ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 2888/2022
6 Απριλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.M.Α.Α.
Αιτητή
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση.
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας
Ζωή Ποντίκη για Λάνα Αμπού Αλ Τάχερ, Δικηγόρος για τον αιτητή
Βασιλική Θωμά για Μιχαηλίδου και Χαραλάμπους ΔΕΠΕ Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 20/04/2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής και μετά την καταχώρηση των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων, η δικηγόρος του αιτητή καταχώρισε στις 08/08/2025 την υπό εξέταση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας. Με την αίτησή του ο αιτητής αιτείται άδειας και/ή διαταγής του Δικαστηρίου, όπως του επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας με τη μορφή ένορκης δήλωσης του αιτητή ως η προτεινόμενη ένορκη δήλωσή του, Τεκμήριο Α και τα επισυναπτόμενα σε αυτή Τεκμήρια 1-3.
Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος, στον Περί Προσφύγων Νόμο του 2000 άρθρο 16, στον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 Ν.73(Ι)/2018, ιδίως στα άρθρα 11, 12, 14 και 15 αυτού, στους Περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 3/2019, στα άρθρα 10-12, στον Περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικό Κανονισμό του 2022, Δ.Κ.31/22 άρθρα 10, 11, στον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015 (131(1)2015) και ειδικότερα αλλά και χωρίς περιορισμό στα άρθρα 11(2) του Ανωτάτου και 11(3), στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δικαστηρίου, ειδικότερα και χωρίς περιορισμό στους κανονισμούς 10, 11, 12, 17, 18 και 19, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα το αλλά χωρίς περιορισμό στην Δ.36, Δ.38(4)(5), Δ.39, Δ.48.Κ.Κ. 1,2,3 και 9, Δ.59 και Δ.64, στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (13/2023) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στην Δ.31.10, στον Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ.9 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 άρθρα 46 παρ. 1 και 3, στην Οδηγία 2011/95/ΕΕ, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή ημερομηνίας 08/08/2025 στην αγγλική γλώσσα μαζί με την μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο αιτητής επισυνάπτει την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή του ως Τεκμήριο Α. Επί της προτεινόμενης ένορκης δήλωσής του, ο αιτητής επισυνάπτει έγγραφα τα οποία ως είναι η θέση του, επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν την δίωξη που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του, το Καμερούν.
Συγκεκριμένα στην προτεινόμενη ένορκη δήλωσή του ο αιτητής επισυνάπτει τα πιο κάτω έγγραφα:
-Τεκμήριο 1, ειδοποίηση αναζητούμενου προσώπου ημερομηνίας 26/11/2018, το οποίο εκδόθηκε από τις Αστυνομικές Αρχές του Καμερούν, με τις κατηγορίες εναντίον του αιτητή για τα ποινικά αδικήματα της διάδοσης ψευδών πληροφοριών κατά του κράτους του Καμερούν, υποκίνηση και καταστολή του διαχωρισμού,
-Τεκμήριο 2, ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή ημερομηνίας 19/05/2022, στην οποία ο δικηγόρος αναφέρεται στα σκληρά βασανιστήρια τα οποία υπέστη ο αιτητής από τους αυτονομιστές, αλλά και από τους στρατιωτικούς,
-Τεκμήριο 3, δημοσίευμα εφημερίδας «The Advocate», ημερομηνίας 06/11/2018 στην σελίδα 4 της οποίας απεικονίζεται η φωτογραφία του αιτητή και αναφορά στους κινδύνους που αντιμετώπισε ο αιτητής λόγω των ψευδών κατηγοριών που του επισύναψαν τόσο οι αυτονομιστές όσο και ο στρατός της χώρας του, αλλά και την διαφυγή του.
Ο αιτητής στην προτεινόμενη ένορκη του δήλωση επαναλαμβάνει τη θέση του ότι τα πιο πάνω έγγραφα επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν την αξιοπιστία του για την δίωξη που υφίσταται στη χώρα του και μέσω αυτών δίνονται οι απαραίτητες λεπτομέρειες για τα όσα περιέγραψε στην συνέντευξή του, κατά την εξέταση του αιτήματός του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Αναφέρει ότι η μαρτυρία είναι σχετική και καταδεικνύει πλάνη τόσο περί τα πραγματικά γεγονότα όσο και περί τον Νόμο, όπως επίσης και την παντελή έλλειψη δέουσας έρευνας από τους καθ’ ων η αίτηση. Επιπρόσθετα, εισηγείται πως η μαρτυρία και τα τεκμήρια που επιθυμεί να προσαγάγει, είναι σε πλήρη συνοχή και αλληλουχία με τα όσα ανέφερε στην Υπηρεσία Ασύλου. Το Δικαστήριο, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται έχει πλέον ενώπιον του σωστή, πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και της μαρτυρίας που περιβάλλουν την υπόθεση του. Ο ενόρκως δηλών καταλήγει αναφέροντας ότι με τα έγγραφα και τη μαρτυρία που επιθυμεί να προσαγάγει τίθεται το ορθό υπόβαθρο των γεγονότων που αφορούν το αίτημά του.
Η ευπαίδευτη συνήγορος που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα υπέβαλε ένσταση στην αίτηση του αιτητή, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Κάλλιας Σάββα, Δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία εξηγεί για ποιους λόγους πρέπει η παρούσα αίτηση να απορριφθεί. Με την ένσταση στην αίτηση, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται πως δεν θα πρέπει να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα, γιατί κατά τον ισχυρισμό της η αίτηση είναι άκυρη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη, δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας, η οποία όπως αναφέρει δεν επιτελεί κανένα σκοπό, δεν είναι αναγκαία και/ή ουσιώδης για να κριθεί η νομιμότητας της επίδικης απόφασης, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του αιτητή και ούτε είναι δυνατόν να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. Ακόμα, σημειώνει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και/ή καταχρηστικά.
Περαιτέρω, αναφέρει πως ο αιτητής δεν παρουσίασε κανένα πειστικό λόγο για τον οποίο δεν εξασφάλισε και δεν παρουσίασε τα έγγραφα που επιδιώκει να προσαγάγει σε προηγούμενο στάδιο εξέτασης του αιτήματός του ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του, αφού όπως προκύπτει, τα επιδιωκόμενα προς προσαγωγή έγγραφα (τα Τεκμήρια 1 και 3) φέρουν ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας διεξαγωγής της προσωπικής του συνέντευξης στην Υπηρεσία Ασύλου. Επιπλέον, εισηγείται πως το Δικαστήριο επιτρέπει την προσαγωγή εγγράφων ή μαρτυρίας εφόσον ικανοποιηθεί ότι άνευ υπαιτιότητας του αιτητή αδυνατούσε να υποβάλει σε προηγούμενο στάδιο της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία τα εν λόγω έγγραφα ή στοιχεία.
Η κυρία Σάββα εισηγείται ότι ο αιτητής στην ένορκη δήλωσή του σε συνάρτηση με τα έγγραφα που επιθυμεί να προσαγάγει, δεν αποδεικνύει κανένα λόγο, πόσο μάλλον καλό λόγο που να δικαιολογεί την αποδοχή της αίτησής του. Αναφέρει, ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του είναι γενικό και αόριστο, χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποδοχή της αίτησής του από το Δικαστήριο. Όπως εισηγείται, σε περίπτωση που εγκριθεί η υπό εξέταση αίτηση θα κατασπαταληθεί σημαντικός δικαστικός χρόνος και κατά συνέπεια, υποστηρίζει πως δεν είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.
Κατά την ενώπιον μου διαδικασία, με την προφορική της αγόρευση η συνήγορος του αιτητή, αρχικά ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που επιδιώκει να προσκομίσει ο αιτητής είναι απόλυτα συναφής καθότι τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτή επιβεβαιώνουν, επαληθεύουν και τεκμηριώνουν τους σχετικούς ισχυρισμούς του όπως τα περιέγραψε στην Υπηρεσία Ασύλου. Ειδικά, ως προς το Τεκμήριο 1, δηλαδή το ένταλμα σύλληψης, η συνήγορος του αιτητή εξήγησε ότι αυτό στοχοποιεί τον αιτητή και συνδέεται άμεσα με τα όσα ανέφερε στην Υπηρεσία Ασύλου. Σχετικά με το Τεκμήριο 2, η συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι αφορά ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή στη χώρα καταγωγής του με αναφορές στα σκληρά βασανιστήρια που υπέστη ο αιτητής, τόσο από τους αυτονομιστές, όσο και από τις αστυνομικές δυνάμεις του Καμερούν. Το Τεκμήριο 3, αποτελεί δημοσίευμα εφημερίδας, «The Advocate», που όπως εξήγησε η συνήγορος του αιτητή γίνεται αναφορά στον αιτητή, στην ιστορία του και στα όσα αντιμετώπισε στη χώρα του (με αναρτημένη την φωτογραφία του αιτητή).
Ως προς το γιατί δεν προσκομίστηκαν τα εν λόγω έγγραφα σε προγενέστερο στάδιο, η συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι ο αιτητής δεν τα είχε στην κατοχή του κατά την άφιξη του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ωστόσο, όταν ο αιτητής τα έλαβε, ενήργησε άμεσα αναζητώντας νομική συνδρομή. Όπως επιπρόσθετα εξήγησε, ο αιτητής απευθύνθηκε σε κάποιο πρόσωπο που θεώρησε ότι ήταν δικηγόρος, όμως εν τέλει αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο αυτό τον εξαπάτησε, αφού έλαβε χρηματικό ποσό για να του προσφέρει τις υπηρεσίες του και από τότε δεν επικοινώνησε ξανά μαζί του.
Η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, κατά την προφορική της αγόρευση, αναφέρθηκε αρχικά στον Κανονισμό 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, σύμφωνα με τον οποίο προβλέπεται ότι έγγραφα και πρόσθετη μαρτυρία πρέπει να προσκομίζονται το συντομότερο δυνατό και όχι στο στάδιο των Διευκρινίσεων ή μεταγενέστερα, εκτός αν ο αιτητής, χωρίς δική του υπαιτιότητα, αδυνατούσε να τα υποβάλει νωρίτερα και εφόσον αυτά αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής του. Η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση εισηγείται πως εσφαλμένα επιχειρείται η προσκόμισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την προϋπόθεση της υπαιτιότητας του αιτητή, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος τα είχε δώσει σε δικηγόρο ο οποίος τον εξαπάτησε, πιστεύοντας ότι αυτά καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο. Επιπλέον, υποστηρίζει πως το σχετικό δημοσίευμα είχε επισυναφθεί στη Γραπτή Αγόρευση του αιτητή από το 2022, γεγονός που αποδεικνύει ότι από τότε βρισκόταν στην κατοχή του αιτητή. Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση κατέληξε ότι κατά την συνέντευξή του στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δεν αναφέρθηκε σε κανένα δημοσίευμα, παρά του ότι του ζητήθηκε αν επιθυμούσε να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα.
Η συνήγορος του αιτητή, διευκρίνισε ενώπιον του Δικαστηρίου πως το περιστατικό με το πρόσωπο που του παρουσιάστηκε ως δικηγόρος, ο οποίος εξαπάτησε τον αιτητή, δημιουργήθηκε προτού διορίσει τους δικηγόρους οι οποίοι τον εκπροσωπούν στην δικαστική διαδικασία.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο μπορεί να γίνει αποδεκτή η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και το οποίο μελέτησα, ειδικότερα την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, την ένσταση που υπέβαλε η δικηγόρος που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση όπως και τις προφορικές αγορεύσεις των διαδίκων, καθώς και τα όσα έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Ανωτάτου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του .
Είναι χρήσιμο να καταγραφεί το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, το οποίο προκύπτει από τους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί. Καταρχάς, ο Κανονισμός 3 αυτών, προβλέπει ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «(α) Κάθε προσφυγή καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση, ως το Έντυπο Αρ. 1 συνοδευόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση και τα υποστηρικτικά αυτής στοιχεία που επιδόθηκαν στον αιτητή καθώς και οποιαδήποτε νέα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία ήθελε προσκομίσει ο αιτητής.
(β) Νέα έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα.».
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί: «Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.».
Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει ότι «(α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.».
Συνεπώς, οι συναφείς διατάξεις των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια, τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει στους διαδίκους να προσαγάγουν μαρτυρία, τηρουμένων των Διαδικαστικών Κανονισμών και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Το διάταγμα του Δικαστηρίου, για προσκόμιση μαρτυρίας, εκδίδεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην βάση τούτου ο Κανονισμός 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (οι οποίοι ακολουθούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί), καθορίζει πως σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες, οι οποίες απαιτούνται προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.
Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).
Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσκομιστεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της μαρτυρίας που επιδιώκεται να προσκομιστεί (βλ. υποθ. αρ. 1024/14, FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσκομιστούν με την μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 σελ 595, υπόθεση αρ. 300/03, Χρίστος Ιωσηφιδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει πως στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).
Η νομολογία είναι καθοριστική ως προς το ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί δεν θα πρέπει να διαφοροποιεί το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το αρμόδιο όργανο (Νικολαίδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 609, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 2188, Ακάμας v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA 2321, Κισσόποδα v. Δημοκρατίας (1994) 4 A.AA. 836, Ρούσος ν. Ιωαννίδης και άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335, Θαλασσινός ν.Δημοκρατίας (2003)3Α.Α.Δ. 507, Δημοκρατία ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium, ECLI:CY:AD:2015:C519, Α.Ε. 125/2014, ημερομηνίας 13.7.2015).
Ωστόσο, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3), του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα πλήρους ελέγχου του αιτήματος που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Συνάγεται λοιπόν πως στα πλαίσια του πλήρους και ex nunc ελέγχου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη εξέταση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που τίθενται ενώπιον του. Σύμφωνα με την παράγραφο 111 της απόφασης C- 585/16, Serin Alheto vs. Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 25/7/2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): “111. Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής”. Επομένως, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα τηρουμένων των διαδικαστικών κανονισμών να εξετάζει νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις αρχές της νομολογίας που έχει καθιερώσει το Ανώτατο Δικαστήριο.
Αφού άκουσα τους διαδίκους και μελέτησα το ενώπιον μου υλικό, αλλά και τις αγορεύσεις τους κατά την ακρόαση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Ανωτάτου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, αποφάσισα για το υπό εξέταση αίτημα για προσαγωγή μαρτυρίας και διαπίστωσα πως ο αιτητής επιδιώκει την προσαγωγή μαρτυρίας, όπου μέρος της θα μπορούσε να αποβεί βοηθητικό προς τεκμηρίωση του αιτήματός του.
Εξετάζοντας το αίτημα του αιτητή, ικανοποιούμαι ότι τα επίδικα έγγραφα δεν κατέστη δυνατό να προσκομισθούν σε προγενέστερο στάδιο χωρίς υπαιτιότητα του αιτητή και ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του αλλά και στα πλαίσια ορθής απονομής της δικαιοσύνης είμαι υποχρεωμένη να εξετάσω την σχετικότητα των συγκεκριμένων εγγράφων.
Στο παρόν στάδιο, δεν αξιολογούνται τα στοιχεία και/ή έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας και δεν εξετάζεται η βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται, εφόσον αυτό θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής. Η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί μέσω του Τεκμηρίου Α (της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης) στην οποία επισυνάπτονται τα τεκμήρια όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, υπενθυμίζω πως είναι τα εξής: το Τεκμήριο 1, ένταλμα σύλληψης και/ή ειδοποίηση αναζητούμενου προσώπου ημερομηνίας 26/11/2018, το Τεκμήριο 2 ένορκη δήλωση του δικηγόρου του ημερομηνίας 19/05/2022 και το Τεκμήριο 3 δημοσίευμα πρωτότυπης εφημερίδας «The Advocate», ημερομηνίας 06/11/2018.
Σε σχέση με το Τεκμήριο 1, ένταλμα σύλληψης ή/και αγγελία καταζητούμενου προσώπου θα πρέπει να αναφερθεί πως συνδέεται με τον πυρήνα του αιτήματός του, εφόσον ο ίδιος ισχυρίζεται πως αναζητείται από τις αστυνομικές αρχές λόγω (θεωρούμενης) συνεργασίας του με τους αυτονομιστές «Ambazonian». Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως κρίνω πως το εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να αυξήσει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, όπως προνοείται στον Κανονισμό 10 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, ενόψει ακριβώς της σχετικότητάς του με τον πυρήνα του αιτήματος του αιτητή, ως αυτός προωθήθηκε στη διαδικασία που προηγήθηκε. Δεν εξετάζω βεβαίως την αξιοπιστία αυτού ούτε το περιεχόμενο του σε αυτό το στάδιο.
Το Τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί την ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρει την ιστορία του αιτητή και τα όσα κατ’ ισχυρισμό αντιμετώπισε στη χώρα του, αν και σε αυτή παρατίθενται κάποιες πληροφορίες η εν λόγω μαρτυρία δεν συγκεκριμενοποιείται και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ενόψει της γενικότητας με την οποία παρουσιάζεται. Επίσης, ο φερόμενος ως δικηγόρος του αιτητή δεν προσκόμισε στοιχεία που να επιβεβαιώσουν την ταυτότητά του, την πηγή γνώσης του, επομένως το συγκεκριμένο τεκμήριο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, όπως επίσης και η παράγραφος 5 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης που σχετίζεται με το Τεκμήριο 2.
Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, το δημοσίευμα πρωτότυπης εφημερίδας «The Advocate» ημερομηνίας 06/11/2018, παρατηρώ ότι αυτό συνδέεται με το πυρήνα του αιτήματός του, καθότι γίνεται ονομαστική αναφορά στον αιτητή, και το περιεχόμενο του δημοσιεύματος σχετίζεται με τις αναφορές του αιτητή κατά την προσωπική του συνέντευξη στην Υπηρεσία Ασύλου. Η αποδοχή βεβαίως του τεκμηρίου σε αυτό το στάδιο δεν συνεπάγεται ότι το Τεκμήριο αυτό είναι αξιόπιστο και/ή πρωτότυπο, αυτό θα εξεταστεί και θα αξιολογηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
Κατά συνέπεια, εξετάζοντας τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου και ασκώντας την ευχέρειά μου με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας εγκρίνεται μερικώς ως προς την προτεινόμενη ένορκη δήλωση (Τεκμήριο Α) και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν Τεκμήρια 1 και 3, εκτός της παραγράφου 5 της προτεινόμενης ένορκης δήλωση και του Τεκμηρίου 2. Στο παρόν στάδιο, δεν αξιολογούνται τα στοιχεία και/ή έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας και δεν εξετάζεται η βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται, εφόσον αυτό θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής.
Συνεπεία τούτου, δεν θα εξετάσω τους ισχυρισμούς που προωθούν και οι δύο πλευρές ως προς την ουσία της προσφυγής, εφόσον η εξέτασή τους επιβάλλεται στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης ακυρώσεως. Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής από το Δικαστήριο θα γίνει σε επόμενο στάδιο της διαδικασίας, ανάλογα βέβαια με την πορεία της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη την συνολική αφήγηση του αιτητή.
Επιπρόσθετα, διαφαίνεται πως ο αιτητής υπέβαλε την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Ως έχω επεξηγήσει, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αποδεκτή μαρτυρία σε οποιονδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας εάν απαιτείται στα πλαίσια ορθής απονομής της δικαιοσύνης και διαφαίνεται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, πως τα Τεκμήρια θα βοηθήσουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί κρίνω πως είναι σχετική και γίνεται αποδεκτή μερικώς.
Επισημαίνεται πως το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να εξετάσει τηον ενόρκως δηλούντα με υποβολή ερωτήσεων ως προβλέπεται στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (Κανονισμό 12), ο οποίος εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον μου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, δικαίωμα αντεξέτασης βέβαια θα δοθεί στην πλευρά των καθ'ων η αίτηση.
Για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η αίτηση γίνεται δεκτή μερικώς με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ'ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο