατά συνέπεια, δεν τεκμηριώνεται αδυναμία ή απροθυμία του κράτους καταγωγής να τον προστατεύσει. Εξάλλου, δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να υποδεικνύει ότι δεν θα μπορούσε να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές της χώρας του και, συνεπώς, ότι η κρατική προστασία δεν ήταν διαθέσιμη για το πρόβλημα που κατ’ ισχυρισμόν αντιμετώπιζε.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το επίμαχο περιστατικό δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως δίωξη κατά την έννοια της Σύμβασης, αλλά εμπίπτει στο πλαίσιο ιδιωτικής διαφοράς, για την οποία υφίσταται, καταρχήν, διαθέσιμη κρατική προστασία.
Υπό τα ανωτέρω, και ακόμη και υπό το πρίσμα αποδοχής των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 16 και το άρθρο 18 παράγραφος 5 του Περί Προσφύγων Νόμου. Συγκεκριμένα το πρόσωπο που αιτείται διεθνούς προστασίας υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, να δώσει στην Υπηρεσία Ασύλου λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το άτομο του και το παρελθόν του και γενικά να βοηθήσει με τον καλύτερο τρόπο την Υπηρεσία Ασύλου για τη διαπίστωση των γεγονότων της υπόθεσής του, ενώ εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. (βλ. 1214/2017 B.H. από Μπαγκλαντές και Κυπριακή Δημοκρατία μεσώ Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερ. 30/09/2019).
Άρα εναπόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας και υποχρεούται να λάβει θετικά μέτρα για να υποστηρίξει την αίτησή του με πληροφορίες[1]. Ωστόσο δεν συνεπάγεται υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων ή άλλων αποδείξεων προς υποστήριξη κάθε συναφούς πραγματικού περιστατικού που επικαλείται ο αιτών, εντούτοις οφείλει προσωπικά να συνεργάζεται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Εάν τα απαραίτητα στοιχεία της αίτησης δεν επιβεβαιωθούν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, το βάρος της τεκμηρίωσης της αίτησης το φέρει ο αιτών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων»»).
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου οι Καθ’ ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία όμως δεν έγιναν αποδεκτά (αξιολόγηση της αξιοπιστίας) και βάσει αυτών έκριναν στην συνέχεια ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση που συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη (εκτίμηση κινδύνου). Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημα του Αιτητή περί δίωξής του ήταν το γεγονός της μη απόδειξης της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του και του κλονισμού της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αοριστιών, ελλείψεων και αδυναμιών οι οποίες εντοπίστηκαν στη συνέντευξη που έδωσε. Αυτό δε το εμπόδιο αναγνωρίζεται ρητά ως ένα από τα κωλύματα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, από τις πρόνοιες του Εγχειριδίου (Βλ. απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου EDWARD ESKANDAZ ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, 4/7/2013).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκαν με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής[2]. Παράλληλα, οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε ο Αιτητής εύλογα παρατηρούνται γενικολογίες και έλλειψη ευλογοφάνειας στα λεγόμενα του που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του Αιτητή στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή Το Δικαστήριο συμφωνεί με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού. Ειδικότερα, λόγω του κατεξοχήν προσωπικού και εξατομικευμένου χαρακτήρα του προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος εδράζεται σε γεγονότα που αφορούν το στενό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του Αιτητή, κρίνεται ότι η ουσιαστική επαλήθευση των εν λόγω ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης δεν είναι εφικτή.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται την κρίση της Διοίκησης ότι η αξιολόγηση των εν λόγω ισχυρισμών ερείδεται πρωτίστως στην εσωτερική συνοχή, σαφήνεια και ευλογοφάνεια των δηλώσεων του Αιτητή.
Πλην όμως, για λόγους πληρότητας και στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης, το Δικαστήριο προέβη σε αναζήτηση και εξέταση αντικειμενικών πληροφοριών αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, εξετάζοντας κατά πόσον τα λεγόμενά του συνάδουν με τα γενικώς γνωστά δεδομένα που επικρατούν σε αυτήν.
Συναφώς, λαμβάνεται υπόψη ότι, δυνάμει του άρθρου 10(4) της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), το Δικαστήριο διαθέτει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής, τις οποίες και οφείλει να συνεκτιμά κατά την εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη Νιγηρία και, ειδικότερα, στην Πολιτεία Imo[3][4], καθώς και πληροφορίες αναφορικά με παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές και κοινωνικές δομές των Igbo. Ωστόσο, λόγω της φύσεως των προβαλλόμενων ισχυρισμών, οι οποίοι αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος και μια μη επαρκώς προσδιοριζόμενη ομάδα, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός εξωτερικών πηγών που να επιβεβαιώνουν ή να διαψεύδουν άμεσα τα επικαλούμενα περιστατικά.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον οι ισχυρισμοί του Αιτητή ευθυγραμμίζονται με γενικώς γνωστά στοιχεία για τη χώρα καταγωγής του. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι η παραδοσιακή θρησκεία των Igbo συνιστά ένα σύνθετο πνευματικό και πολιτισμικό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει την πίστη σε έναν ανώτατο θεό, σε επιμέρους θεότητες και σε προγονικά πνεύματα, ενώ είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνική οργάνωση και την καθημερινή ζωή .[5][6]
Ωστόσο, από τις ίδιες πληροφορίες δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω πρακτικές περιλαμβάνουν συστηματική ή εξαναγκαστική ένταξη ατόμων σε θρησκευτικές ομάδες υπό την απειλή σοβαρής βλάβης, όπως περιγράφεται από τον Αιτητή. Αντιθέτως, οι πρακτικές αυτές εμφανίζονται ως πολιτισμικά ενσωματωμένες και όχι ως μηχανισμός εξαναγκασμού ή δίωξης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι το συνταγματικό πλαίσιο της Νιγηρίας διασφαλίζει την ελευθερία θρησκείας και απαγορεύει τον εξαναγκασμό σε θρησκευτική ένταξη, ενώ από τις διαθέσιμες πληροφορίες δεν προκύπτει ύπαρξη γενικευμένης πρακτικής επιβολής συμμετοχής σε παραδοσιακές ομάδες υπό την απειλή θανάτου ή σοβαρής βλάβης.[7][8][9][10][11][12]
Όσον αφορά τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην Πολιτεία Imo, από αντικειμενικές πηγές προκύπτει ότι η περιοχή χαρακτηρίζεται από αυξημένα περιστατικά βίας, τα οποία συνδέονται κυρίως με τη δράση μη κρατικών δρώντων, όπως ένοπλες ομάδες, εγκληματικά δίκτυα και αποσχιστικά κινήματα. Ωστόσο, η εν λόγω βία εμφανίζεται ως γενικευμένη και αποσπασματική, συνδεόμενη με ζητήματα ασφάλειας και πολιτικής αστάθειας, και όχι ως στοχευμένη δίωξη προσώπων για λόγους που εμπίπτουν στα προστατευόμενα κριτήρια της Σύμβασης.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή έχει φθάσει σε τέτοιο επίπεδο έντασης ώστε να συνιστά συνθήκες γενικευμένης βίας ή ένοπλης σύρραξης που να συνεπάγονται, αφ’ εαυτών, σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν έγινε αποδεκτός ο πυρηνικός ισχυρισμός του Αιτητή περί εξατομικευμένης στοχοποίησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί του δεν ευθυγραμμίζονται με τα αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του και, ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Ως προς την ικανότητα του κράτους καταγωγής να παρέχει προστασία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, οι αρχές της Νιγηρίας έχουν προβεί σε νομοθετικά και επιχειρησιακά μέτρα για την αντιμετώπιση εγκληματικών πρακτικών, περιλαμβανομένων τελετουργικών δολοφονιών και συναφών δραστηριοτήτων, μέσω της εφαρμογής του ποινικού δικαίου, της διενέργειας συλλήψεων και της προσαγωγής υπόπτων ενώπιον της δικαιοσύνης.
Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι υφίστανται ορισμένες αδυναμίες στην αποτελεσματικότητα της αστυνόμευσης, ιδίως ως προς την άμεση ανταπόκριση και την προληπτική δράση, καθώς και περιορισμοί στην πλήρη διερεύνηση όλων των περιστατικών. Ωστόσο, οι εν λόγω αδυναμίες δεν ισοδυναμούν με πλήρη αδυναμία ή απροθυμία των κρατικών αρχών να παράσχουν προστασία. Αντιθέτως, προκύπτει ότι το κράτος διατηρεί λειτουργικό μηχανισμό επιβολής του νόμου και λαμβάνει μέτρα για την καταπολέμηση εγκληματικών ενεργειών.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τις επιμέρους αδυναμίες, υφίσταται καταρχήν διαθέσιμη κρατική προστασία στη χώρα καταγωγής του Αιτητή. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής περιορίστηκε σε μία και μόνη προσέγγιση προς τις αρχές, χωρίς να επιδιώξει περαιτέρω ενεργοποίηση των διαθέσιμων μηχανισμών προστασίας, δεν τεκμηριώνεται ότι η κρατική προστασία θα ήταν ανεπαρκής ή μη προσβάσιμη στην περίπτωσή του.[13]
Όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, και ορθώς απέρριψε τον πυρηνικό ισχυρισμό του περί δίωξης από τον θείο του και μέλη φερόμενης θρησκευτικής ομάδας.
Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος του Αιτητή δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης στην περίπτωσή του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία ή μαρτυρία ικανά να θεραπεύσουν τις ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που εντοπίστηκαν από τη Διοίκηση, με αποτέλεσμα οι σχετικές διαπιστώσεις να παραμένουν και να γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο ως ορθές (βλ. κατ’ αναλογία F.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2023)).
Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί που έγιναν αποδεκτοί, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία και ο τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να τον εντάξουν στο καθεστώς του πρόσφυγα, ελλείψει αξιόπιστου ισχυρισμού περί εξατομικευμένης δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι ορθώς δεν έγινε αποδεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ο οποίος άπτεται του πυρήνα του αιτήματός του, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης στην παρούσα περίπτωση. Ο όρος «βάσιμος φόβος» προϋποθέτει την ύπαρξη αντικειμενικά θεμελιωμένης πιθανότητας ότι ο αιτών θα υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ο φόβος αυτός θεωρείται βάσιμος όταν υφίσταται εύλογη πιθανότητα επέλευσης της βλάβης στο μέλλον.
Προς τούτο, οι δηλώσεις του αιτούντος αξιολογούνται υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγία 2011/95/ΕΕ (Qualification Directive), σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του και τη συμπεριφορά των φερόμενων φορέων δίωξης.
Εν προκειμένω, ελλείψει αξιόπιστων και αποδεκτών ισχυρισμών περί εξατομικευμένης στοχοποίησης, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει προσωπικό και συγκεκριμένο κίνδυνο δίωξης. Ο αποδεκτός ισχυρισμός περί καταγωγής του από την Πολιτεία Imo της Νιγηρίας δεν επαρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης, εφόσον δεν προκύπτει ότι τα γενικά χαρακτηριστικά της περιοχής συνεπάγονται, κατ’ αντικειμενικό τρόπο, κίνδυνο δίωξης για πρόσωπα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Αιτητή.
Περαιτέρω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, και όπως θα αναλυθεί κατωτέρω υπό την ενότητα της επικουρικής προστασίας, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή έχει τέτοια ένταση ώστε να συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση βάσιμου φόβου δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προβάλλει, μεταξύ άλλων, ισχυρισμό περί παραβίασης της διαδικασίας διεξαγωγής της προσωπικής του συνέντευξης, και δη του δικαιώματός του σε κατάλληλη διερμηνεία.
Ειδικότερα, όπως αναπτύσσεται στη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η συνέντευξη, η οποία έλαβε χώρα στις 31.05.2023 στο Κέντρο Υποδοχής Πουρνάρα, διεξήχθη χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα, γεγονός που, κατά τον ίδιο, συνιστά παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που κατοχυρώνονται στο ισχύον νομικό πλαίσιο.
Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, επικαλείται το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, από το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει ότι η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στην αγγλική γλώσσα χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα, καθώς και ότι στο σχετικό πρακτικό φέρεται να καταγράφεται ρητώς ότι «η συνέντευξη θα διεξαχθεί στην αγγλική γλώσσα χωρίς διερμηνέα».
Περαιτέρω, ο Αιτητής προβάλλει ότι δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο οποιαδήποτε αξιολόγηση εκ μέρους της Διοίκησης ως προς το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας εκ μέρους του, ούτε ως προς την ικανότητά του να κατανοήσει και να συμμετάσχει ουσιαστικά στη διαδικασία της συνέντευξης χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα.
Επιπλέον, επικαλείται συγκεκριμένα αποσπάσματα από το περιεχόμενο της συνέντευξης, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύουν αδυναμία σαφούς διατύπωσης των ερωτήσεων στην αγγλική γλώσσα εκ μέρους του αρμόδιου λειτουργού, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την ποιότητα της διαδικασίας και την ικανότητά του να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς του.
Βάσει των ανωτέρω, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν ουσιώδεις τύποι της διαδικασίας, όπως αυτοί απορρέουν από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, και ότι η εν λόγω παράβαση επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματά του στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί παραβίασης της διαδικασίας διεξαγωγής της συνέντευξης και του δικαιώματος σε κατάλληλη διερμηνεία.
Καταρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 12(1)(β) και το άρθρο 15(3)(γ) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, καθώς και τα αντίστοιχα άρθρα του περί Προσφύγων Νόμου, η παροχή υπηρεσιών διερμηνέα είναι αναγκαία μόνο όταν αυτό απαιτείται για τη διασφάλιση της ουσιαστικής επικοινωνίας του αιτούντος με τις αρμόδιες αρχές. Η συνέντευξη δύναται να διεξάγεται σε γλώσσα την οποία ο αιτών κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να εκφραστεί με επάρκεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ως γλώσσα επικοινωνίας του την αγγλική, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν προέβαλε οποιοδήποτε παράπονο ή ένσταση ως προς την κατανόηση των ερωτήσεων ή την ικανότητά του να εκφραστεί. Αντιθέτως, προκύπτει ότι συμμετείχε στη διαδικασία, απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και, στο τέλος, υπέγραψε τα πρακτικά της συνέντευξης, επιβεβαιώνοντας ότι το περιεχόμενο αυτών ανταποκρίνεται στις δηλώσεις του.
Συνάμα, από το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να αναπτύξει εκτενώς το αφήγημά του, να απαντήσει σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων και να προσθέσει οποιαδήποτε επιπλέον στοιχεία. Ειδικότερα, ερωτήθηκε ρητώς κατά πόσον έλαβαν χώρα άλλα περιστατικά, απαντώντας αρνητικά, γεγονός που καταδεικνύει ότι του παρασχέθηκε η δυνατότητα να συμπληρώσει τους ισχυρισμούς του.
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν τεκμηριώνεται ότι η απουσία διερμηνέα επηρέασε ουσιωδώς τη δυνατότητα του Αιτητή να εκθέσει τους ισχυρισμούς του.
Σύμφωνα με το άρθρο 12(1)(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν υπηρεσίες διερμηνείας όταν αυτό είναι αναγκαίο, ιδίως όταν δεν μπορεί να διασφαλιστεί η δέουσα επικοινωνία χωρίς αυτές. Συναφώς, το άρθρο 15(3) της ίδιας Οδηγίας επιβάλλει τη διεξαγωγή της συνέντευξης υπό συνθήκες που επιτρέπουν στον αιτούντα να εκθέσει τους λόγους της αίτησής του με πλήρη και εμπεριστατωμένο τρόπο, προβλέποντας ότι η επικοινωνία πρέπει να διεξάγεται είτε στη γλώσσα που προτιμά ο αιτών είτε σε άλλη γλώσσα την οποία κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνεί σαφώς.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το δικαίωμα σε διερμηνεία δεν είναι απόλυτο, αλλά λειτουργικό, ήτοι ενεργοποιείται μόνο όταν η αποτελεσματική επικοινωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί διαφορετικά. Καθοριστικό κριτήριο αποτελεί, συνεπώς, όχι η τυπική παρουσία διερμηνέα, αλλά η ουσιαστική δυνατότητα του αιτούντος να κατανοεί και να συμμετέχει στη διαδικασία.
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η συνέντευξη διεξήχθη στην αγγλική γλώσσα, την οποία ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ότι κατανοεί και χρησιμοποιεί. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εξέφρασε οποιαδήποτε δυσχέρεια κατανόησης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ούτε ότι ζήτησε τη συνδρομή διερμηνέα. Αντιθέτως, απάντησε στις τεθείσες ερωτήσεις και, στο τέλος της διαδικασίας, επιβεβαίωσε με την υπογραφή του την ορθότητα του περιεχομένου της συνέντευξης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν αποδεικνύεται ότι η απουσία διερμηνέα επηρέασε την ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του Αιτητή ή την πληρότητα της εξέτασης της αίτησής του. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται παράβαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που απορρέουν από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ και τον περί Προσφύγων Νόμο.
Συναφώς, η νομολογία έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η απλή επίκληση πλημμελειών κατά τη συνέντευξη, χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση ως προς την επέλευση βλάβης, δεν αρκεί για την ανατροπή του τεκμηρίου κανονικότητας της διοικητικής πράξης (βλ. μεταξύ άλλων A.H. v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. αρ. 1177/20, ημερ. 18.06.2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρότητας φέρει ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν την πλημμέλεια και την επίδρασή της στην έκβαση της διαδικασίας (βλ. Kouzoulides and Others v. Republic (1967) 3 CLR 438, Lambrakis v. Republic (1973) 3 CLR 29). Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία ή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν κατανοούσε τη διαδικασία ή ότι παρεμποδίστηκε ουσιωδώς στην ανάπτυξη των ισχυρισμών του.
Επιπλέον, έχει κριθεί ότι, εφόσον ο αιτητής δεν εγείρει κατά τη διάρκεια της συνέντευξης οποιοδήποτε ζήτημα κατανόησης ή επικοινωνίας, ούτε υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία εσφαλμένης καταγραφής, μεταγενέστεροι ισχυρισμοί περί ανεπαρκούς διερμηνείας ή διαδικαστικών πλημμελειών δεν ευσταθούν (βλ. DE SILVA v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 40/2014, ημερ. 07.02.2020, ECLI:CY:AD:2020:C52, καθώς και Abu Kalam Kalam v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (2006) 3 ΑΑΔ 585).
Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της συνέντευξης οποιαδήποτε ένδειξη δυσχέρειας στην επικοινωνία μεταξύ του Αιτητή και του αρμόδιου λειτουργού, ούτε καταγράφεται οποιοδήποτε αίτημα για παροχή διερμηνέα ή διαμαρτυρία ως προς τη διαδικασία.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη το τεκμήριο κανονικότητας που διέπει τις διοικητικές πράξεις, το οποίο δεν έχει εν προκειμένω ανατραπεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαδικασία διεξαγωγής της συνέντευξης δεν πάσχει από ουσιώδη πλημμέλεια.
Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώντας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Συναφώς, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ούτε ότι θα εκτεθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο πυρηνικός ισχυρισμός του Αιτητή δεν έγινε αποδεκτός, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου. Περαιτέρω, τα περιστατικά που επικαλείται δεν φθάνουν το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας.
Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του Νόμου.
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την υποβολή οποιουδήποτε προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Συναφώς, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι το γεγονός ότι είναι νεαρός ενήλικας, άγαμος και άτεκνος, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με επαγγελματική εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, καθώς και ότι διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στη Νιγηρία, όπου διαμένει η αδελφή του.
Υπό το φως των ανωτέρω, και ελλείψει αξιόπιστου ισχυρισμού περί εξατομικευμένης στοχοποίησης, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του. Ως εκ τούτου, η επιστροφή του δεν συνιστά παραβίαση της εν λόγω διάταξης.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διευκρινίσει ότι μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ένοπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης, καθώς και η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκ. 35· καθώς και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 10/06/2021, σκ. 43). Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Sufi and Elmi (προσφ. 8319/07 και 11449/07, 29/11/2011), έλαβε υπόψη ως δείκτες τη χρήση τακτικών που αυξάνουν τον κίνδυνο θυμάτων μεταξύ αμάχων ή στοχοποιούν ευθέως άμαχο πληθυσμό, καθώς και τον αριθμό θανάτων, τραυματισμών και εκτοπισμών που προκύπτουν από τη σύγκρουση.
Περαιτέρω, το ΔΕΕ, στην απόφαση Elgafaji (C-465/07, ημερ. 17/12/2009), διευκρίνισε ότι ο όρος «προσωπική» στο άρθρο 15 στοιχ. γ΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ νοείται ως η βλάβη που προξενείται αδιακρίτως σε άμαχους λόγω του βαθμού βίας, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Επίσης, υιοθέτησε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», ήτοι ότι όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών, τόσο χαμηλότερο βαθμό αδιακρίτως ασκούμενης βίας απαιτείται να αποδείξει για να δικαιούται επικουρικής προστασίας.
Αναφορικά με την πολιτεία Imo, σημειώνονται τα κάτωθι. Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση της EUAA, που αφορά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, η κατάσταση στην πολιτεία Imo έχει χαρακτηριστεί από αυξανόμενη ανασφάλεια. Σύμφωνα με το PIND, η πολιτεία Imo κατατάχθηκε μεταξύ των τριών πολιτειών του Δέλτα του Νίγηρα που κατέγραψαν τον υψηλότερο αριθμό θανάτων σχετιζόμενων με συγκρούσεις το 2024, με την περιοχή Ohaji/Egbema να είναι μία από τις τρεις πιο πληγείσες περιοχές. Οι θάνατοι που σχετίζονται με συγκρούσεις στην πολιτεία μειώθηκαν από 22 το τέταρτο τρίμηνο του 2024 σε 13 το πρώτο τρίμηνο του 2025, αλλά στη συνέχεια σημείωσαν σημαντική αύξηση σε 41 το επόμενο τρίμηνο. Κύριες πηγές ανασφάλειας ήταν εγκληματικές δραστηριότητες (συμπεριλαμβανομένων στοχευμένων δολοφονιών και απαγωγών για λύτρα), βία που συνδέεται με αυτονομιστικές πολιτοφυλακές και κοινοτικές συγκρούσεις.[14]
Περαιτέρω, το 2024, η πολιτεία Imo αναφέρθηκε ως μία από τις πολιτείες του Δέλτα του Νίγηρα που παρουσίασαν τον υψηλότερο αριθμό θανάτων αποδιδόμενων σε αυτονομιστικές πολιτοφυλακές, συμπεριλαμβανομένων των IPOB/ESN. Ωστόσο, ένας ανώτερος σύμβουλος ασφαλείας της Νιγηρίας, ο οποίος μίλησε στην EUAA τον Ιούλιο του 2025, αναφερόμενος γενικά στη νοτιοανατολική περιοχή, δήλωσε ότι το IPOB πλέον θεωρείται γενικά «λιγότερο μαχητικό» σε σχέση με προηγούμενα χρόνια και φαίνεται να μην έχει εμπλακεί στην πλειονότητα των πρόσφατων επιθέσεων. [15]
Στην πολιτεία Imo της Νιγηρίας, οι κύριοι παράγοντες αποσταθεροποίησης είναι σύμφωνα με την έκθεση της EUAA για τη Νιγηρία του Ιουλίου 2024, οι αυτονομιστικές φατρίες, άγνωστοι ένοπλοι καθώς και οι δυνάμεις ασφαλείας.[16] Το 2023 οι κύριοι παράγοντες που εμπλέκονταν στις εντάσεις στη Νοτιοανατολική περιοχή ήταν οι «αποσχιστικές φατρίες»[17] ή οι Ιθαγενείς της Μπιάφρα (IPOB) και το Ανατολικό Δίκτυο Ασφαλείας (ESN).[18] Οι αυτονομιστές της Μπιάφρα, έχουν αντικαταστήσει το νόμο στις νοτιοανατολικές πολιτείες. Άγνωστοι ένοπλοι ήταν επίσης παρόντες στα Νοτιοανατολικά καθ' όλη τη διάρκεια του 2023,[19] καθώς και κρατικές δυνάμεις ήταν επίσης παρούσες στη Νοτιοανατολική περιοχή το 2023.[20]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Imo της Νιγηρίας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 16/03/2026), καταγράφηκαν 74 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνουν περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής, τρομοκρατικών επιθέσεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 105 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[21] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Imo σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2022 ανερχόταν στα 5,459,300.[22]
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει στην εκτίμηση του βαθμού αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην Πολιτεία Imo, υπό το φως των κριτηρίων που τίθενται από τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ.
Παρά το γεγονός ότι από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει η ύπαρξη περιστατικών βίας και ανασφάλειας στην περιοχή, τα οποία συνδέονται κυρίως με τη δράση μη κρατικών δρώντων, εγκληματικών ομάδων και αυτονομιστικών κινημάτων, η ένταση και η έκταση της βίας αυτής δεν προκύπτει ότι ανέρχονται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να συνιστούν συνθήκες αδιάκριτης βίας που να συνεπάγονται, αφ’ εαυτών, σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου.
Ειδικότερα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά, αν και υπαρκτά, εμφανίζονται ως αποσπασματικά και μη γενικευμένα, ενώ δεν προκύπτει ότι η βία στρέφεται αδιακρίτως κατά του άμαχου πληθυσμού σε τέτοιο βαθμό ώστε οποιοδήποτε πρόσωπο, λόγω και μόνης της παρουσίας του στην περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν έγινε αποδεκτός οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί εξατομικευμένου κινδύνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή αναπτύχθηκε στη νομολογία του ΔΕΕ.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, και αφού εξετάστηκαν τόσο η νομιμότητα όσο και η ουσία της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε πλήρως και επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα κατά τα άρθρα 3 έως 3Δ του Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, εθνικούς, κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Εξίσου, ορθώς απορρίφθηκε και η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας του άρθρου 19 του Νόμου, αφού ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι θα αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής ή αδικαιολόγητης βλάβης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19(2).
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η διενεργηθείσα έρευνα υπήρξε επαρκής και πλήρης, καλύπτοντας όλα τα συναφή πραγματικά και νομικά ζητήματα. Το κριτήριο πληρότητας της έρευνας, όπως καθορίστηκε στη νομολογία (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· ΕΕΥ ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd v Δημοκρατίας, 25.6.1999), ικανοποιείται, καθώς συλλέχθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που επιτρέπουν ασφαλή και τεκμηριωμένο συμπέρασμα.
Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι, σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), η Νιγηρία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία ή ισχυρισμούς προσωπικού χαρακτήρα ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 12Βτρις(2) του Νόμου.
Υπενθυμίζεται ότι η διεθνής προστασία είναι επικουρική έναντι της προστασίας που οφείλει να παρέχει η ίδια η χώρα καταγωγής. Εφόσον η Νιγηρία θεωρείται ικανή να προστατεύει αποτελεσματικά τους πολίτες της από παραβιάσεις δικαιωμάτων, δεν στοιχειοθετείται ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω,
Το Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή και επικυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.000 (χίλια ευρώ) υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Judgment of the Court (First Chamber), 22 November 2012 M. M. v Minister for Justice, Equality and Law υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[2] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[3] EYAA- Coi Query Nigeria Security situation in Imo State Jan 2022- Sept 2023. www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2023_09_EUAA_COI_Query_Response_Q37_Nigeria_Security_incidents_Imo_State.pdf
[4] C-advocate Newspaper- Insecurity in Imo State – An Unpleasant, Yet Indelible Aspect of History June 24, 2025 https://cadvocatenewspaper.csaaeinc.org/insecurity-in-imo-state-an-unpleasant-yet-indelible-aspect-of-history
[5] Journal of Humanities and Social Policy E-ISSN 2545-5729 P-ISSN 2695 2416 Vol 11. No.3 2025 www.iiardjournals.org online version Exploring Paganism and Indigenous Spirituality: The Evolution of Igbo Religious Practices in Southeastern Nigeria https://iiardjournals.org/get/JHSP/VOL.%2011%20NO.%203%202025/Exploring%20Paganism%20and%20Indigenous%20186-192.pdf
[6] Igbo Traditional Religion as a Cultural System https://is.muni.cz/th/hodou/MY_THESIS.pdf
[7] US department Of State 2022 Report on International Religious Freedom: Nigeria https://2021-2025.state.gov/reports/2022-report-on-international-religious-freedom/Nigeria
[8] Religious Freedom Institute - Nigeria, the Church, and Religious Freedom: Challenges and Opportunities to Secure this Right July 5, 2022 https://religiousfreedominstitute.org/nigeria-the-church-and-religious-freedom-challenges-and-opportunities-to-secure-this-right
[9] ΕΥΑΑ- 2.11. Christians in areas where they are a minority https://www.euaa.europa.eu/nigeria-country-focus/211-christians-areas-where-they-are-minority
[10] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Nigeria, 26 June 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2111576.html
[11] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Nigeria, 26 June 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2111576.html
[12] UNITED STATES COMMISSION on INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM – country update Nigeria August 2024 -Religious Freedom Conditions in Nigeria https://www.uscirf.gov/sites/default/files/2024-08/2024%20Nigeria%20Country%20Update.pdf
[13] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), NGA200791.FE, Nigeria: Prevalence of ritual killing and human sacrifice; state protection (2019–October 2021), 4 November 2021
https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458479
[14] EUAA – European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 132 – 133, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)
[15] Ο.π.
[16] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria- Country Focus, July 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2112320/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)
[17] ISS, Nigeria’s military mistakes cost the country its civilians, 13 December 2023, https://issafrica.org/iss-today/nigerias-military-mistakes-cost-the-country-its-civilians (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)
[18] Nigeria Watch, Annual Report 2023, n.d., https://www.nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report23VF.pdf p. 14 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16031/2026)
[19] AI, Amnesty International Report 2023/2024 - Nigeria, 24 April 2024 https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2024/04/WEBPOL1072002024ENGLISH.pdf p. 285; Leadership, Threat To Election In South East, 2023, https://leadership.ng/threat-to-election-in-south-east/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)
[20] Nigeria Watch, Annual Report 2023, n.d., https://www.nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report23VF.pdf p. 14 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)
[21] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Imo)
[22] City Population, https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA017__imo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο