ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
28 Απριλίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.M.D.,
από Αιθιοπία
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτήτρια: Αγγ. Πλιάκα (κα) για Νικήτα Α. Νικήτα
Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση: Κ. Ιμανίμης (κος) Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 28.12.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για διεθνή προστασία και αποφασίστηκε η επιστροφή της στην Αιθιοπία σύμφωνα με τα άρθρα 13(2)(δ) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «o περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Αιθιοπίας, την οποία εγκατέλειψε τον Δεκέμβριο του 2018 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές τον ίδιο μήνα. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 07.03.2021 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη στις 11.12.2023 με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») o οποίος υπέβαλε στις 22.12.2023 Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτηση της απορρίφθηκε με απόφαση του ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργού, ημερ. 28.12.2023. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, τόσο δια του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής της, όσο και με την γραπτή της αγόρευση, επικαλείται πλείονες γενικούς και αορίστους νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης χωρίς, ωστόσο, ουδείς εξ αυτών να εξειδικεύεται ειδικώς. Προωθεί περαιτέρω, ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επισημαίνοντας ότι σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις του Υπουργού Εσωτερικών τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση επισύναψαν στην ένστασή τους, δε δίδεται καμία εξουσία στην κυρία Α.Π.[1], η οποία και εξέδωσε και/ή υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις αφορούν άλλα πρόσωπα. Η Αιτήτρια καταλήγει πως πουθενά δεν αναφέρεται ή τεκμηριώνεται ότι η κα. Παναγή εργάζεται στην Υπηρεσία Ασύλου ή ότι έχει εξουσιοδότηση από τον υπουργό Εσωτερικών για να προβαίνει στις πράξεις στις οποίες προέβη. Ως προς την ουσία του αιτήματος της για άσυλο, κανένας λόγος δεν περιλαμβάνεται.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση επισημαίνουν καταρχάς, ότι παρατηρείται έλλειψη εξειδίκευσης και/ή τεκμηρίωσης των λόγων ακυρώσεως που προωθεί η Αιτήτρια κατά παραβίαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, υποβάλλοντας ότι για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Καταρχάς, μελετώντας τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας και σε συμφωνία με τα όσα υποβάλλουν και οι Καθ' ων η αίτηση, εύκολα διαπιστώνεται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει τόσο ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2], όσο και ο Κανονισμός 8 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, κατά τον οποίο η γραπτή αγόρευση οφείλει να παρουσιάζει συνοπτικά τον «σκελετό» των επιχειρημάτων (περίγραμμα επιχειρημάτων) στη βάση μόνο των νομικών σημείων που προτείνονται προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Παρατηρώ επιπλέον συναφώς, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, ως αυτοί προωθούνται στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, αναπτύσσονται ως ενιαίο κείμενο χωρίς να υπάρχει σαφής διαχωρισμός των λόγων ακυρώσεως που προωθούνται, αντίθετα προς την επιταγή του Κανονισμού 7 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019. Κατά τον Κανονισμό 7, δομικά η αγόρευση πρέπει να χωρίζεται σε παραγράφους ευκρινώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε νομικό σημείο, που αναφέρονται εύληπτα και συνοπτικά.
Πέραν της ως άνω επισήμανσης, είναι με τέτοιο τρόπο διατυπωμένη η γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, που ο δικαστικός έλεγχος καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής. Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η καθ' υπόθεση εξαγωγή των ισχυρισμών και των λόγων ακυρώσεως που επιδιώκεται να προωθηθούν. Η Αιτήτρια οφείλει, δια του συνηγόρου της, να είναι σαφής τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή της, όσο και ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στους λόγους που προωθούνται και στους κανόνες δικαίου που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως ως αυτοί προωθήθηκαν με την προσφυγή της Αιτήτριας και υιοθετήθηκαν στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης, χωρίς καμία ωστόσο ανάπτυξη, πάσχουν από προφανή αοριστία και ασάφεια και είναι, ως εκ τούτου ανεπίδεκτοι δικαστικής εξέτασης. Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι και η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4].
Υπό το φως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει τους λόγους ακυρώσεως που η Αιτήτρια προωθεί με τη γραπτή της αγόρευση, αφού η ίδια δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εξειδίκευση αυτών σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής της.
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν (Βλ. άρθρο 11(3)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018), θα προχωρήσω στην εξέταση του λόγου ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας, ο οποίος ελέγχεται αυτεπαγγέλτως και ακολούθως θα εξετάσω την ουσία της παρούσας υπόθεσης, προσεγγίζοντας το θέμα με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Επί του λόγου ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση
Προέχει βεβαίως, λόγω της φύσης του αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ο οποίος εξετάζεται σε κάθε περίπτωση αυτεπαγγέλτως, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, ακόμα και αν δεν είναι δεόντως δικογραφημένος.
Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από την κα Α.Π., χωρίς αυτή να έχει εξουσία από τον Υπουργό Εσωτερικών για έκδοση της απόφασης αυτής.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις ως άνω αιτιάσεις του συνηγόρου της Αιτήτριας. Σε συμφωνία με τα όσα υποβάλλουν και οι Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνω ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε από την Α.Π. η οποία απέστειλε απλώς την επιστολή ενημέρωσης για την έκδοση της απόφασης προς την Αιτήτρια, αλλά από την λειτουργό Α.Α.[5] (βλ. ερ. 117). Ειδικότερα, η υποβληθείσα στην υπό κρίση υπόθεση Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού CAS52 της Υπηρεσίας Ασύλου (Βλ. συναφώς ερυθρά 116-99 του δ.φ.) ημερομηνίας 22.12.2023, τέθηκε ενώπιον της Α.Α. η οποία κατόπιν εξέτασης της προχώρησε σε απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης (βλ. ερ. 117 του δ.φ.)
Η παραχώρηση της σχετικής εξουσιοδότησης είναι επιτρεπτή δυνάμει ρητής διάταξης νόμου, ήτοι του ερμηνευτικού άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου, ως επιβάλλει το εδάφιο (4) του άρθρου 17 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158 (Ι)/1999, σε συνδυασμό και με το άρθρο 3(2) του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου του 1962 (Ν. 23/1962). Συνάγεται ευθέως από το ερμηνευτικό άρθρο 2, ότι πρόσωπο το οποίο έχει εξουσία να εκδίδει αποφάσεις επί αιτήσεων ασύλου, είναι και οποιοσδήποτε αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου. Τέτοια εξουσιοδότηση εντοπίζεται και στην υπό κρίση υπόθεση, ως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω και συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας στερούνται βασιμότητας και ως εκ τούτου απορρίπτονται[6].
Ως προς την ουσία της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Αναφορικά με τη θέση της Αιτήτριας, ως αυτή προβάλλεται με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[7].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Αιθιοπίας, γεννημένη στην Addis Ababa της Αιθιοπίας και κάτοικος αυτής έως την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι εκτός της Αιθιοπίας έζησε επίσης στο Λίβανο από το 1997 για σχεδόν τέσσερα χρόνια, κατόπιν επέστρεψε στην Αιθιοπία για δύο χρόνια και στη συνέχεια έζησε στο Dubai για τρία χρόνια. Στη συνέχεια επέστρεψε για ένα χρόνο στην Αιθιοπία και κατόπιν έζησε στο Qatar για τέσσερα χρόνια (βλ. ερυθ. 42 1Χ δ.φ.). Είναι Χριστιανή Ορθόδοξη στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Amhara (Amarq) (βλ. ερυθ. 45 5Χ και 42 2Χ δ.φ.). Ως η ίδια ανέφερε, είναι άγαμη και μητέρα μίας 12χρονης κοπέλας η οποία ζει με τη μητέρα της Αιτήτριας στην Addis Ababa. Ο πατέρας της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν 3 ετών, έχει έναν αδερφό και τρεις αδερφές που ζουν στην Αιθιοπία καθώς και μία αδερφή η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία ως αιτήτρια ασύλου με την οικογένειά της (βλ. ερυθ. 40 4Χ-6Χ δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πως ομιλεί Amharic (βλ. ερυθ. 42 5Χ και 41 1Χ δ.φ.). Αναφορικά με την επαγγελματική της εμπειρία δήλωσε ότι εργαζόταν ως οικιακή βοηθός (βλ. ερυθ. 41 6Χ δ.φ.). Δήλωσε ότι τον Δεκέμβριο του 2018 ταξίδεψε προς τη Δημοκρατία με τουριστική βίζα και πως κύριος στόχος της ήταν να εργαστεί (βλ. ερυθ. 39 6Χ δ.φ.). Σημειώνεται ότι ως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, η Αιτήτρια στην πραγματικότητα έφτασε στη Δημοκρατία με τρίμηνη θεώρηση εισόδου που της έδινε το δικαίωμα να εργαστεί ως οικιακή βοηθός (βλ. ερυθ. 31 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι εγκατέλειψε την Αιθιοπία λόγω απειλών κατά της ζωής της από τον σύζυγό της. Η Αιτήτρια δήλωσε πως όταν γέννησε την κόρη τους, ο πατέρας αρνήθηκε ότι ήταν δικό του παιδί και η Αιτήτρια δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του μέσω τηλεφώνου, οπότε άφησε την κόρη της με τη μητέρα της και έφυγε από τη χώρα καταγωγής (βλ. ερυθ. 38 5Χ δ.φ.). Η Αιτήτρια πρόσθεσε, όταν ρωτήθηκε σχετικά, ότι υπήρχε πόλεμος στη χώρα της και ήταν δύσκολο να βρει εργασία και να κυκλοφορεί (βλ ερυθ. 38 6Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τον πατέρα του παιδιού της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, όταν τον κάλεσε τηλεφωνικά, εκείνος αρνήθηκε την πατρότητα και της ζήτησε να μην επικοινωνήσει ξανά μαζί του, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τη σκοτώσει. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο σύντροφός της ήταν ζηλότυπος και βίαιος, ενώ πρόσθεσε ότι δεν έχουν επικοινωνήσει τα τελευταία έντεκα χρόνια (βλ. ερυθ. 38 8Χ 9Χ και 37 6Χ 7Χ δ.φ.).
Αναφορικά με τον πόλεμο στη χώρα της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πριν από περίπου έντεκα έως δώδεκα χρόνια, μετά τον θάνατο του επικεφαλής της προηγούμενης κυβέρνησης, η ελευθερία μετακίνησης του πληθυσμού ήταν περιορισμένη. Όπως ανέφερε, στην περιοχή όπου διέμενε δρούσε ομάδα με την ονομασία Oneg-Shene, η οποία προέβαινε σε δολοφονίες Χριστιανών. Συγκεκριμένα, τα μέλη της ομάδας φέρονται να ρωτούσαν τους πολίτες για την εθνική τους καταγωγή και τη θρησκεία τους και να σκότωναν όσους δήλωναν Χριστιανοί. Η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι η ίδια δεν υπήρξε προσωπικά θύμα τέτοιου περιστατικού, ωστόσο δεν μπορούσε να εξέλθει από την οικία της ούτε να μεταβεί στην εκκλησία για προσευχή (βλ. ερυθ. 36 9Χ-11Χ δ.φ.). Επιπλέον, ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη γνώση της, η ομάδα Oneg-Shene εξακολουθεί να είναι ενεργή, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι ούτε η ίδια ούτε κάποιο μέλος της οικογένειάς της υπέστησαν άμεση βλάβη (βλ. ερυθ. 35 1Χ-5Χ δ.φ.).
Ερωτηθείσα σχετικά με τη δήλωσή της περί έλλειψης επαγγελματικών ευκαιριών στην Αιθιοπία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η ομάδα Oneg-Shene είχε αποκλείσει τους οδικούς άξονες, εμποδίζοντας την είσοδο αγαθών στην Addis Ababa, με αποτέλεσμα την παράλυση της χώρας και την αδυναμία εξεύρεσης εργασίας (βλ. ερυθ. 35 5Χ δ.φ.).
Απαντώντας, περαιτέρω, σε ερωτήσεις του λειτουργού σχετικά με τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ), η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά την αντίληψή της, ούτε η ίδια ούτε άλλα μέλη της οικογένειάς της έχουν υποστεί τέτοια πρακτική, ενώ εξέφρασε την άποψη ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της, δεν διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε αυτήν (βλ. ερυθ. 35 9Χ-11Χ δ.φ.).
Ερωτηθείσα σχετικά με το τι εκτιμά ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι στη χώρα επικρατεί ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της φυλής Amhara και της κυβέρνησης, ότι οι συνθήκες διαβίωσης είναι ιδιαίτερα δυσμενείς και ότι η γενικότερη κατάσταση προκαλεί έντονο φόβο (βλ. ερυθ. 34 1Χ-2Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης σε ασφαλέστερη περιοχή, μακριά από την Addis Ababa, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα μέλη της ομάδας Oneg-Shene δρουν σε όλη τη χώρα, προβαίνουν σε ελέγχους ταυτότητας και σκοτώνουν Χριστιανούς που ανήκουν στη φυλή Amhara (βλ. ερυθ. 34 δ.φ.).
Τέλος, δήλωσε ότι δεν έχει υποστεί διακρίσεις από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, ούτε έχει συλληφθεί ή κρατηθεί ποτέ στην Αιθιοπία (βλ. ερυθ. 34 3Χ-4Χ δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τρεις ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και έγινε αποδεκτός. Ως τελευταίος τόπος διαμονής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής κρίθηκε η Addis Ababa της Αιθιοπίας.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις απειλές που δέχτηκε η Αιτήτρια από τον πρώην σύντροφό της. Ο Λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είχαν την απαιτούμενη λογική και χρονική συνοχή, πως η Αιτήτρια ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες και πως δεν προέκυψαν αντιφάσεις και ασυνέχειες στις δηλώσεις της. Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός έκρινε πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού θεμελιώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός τόνισε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια δε μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεδομένης της εγγενώς υποκειμενικής φύσης αυτού του μέρους της αξίωσης της Αιτήτριας. Ως εκ των άνω, ο ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την κατάσταση ασφαλείας που επικρατούσε στην περιοχή καταγωγής και διαμονής της Αιτήτριας, εξαιτίας της οποίας εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής. Ο Λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είχαν την απαιτούμενη λογική και χρονική συνοχή, πως η Αιτήτρια ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες και πως δεν προέκυψαν αντιφάσεις και ασυνέχειες στις δηλώσεις της. Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός έκρινε πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού θεμελιώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός τόνισε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και ως εκ τούτου ο ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου και υπό το φως των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη τα αποδεκτά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την εξέταση της αίτησης, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, καθώς και τους ισχυρισμούς της ότι εγκατέλειψε την Αιθιοπία αφενός λόγω απειλών από τον πρώην σύντροφό της και αφετέρου λόγω της κατάστασης ασφάλειας που επικρατούσε στην περιοχή καταγωγής και διαμονής της. Περαιτέρω, συνεκτιμήθηκαν οι δηλώσεις της αναφορικά με την ύπαρξη ένοπλων ομάδων και περιστατικών βίας, καθώς και οι γενικότερες συνθήκες στη χώρα καταγωγής της, σε συνδυασμό με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές ως προς την κατάσταση ασφάλειας και τα επίπεδα βίας στην Αιθιοπία και ειδικότερα στην Addis Ababa. Κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας —ενήλικη γυναίκα, χωρίς προβλήματα υγείας, με στοιχειώδη εκπαίδευση, Χριστιανή Ορθόδοξη, μέλος της εθνοτικής ομάδας Amhara, χωρίς ιστορικό σύλληψης, κράτησης ή στοχοποίησης από τις αρχές— κρίθηκε ότι τα προβαλλόμενα περιστατικά δεν συνιστούν πράξεις δίωξης ούτε καταδεικνύουν στοχοποίηση της ίδιας για κάποιον από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρισμοί περί γενικευμένης ανασφάλειας και παρουσίας ένοπλων ομάδων δεν τεκμηριώνουν προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο για την Αιτήτρια, ενώ η ίδια δεν υπέστη στο παρελθόν οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Παράλληλα, ως προς τους ισχυρισμούς περί απειλών από ιδιώτη (πρώην σύντροφο), δεν προέκυψε ότι οι εν λόγω απειλές συνδέονται με κάποιον από τους λόγους δίωξης ούτε ότι το κράτος αδυνατεί ή αρνείται να παρέχει προστασία. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφάλειας στην Addis Ababa, όπου δεν καταγράφεται γενικευμένη ή αδιάκριτη βία στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται εύλογη πιθανότητα δίωξης ή έκθεσής της σε σοβαρό κίνδυνο, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή διεθνούς προστασίας.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην Αιθιοπία, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον οι εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση της χώρας και τον Απελευθερωτικό Στρατό του Oromo (OLA) και το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Tigray (TPLF) περιορίζονται στις περιοχές Tigray, Oromo και Amhara, ενώ στην Addis Ababa, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, δε λαμβάνει χώρα οποιασδήποτε μορφής διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας τα ανωτέρω υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων και κατόπιν προσεκτικής μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης του Λειτουργού όσο και του συνόλου των ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Διαπιστώνω καταρχάς ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως απομονώθηκαν και αξιολογήθηκαν από τον Λειτουργό, δεν διαχωρίστηκαν πλήρως κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο των δηλώσεών της. Ειδικότερα, ενώ ορθώς εξετάστηκαν ο ισχυρισμός περί απειλών από τον πρώην σύντροφό της και ο ισχυρισμός περί της κατάστασης ασφάλειας στη χώρα καταγωγής, δεν απομονώθηκε και δεν αξιολογήθηκε αυτοτελώς ο ισχυρισμός της περί στοχευμένης βίας κατά Χριστιανών από ένοπλες ομάδες.
Εντούτοις, από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι η Αιτήτρια προέβαλε συγκεκριμένο ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο μέλη της ομάδας Oneg-Shene προέβαιναν σε ελέγχους ταυτότητας, εθνοτικής καταγωγής και θρησκεύματος και προέβαιναν σε δολοφονίες προσώπων που ανήκαν στη φυλή Amhara και/ή δήλωναν Χριστιανοί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά απλώς στοιχείο της γενικής κατάστασης ανασφάλειας, αλλά συνδέεται άμεσα με λόγους δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, ήτοι τη θρησκεία και την εθνοτική καταγωγή.
Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός όφειλε να εξεταστεί ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός και να αξιολογηθεί ειδικώς ως προς την ύπαρξη στοχευμένης δίωξης λόγω θρησκείας και/ή εθνοτικής καταγωγής, κάτι που δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα κατά την αξιολόγηση του Λειτουργού.
Έχοντας διαπιστώσει τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει σε ορθότερη απομόνωση των ουσιωδών ισχυρισμών ως ακολούθως: πρώτον, εξετάζεται η ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας· δεύτερον, εξετάζεται ο ισχυρισμός περί απειλών κατά της ζωής της από τον πρώην σύντροφό της· τρίτον, εξετάζεται αυτοτελώς ο ισχυρισμός περί στοχευμένης βίας και δίωξης κατά προσώπων λόγω της θρησκείας και της εθνοτικής τους καταγωγής, στον οποίο εντάσσεται η Αιτήτρια ως Χριστιανή και μέλος της εθνοτικής ομάδας Amhara· και τέταρτον, εξετάζεται η γενικότερη κατάσταση ασφάλειας στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην πόλη Addis Ababa.
Ακολούθως, το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας εκάστου εκ των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών.
Καταρχάς, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση και τον αποδέχομαι. Οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται σαφείς, συνεπείς και απαλλαγμένες από αντιφάσεις, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να τις κλονίσουν. Περαιτέρω, τα όσα ανέφερε συνάδουν με τα προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι το διαβατήριο και την άδεια εισόδου της στη Δημοκρατία, τα οποία έγιναν αποδεκτά από τον Λειτουργό. Ως εκ τούτου, η ταυτότητα, η υπηκοότητα, ο τόπος συνήθους διαμονής της (Addis Ababa), καθώς και τα βασικά στοιχεία του προσωπικού της προφίλ κρίνονται ως εσωτερικά αξιόπιστα.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε η Αιτήτρια από τον πρώην σύντροφό της, φρονώ ότι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, όπως αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του Λειτουργού, κρίνεται συνολικά ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη. Ο Λειτουργός προσδιόρισε με σαφήνεια το αντικείμενο της εξέτασης, δηλαδή τον ισχυρισμό περί απειλών κατά της ζωής της στο πλαίσιο προσωπικής/ενδοσχεσιακής διαφοράς, και αξιολόγησε τη σχετική αφήγηση της Αιτήτριας υπό το πρίσμα της συνοχής, της λεπτομέρειας και της λογικής αλληλουχίας των γεγονότων.
Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια παρείχε επαρκείς πληροφορίες ως προς τα βασικά στοιχεία του ισχυρισμού της, ήτοι τη φύση της σχέσης της με το εν λόγω πρόσωπο, το περιστατικό της άρνησης πατρότητας, καθώς και τη διατύπωση απειλών εις βάρος της. Οι δηλώσεις της παρουσιάζουν εσωτερική συνοχή και χρονική συνέχεια, ενώ δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες που να πλήττουν την αξιοπιστία της. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι πρόκειται για ισχυρισμό εγγενώς προσωπικής φύσης, ο οποίος δεν δύναται να επιβεβαιωθεί μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας πληροί τις απαιτήσεις εσωτερικής αξιοπιστίας και γίνεται αποδεκτός.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί στοχευμένης βίας και δίωξης κατά προσώπων λόγω της θρησκείας και της εθνοτικής τους καταγωγής, στον οποίο εντάσσεται η Αιτήτρια ως Χριστιανή και μέλος της εθνοτικής ομάδας Amhara, το Δικαστήριο προβαίνει σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής του αξιοπιστίας.
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια, κατά το στάδιο της συνέντευξης, προέβη σε σαφείς και συνεκτικές δηλώσεις αναφορικά με τη δράση της ομάδας Oneg-Shene στην περιοχή διαμονής της, περιγράφοντας συγκεκριμένα ότι τα μέλη της εν λόγω ομάδας προέβαιναν σε ελέγχους ταυτότητας, εθνοτικής καταγωγής και θρησκεύματος και προέβαιναν σε δολοφονίες προσώπων που ανήκαν στη φυλή Amhara και/ή δήλωναν Χριστιανοί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λόγω της κατάστασης αυτής, η ίδια αδυνατούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα ή να ασκεί τη θρησκευτική της λατρεία.
Οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται ως εσωτερικά συνεπείς, παρουσιάζουν λογική αλληλουχία και δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες που να πλήττουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού. Η αφήγησή της παραμένει σταθερή ως προς τα βασικά στοιχεία του ισχυρισμού και συνοδεύεται από επαρκή περιγραφή των συνθηκών υπό τις οποίες φέρεται να εκδηλώθηκαν τα περιστατικά βίας.Το γεγονός ότι η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν υπήρξε η ίδια άμεσο θύμα τέτοιων ενεργειών ούτε κάποιο μέλος της οικογένειάς της δεν αναιρεί την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, αλλά αφορά την επόμενη φάση της αξιολόγησης, ήτοι την εκτίμηση του εξατομικευμένου κινδύνου.
Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας πληροί τις απαιτήσεις εσωτερικής αξιοπιστίας και γίνεται αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο προχωρώντας σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εντόπισε τα ακόλουθα:
Ως προς την Oromo Liberation Army (OLA) / OLF-Shene / Oneg Shene - Δράσεις, δίωξη Χριστιανών και εθνοτικών Amhara
· Ο Oromo Liberation Army (OLA), γνωστός επίσης ως OLF-Shene ή Oneg Shene (Shanee στα Oromo, κυριολεκτικά «πέντε»), αποτελεί ένοπλο τμήμα που απεσχίσθη από το Oromo Liberation Front (OLF) και δραστηριοποιείται κυρίως στην περιφέρεια Oromia της Αιθιοπίας.[8] Το OLF ιδρύθηκε το 1973 ως πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων του λαού Oromo έναντι της κεντρικής κυβερνητικής εξουσίας.[9]
· Τον Αύγουστο του 2018, μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Abiy Ahmed, η Αιθιοπική κυβέρνηση υπέγραψε ειρηνευτική συμφωνία με το OLF, το οποίο συμφώνησε να αφοπλιστεί και να δραστηριοποιηθεί ως νόμιμο πολιτικό κόμμα.[10] Ωστόσο, τμήμα του ένοπλου σκέλους, υπό τον διοικητή Kumsa Diriba (γνωστό ως «Jaal Maro»), αρνήθηκε τον αφοπλισμό και αποσχίστηκε επισήμως τον Απρίλιο του 2019, συγκροτώντας τον OLA ως αυτόνομη ένοπλη δύναμη.[11] Τον Μάιο του 2021, το Αιθιοπικό κοινοβούλιο χαρακτήρισε τον OLA (υπό τον χαρακτηρισμό «Shene») ως τρομοκρατική οργάνωση.[12]
· Σύμφωνα με το DIS/EUAA Field Mission Report (Οκτώβριος του 2024), ο OLA δραστηριοποιείται σε ευρεία γεωγραφική έκταση εντός της Oromia, με επίκεντρο τις ζώνες West Wellega, East Wellega, Kellem Wallaga, Horo Guduru, North Shewa και Arsi.[13] Κατά τον πόλεμο του Tigray (2020–2022), η μεταφορά ομοσπονδιακών και περιφερειακών δυνάμεων ασφαλείας προς τα βόρεια δημιούργησε σημαντικό κενό ασφαλείας στην Oromia, επιτρέποντας στον OLA να επεκτείνει σημαντικά τις επιχειρησιακές περιοχές και τη δύναμή του.[14]
· Σύμφωνα με δεδομένα του ACLED, κατά το διάστημα 2024–2025 καταγράφηκαν άνω των 600 επεισοδίων με εμπλοκή OLA στην Oromia, με αποτέλεσμα τουλάχιστον 1.293 θύματα αμάχων.[15] Κατά το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2024, το ACLED κατέγραψε περίπου 9.000 νεκρούς σε Oromia και Amhara συνδυαστικά, αποτυπώνοντας την έκταση της βίας.[16] Ο OLF-Shene σχημάτισε στρατιωτική συμμαχία με το TPLF κατά τη διάρκεια του πολέμου Tigray, γεγονός που επικρίθηκε ευρέως από διεθνείς παρατηρητές.[17]
· Την 1η Δεκεμβρίου 2024, η περιφερειακή κυβέρνηση της Oromia υπέγραψε ειρηνευτική συμφωνία με φράξια του OLA υπό τον πρώην διοικητή Jaal Sanyi Nagasa, ο οποίος είχε αποχωρήσει από την κεντρική ηγεσία του OLA τον Σεπτέμβριο 2024.[18] Εκατοντάδες μαχητές εισήλθαν σε κυβερνητικά κέντρα αποκατάστασης.[19]
· Η κεντρική ηγεσία του OLA υπό τον Jaal Maro απέρριψε τη συμφωνία χαρακτηρίζοντάς την αδύναμη και ο OLA παραμένει ενεργός σε πολλαπλές ζώνες.[20] Σύμφωνα με το ACLED, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025 οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ OLA και κυβερνητικών δυνάμεων μειώθηκαν κατά περίπου 60% σε σχέση με την προ-συμφωνίας περίοδο, ωστόσο η βία κατά αμάχων συνεχίστηκε[21].
· Τον Σεπτέμβριο του 2024 απελευθερώθηκαν αρκετά ηγετικά στελέχη του OLF που κρατούνταν από το 2020 σε ένδειξη χειρονομίας διαχείρισης ζημιών από την κεντρική κυβέρνηση.[22] Το Freedom House αξιολογεί την Αιθιοπία ως «Μη Ελεύθερη» χώρα στην έκθεση του 2025, επισημαίνοντας ότι η σύγκρουση στην Oromia παραμένει μια από τις κύριες αιτίες ανθρωπιστικής κρίσης.[23]
Ως προς την βία κατά αμάχων — Σφαγές εθνοτικών Amhara
· Η σφαγή του Tole τον Ιούνιο του 2022 αποτέλεσε ένα από τα πλέον τεκμηριωμένα μεμονωμένα περιστατικά. Σύμφωνα με έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας, μαχητές που αναγνωρίστηκαν ως OLA περικύκλωσαν χωριά στο Tole Kebele (West Wellega Zone, Oromia) και εκτέλεσαν εκτεταμένο αριθμό αμάχων, κυρίως εθνοτικών Amhara, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών.[24] Τοπικοί αξιωματούχοι ανέφεραν τουλάχιστον 450 νεκρούς, ενώ η Διεθνής Αμνηστία τεκμηρίωσε συνοπτικές εκτελέσεις, εμπρησμούς κατοικιών και συστηματικές λεηλασίες.[25] Δορυφορικές εικόνες επιβεβαίωσαν τις εκτεταμένες καταστροφές.[26] Αυτόπτες μάρτυρες αναγνώρισαν τους δράστες ως μαχητές OLA βάσει χαρακτηριστικών (στρατιωτική παραλλαγή, μακριές πλεξούδες, χρήση γλώσσας Oromiffa).[27] Το HRW τεκμηρίωσε παρόμοιες ταυτόχρονες επιθέσεις σε πέντε χωριά καθώς και σε παρακείμενες περιοχές της Benishangul-Gumuz.[28]
· Πέραν του Tole, ανεξάρτητες θεσμικές πηγές τεκμηριώνουν σειρά επιπλέον σφαγών. Η σφαγή στο Gawa Qanqa (Νοέμβριος του 2020) είχε σαν αποτέλεσμα τουλάχιστον 54 νεκρούς, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους Amhara.[29] Τον Μάρτιο του 2021 στο Bone Kebele 28 εθνοτικοί Amhara εκτελέστηκαν αφού συγκεντρώθηκαν υπό την απειλή όπλων[30]. Τον Αύγουστο του 2021, σύμφωνα με στοιχεία της Ethiopian Human Rights Commission (EHRC) που παρατέθηκαν από την HRW, τουλάχιστον 150 άμαχοι Amhara σκοτώθηκαν στη ζώνη West Wellega.[31] Ο OLA αρνείται συστηματικά την ευθύνη για αυτά τα περιστατικά, αποδίδοντάς τα σε κυβερνητικές πολιτοφυλακές ή σε αυτόνομα δρώντα στοιχεία.[32]
Ενόψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια επιβεβαιώνονται σε σημαντικό βαθμό από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης.
Ειδικότερα, από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι ο Oromo Liberation Army (OLA), γνωστός και ως OLF-Shene ή Oneg Shene, αποτελεί ενεργή ένοπλη οργάνωση που δρα κυρίως στην περιφέρεια Oromia και έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική από τις αιθιοπικές αρχές. Οι πηγές καταδεικνύουν ότι η εν λόγω οργάνωση εμπλέκεται σε εκτεταμένες επιθέσεις κατά αμάχων, με σημαντικό αριθμό θυμάτων και διαρκή παρουσία σε πολλαπλές ζώνες της χώρας.
Περαιτέρω, τεκμηριώνεται μέσω διεθνών οργανισμών, όπως η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch, ότι έχουν λάβει χώρα επανειλημμένες επιθέσεις κατά εθνοτικών Amhara, οι οποίες περιλάμβαναν μαζικές εκτελέσεις, εμπρησμούς κατοικιών και λεηλασίες. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η σφαγή στο Tole (Ιούνιος 2022), κατά την οποία εκατοντάδες άμαχοι, κυρίως Amhara, φέρονται να εκτελέστηκαν από μαχητές που αναγνωρίστηκαν ως μέλη του OLA, καθώς και άλλα περιστατικά σε περιοχές όπως Gawa Qanqa και West Wellega, τα οποία καταδεικνύουν μοτίβο στοχευμένης βίας.
Επιπλέον, τα διαθέσιμα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η βία στην περιφέρεια Oromia παραμένει εκτεταμένη, με εκατοντάδες περιστατικά και μεγάλο αριθμό θυμάτων αμάχων κατά τα έτη 2024–2025, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη δράση της εν λόγω οργάνωσης και την επιβάρυνση της κατάστασης ασφάλειας.
Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί ύπαρξης ένοπλων ομάδων που προβαίνουν σε ελέγχους ταυτότητας και στοχευμένες επιθέσεις κατά προσώπων λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής και/ή της θρησκείας τους ερείδεται σε αντικειμενικά και επικαιροποιημένα στοιχεία. Συνεπώς, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας κρίνεται ως εξωτερικά αξιόπιστος. Ωστόσο, η διαπίστωση της εξωτερικής αξιοπιστίας αφορά την επιβεβαίωση της γενικής βασιμότητας του ισχυρισμού και δεν προδικάζει αφ’ εαυτής την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου για την Αιτήτρια, ζήτημα το οποίο εξετάζεται σε επόμενο στάδιο.
Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την κατάσταση ασφάλειας στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην Addis Ababa, συντάσσομαι με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του.
Ειδικότερα, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται ως συνεπείς και απαλλαγμένες από ουσιώδεις αντιφάσεις, ενώ επιβεβαιώνονται από αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση αστάθειας και βίας στην Αιθιοπία.
Επισημαίνεται ωστόσο ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε, κατά τρόπο σαφή και συνεπή, περιστατικά προσωπικής στοχοποίησης ή δίωξης. Αντιθέτως, η ίδια ανέφερε ότι δεν της συνέβη οτιδήποτε συγκεκριμένο και ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κακοποιήθηκε από τις αρχές ή άλλους δρώντες.
Κατά συνέπεια, ενώ ο τρίτος ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως προς την ύπαρξη γενικευμένης κατάστασης ανασφάλειας στη χώρα καταγωγής, απορρίπτεται κατά το μέρος που αφορά ισχυρισμούς περί προσωπικής στοχοποίησης, λόγω έλλειψης επαρκούς τεκμηρίωσης και συνοχής.
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Εν προκειμένω, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η Αιτήτρια είναι Χριστιανή Ορθόδοξη και μέλος της εθνοτικής ομάδας Amhara, ενώ έχει προβάλει και έχει κριθεί ως αξιόπιστος ο ισχυρισμός περί ύπαρξης ένοπλων ομάδων, και δη της οργάνωσης Oneg-Shene (OLA), οι οποίες προβαίνουν σε στοχευμένες επιθέσεις κατά προσώπων λόγω της θρησκείας και της εθνοτικής τους καταγωγής. Ο εν λόγω ισχυρισμός επιβεβαιώνεται και από αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες τεκμηριώνουν επαναλαμβανόμενα περιστατικά βίας κατά εθνοτικών Amhara, με χαρακτηριστικά στοχευμένης επίθεσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι πρόσωπα που ανήκουν στη χριστιανική θρησκεία και/ή στην εθνοτική ομάδα Amhara δύνανται, υπό περιστάσεις, να αποτελέσουν στόχο βίας. Ωστόσο, για τη θεμελίωση καθεστώτος πρόσφυγα απαιτείται, πέραν της ύπαρξης γενικευμένων περιστατικών βίας, η διαπίστωση βάσιμου και εξατομικευμένου φόβου δίωξης.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια υπήρξε στο παρελθόν θύμα πράξεων δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ούτε ότι στοχοποιήθηκε προσωπικά από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες. Η ίδια δήλωσε ότι δεν υπέστη άμεση επίθεση, ούτε κάποιο μέλος της οικογένειάς της υπέστη σχετική βλάβη, ενώ δεν προκύπτει ύπαρξη συγκεκριμένων περιστάσεων που να την καθιστούν διακριτά εκτεθειμένη σε κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό που μοιράζεται τα ίδια χαρακτηριστικά. Πρόσθετα, η ίδια δήλωσε ότι δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε διακριτική μεταχείριση από τις αρχές της χώρας της.
Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι ο τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας είναι η Addis Ababa, περιοχή στην οποία, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν καταγράφεται η ίδια ένταση στοχευμένων επιθέσεων όπως σε άλλες περιφέρειες της χώρας, ιδίως στην Oromia. Η διαπιστούμενη γεωγραφική διαφοροποίηση ως προς την ένταση και τη φύση της βίας συνιστά κρίσιμο στοιχείο κατά την εκτίμηση του κινδύνου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει συγκεκριμένων ενδείξεων ότι η Αιτήτρια, λόγω των ατομικών της χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, διατρέχει αυξημένο και προσωπικό κίνδυνο, κρίνεται ότι δεν θεμελιώνεται βάσιμος και εξατομικευμένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της. Συνακόλουθα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς του πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[33]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[34] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[35], προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην Αιθιοπία και στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την πόλη Addis Ababa. Σύμφωνα λοιπόν με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27.03.2026) στην ομοσπονδιακή πόλη της Addis Ababa της Αιθιοπίας καταγράφηκαν συνολικά 7 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 2 πολιτών.[36] Ο πληθυσμός της πόλης της Addis Ababa κατά την τελευταία επίσημη εκτίμηση του 2022 υπολογίστηκε στους 3,859,999 κατοίκους[37].
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει η ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Addis Ababa της Αιθιοπίας, ούτε προκύπτει ότι υφίσταται τέτοια ένταση αδιάκριτης βίας ώστε η Αιτήτρια, λόγω της απλής παρουσίας της στην εν λόγω περιοχή, να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, τα πρόσφατα στοιχεία καταδεικνύουν περιορισμένο αριθμό περιστατικών πολιτικής βίας και εξαιρετικά χαμηλό αριθμό θυμάτων σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της πόλης, γεγονός που δεν συνάδει με την ύπαρξη συνθηκών γενικευμένης ή αδιάκριτης βίας.
Περαιτέρω, εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, χωρίς διαπιστωμένα προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή ανάγκη ειδικής προστασίας. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι διαθέτει στοιχειώδες μορφωτικό επίπεδο, είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και έχει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία ως οικιακή βοηθός, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας καταγωγής της.
Επιπλέον, από τις δηλώσεις της ίδιας της Αιτήτριας προκύπτει ότι διατηρεί οικογενειακό και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, η ανήλικη κόρη της διαμένει στην Addis Ababa μαζί με τη μητέρα της Αιτήτριας, ενώ στην ίδια πόλη διαμένουν επίσης αδέλφια της. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια δεν στερείται οικογενειακής ή κοινωνικής στήριξης σε περίπτωση επιστροφής της.
Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν έχουν προβληθεί ούτε προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου συγκεκριμένα ατομικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια, λόγω της προσωπικής της κατάστασης, θα εκτεθεί σε αυξημένο ή εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην Addis Ababa, ικανό να αντισταθμίσει το χαμηλό επίπεδο γενικής βίας που καταγράφεται στην περιοχή, σύμφωνα με την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα εκτίμησης του κινδύνου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Με βάση συνεπώς το σύνολο των στοιχείων ενώπιόν μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Ενόψει, ωστόσο, της κατάληξής μου αναφορικά με την πάσχουσα νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα. Υπό το φως της ανάλυσης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, αυτή επικυρώνεται ως προς την κατάληξή της, ήτοι ότι η αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Το ονοματεπώνυμο της λειτουργού παρατίθεται ανωνυμοποιημένο.
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019: « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά., (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[5] Το ονοματεπώνυμο του λειτουργού παρατίθεται ανωνυμοποιημένο.
[6] Βλ. Απόφαση στην. Α.Ε. αρ. 2115, Ανδρούλλας Ζηνοβίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 2.10.1997, (1997) 3 Α.Α.Δ 385
[7] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.
[8]UK Home Office, Country Policy and Information Note: Oromos, the OLF and the OLA, Ethiopia, March 2026, διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/publications/ethiopia-country-policy-and-information-notes σ. 5–8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[9] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Oromos, the OLF and the OLA, Ethiopia, March 2026, διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/publications/ethiopia-country-policy-and-information-notes σ. 5–8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[10]UK Home Office, Country Policy and Information Note: Oromos, the OLF and the OLA, Ethiopia, March 2026, διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/publications/ethiopia-country-policy-and-information-notes σ. 9–12 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[11] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Oromos, the OLF and the OLA, Ethiopia, March 2026, διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/publications/ethiopia-country-policy-and-information-notes σ. 9–12 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[12]Al Jazeera, "Ethiopia labels OLA rebel group 'terrorist organisation'", 7 Μαΐου 2021, διαθέσιμο στο: https://www.aljazeera.com/news/2021/5/7/ethiopia-labels-oromo-rebel-group-terrorist-organisation (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[13]Danish Immigration Service (DIS) / EUAA, Ethiopia: Security Situation in Amhara, Oromia and Tigray Regions, Οκτώβριος 2024, διαθέσιμο στο: https://us.dk/media/st4pebqf/coi-ffm-report-ethiopia-security-situation-october-2024.pdf σ. 34–38 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[14] Danish Immigration Service (DIS) / EUAA, Ethiopia: Security Situation in Amhara, Oromia and Tigray Regions, Οκτώβριος 2024, διαθέσιμο στο: https://us.dk/media/st4pebqf/coi-ffm-report-ethiopia-security-situation-october-2024.pdf σ. 34–38 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[15]Danish Immigration Service (DIS) / EUAA, Ethiopia: Security Situation in Amhara, Oromia and Tigray Regions, Οκτώβριος 2024, διαθέσιμο στο: https://us.dk/media/st4pebqf/coi-ffm-report-ethiopia-security-situation-october-2024.pdf σ. 40–43 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[16]ACLED / Ethiopia Peace Observatory, Ethiopia Situation Update: 19 February 2025, 19 Φεβρουαρίου 2025, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/update/ethiopia-situation-update-19-february-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[17]CGRS (Commissariaat-generaal voor de Vluchtelingen en de Staatlozen, Βέλγιο), Veiligheidssituatie in Oromia, Μάιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/en/country-information/veiligheidssituatie-oromia-0 σ. 12-18 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[18]ACLED / Ethiopia Peace Observatory, Ethiopia Weekly Update: 3 December 2024, 4 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στο: https://epo.acleddata.com/2024/12/04/ethiopia-weekly-update-3-december-2024/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[19] ACLED / Ethiopia Peace Observatory, Ethiopia Weekly Update: 3 December 2024, 4 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στο: https://epo.acleddata.com/2024/12/04/ethiopia-weekly-update-3-december-2024/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[20]ACLED / Ethiopia Peace Observatory, Ethiopia Situation Update: 19 February 2025, 19 Φεβρουαρίου 2025, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/update/ethiopia-situation-update-19-february-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[21] ACLED / Ethiopia Peace Observatory, Ethiopia Situation Update: 19 February 2025, 19 Φεβρουαρίου 2025, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/update/ethiopia-situation-update-19-february-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[22]Human Rights Watch (HRW), World Report 2025: Ethiopia, Ιανουάριος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/ethiopia (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[23]Freedom House, Freedom in the World 2025: Ethiopia, 2025, διαθέσιμο στο: https://freedomhouse.org/country/ethiopia/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[24]Amnesty International, Ethiopia: Authorities Must Investigate Massacre of Ethnic Amhara in Tole, 21/07/2022, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/latest/news/2022/07/ethiopia-authorities-must-investigate-massacre-of-ethnic-amhara-in-tole/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[25] Amnesty International, Ethiopia: Authorities Must Investigate Massacre of Ethnic Amhara in Tole, 21/07/2022, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/latest/news/2022/07/ethiopia-authorities-must-investigate-massacre-of-ethnic-amhara-in-tole/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[26]Human Rights Watch (HRW), Ethiopia: Civilians in Western Oromia Left Unprotected, 31 Αυγούστου 2022, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/news/2022/08/31/ethiopia-civilians-western-oromia-left-unprotected (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[27]Amnesty International, Ethiopia: Authorities Must Investigate Massacre of Ethnic Amhara in Tole, Ιούλιος 2022, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/latest/news/2022/07/ethiopia-authorities-must-investigate-massacre-of-ethnic-amhara-in-tole/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[28]Human Rights Watch (HRW), Ethiopia: Civilians in Western Oromia Left Unprotected, 31 Αυγούστου 2022, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/news/2022/08/31/ethiopia-civilians-western-oromia-left-unprotected (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[29]UK Home Office, Country Policy and Information Note: Oromos, the OLF and the OLA, Ethiopia, 13/03/2026, διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/publications/ethiopia-country-policy-and-information-notes σ. 22–26 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[30] Amnesty International, Ethiopia: Authorities Must Investigate Massacre of Ethnic Amhara in Tole, 21/07/2022, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/latest/news/2022/07/ethiopia-authorities-must-investigate-massacre-of-ethnic-amhara-in-tole/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[31]Ethiopian Human Rights Commission (EHRC), αναφέρεται σε: Human Rights Watch (HRW), Ethiopia: Civilians in Western Oromia Left Unprotected, 31 Αυγούστου 2022, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/news/2022/08/31/ethiopia-civilians-western-oromia-left-unprotected (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[32] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Oromos, the OLF and the OLA, Ethiopia, 13/03/2026, διαθέσιμο στο: https://www.gov.uk/government/publications/ethiopia-country-policy-and-information-notes σ. 22–26 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 07/04/2026).
[33] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[34] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[35] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[36] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Ethiopia, Addis Ababa Province, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)
[37] City Population, Ethiopia – Addis Ababa, https://citypopulation.de/en/ethiopia/admin/ET14__adis_abeba/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο