J.A.N.F ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2762/24, 22/4/2026
print
Τίτλος:
J.A.N.F ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2762/24, 22/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 2762/24

 

22 Απριλίου 2026

 

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.] 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J.A.N.F

Αιτητής

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

  ....................

 

 

Ραφαέλλα Καλογήρου (κα) δικηγόρος για  Αιτητή

Μελίνα Βασιλείου   (κα), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 21/06/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

Γεγονότα 

Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 27/03/2022 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί τις 29/03/2022, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 09/05/2022.

Στις 12/12/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «EUAA»), ο οποίος, στις 31/05/2024, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.

Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε στις 04/06/2024 την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Στις 21/06/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή την ίδια ημέρα.

Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τη συνήγορο του Αιτητή στις 22/07/2024.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προέβαλε, τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας όσο και στη γραπτή του αγόρευση, πλείονες λόγους ακυρώσεως. Κατά το στάδιο της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προώθησε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, καθότι, ως υποστηρίζεται, δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα συναφή γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν περιλαμβάνει το σύνολο των πραγματικών ισχυρισμών του Αιτητή ούτε αντικατοπτρίζει πλήρως τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη, ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να προβούν σε ενδελεχή εξέταση εξωτερικών πηγών, ώστε να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα.

Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή υπήρξε εσφαλμένη, καθότι ο Αιτητής παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τα περιστατικά που επικαλέστηκε, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός δεν υπέβαλε επαρκείς και κατάλληλες ερωτήσεις προς διερεύνηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι νομικοί ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής είναι γενικοί και αόριστοι και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να ευδοκιμήσουν. Περαιτέρω, σημειώνουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν στοιχειοθετούν οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας και δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο φέρει ο ίδιος.

Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζεται, στη γραπτή της αγόρευση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη και σύμφωνη με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και των σχετικών κανονισμών, και ότι εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής διερεύνησης, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Υποστηρίζεται, περαιτέρω, ότι η απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και δεν πάσχει από οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, είτε λόγω παρερμηνείας είτε λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων.

Προς υποστήριξη της θέσης τους, οι Καθ’ ων η αίτηση αναπτύσσουν επιχειρηματολογία που άπτεται τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της υπόθεσης, απαντώντας στους επιμέρους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή.

Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση και στα επισυναπτόμενα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς και στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου.

Κατά την καταχώριση της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής κατέθεσε ένορκη δήλωση, στην οποία επαναλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά της αίτησής του, ως αυτά προβλήθηκαν κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, και προσκόμισε συναφή τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, τα οποία αναλύονται κατωτέρω.

Τεκμήριο 1: Σε σχέση με το περιστατικό που, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα το 2013, όταν η σύζυγος του πατέρα του τον έσπρωξε ενώ κρατούσε καυτό λάδι, με αποτέλεσμα να υποστεί εγκαύματα, ο Αιτητής προσκόμισε δέσμη φωτογραφιών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν την κατάσταση της υγείας του συνεπεία των εγκαυμάτων και λήφθηκαν από τη μητέρα του σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, κατά το διάστημα κατά το οποίο ήταν κλινήρης.

Τεκμήριο 2: Αναφορικά με το περιστατικό που φέρεται να έλαβε χώρα το 2022, κατά το οποίο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα απαγωγής, για την οποία αποδίδει ευθύνη στη σύζυγο του πατέρα του, προσκομίστηκαν φωτογραφίες των φερόμενων τραυμάτων του. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι άγνωστα πρόσωπα τον απήγαγαν, τον νάρκωσαν, του προκάλεσαν τραύματα και τον εγκατέλειψαν αναίσθητο, με κακώσεις στα γεννητικά όργανα και στην πλάτη. Οι προσκομισθείσες φωτογραφίες, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, λήφθηκαν από τη σύζυγο του θείου του, απεικονίζουν την κατάσταση των τραυμάτων πριν και μετά τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε.

Τεκμήριο 3: Περαιτέρω, ο Αιτητής προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 17/07/2024, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, επιβεβαιώνει τον τραυματισμό του και τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε. Το εν λόγω έγγραφο συνιστά ιατρική βεβαίωση από ειδικό ιατρό ουρολόγο, στην οποία αναφέρεται ότι, κατόπιν εξέτασης των έξω γεννητικών οργάνων του ασθενούς, διαπιστώνεται πλαστική αποκατάσταση της ακροποσθίας και δερματική αλλοίωση συμβατή με πιθανή προηγηθείσα χειρουργική επέμβαση. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η εν λόγω ιατρική βεβαίωση δεν φέρει σαφή ημερομηνία έκδοσης.

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, είχε στην κατοχή του τις προαναφερθείσες φωτογραφίες, πλην όμως η Υπηρεσία Ασύλου αρνήθηκε να τις παραλάβει. Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν, διά της αγόρευσής τους, ότι ο Αιτητής ουδέποτε επιχείρησε να προσκομίσει τα εν λόγω τεκμήρια ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί άρνησης παραλαβής εκ μέρους του αρμόδιου λειτουργού είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι τα προσκομισθέντα φωτογραφικά τεκμήρια δεν συνιστούν επαρκή και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς θεμελίωση των ισχυρισμών του Αιτητή, αναπτύσσοντας σχετική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης τους.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά παρατηρώ ότι, διά της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί συγκεκριμένους λόγους ακύρωσης, ήτοι ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και πλάνης περί τα πράγματα. Εντούτοις, πλην του ισχυρισμού που αφορά τη δέουσα έρευνα, οι λοιποί λόγοι ακύρωσης προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς την αναγκαία εξειδίκευση και τεκμηρίωση.

Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, η επαρκής αιτιολόγηση των προβαλλόμενων νομικών ισχυρισμών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εξέταση της νομιμότητας διοικητικής πράξης από το Διοικητικό Δικαστήριο. Δεν αρκεί η απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων· απαιτείται η σαφής και συγκεκριμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προβαλλόμενους νομικούς λόγους. Οποιαδήποτε ασάφεια ή αοριστία ενδέχεται να οδηγήσει σε απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).

Το κριτήριο του παραδεκτού και βάσιμου λόγου ακύρωσης προϋποθέτει την πλήρη ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών σε συνάρτηση με τα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, η γραπτή αγόρευση του Αιτητή περιορίζεται, κατά το πλείστον, σε γενικές διατυπώσεις και παράθεση νομικών αρχών, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (βλ. Α.Α.Κ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑνΑΠ, Υπ. 949/20, 12.03.2021· H. B. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ΑνΑΠ, Υπ. 1003/2018, 11.10.2019).

Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης, πλην του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας, απορρίπτονται ως αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ως εκ τούτου, και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018), λειτουργεί ως δικαστήριο ουσίας και εξετάζει την υπόθεση εξ υπαρχής, τόσο κατά νόμο όσο και κατ’ ουσίαν, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατόπιν δέουσας έρευνας.

Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), καθώς και όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, και τα οποία δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης, κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 09/05/2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στις 15/09/1995 στην περιοχή Bamendjou, χριστιανός καθολικός στο θρήσκευμα, με μητρική γλώσσα τα Bamileke, ενώ δηλώνει ότι ομιλεί και τη γαλλική γλώσσα. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 27/03/2022 και αφίχθηκε στη Δημοκρατία, μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, στις 29/03/2022 (ερ. 3-1 και μετάφραση ερ. 12-11 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του διατηρούσε δύο συζύγους, εκ των οποίων η δεύτερη είναι η μητέρα του, ενώ η πρώτη σύζυγος δεν είχε αποκτήσει τέκνα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η πρώτη σύζυγος του πατέρα του, λόγω ζήλιας, επιχείρησε δύο φορές να τον σκοτώσει: την πρώτη φορά ρίχνοντάς του καυτό λάδι, προκαλώντας του εγκαύματα, και τη δεύτερη μέσω απαγωγής, κατά την οποία φέρεται να υπέστη κακοποίηση και να εγκαταλείφθηκε σε κατάσταση που απειλούσε τη ζωή του. Όπως ισχυρίζεται, επανήλθε στις αισθήσεις του σε νοσοκομείο, όπου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στα γεννητικά του όργανα (ερ. 3-1 και μετάφραση ερ. 12-11 του διοικητικού φακέλου).

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στο χωριό Bamendjou, στην περιοχή της Bafoussam. Ανέφερε ότι από την ηλικία του ενός έτους μέχρι το 2005 διέμενε με τη γιαγιά του στη Yaoundé, ακολούθως έζησε στη Douala μέχρι το 2018 και εν συνεχεία επέστρεψε στη Yaoundé, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.

Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι είναι χριστιανός καθολικός, ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Bamileke και ότι ομιλεί τη γλώσσα Bamileke, καθώς και τη γαλλική και αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αποφοίτησε το 2018 από το Institute of Technology Dschang, στην πόλη Dschang, με ειδίκευση στη μηχανική (ερ. 37 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι μοναχογιός και ότι οι γονείς του διαμένουν στο χωριό Bamendjou, στην περιοχή της Bafoussam, στο Καμερούν. Ως προς την επαγγελματική του εμπειρία, ανέφερε ότι εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων κατά το χρονικό διάστημα 2019–2021 (ερ. 36 του διοικητικού φακέλου), καθώς και ως γραμματέας σε μουσικές πλατφόρμες από το 2018 μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα (ερ. 63 του διοικητικού φακέλου).

Σε σχέση με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του διατηρούσε δύο συζύγους, εκ των οποίων η πρώτη τον αντιμετώπιζε ως απειλή, θεωρώντας ότι ο ίδιος θα κληρονομούσε την περιουσία του πατέρα του. Κατά τους ισχυρισμούς του, η εν λόγω σύζυγος άρχισε να τον απειλεί, γεγονός που τον οδήγησε να μετακομίσει στη Douala για να διαμείνει με τη γιαγιά του. Ωστόσο, το 2005, ο πατέρας του, μαζί με τις δύο συζύγους του, μετακόμισαν επίσης στη Douala, όπου και διέμενε εκ νέου μαζί τους.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το 2013, ενώ οι γονείς του απουσίαζαν από την οικία, η πρώτη σύζυγος του πατέρα του τον έσπρωξε τη στιγμή που κρατούσε καυτό λάδι, με αποτέλεσμα να υποστεί εγκαύματα στα άκρα και να νοσηλευθεί για περίοδο δύο μηνών. Επιπλέον, ανέφερε ότι το 2022, ενώ διέμενε στη Yaoundé για επαγγελματικούς σκοπούς, η εν λόγω σύζυγος εντόπισε τον τόπο διαμονής του και φέρεται να ανέθεσε σε τρίτα πρόσωπα την απαγωγή του, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον νάρκωσαν και του προκάλεσαν τραύματα, συνεπεία των οποίων κατέληξε στο νοσοκομείο (ερ. 34 του διοικητικού φακέλου).

Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά το πρώτο περιστατικό του 2013, μετέβη στο νοσοκομείο και ενημέρωσε τον πατέρα του, ενώ στη συνέχεια μετέβη στη Yaoundé. Ερωτηθείς περαιτέρω αναφορικά με τη χρονική αλληλουχία των τόπων διαμονής του, ανέφερε ότι, μετά το εν λόγω περιστατικό, συνέχισε τις σπουδές του μέχρι το 2014, οπότε και μετέβη στη Douala για να διαμείνει με τους θείους του, ενώ η μετέπειτα εγκατάστασή του στη Yaoundé έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο.

Κληθείς να περιγράψει τη σχέση του με την πρώτη σύζυγο του πατέρα του, δήλωσε ότι αυτή δεν ήταν καλή ούτε φιλική, καθότι εκείνη τον αντιμετώπιζε ως απειλή, θεωρώντας ότι θα κληρονομούσε την περιουσία του πατέρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μεταξύ τους επικρατούσε ένταση και συχνές προστριβές, ενώ η εν λόγω σύζυγος τον απειλούσε λεκτικά, αναφέροντάς του ότι δεν θα μπορούσε να αποκτήσει την περιουσία του πατέρα του, και ότι κατά καιρούς του επιδείκνυε μαχαίρι (ερ. 33–32 του διοικητικού φακέλου).

Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι γονείς του ήταν ενήμεροι για την κατάσταση και, για τον λόγο αυτό, τον έστειλαν να διαμείνει με τον θείο του, ενώ ταυτόχρονα τον καθησύχαζαν, προτρέποντάς τον να μην ανησυχεί. Σημείωσε, επίσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 2013 μέχρι το 2022, η πρώτη σύζυγος του πατέρα του δεν τον ενόχλησε εκ νέου (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με το περιστατικό της φερόμενης απαγωγής του το 2022, ο Αιτητής, απαντώντας σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις, δήλωσε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα μετά την εργασία του, όταν επιβιβάστηκε σε ταξί. Κατά τους ισχυρισμούς του, σε επόμενη στάση επιβιβάστηκε άγνωστο πρόσωπο, το οποίο του έδεσε τα μάτια, ενώ στη συνέχεια τον νάρκωσαν, τοποθετώντας στη μύτη του χαρτομάντηλο με άγνωστη ουσία. Ανέφερε ότι στο όχημα επέβαιναν τρία πρόσωπα, ότι μεταφέρθηκε σε άγνωστη τοποθεσία και ότι ανέκτησε τις αισθήσεις του δύο ημέρες αργότερα, φέροντας τραυματισμούς και έχοντας υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στα γεννητικά του όργανα.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι δράστες του ανέφεραν να εγκαταλείψει οποιαδήποτε αξίωση επί της περιουσίας του πατέρα του. Ερωτηθείς αναφορικά με τις συνθήκες μεταφοράς και νοσηλείας του, ανέφερε ότι αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, σημειώνοντας ότι του γνωστοποιήθηκε πως μεταφέρθηκε εκεί από άγνωστο πρόσωπο. Δήλωσε ότι νοσηλεύτηκε για μία εβδομάδα στο Γενικό Νοσοκομείο της Yaoundé, όπου υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις και στη σχετική χειρουργική επέμβαση (ερ. 31–30 του διοικητικού φακέλου).

Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο προέβη σε καταγγελία του περιστατικού στις αρμόδιες αρχές, απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενος ότι η υποβολή καταγγελίας στο Καμερούν δεν είναι εύκολη διαδικασία και απαιτεί σημαντικό χρόνο. Πρόσθεσε ότι ζήτησε από τον πατέρα του να προβεί ο ίδιος σε καταγγελία, πλην όμως εκείνος αρνήθηκε να το πράξει, λόγω της εμπλοκής της συζύγου του (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του, για τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δέχθηκε απειλές από την πρώτη σύζυγο αυτού, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτά περιλαμβάνουν συγκρότημα κατοικιών και στούντιο στη Douala, καθώς και συγκρότημα κατοικιών και γεωργικές εκτάσεις στην περιοχή Bamendjou. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, σύμφωνα με τα πολιτισμικά δεδομένα της κοινότητάς του, η περιουσία μεταβιβάζεται στους άρρενες απογόνους και ότι, ως πρωτότοκος υιός, αναμένεται να την κληρονομήσει ο ίδιος (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) προέβη στον διαχωρισμό των ισχυρισμών του σε δύο ουσιώδεις άξονες. Ο πρώτος αφορά στα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του. Ο δεύτερος αφορά στον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ήτοι στον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω απειλών που δεχόταν από την πρώτη σύζυγο του πατέρα του από το 2013, για λόγους που σχετίζονται με την κληρονομική διαδοχή, και ότι το 2022 η εν λόγω σύζυγος φέρεται να υποκίνησε τρίτα πρόσωπα να τον απαγάγουν.

Αποδεκτός έγινε μόνον ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν επαρκώς λεπτομερείς, σαφείς και συνεκτικές, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης. Περαιτέρω, καταγράφηκε ότι ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο εκδοθέν από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του, στοιχείο που ενίσχυσε την αξιοπιστία των προσωπικών του δεδομένων.

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω απειλών από την πρώτη σύζυγο του πατέρα του από το 2013 για κληρονομικούς λόγους και ότι το 2022 αυτή φέρεται να υποκίνησε τρίτα πρόσωπα να τον απαγάγουν, απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό του EUAA λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν χαρακτηρίζονταν από την αναγκαία σαφήνεια, συνοχή και επαρκή λεπτομέρεια.

Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκή λεπτομέρεια το περιστατικό του 2013, κατά το οποίο ισχυρίστηκε ότι υπέστη εγκαύματα κατόπιν ενέργειας της μητριάς του. Περαιτέρω, δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη φύση της μεταξύ τους σχέσης ούτε ως προς την αντίδραση του πατέρα του στα εν λόγω περιστατικά. Ομοίως, σε σχέση με το περιστατικό της φερόμενης απαγωγής του το 2022, διαπιστώθηκε ότι, παρά τις σχετικές ερωτήσεις, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές και αόριστες. Ιδίως, οι ισχυρισμοί του ως προς την εμπλοκή της πρώτης συζύγου του πατέρα του και τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι δράστες εντόπισαν τον τόπο διαμονής του βασίζονταν σε προσωπικές εικασίες και όχι σε συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα.

Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τυχόν καταγγελία του περιστατικού στις αρμόδιες αρχές. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός του EUAA παρέθεσε πληροφορίες γενικού χαρακτήρα σχετικά με την πρακτική της πολυγαμίας στο Καμερούν, οι οποίες πράγματι επιβεβαιώνουν την ύπαρξή της. Ωστόσο, ελλείψει θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ακολούθως, ο λειτουργός του EUAA προέβη σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Yaoundé, Καμερούν, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι των προσωπικών του στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάστηκαν πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή, βάσει των οποίων κρίθηκε ότι δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή.

Υπό το φως των ανωτέρω, και κατόπιν της σχετικής νομικής ανάλυσης, ο λειτουργός του EUAA κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε κάποιον από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος.

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Τέλος, κρίθηκε ότι η ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων και της απουσίας συγκεκριμένης και πραγματικής απειλής υποβολής του σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού όσο και τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα:

Σε συμφωνία με την κρίση του αρμόδιου λειτουργού, διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι εκείνος που αφορά στα προσωπικά του στοιχεία, την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, στοιχειοθετείται επαρκώς και δύναται να γίνει αποδεκτός. Οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή είναι, κατά την κρίση μου, εσωτερικώς συνεπείς, σαφείς και επαρκώς λεπτομερείς, ενώ δεν προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασάφειες που να πλήττουν την αξιοπιστία τους.

Περαιτέρω, τα εν λόγω στοιχεία ενισχύονται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, και ιδίως από το πρωτότυπο διαβατήριο που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του, στοιχείο το οποίο τεκμηριώνει την ταυτότητα και την ιθαγένειά του. Επιπροσθέτως, οι σχετικές πληροφορίες συνάδουν με τα δεδομένα εξωτερικών πηγών, ως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του EUAA.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών από την πρώτη σύζυγο του πατέρα του για κληρονομικούς λόγους και ότι αυτή το 2022 προέβη σε ενέργειες απαγωγής και πρόκλησης σωματικών βλαβών εις βάρος του, προχωρώ σε αξιολόγηση του ισχυρισμού αυτού υπό το φως των στοιχείων του διοικητικού φακέλου.

Κατ’ αρχάς, εξετάζω κατά πόσο η κρίση του αρμόδιου λειτουργού, όπως αποτυπώνεται στην Έκθεση/Εισήγηση, ερείδεται επί των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη συνέντευξη και κατά πόσο είναι εύλογη.

Από τα πρακτικά της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε σχέση με το περιστατικό του 2013, περιορίστηκε σε συνοπτική και επαναλαμβανόμενη περιγραφή, ήτοι ότι η μητριά του τον έσπρωξε ενώ κρατούσε καυτό λάδι, με αποτέλεσμα να υποστεί εγκαύματα, χωρίς να παραθέτει περαιτέρω ουσιώδεις λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες, την εξέλιξη ή τις συνέπειες του περιστατικού. Παρά τις σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές.

Ομοίως, ως προς τη μεταξύ τους σχέση, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί έντασης και «μη καλής σχέσης», χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά ή σαφή περιγραφή της κλιμάκωσης της φερόμενης απειλής. Επιπλέον, η αναφορά του ότι από το 2013 μέχρι το 2022 δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω ενόχληση, αποδυναμώνει τη συνέχεια και την ένταση του ισχυριζόμενου φόβου. Ομοίως ως προς την αντίδραση του πατέρα του, ο Αιτητής απαντά κατά τρόπο αόριστο («ήταν ο λόγος μου εναντίον του δικού της»), χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.

Σε σχέση με το περιστατικό του 2022, διαπιστώνεται ότι, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής παρέθεσε ορισμένα επιμέρους στοιχεία (χρήση ταξί, κάλυψη οφθαλμών, νάρκωση), εντούτοις, σε κρίσιμα σημεία οι απαντήσεις του παραμένουν αόριστες. Συγκεκριμένα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταυτότητα των δραστών, τον τρόπο εντοπισμού του, ούτε να εξηγήσει επαρκώς τη σύνδεση των προσώπων αυτών με τη μητριά του, πέραν της προσωπικής του πεποίθησης.

Περαιτέρω, οι αναφορές του Αιτητή ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, καθώς και ως προς τη φύση και τις περιστάσεις της φερόμενης χειρουργικής επέμβασης, χαρακτηρίζονται από ασάφεια και έλλειψη συγκεκριμένων πληροφοριών. Ειδικότερα, ο Αιτητής δηλώνει ότι δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο κατέληξε στο νοσοκομείο, αναφέροντας απλώς ότι του ειπώθηκε πως μεταφέρθηκε εκεί από άγνωστο πρόσωπο, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει περαιτέρω τις συνθήκες ή να παράσχει στοιχεία που να καθιστούν την εκδοχή του ελέγξιμη.

Παράλληλα, οι περιγραφές του ως προς τη φύση της επέμβασης παραμένουν γενικές και μη εξειδικευμένες, χωρίς αναφορά σε ουσιώδη στοιχεία όπως οι ακριβείς ιατρικές πράξεις, οι συνθήκες νοσηλείας ή η μετέπειτα πορεία της υγείας του, γεγονός που δεν συνάδει με την αναμενόμενη σαφήνεια σε σχέση με ένα τόσο σοβαρό περιστατικό.

Αναφορικά δε με τη μη καταγγελία του περιστατικού στις αρμόδιες αρχές, οι εξηγήσεις του Αιτητή περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί δυσχέρειας ή χρονοβόρας διαδικασίας υποβολής καταγγελίας στο Καμερούν, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά ή εμπειρίες που να καταδεικνύουν ότι επιχείρησε πράγματι να απευθυνθεί στις αρχές ή ότι του αποστερήθηκε στην πράξη η δυνατότητα αυτή. Αντιθέτως, προκύπτει ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια προς αναζήτηση κρατικής προστασίας, πέραν της αναφοράς ότι απευθύνθηκε στον πατέρα του, ο οποίος φέρεται να αρνήθηκε να καταγγείλει τη σύζυγό του.

Οι ανωτέρω ασάφειες και ελλείψεις σε κρίσιμα σημεία της αφήγησης, ιδίως σε σχέση με ένα περιστατικό το οποίο συνιστά τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου, ενισχύουν περαιτέρω την κρίση περί μειωμένης αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού ως προς την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού είναι εύλογη και ερείδεται επί του περιεχομένου της συνέντευξης.

Περαιτέρω, εξετάζοντας συνολικά το περιεχόμενο των δηλώσεων του Αιτητή, διαπιστώνω πρόσθετες αδυναμίες που ενισχύουν την ανωτέρω κρίση.

Ειδικότερα, από τη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή προκύπτουν επιμέρους ασυνέπειες, ιδίως ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και τους τόπους διαμονής του. Συγκεκριμένα, οι αναφορές του ως προς τις μετακινήσεις του μεταξύ Yaoundé και Douala, καθώς και ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε χώρα το κάθε περιστατικό, δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη σαφήνεια και συνέπεια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ακριβή εξέλιξη των γεγονότων με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η ανασύσταση της πραγματικής ακολουθίας των γεγονότων, στοιχείο που είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του. Οι εν λόγω ασάφειες, σε συνδυασμό με την έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών σε κρίσιμα σημεία της αφήγησής του, ενισχύουν την εκτίμηση περί μειωμένης αξιοπιστίας.

Επιπλέον, η μακρά χρονική περίοδος (2013–2022) χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση από τη φερόμενη δράστιδα δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί συνεχούς και σοβαρής απειλής.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι τρίτα πρόσωπα ενήργησαν κατ’ εντολή της μητριάς του παραμένει υποθετικός και δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Οι απαντήσεις του Αιτητή στο σημείο αυτό παραμένουν σε επίπεδο εικασιών, γεγονός που πλήττει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού.

Εν συνεχεία, εξετάζω κατά πόσον τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ήτοι η ένορκη δήλωση του Αιτητή και τα ιατρικά και φωτογραφικά τεκμήρια, δύνανται να θεραπεύσουν τις ανωτέρω διαπιστωθείσες αδυναμίες.

Αναφορικά με την ένορκη δήλωση, παρατηρώ ότι ο Αιτητής, κατ’ ουσίαν, επαναλαμβάνει τους ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς του, ενώ σε ορισμένα σημεία επιχειρεί να τους επεκτείνει. Εντούτοις, τα πρόσθετα στοιχεία που παραθέτει δεν αίρουν τις βασικές ελλείψεις που εντοπίστηκαν κατά τη συνέντευξή του, καθότι δεν εισάγουν ουσιωδώς νέες, συγκεκριμένες και επαληθεύσιμες πληροφορίες. Ειδικότερα, οι αναφορές του εξακολουθούν να μην αποσαφηνίζουν με επάρκεια τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρονται να έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά, ούτε τεκμηριώνουν κατά τρόπο πειστικό τη σύνδεση της μητριάς του με αυτά. Παράλληλα, δεν παρέχεται σαφής και συγκεκριμένη εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι δράστες εντόπισαν τον τόπο διαμονής του, ενώ και οι αναφορές του ως προς τη στάση και την αντίδραση των αρμόδιων αρχών παραμένουν γενικές και αόριστες. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση δεν θεραπεύει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας.

Ως προς τα προσκομισθέντα ιατρικά και φωτογραφικά τεκμήρια, κρίνω ότι η αποδεικτική τους αξία είναι περιορισμένη. Και τούτο διότι, μολονότι τα εν λόγω στοιχεία δύνανται να καταδεικνύουν την ύπαρξη ορισμένων σωματικών βλαβών ή και προηγηθείσας ιατρικής επέμβασης, δεν τεκμηριώνουν τον χρόνο και τις συνθήκες πρόκλησής τους, ούτε επιτρέπουν τη σύνδεσή τους με τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής. Ιδίως, η προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση περιορίζεται στη διαπίστωση ευρημάτων συμβατών με προηγηθείσα επέμβαση, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην αιτιολογία ή στον χρόνο αυτής, ενώ το φωτογραφικό υλικό δεν δύναται να ταυτοποιηθεί χρονικά ή αιτιολογικά με τα προβαλλόμενα γεγονότα.

Η ως άνω εκτίμηση συνάδει με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Όπως επισημαίνεται στον Πρακτικό Οδηγό της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Κινδύνου (2024, σελ. 60, 96 και 127), κατά τη συνολική στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (assessment in the round), πρωταρχική σημασία αποδίδεται στα ευρήματα που άπτονται του πυρήνα του ουσιώδους ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, η προσκόμιση εγγράφων τα οποία είτε δεν παρουσιάζουν άμεση και ουσιώδη συνάφεια με τα κεντρικά πραγματικά περιστατικά είτε εμφανίζουν εγγενείς αδυναμίες ως προς την αξιοπιστία ή την αποδεικτική τους αξία, δεν δύναται να ανατρέψει διαπιστώσεις αναξιοπιστίας που αφορούν τον πυρήνα της αφήγησης, καθόσον τα αρνητικά ευρήματα στα ουσιώδη στοιχεία υπερέχουν σε αποδεικτική βαρύτητα (βλ. συναφώς και EUAA, Judicial Analysis (2023), σελ. 131· ΕΔΔΑ, R.W. v. Sweden, αρ. προσφ. 11775/11).

Συναφώς, κάθε προσκομιζόμενο έγγραφο αξιολογείται σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των ισχυρισμών του αιτητή, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της συνάφειάς του με το αίτημα ασύλου, της συμβατότητάς του με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, της πληρότητας και ακρίβειας του περιεχομένου του, καθώς και του κατά πόσον συνιστά άμεση μαρτυρία ουσιώδους πραγματικού περιστατικού. Η δε αξιολόγηση της αξιοπιστίας διενεργείται επί τη βάσει συνολικής εκτίμησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης, ήτοι των δηλώσεων του αιτητή και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, με εφαρμογή του κριτηρίου της στάθμισης των πιθανοτήτων, σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας[1].

Κατά συνέπεια, η συνολική στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα υπέρ της βασιμότητας των ισχυρισμών του Αιτητή.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιαδήποτε πλάνη ή και έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς την αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού. Η απόρριψή του στηρίζεται σε πλήρη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση περί έλλειψης εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και αληθοφάνειας, σύμφωνα με τις αρχές που απορρέουν από την Οδηγία 2011/95/ΕΕ, τη μεθοδολογία της EUAA και τη σχετική νομολογία.

Έχοντας εξετάσει κατά τρόπον εξατομικευμένο και σε συνάρτηση με το σύνολο των υποβληθέντων στοιχείων τους επιμέρους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγησή του παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα εσωτερικής συνοχής τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία του στο σύνολό της. Τα ελλείποντα κρίσιμα στοιχεία, η ασάφεια ή και οι αντιφάσεις σε βασικά σημεία, σε συνδυασμό με την αδυναμία της Αιτήτριας να εξηγήσει επαρκώς τις αποκλίσεις και τα κενά, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθόσον δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις για να καταστεί πιστευτή η μαρτυρία της, ελλείψει άλλων αποδείξεων.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση, στο πλαίσιο της υποχρέωσης συνεργασίας κατά το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, προέβη σε πλήρη και ενδελεχή εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν της και παρείχε στην Αιτήτρια επαρκείς ευκαιρίες να εκθέσει τη θέση της. Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση M.M. (C-277/11), η υποχρέωση συνεργασίας συνεπάγεται ότι η διαδικασία λήψης απόφασης στηρίζεται σε διττή αξιολόγηση: πρώτον, της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών βάσει των ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων, και δεύτερον, της νομικής αξιολόγησης των στοιχείων αυτών υπό το φως των όρων του άρθρου 9 και 10 (για το καθεστώς πρόσφυγα) ή του άρθρου 15 (για την επικουρική προστασία) της Οδηγίας.

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η κρίσιμη αξιολόγηση έλαβε χώρα με αντικειμενικότητα και αμεροληψία, και το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας δεν προέκυψε αβασίμως ή αυθαιρέτως, αλλά ως αποτέλεσμα συνολικής αποτίμησης των πραγματικών περιστάσεων και των διαθέσιμων πληροφοριών. Ουδέν εκ των προβληθέντων στοιχείων ανέτρεψε τη βασική διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνται επαρκούς θεμελίωσης και δεν πληρούν το κατώφλι αξιοπιστίας για την παροχή διεθνούς προστασίας.

Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών του Αιτητή. Ωστόσο, απαιτεί να διαπιστωθεί ότι οι δηλώσεις του είναι συνεκτικές, επαρκώς λεπτομερείς και εύλογες, σε συνάρτηση με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης​. Σύμφωνα με το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως και με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας»[2] (4.5 δείκτες αξιοπιστίας σελ. 93 -105 ), η έλλειψη συνοχής, χρονολογικής αλληλουχίας και σχετικών λεπτομερειών μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών. Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινώς γνωστά γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο λήψης απόφασης στη δημιουργία πεποίθησης για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει» (UNHCR Handbook, §203–204).

Η ως άνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §51, 52 ), όπου κρίθηκε ότι η συνοχή, η επαρκής τεκμηρίωση και η λογική συνέπεια της αφήγησης αποτελούν κρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας.

Αντίστοιχα, στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C), μέσα από τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Sharpston, υπογραμμίστηκε ότι:

«Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο βάσει της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών, αλλά και από την ικανότητα του αιτητή να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και να διατηρεί σταθερότητα στην περιγραφή των γεγονότων.»

Συμπερασματικά, η απόφαση στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 επιβεβαιώνει ότι η αξιοπιστία αξιολογείται με βάση τη συνοχή των ισχυρισμών (εσωτερική και εξωτερική), την παροχή επαρκών λεπτομερειών/τεκμηρίωσης και τη σταθερότητα/συνέπεια της αφήγησης στο χρόνο.[3]

Την ίδια γραμμή ακολουθεί και το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας , το οποίο στην σελ. 98 αναφέρει:

«Απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη εκτίμηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από ένα πρόσωπο στην κατάστασή του, το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και εφόσον οι διαπιστωθείσες ελλείψεις αφορούν τον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού και δεν περιορίζονται σε δευτερεύουσες ή επουσιώδεις πτυχές αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αφήγηση του Αιτητή δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο κατώφλι αξιοπιστίας, ώστε να καταστεί δυνατή η αποδοχή της ως βάσιμης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.

Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».

Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.

Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή

Επομένως, τόσο η σχετική νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή επαρκών και συγκεκριμένων λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του (βλ. European Union Agency for Asylum, Evidence and Credibility Assessment – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023).

Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ικανοποιήσει τα ως άνω κριτήρια αξιοπιστίας. Όπως έχει ήδη αναλυθεί, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής, αδυναμία παράθεσης συγκεκριμένων και επαρκών λεπτομερειών και ασάφεια ως προς κρίσιμα στοιχεία του ισχυρισμού του, ιδίως αναφορικά με τις συνθήκες των φερόμενων επιθέσεων, τη σύνδεση της μητριάς του με τα επίδικα περιστατικά και το συμβάν της απαγωγής. Παράλληλα, εντοπίζονται επιμέρους ασυνέπειες που αφορούν βασικές πτυχές της αφήγησής του, οι οποίες πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας του.

Περαιτέρω, η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει συνεκτικές, σαφείς και επαληθεύσιμες πληροφορίες ως προς ουσιώδη ζητήματα, σε συνδυασμό με την περιορισμένη αποδεικτική αξία των προσκομισθέντων τεκμηρίων, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή και αξιόπιστα συμπεράσματα ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Κατά συνέπεια, και υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, η απόρριψη του επίδικου ισχυρισμού δεν δύναται να θεωρηθεί αυθαίρετη, αλλά αντιθέτως ερείδεται επί εμπεριστατωμένης και αιτιολογημένης αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, χωρίς να διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλάνη ή πλημμέλεια εκ μέρους της Διοίκησης.

Επιπροσθέτως, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 6(Ι)/2000, ο οποίος υποχρεούται να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και να βοηθήσει με κάθε ειλικρίνεια την Αρχή να διακριβώσει τα γεγονότα της υπόθεσής του. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπ. αρ. 1875/2008, ημερ. 01.03.2010), ο αιτών πρέπει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του και να αποδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης, κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Το Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια ικανή από μόνη της να θεμελιώσει απόρριψη. Όταν όμως οι ελλείψεις αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, χωρίς να συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις ή αντικειμενικά εμπόδια, τότε η αναξιοπιστία αποκτά ουσιώδη σημασία και νομιμοποιεί την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. (βλ. F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11, Judgment of the Grand Chamber, 23 March 2016. σκ. 113)

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία τηρήθηκαν πλήρως οι εγγυήσεις δίκαιης ακρόασης. Ο Αιτητής εξετάστηκε παρουσία διερμηνέα, απάντησε σε πληθώρα ανοικτών και διευκρινιστικών ερωτήσεων και του παρασχέθηκε εύλογη ευκαιρία να εκθέσει πλήρως τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του. Η τελική διοικητική απόφαση πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογίας και νομιμότητας, κατά τα άρθρα 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), και εδράζεται σε αντικειμενική, εξατομικευμένη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση. Από τα ενώπιόν μου δεδομένα προκύπτει ότι η σχετική απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και είναι νόμιμη και ορθή (βλ. ANGELA ATAMANIUC ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1197/98, ημερ. 29.11.1999).

Από τα πραγματικά δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται τόσο από το ενωσιακό όσο και από το εθνικό δίκαιο, και δη τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τα άρθρα 13 και 16 του περί Προσφύγων Νόμου. Όπως διαπιστώνεται και από τη σχετική νομολογία (βλ. Ramesh Julian κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθ. αρ. 1104/2011, ημερ. 9.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:D580· SATARI SABET BEHZAD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 251/2011, ημερ. 27.9.2012· F.B.B., Νομική Αρωγή αρ. 107/21, ημερ. 19.4.2021), ο Αιτητής είχε στη διάθεσή του επαρκή χρόνο και ουσιαστική δυνατότητα να αναπτύξει την αίτησή του, ενώ η συνέντευξη που του παραχωρήθηκε ήταν κατάλληλη και επαρκής για τη διαλεύκανση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης. Όπως, εξάλλου, έχει επισημανθεί, δεν υφίσταται θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος διάρκειας συνέντευξης, αλλά εναπόκειται στον ίδιο τον αιτητή να αξιοποιήσει τον χρόνο που του παρέχεται (βλ. Ι. Ε. Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. αρ. 6899/22, ημερ. 29.5.2024· Senthil Thevathas v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. αρ. 818/2010, ημερ. 15.10.2012). Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της διαδικασίας ή στέρηση του δικαιώματος ακρόασης.

Συναφώς, δεν δύναται να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Το ευεργέτημα αυτό προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι οι δηλώσεις του κρίνονται, στο σύνολό τους, αξιόπιστες[4]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε, ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου, να προβάλει πειστικούς, συνεκτικούς και επαρκώς τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να θεμελιώνουν φόβο δίωξης. Οι διαπιστωθείσες ασάφειες, οι ελλείψεις και οι αντιφάσεις που διατρέχουν τον πυρήνα της αφήγησής του, καθώς και η αδυναμία του να εξηγήσει ουσιώδη σημεία αυτής, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής υπέρ του.

Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, η κρίση περί αναξιοπιστίας του αιτητή δύναται να αποτελέσει επαρκή και νόμιμη βάση για την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., (2009) 3 Α.Α.Δ. 358· Khalil v. Δημοκρατίας, αρ. 466/2010, ημερ. 28.9.2012), ενώ δεν απαιτείται κάθε ισχυρισμός να τεκμηριώνεται εγγράφως, αλλά αρκεί η αφήγηση να είναι συνεκτική, λογικά δομημένη και απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις (βλ. Seyfallah Mozaffar Samradi v. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 61/06, ημερ. 13.7.2007).

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο σημειώνει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ο «βάσιμος φόβος» δίωξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία αξιολογούνται υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής και σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.

Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (Εγχειρίδιο, §§ 196–198), όσο και από τη μεθοδολογία της European Union Agency for Asylum, σύμφωνα με την οποία η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει τη συμβατότητα των ισχυρισμών του αιτητή με αξιόπιστες, σχετικές και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (COI). Συναφώς, κατά το άρθρο 4(5)(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι δηλώσεις του αιτητή δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα γενικά και ειδικά στοιχεία. Όπως έχει επισημανθεί και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. EZ., C-238/19, σκ. 23), η αρμόδια αρχή οφείλει να συνεκτιμά τα αντικειμενικά στοιχεία και να διαπιστώνει κατά πόσον αυτά ενισχύουν ή αποδυναμώνουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς.

Αναφορικά δε με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αναζήτηση και παράθεση πληροφοριών από έγκυρες εξωτερικές πηγές, οι οποίες αφορούν το φαινόμενο της πολυγαμίας στο Καμερούν. Από τις εν λόγω πληροφορίες προκύπτει ότι η πολυγαμία αποτελεί υπαρκτή κοινωνική πρακτική στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, γεγονός το οποίο, κατ’ αρχήν, δύναται να συνάδει με το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται οι ισχυρισμοί του.

Ωστόσο, όπως ορθώς επισημάνθηκε από τον λειτουργό, η επιβεβαίωση στοιχείων γενικού χαρακτήρα, όπως η ύπαρξη της πολυγαμίας ως κοινωνικής πρακτικής, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει την αξιοπιστία των ειδικών και εξατομικευμένων ισχυρισμών του Αιτητή. Και τούτο διότι η εξωτερική αξιοπιστία λειτουργεί επικουρικά και προϋποθέτει την προηγούμενη θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας της αφήγησης. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ενδεχόμενη γενική συμβατότητα ενός ισχυρισμού με το ευρύτερο κοινωνικό ή οικονομικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής δεν αρκεί, καθαυτή, για την αποκατάσταση της ελλείπουσας εσωτερικής αξιοπιστίας. Η εξωτερική πληροφόρηση δύναται να λειτουργήσει υποστηρικτικά μόνο όταν ο ισχυρισμός εμφανίζει επαρκή συνοχή, σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση, στοιχεία τα οποία, εν προκειμένω, δεν πληρούνται.(βλ. M.M. (C-277/11, σκέψεις 64-70), συνεκδικασθείσες υποθέσεις A, B, C (C-148/13 έως C-150/13, σκέψεις 51-58), A.A. v. Switzerland, application no. 58802/12, judgment of 7 January 2014 σκ. 39,41,43,59,61,64,)

Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο επίδικος ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και επάρκειας λεπτομερειών, η γενική πληροφόρηση αναφορικά με την πολυγαμία στο Καμερούν δεν δύναται να ανατρέψει το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας. Όπως προκύπτει και από τη μεθοδολογία αξιολόγησης της EUAA, σε περιπτώσεις όπου δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία, η επιβεβαίωση γενικών στοιχείων μέσω εξωτερικών πηγών δεν αρκεί για να καταστήσει έναν ισχυρισμό αξιόπιστο[5].

Κατά συνέπεια, συμφωνώ με την εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού ότι, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, παρά την επιμέρους επιβεβαίωση στοιχείων γενικού πλαισίου μέσω εξωτερικών πηγών.

Για λόγους πληρότητας  και συμπληρωματικά προς την έρευνα που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο προέβη και σε δική του εξωτερική έρευνα αναφορικά με τα επίμαχα ζητήματα που προέκυψαν από τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας λαμβανομένου ότι το παρόν δικαστήριο έχει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες από διάφορες πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής και διέλευσης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής του [βλ. άρθρο 10 παράγραφος 4 της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση)], σε συνάρτηση βέβαια με το άρθρο 4 της 2011/95/ΕΕ της οδηγίας (αναδιατύπωση) και άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), όπου απαιτείται να υπάρχει «πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των γεγονότων όσο και των νομικών σημείων».

Αναφορικά με το πλαίσιο των γεγονότων που αναφέρει ο Αιτητής, πηγές αναφέρουν την ύπαρξη της πρακτικής της πολυγαμίας στο Καμερούν κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι πολυγαμικοί γάμοι αναγνωρίζονται από το εθιμικό δίκαιο, αλλά σύμφωνα με τον Οικογενειακό Κώδικα, ένα άτομο μπορεί να παντρευτεί μόνο έναν σύζυγο, εκτός εάν αυτό επιτρέπεται από το τοπικό εθιμικό δίκαιο.[6]

Οι νόμοι περί κληρονομιάς στο Καμερούν είναι ένας συνδυασμός αστικού δικαίου, εθιμικού δικαίου και ισλαμικού δικαίου (για τις μουσουλμανικές κοινότητες). Οι νόμοι περί κληρονομιάς της χώρας διέπονται κυρίως από τον Αστικό Κώδικα του Καμερούν (που εισήχθη το 1972), αλλά οι εθιμικές πρακτικές παραμένουν επιδραστικές, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Αυτοί οι νόμοι διέπουν τον τρόπο κατανομής μιας περιουσίας όταν κάποιος αποβιώσει, είτε έχει διαθήκη είτε όχι, και ποικίλλουν ανάλογα με τη θρησκεία και την εθνικότητα του αποθανόντος. Σύμφωνα με το Εθιμικό Δίκαιο: Άνδρες κληρονόμοι: Το εθιμικό δίκαιο συχνά ακολουθεί την πατρογραμμική κληρονομιά, που σημαίνει ότι οι γιοι συνήθως κληρονομούν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας, με τον μεγαλύτερο γιο να λαμβάνει συχνά μεγαλύτερο μερίδιο. Οι κόρες, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να κληρονομήσουν λιγότερα από τους άνδρες συναδέλφους τους ή μπορεί να μην κληρονομήσουν καθόλου, ανάλογα με τα έθιμα της κοινότητας.[7]

Εκ των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι το γενικό κοινωνικό και νομικό πλαίσιο που επικαλείται ο Αιτητής, ήτοι η ύπαρξη πολυγαμικών σχέσεων και η επιρροή του εθιμικού δικαίου στην κατανομή της κληρονομίας, βρίσκει κατ’ αρχήν έρεισμα στην εξωτερική πληροφόρηση. Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες περιορίζονται στη διαπίστωση γενικών κοινωνικών πρακτικών και δεν τεκμηριώνουν, άνευ ετέρου, την επέλευση συγκεκριμένων πράξεων δίωξης ή σοβαρής βλάβης εις βάρος του Αιτητή.

Ειδικότερα, η διαπίστωση ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η κληρονομική διαδοχή δύναται να ευνοεί άρρενες απογόνους ή ότι ενδέχεται να υφίστανται ενδοοικογενειακές εντάσεις σε πολυγαμικά σχήματα, δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει ότι ο Αιτητής υπήρξε προσωπικά στόχος απειλών ή επιθέσεων εκ μέρους της μητριάς του, ούτε ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του.

Συναφώς, και σύμφωνα με τις αρχές αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, η γενική πληροφόρηση για τη χώρα καταγωγής δύναται να λειτουργήσει μόνο υποστηρικτικά ως προς ισχυρισμούς που έχουν ήδη κριθεί ως εσωτερικά αξιόπιστοι. Όταν πληροφορίες δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της ειλικρίνειας του Αιτητή επί του πυρήνα του αφηγήματός του, η γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί για να καταστήσει τον φόβο αντικειμενικά βάσιμο[8]. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν έγινε αποδεκτός λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, οι ανωτέρω πληροφορίες δεν δύνανται να ανατρέψουν το σχετικό συμπέρασμα ούτε να προσδώσουν αξιοπιστία σε έναν ισχυρισμό που στερείται επαρκούς θεμελίωσης.

Κατά συνέπεια, η διενεργηθείσα εξωτερική έρευνα δεν διαφοροποιεί την κρίση του Δικαστηρίου, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει ότι, παρά τη συμβατότητα του γενικού πλαισίου με ορισμένες πτυχές των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν προκύπτουν στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη προσωπικού, άμεσου και πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή ήθελε γίνει αποδεκτός ως αληθής, το Δικαστήριο κρίνει ότι και πάλι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Ειδικότερα, από τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος φόβος του εδράζεται σε διαφορά ιδιωτικής φύσεως, ήτοι σε ενδοοικογενειακή σύγκρουση με τη σύζυγο του πατέρα του, η οποία φέρεται να σχετίζεται με ζητήματα κληρονομικής διαδοχής και περιουσιακών συμφερόντων. Η εν λόγω διαφορά, ακόμη και υπό την εκδοχή του Αιτητή, εντάσσεται στο πλαίσιο ιδιωτικής διένεξης και δεν συνδέεται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στο άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει η ύπαρξη της απαιτούμενης συνάφειας (nexus) μεταξύ του προβαλλόμενου φόβου και κάποιου προστατευόμενου λόγου, όπως η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, οι πολιτικές πεποιθήσεις ή η ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[9]. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περιορίζονται σε προσωπική και οικογενειακή διαφορά, η οποία, κατ’ αρχήν, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προσφυγικού δικαίου.( βλ. ενδεικτικά απόφαση ΕΔΑΔ Opuz κατά Τουρκίας (ΕΔΔΑ, αριθ. προσφυγής 33401/02).

Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής στερείται της προστασίας των αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής του. Αντιθέτως, όπως συνάγεται και από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, ζητήματα που άπτονται της κληρονομικής διαδοχής και συναφών διαφορών ρυθμίζονται μέσω θεσμοθετημένων νομικών διαδικασιών, με δυνατότητα προσφυγής ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. Ο δε Αιτητής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ουσιαστική προσπάθεια προσφυγής στις αρμόδιες αρχές, επικαλούμενος λόγους οι οποίοι δεν τεκμηριώνουν αντικειμενική αδυναμία ή απροθυμία του κράτους να του παράσχει προστασία.

Συναφώς, κατά το άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, προστασία δύναται να παρέχεται από το κράτος, εφόσον αυτό αποδεικνύεται ικανό και πρόθυμο να αποτρέψει πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων μέσω αποτελεσματικού νομικού και θεσμικού πλαισίου για την ανίχνευση, δίωξη και τιμωρία των σχετικών πράξεων. Εν προκειμένω, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι αρμόδιες αρχές του Καμερούν αδυνατούν ή αρνούνται να παράσχουν τέτοια προστασία, ενώ ο Αιτητής δεν προέβαλε επαρκώς αιτιολογημένους ισχυρισμούς που να εξηγούν γιατί θεωρεί ότι δεν θα μπορούσε να τύχει της προστασίας των κρατικών αρχών της χώρας του. Η ως άνω προσέγγιση συνάδει και με τη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία η απλή επίκληση έλλειψης προστασίας δεν αρκεί, αλλά απαιτείται συγκεκριμένη τεκμηρίωση της αδυναμίας ή απροθυμίας του κράτους να παράσχει προστασία (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 5/2019, M.M.R. ν. Δημοκρατίας· Mbye Jallow ν. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 3/2022).

Κατά συνέπεια, ακόμη και υπό την εκδοχή αποδοχής των πραγματικών του ισχυρισμών, δεν στοιχειοθετείται ούτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης, κατά τα οριζόμενα στην Οδηγία 2011/95/ΕΕ.

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου στη βάση του μοναδικού ουσιώδους ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και της χώρας καταγωγής του Αιτητή.

Σύμφωνα με το άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως «πρόσφυγας» νοείται πρόσωπο το οποίο, λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του και αδυνατεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής. Η έννοια της «δίωξης», κατά το άρθρο 9 της ίδιας Οδηγίας, προϋποθέτει πράξεις επαρκώς σοβαρές, οι οποίες είτε από τη φύση τους είτε λόγω επανάληψης συνιστούν σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός αφορά αποκλειστικά τα προσωπικά στοιχεία και το γενικό προφίλ του Αιτητή ως υπηκόου του Καμερούν, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι αυτός αντιμετωπίζει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης. Δεν προβάλλεται ούτε τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής έχει στοχοποιηθεί ή κινδυνεύει να στοχοποιηθεί λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής[10] δεν προκύπτει ότι πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά του Αιτητή, ήτοι νεαροί άνδρες χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό, κοινωνικό ή άλλο προφίλ, διατρέχουν, εκ μόνου του λόγου αυτού, πραγματικό κίνδυνο δίωξης. Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής προέρχεται από περιοχές που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις ή ότι ανήκει σε κατηγορία προσώπων που χρήζουν αυξημένης προστασίας, όπως, ενδεικτικά, άτομα με ενεργή συμμετοχή σε αυτονομιστικές ή άλλες πολιτικές δραστηριότητες.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής, ακόμη και αν παρουσιάζει ορισμένες προκλήσεις, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη «πραγματικού κινδύνου» για τον Αιτητή. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη αντικειμενικού στοιχείου ικανού να στηρίξει τον υποκειμενικό του φόβο, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του προσφυγικού καθεστώτος.

Περαιτέρω, κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση του αιτήματος, λαμβάνονται υπόψη και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, ήτοι η ηλικία του, το μορφωτικό του επίπεδο, η επαγγελματική του εμπειρία και η οικογενειακή του κατάσταση. Ειδικότερα, πρόκειται για νεαρό ενήλικο άνδρα, απόφοιτο τεχνικής εκπαίδευσης, με επαγγελματική εμπειρία ως μηχανικός αυτοκινήτων και γραμματέας, ο οποίος διαθέτει λειτουργικό επίπεδο εκπαίδευσης και δεξιοτήτων, καθώς και οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής είναι σε θέση να επανενταχθεί στην κοινωνία της χώρας του και να εξασφαλίσει τα προς το ζην, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή χαρακτηριστικό που να τον καθιστά εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο Αιτητής δύναται να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, και ειδικότερα των παραγράφων (α) και (β) αυτού.

Σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α), σοβαρή βλάβη συνίσταται στην επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή από τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι αυτός αντιμετωπίζει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ούτε προβάλλεται ούτε τεκμηριώνεται ότι εκκρεμεί εις βάρος του οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή καταδίκη που να δύναται να οδηγήσει στην επιβολή θανατικής ποινής.

Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β), σοβαρή βλάβη συνίσταται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, εν προκειμένω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής έχει υποστεί ή ότι διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί τέτοια μεταχείριση.

Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν προκύπτει ότι πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά του Αιτητή εκτίθενται, εκ μόνου του λόγου αυτού, σε κίνδυνο μεταχείρισης που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β). Δεν διαπιστώνεται, δηλαδή, η ύπαρξη γενικευμένων ή ειδικών συνθηκών που να δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για τον ίδιο.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Τέλος, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του συνάδει με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την υποβολή οποιουδήποτε προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, προσωπικού και επικείμενου κινδύνου κακομεταχείρισης, ο οποίος πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή (βλ. F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11· Saadi v. Italy [GC], αρ. 37201/06), καθώς και του ΔΕΕ (βλ. Y & Z, C-71/11 και C-99/11· M.M., C-277/11).). Ο εν λόγω κίνδυνος δεν δύναται να ερείδεται αποκλειστικά σε γενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα επιστροφής, καθόσον, κατά πάγια νομολογία, η γενική αστάθεια ή οι δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση παράβασης του άρθρου 3, ελλείψει εξατομικευμένης απειλής (βλ. βλ. Vilvarajah, αρ. 13163/87· F.G. v. Sweden, αρ. 43611/11· Salah Sheekh v. the Netherlands, αρ. 1948/04 C-255/19, Ο.Α C-255/19,  N. v. UK, αρ. 26565/05).

Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί, η εκτίμηση του κινδύνου επαναπροώθησης οφείλει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη γενική κατάσταση στη χώρα επιστροφής όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, χωρίς όμως οι πρώτες να υποκαθιστούν την ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένου και άμεσου κινδύνου για το ίδιο το πρόσωπο (βλ M.S.S. v. Belgium and Greece, αρ. 30696/09, §254, και F.G. v. Sweden, αρ. 43611/11, §127)

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι βασικοί ισχυρισμοί του Αιτητή περί στοχοποίησής του απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, δεν προκύπτει η ύπαρξη προσωπικού και πραγματικού κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν διαπιστώνεται ότι πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά του Αιτητή εκτίθενται, εκ μόνου του λόγου αυτού, σε τέτοιο κίνδυνο.

Επιπλέον, δεν προέκυψε οποιαδήποτε ευαλωτότητα υγείας ή ανάγκη για ειδική ιατρική υποστήριξη που να εγείρει απαγόρευση επιστροφής βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα αυστηρά κριτήρια των υποθέσεων Paposhvili v. Belgium (αρ. 41738/10), M.O. v. Switzerland (αρ. 41282/16) και Savran v. Denmark (αρ. 57467/15).

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν δεν παραβιάζει το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ούτε την αρχή της μη επαναπροώθησης.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. C465/07, Meki Elgafaji,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης  βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην περιοχή Centre του Καμερούν, όπου βρίσκεται η Yaounde.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα 21/02/2025 - 20/02/2026 στην περιοχή Centre του Καμερούν, όπου βρίσκεται η Yaounde, καταγράφηκαν 21 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προήλθαν 7 απώλειες, ενώ θεωρείται ότι εκτέθηκαν σε αυτά τα περιστατικά 5,16 εκ. άτομα. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: τα 14 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (6 απώλειες), 3 ως πολιτική βία (1 απώλεια) και 1 ως τρομοκρατική δραστηριότητα (0 απώλειες).[11]

Η Γιαουντέ είναι πόλη και πρωτεύουσα του Καμερούν και βρίσκεται στο νοτιοκεντρικό τμήμα της χώρας. Η πόλη έχει αναπτυχθεί ως διοικητικό, υπηρεσιακό και εμπορικό κέντρο και ως κόμβος επικοινωνίας για οδικές, σιδηροδρομικές και αεροπορικές μεταφορές. Η Γιαουντέ διαθέτει αρκετές μικρές βιομηχανίες μεταποίησης και επεξεργασίας (εργοστάσιο τσιγάρων, ζυθοποιείο, πριονιστήρια και τυπογραφεία) και αποτελεί επίσης την αγορά για μία από τις πλουσιότερες γεωργικές περιοχές της χώρας.[12]

Σύμφωνα δε με εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της Γιαουντέ υπολογίζεται ότι κατά το 2026 ανερχόταν σε 5,027,120 κατοίκους.[13]

Εκ των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Centre του Καμερούν και δη στην πόλη Yaoundé δεν χαρακτηρίζεται από επίπεδο αδιακρίτως ασκούμενης βίας τέτοιας έντασης που να δύναται να θεμελιώσει, αφ’ εαυτής, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά εμφανίζονται περιορισμένα τόσο ως προς τη συχνότητα όσο και ως προς τη σοβαρότητά τους, ενώ ο αριθμός των απωλειών παραμένει χαμηλός σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής.

Περαιτέρω, η φύση των περιστατικών, τα οποία κατά κύριο λόγο αφορούν διαδηλώσεις και μεμονωμένα περιστατικά πολιτικής βίας, δεν καταδεικνύει την ύπαρξη κατάστασης γενικευμένης ένοπλης σύρραξης ή ευρείας κλίμακας βίας που να επηρεάζει αδιακρίτως τον άμαχο πληθυσμό. Δεν προκύπτει, δηλαδή, ότι η ένταση και η γεωγραφική έκταση των βιαιοτήτων φθάνουν στο κατώφλι που απαιτείται από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, ώστε να θεωρηθεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο, εκ μόνης της παρουσίας του στην περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.

Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διαθέτει ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά τα οποία θα τον καθιστούσαν περισσότερο ευάλωτο ή εκτεθειμένο σε κίνδυνο, ώστε να ενεργοποιηθεί η αρχή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπως αυτή διατυπώθηκε στη νομολογία Elgafaji. Αντιθέτως, πρόκειται για πρόσωπο χωρίς ιδιαίτερο προφίλ που να τον διαφοροποιεί από τον γενικό πληθυσμό.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Yaoundé, αυτός θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης.

Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, καταλήγω ότι η αίτηση του Αιτητή εξετάστηκε πλήρως και επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ορθώς απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.

Η Διοίκηση ορθώς κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετήθηκε η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης υπό οποιοδήποτε σκέλος του άρθρου 19(2) του εν λόγω Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Εξάλλου, η έρευνα που διενεργήθηκε από τη Διοίκηση κρίνεται επαρκής, καθότι εκτείνεται στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης που σχετίζονται με το επίδικο ζήτημα και παρέχει ασφαλές έρεισμα για την κατάληξη στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.1997· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25.6.1999). Από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που είχαν ενώπιόν τους, προτού καταλήξουν στην επίδικη κρίση.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη, καθότι εκθέτει με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η αιτιολογία αυτή δύναται να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, και ιδίως από την αίτηση διεθνούς προστασίας, το πρακτικό της συνέντευξης και την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού (βλ. Παναγιωτίδης ν. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 342· Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 427).

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1] Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15

[1] EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 1/2/2018, https://euaa.europa.eu/publications?field_category_target_id=15212&field_geo_coverage_target_id&field_keywords_target_id&title=&language=All&page=5, σελ.21

[1] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2017, ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.

 

[3] C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C) σκ 5,57, 73,77,88, 103, 107

[4] Βλ  απόφαση ΕΔΑΔ  A.A. κατά Ελβετίας (αρ. 58802/12) Σκέψη 59: Επαναλαμβάνει την αρχή ότι οι αιτούντες άσυλο δικαιούνται το ευεργέτημα της αμφιβολίας κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών τους, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προσπαθήσει να τεκμηριώσουν το αίτημά τους και έχουν δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τυχόν ελλείψεις ή αντιφάσεις

[5] Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA (Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, 2024, σελ. 96, 125 και 127), η αξιολόγηση της αξιοπιστίας διέπεται από την αρχή της συνολικής εκτίμησης (assessment in the round), όπου τα ευρήματα που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού υπερέχουν σε αποδεικτική ισχύ. Όπως τονίζεται στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA (2023, σελ. 124 και 263), η εξωτερική συνέπεια με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (COI) δεν αρκεί για να θεραπεύσει την εσωτερική αναξιόπιστια, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος "στρατηγικής προσαρμογής" (tailoring) των δηλώσεων στο αντικειμενικό πλαίσιο (βλ. επίσης EUAA Practical Guide, 2024, σελ. 71). Επιπλέον, κατά το Άρθρο 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι προϋποθέσεις αποδοχής μη επιβεβαιωμένων ισχυρισμών είναι σωρευτικές· η αποτυχία στοιχειοθέτησης εσωτερικής συνοχής και γενικής αξιοπιστίας καθιστά την επιβεβαίωση γενικών στοιχείων μέσω εξωτερικών πηγών νομικά ανεπαρκή (βλ. EUAA Practical Guide, 2024, σελ. 124-125

[6] Law Gratis, Editors, 02/03/2025, Family Law in Cameroon, διαθέσιμο στο: https://www.lawgratis.com/blog-detail/family-law-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 25/02/2026).

 

[7] Law Gratis, Editors, 14/03/2025, διαθέσιμο στο: https://www.lawgratis.com/blog-detail/inheritance-laws-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 25/02/2026).

 

[8] Βλ. απόφαση ΕΔΑΔ R.W. v. Sweden (Application no. 35745/11) σκ.67

[9] Βλ. Υποθέσεις X, Y και Z (C-199/12 έως C-201/12). Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το Άρθρο 9 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, τονίζει ρητά ότι «πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 10 [φυλή, θρησκεία, ιθαγένεια, κοινωνική ομάδα, πολιτικές πεποιθήσεις] και των πράξεων δίωξης (σκ.42-43)

 

[10] ΕΥΑΑ – coi query Cameroon - Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions- 13 October 2023 to 9 January 2025 https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-security-situation-northwest-southwest-and-far-north-regions

[11]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 20/02/2026),  COUNTRY: Cameroon, ADMIN UNIT: Southwest Region (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026).

[12] Britannica, Yaounde, 2026, διαθέσιμο στο: https://www.britannica.com/place/Yaounde διαθέσιμο στο:

[13] World Population Review, Yaounde, Cameroon, 2026, διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/yaounde (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 25/02/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο