Α. D. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2957/23, 27/4/2026
print
Τίτλος:
Α. D. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2957/23, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2957/23

 

27 Απριλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. D. A.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Έλενα Μαλά και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόροι για Αιτητή

Κα Α. Πάλλη, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.08/08/23, η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 11/08/23, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 12/10/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/11/21 (ερ.1-5, 16-17, 55).

Στις 31/05/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.38-55). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 16/06/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.72-84).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 11/08/23 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.86, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του ότι ήθελαν να τον σκοτώσουν και, ως αναφέρει, «ευτυχώς [επιβίωσε], δυστυχώς όμως [τον] πυροβόλησαν στο πόδι». Ως περαιτέρω ανέφερε τότε ο αιτητής περνούσε όμορφα, κάνοντας αθλήματα και τρέχοντας, και ελπίζει ότι θα έχει «μια πολύτιμη ευκαιρία στη ζωή» αφού έχασε τον πατέρα του και «μια ζωή με κακουχίες είναι το χειρότερο».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Μογκαντίσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από την οργάνωση Al Shabaab, μετά που αυτοί έμαθαν ότι ο αιτητής επιβίωσε της επίθεσης που δέχθηκε απ’ αυτούς, η μητέρα και η αδελφή του διαμένουν στην Μογκαντίσου, διατηρεί επικοινωνία μαζί τους, ο αιτητής έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εργάστηκε σε νοσοκομείο από το 2016 και είναι άγαμος και άτεκνος.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι διώκεται από την Al Shabaab διότι αρνήθηκε να τους βοηθήσει στην υλοποίηση μίας δολοφονίας. Ως ανέφερε, όταν εργαζόταν στο τμήμα ενέσεων/εμβολίων στο νοσοκομείο τον προσέγγισαν τηλεφωνικά τον Οκτώβριο του 2019 για να βοηθήσει, ώστε ένα μέλος της Al Shabaab να εισχωρήσει στην ομάδα του αιτητή για να διαπράξει τη δολοφονία. Τότε ο αιτητής αρνήθηκε και, φοβούμενος για τη ζωή του, αποφάσισε να παραιτηθεί, αναφέροντας στον προϊστάμενό του τον λόγο που παραιτήθηκε. Μετά από 2 εβδομάδες επέστρεψε καθότι λάμβανε φαγητό από την εργασία του το οποίο η οικογένειά του είχε ανάγκη. Στις 10/11/19, 2 ημέρες αφού επέστρεψε στην εργασία του, επιστρέφοντας σπίτι του, δέχθηκε επίθεση από 2 άτομα και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με τραύμα στο πόδι του και νοσηλεύτηκε για 2 εβδομάδες. Σε σχετική ερώτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής δήλωσε πως θα αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα.

Ερωτώμενος για την εργασία του και πως αυτή εξυπηρετούσε το σχέδιο δολοφονίας της Al Shabaab ο αιτητής δήλωσε πως τη συγκεκριμένη εθελοντική εργασία στο νοσοκομείο Banadir την ξεκίνησε αντικαθιστώντας τη θέση της μητέρας του όταν εκείνη αρρώστησε και έλαβε σχετική πρακτική εκπαίδευση περίπου για 6 - 7 μήνες από γιατρό. Αναφορικά με τα καθήκοντά του ανέφερε ως παράδειγμα ότι όταν μία νοσοκόμα πραγματοποιήσει ένεση σε κάποιο παιδί ο αιτητής τοποθετεί στο σημείο επίθεμα, ενώ ο ίδιος προέβαινε σε ενέσεις μόνο εάν ήταν μεγάλη ανάγκη. Σε ερωτήσεις για την ομάδα που συμμετείχε και πως αυτή του η ιδιότητα θα βοηθούσε στο σχέδιο της Al Shabaab ο αιτητής δήλωσε ότι η ομάδα σχετίζονταν με την ενημέρωση κοινού για τα οφέλη του εμβολίου πολιομυελίτιδας και ανέφερε πως οι Al Shabaab, εισάγοντας ένα μέλος τους σε αυτή την ομάδα, θα είχαν πρόσβαση στις συναντήσεις του νοσοκομείου, καθότι σκόπευαν να δολοφονήσουν έναν συγκεκριμένο γιατρό.

Αναφερόμενος στην τηλεφωνική του επικοινωνία μαζί τους ο αιτητής δήλωσε πως αυτή πραγματοποιήθηκε στις 10/10/19, όταν τον ενημέρωσαν ποια γιατρό θα δολοφονούσαν, αλλά ο ίδιος δεν την προειδοποίησε επειδή δεν είχε τον προσωπικό αριθμό τηλεφώνου της. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε πως παρότι εργάζονταν μαζί δεν είχε την ευκαιρία, καθώς η γιατρός επισκέπτονταν το νοσοκομείο μόνο όταν πραγματοποιούνταν συναντήσεις του προσωπικού, ωστόσο όταν έλαβε το 2ο τηλεφώνημα στις 22/10/19, κατά το οποίο τους απάντησε αρνητικά στην πρόταση που του είχαν κάνει στο προηγούμενο τηλεφώνημα και τότε ενημέρωσε ένα άλλο μέλος της διοίκησης για να αναφέρει το σχέδιο δολοφονίας της στην γιατρό που στόχευαν. Σε σχετική ερώτηση ο αιτητής δήλωσε πως δεν απευθύνθηκε ο ίδιος στην αστυνομία, αλλά η γιατρός μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό που είχε πληροφορηθεί, ωστόσο ο ίδιος δεν κλήθηκε ποτέ από την αστυνομία ,διότι, ως ισχυρίστηκε, είχαν λάβει τις πληροφορίες που χρειάζονταν.

Ερωτηθείς σχετικά με την επίθεση που δέχθηκε ο ίδιος δήλωσε ότι στις 10/11/19 δέχθηκε επίθεση στην περιοχή Jira Miskin, κοντά στο νοσοκομείο Madina, καθώς επέστρεφε στην οικία του, περί τις 12 τα μεσάνυχτα. Κατά την επίθεση ο αιτητής είδε από κοντά μόνο έναν από τους δύο άντρες και μπόρεσε να τον περιγράψει ως προς το ύψος και το ντύσιμο του, αναφέροντας πως η πρόθεση του άνδρα ήταν να τον πυροβολήσει στην καρδιά, ωστόσο πυροβολώντας δυο φορές τον πέτυχε στο πόδι τη δεύτερη φορά χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε. Μετά τον τραυματισμό προσήλθε αμέσως στο σημείο η αστυνομία, που τυχαία περιπολούσε στην περιοχή, και του παρείχαν τις πρώτες βοήθειες, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Madina, που ευρισκόταν σε κοντινή απόσταση, όπου παρέμεινε για περίοδο 2 εβδομάδων. Ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο έμαθε ότι άγνωστοι τον αναζητούν με αποτέλεσμα η οικογένειά του να τον μεταφέρει σε ένα σπίτι ώστε να είναι ασφαλής, ωστόσο κληθείς να διευκρινίσει πως έλαβε αυτή την πληροφορία ο αιτητής δήλωσε πως η οικογένειά του είδε κάποιον άγνωστο να εισέρχεται στο δωμάτιό του προσποιούμενος ότι αναζητά τουαλέτα, ο οποίος τους φάνηκε ύποπτος. Ερωτηθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο πιστεύει πως ο άγνωστος αναζητούσε τον ίδιο, απάντησε ότι δεν ήταν λογική η εξήγηση που είχε δώσει και ο ίδιος πιστεύει ότι προέρχονταν από την ομάδα Al Shabaab, η οποία τον αναζητούσε λόγω της άρνησής του.

Σχετικά με τις ενέργειες της αστυνομίας ο αιτητής δήλωσε πως τον επισκέφθηκαν ώστε να του υποβάλλουν ερωτήσεις για το περιστατικό, αλλά, ως δήλωσε, δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι εναντίον των θυτών. Κληθείς να εξηγήσει το λόγο που η αστυνομία δεν ήταν σε θέση να προβεί σε κάποια ενέργεια εναντίον των θυτών της επίθεσης, ο ίδιος δήλωσε πως δεν έλαβε καμία ενημέρωση από την ημέρα που τον επισκέφθηκαν για ερωτήσεις.

Αναφορικά με το σπίτι που μεταφέρθηκε μετά το νοσοκομείο ο αιτητής ανέφερε ότι δεν μπορεί να δώσει πολλές πληροφορίες αλλά ευρίσκεται κοντά στην οικία του Προέδρου της Σομαλία, χωρίς να εξηγεί τον λόγο που δεν μπορούσε να δώσει άλλες πληροφορίες για το σπίτι αυτό, αναφέροντας ότι η εν λόγω οικία ανήκε σε ένα μακρινό συγγενή του, ο οποίος διέμενε εκεί με την οικογένειά του.

Εν συνεχεία, σχετικά με τη δολοφονία του πατέρα του ο αιτητής κλήθηκε να παρέχει λεπτομέρειες, αναφέροντας ότι στις 14/07/20, ενώ ο ίδιος κρυβόταν, ο πατέρας του δέχθηκε επίθεση επειδή οι Al Shabaab δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον ίδιο. Η επίθεση έλαβε χώρα στην περιοχή Wadajir District ενώ ο πατέρας του αιτητή εξέρχονταν από το Τζαμί. Κληθείς να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την ημέρα δολοφονίας του πατέρα του, ο αιτητής επανέλαβε όσα είχε προαναφέρει προσθέτοντας ότι λόγω της κατάστασης που βίωνε ο ίδιος προσωπικά η οικογένεια του δεν του αποκάλυψε αμέσως, αλλά 15 ημέρες αργότερα και με αφορμή αυτό το συμβάν αποφασίστηκε ο αιτητής να αναχωρήσει από τη Σομαλία, επειδή κινδύνευε. O αιτητής ανέφερε πως ο ίδιος υπέθεσε πως ο πατέρας του πυροβολήθηκε επειδή η οικογένειά του ανέφερε πως οι επιτιθέμενοι ήταν οπλισμένοι. 

Ερωτώμενος γιατί αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ο αιτητής δήλωσε πως λόγω του τραυματισμού του δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει, καθώς έμενε κρυμμένος μέσα στην οικία και λάμβανε θεραπευτική αγωγή κατ’ οίκο. Όσον αφορά τυχόν εσωτερική μετεγκατάσταση του αιτητή, για παράδειγμα στην πόλη Hargeisa, δήλωσε ότι είναι ίδιες οι συνθήκες και πως δε μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος αν θα δεχθεί ή όχι επίθεση από την Al Shabaab.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η Al Shabaab ζήτησε τη βοήθειά του σε μία δολοφονία και εξαιτίας της άρνησής του πυροβολήθηκε ο ίδιος στο πόδι και ο πατέρας του δολοφονήθηκε.

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Επί του 2ου ως άνω ισχυρισμού, ως κρίθηκε, στις δηλώσεις του εντοπίστηκαν ασυνέπειες και ασάφειες, μη επαρκείς πληροφορίες, ο αιτητής απαντούσε με γενικότητα και δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκή επεξήγηση των ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα θεωρήθηκαν μη ικανοποιητικές και μη συνεπείς και οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τον τρόπο που τον προσέγγισε η Al Shabaab, καθότι ο αιτητής ανέφερε ότι δέχθηκε το 1ο τηλεφώνημα τον Οκτώβριο 2019, όπου πληροφορήθηκε πως χρειάζονται τη βοήθειά του για την διάπραξη μίας δολοφονίας, και λίγες μέρες αργότερα, κατά το 2ο τηλεφώνημα, εξέφρασε την άρνησή του και παραιτήθηκε από την εργασία του, στην οποία, ωστόσο, επέστρεψε μετά από 2 εβδομάδες επειδή την είχε ανάγκη. Μη ικανοποιητική θεωρήθηκε και η δήλωση του αιτητή αναφορικά με την επίθεσή του ότι καθώς επέστρεφε στην οικία του 2 ημέρες μετά την επιστροφή του στην εργασία του του επιτέθηκαν 2 άνδρες και τον τραυμάτισαν στο πόδι.

Επί των ως άνω κρίθηκε ότι θα αναμένονταν ο αιτητής να επικοινωνήσει απευθείας με τον στόχο της Al Shabaab για ένα τόσο σοβαρό θέμα, ή τουλάχιστον να ενημερώσει την αστυνομία για πιθανή μελλοντική απόπειρα δολοφονίας και η σχετική δήλωσή του ότι δεν είχε τον αριθμό του κινητού της και ότι ενημέρωσε κάποιον άλλο συνάδελφο ώστε να της το μεταφέρει, ενώ ο ίδιος σταμάτησε την εργασία του για δύο εβδομάδες αλλά εντούτοις επανήλθε, θεωρήθηκε ότι στερείται ευλογοφάνειας και συνοχής.

Όσον αφορά την επίθεση που δέχθηκε με αποτέλεσμα τον πυροβολισμό του στο πόδι ο αιτητής αν και ανέφερε την ακριβή ημερομηνία της επίθεσης δεν έδωσε πληροφορίες για τους δύο αστυνομικούς που κατά σύμπτωση περιπολούσαν κοντά και δεν διευκρίνισε ποιος ακριβώς τον μετέφερε στο νοσοκομείο, γενικά ανέφερε ότι μετά την επίθεση πολύς κόσμος ήρθε κοντά του και τον μετέφεραν σε κοντινό νοσοκομείο, χωρίς οι περιγραφές του να περιέχουν επαρκείς λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία.

Επιπλέον, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το τι τον ώθησε να φύγει από το νοσοκομείο μέσα σε δύο εβδομάδες, δηλώνοντας ότι ένα άτομο μπήκε στο δωμάτιό του το οποίο ισχυρίστηκε ότι έψαχνε για τουαλέτα και ο αιτητής είπε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ότι το συγκεκριμένο περιστατικό τον ανησύχησε, γιατί δεν θεώρησε λογικό κάποιος να μπερδέψει τα δωμάτια με την τουαλέτα. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, όπως δήλωσε, η οικογένειά του τον μετέφερε σε άλλο σπίτι ενός συγγενικού τους προσώπου, για να είναι ασφαλής, όπου παρέμεινε περίπου 13 μήνες, όμως δεν μπόρεσε να δώσει την ακριβή διεύθυνση, αναφέροντας με γενικότητα ότι αυτό ευρισκόταν κοντά στο σπίτι του Προέδρου της Σομαλίας, στην περιοχή Warta Nabada.

Σχετικά με το θάνατο του πατέρα του, ο οποίος δολοφονήθηκε κατ’ ισχυρισμό από την Al Shabaab εξαιτίας του ιδίου, ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες και πληροφορίες πέρα από την ημερομηνία διάπραξης. Ακολούθως, ο αιτητής αν και σε προηγούμενη ερώτηση είχε αναφέρει ότι η οικογένειά του δεν του είπε ακριβώς τι συνέβη, όταν ρωτήθηκε γιατί υποθέτει ότι ο πατέρας του πυροβολήθηκε, απάντησε αντιφατικά ότι τα μέλη της οικογένειάς του τον πληροφόρησαν ότι οι θύτες ήταν οπλισμένοι με όπλα και ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε με όπλο.

Επιπροσθέτως των ως άνω κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν έδωσε επαρκή εξήγηση για τον λόγο που αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του 13 μήνες μετά το περιστατικό της επίθεσής που δέχθηκε και ο λόγος που ανέφερε ήταν ότι έπρεπε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του. Επί τούτου κρίθηκε ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο ένα άτομο που αντιμετώπισε ένα τέτοιο περιστατικό, να μην ένιωθε ασφαλής να μείνει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή.

Επισημάνθηκε σχετικώς ότι, παρόλο που οι δηλώσεις του αιτητή για την εθελοντική του εργασία στο νοσοκομείο ήταν λεπτομερείς και συγκεκριμένες, εντούτοις οι δηλώσεις του για  την επίθεση που δέχθηκε και το θάνατο του πατέρα του από την Al Shabaab κρίθηκαν ασυνεπείς, ασυνάρτητες και μη συγκεκριμένες με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η εσωτερική του αξιοπιστία.

Αναφορικά με την εξωτερική συνοχή του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εντοπίστηκε ότι η Αl Shabaab αύξησε τη δράση της τον Αύγουστο του 2020 και στις αρχές του 2021, καθώς τότε σημειώθηκε νέα κορύφωση στον αριθμό των επιθέσεων που στόχευαν κυβερνητικούς αξιωματούχους. Επιπρόσθετα, η Al Shabaab έχει στοχοποιήσει υψηλόβαθμους κυβερνητικούς, διοικητικούς αξιωματούχους, αστυνομικούς, αξιωματούχους κυβερνητικών πληροφοριών, φοροεισπράκτορες και κάθε άτομο που υποπτεύεται ότι είναι κυβερνητικός ή διοικητικός υπάλληλος και στοχοποίησε κυβερνητικούς αξιωματούχους με διαφορετικά, μη καθορισμένα προφίλ, με επιθέσεις σε χώρους όπου συχνάζουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και αξιωματούχοι ασφαλείας. Οι νομοθέτες έχουν επίσης αντιμετωπίσει επιθέσεις, δολοφονίες και εκτελέσεις και έγιναν απόπειρες δολοφονίας, δολοφονίες και βομβιστικές επιθέσεις εναντίον ομοσπονδιακών και κρατικών αξιωματούχων.

Σε σχέση με τις 3 φωτογραφίες που προσκόμισε ο αιτητής και απεικονίζουν το ένα πόδι με ράμματα χωρίς να φαίνεται ότι το συγκεκριμένο πόδι είναι του αιτητή με αποτέλεσμα να μην μπορούν να θεωρηθούν ισχυρή απόδειξη του ισχυρισμού του. Όσον αφορά την ιατρική έκθεση για τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο Madina, σημειώθηκε αυτό φέρει σφραγίδα και αναφέρει την αρχή έκδοσης. Ωστόσο, σχετικά με το σημείο καταγράφεται ότι ο αιτητής εισήχθη στο εν λόγω νοσοκομείο λόγω τραυματισμού που προκλήθηκε από «pullet» στο δεξί του πόδι και ότι οι αντάρτες (insurgents) ανοίγουν τις «pullets» του αιτητή, η περιγραφή αυτή, που υποδεικνύει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το ποιος προκάλεσε το τραύμα και πού συνέβη, δεν αναμένεται εύλογα, ως κρίθηκε, να υπάρχει σε μία ιατρική έκθεση από νοσοκομείο. Εκ των ως άνω κρίθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο αιτητής δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς, εφόσον ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ενόψει της συνολικής αποτίμησης των στοιχείων που συνθέτουν μια υπόθεση.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Mogadishu/Benadir) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς, προωθώντας τελικά μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας κατά την επίδικη διαδικασία και μη αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας αυτής, ζητώντας γι’ αυτό απόρριψη της προσφυγής.

Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.

Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με την κατάληξη τους επί της αξιοπιστίας του 2ου και 2ου  ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς τα όσα ανέφερε επί τούτου περιορίστηκαν, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν λεπτομερώς στα ερ.76-80, σε γενικές δηλώσεις οι οποίες βρίθουν κενών και ασαφειών και εκ των οποίων ελλείπουν εντελώς και σε όλη τους την έκταση συγκεκριμένες – ευλόγως αναμενόμενες - λεπτομέρειες, χρονική και λογική συνέχεια. Χαρακτηριστικά σημειώνω, ως και οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν, ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες για τον τρόπο που προσεγγίστηκε από την οργάνωση Al Shabaab, γιατί – ενώ αρχικά φοβήθηκε και παραιτήθηκε – επέστρεψε στην εργασία του μετά από δύο εβδομάδες, τι έγινε στο μεταξύ, τι ένιωσε και τι ακριβώς έγινε τη νύχτα που δέχθηκε την κατ’ ισχυρισμό επίθεση στην οποία πυροβολήθηκε στο πόδι, δεν μπόρεσε να περιγράψει τους δράστες επαρκώς, δεν μπορούσε να αναφέρει με εύλογη ακρίβεια και βιωματικά στοιχεία το πως πέρασε τους 13 μήνες έκτοτε και μέχρι να φύγει από τη Σομαλία, που διέμενε και πως περνούσε, και ούτε να αναφέρει επαρκείς λεπτομέρειες για την κατ’ ισχυρισμό δολοφονία του πατέρα του.

Εν προκειμένω ο αιτητής δεν ανέφερε την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια σε σχέση με οιονδήποτε από τους ως άνω ισχυρισμούς του και το όλο αφήγημα του παρουσιάζει ουσιώδη κενά, ελλείψεις σε λεπτομέρειες και αντιφάσεις, ως και ανωτέρω καταγράφονται στην παρούσα, στα πλαίσια παράθεσης της επίδικης έκθεσης των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα και τη συνολική συνοχή και αξιοπιστία των δηλώσεων του. Συμφωνώ δε και με το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.31-32) δεν δύναται να διαφοροποιήσουν τα ως άνω και ούτε μπορούν να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να προσθέσω στα όσα και πιο πάνω καταγράφω, στην παράθεση των ευρημάτων της επίδικης έκθεσης επί του 2ου ισχυρισμού του αιτητή, τα οποία υιοθετώ και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω.

Σε σχέση δε με τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής παρεμβάλω εδώ και τις πιο κάτω κατευθυντήριες γραμμές.

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Οι ως άνω κατευθυντήριες γραμμές καταδεικνύουν την ορθότητα της προσέγγισης των ερ.31-32 από τους καθ’ ων η αίτηση. Αυτό γιατί, ως και πιο κάτω, αναφέρεται, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, ουδόλως θα μπορούσαν τα έγγραφα που προσκόμισε να οδηγήσουν σε αποδοχή των λεγομένων του. Ειδικώς επί του ερ.32 σημειώνω ότι δεν αποδέχομαι αυτό ως γνήσιο έγγραφο, δεδομένου του ότι – ως και οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν στο ερ.77 – δεν θα αναμενόταν επί τέτοιου εγγράφου να καταγράφονται πληροφορίες για τους δράστες της επίθεσης και, πρόσθετα, θα αναμενόταν να γίνεται λεπτομερέστερη περιγραφή των τραυμάτων, με τεχνική ιατρική ορολογία, που δεν γίνεται. Επί της δέσμης φωτογραφιών (ερ.31) σημειώνω ότι σ’ αυτές απεικονίζεται διάφορες ουλές στα πόδια κάποιου ατόμου, το οποίο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι είναι ο αιτητής, καθότι δεν φαίνεται το πρόσωπο του, οι οποίες είναι κατά τον τότε χρόνο επουλωμένες ήδη, χωρίς να μπορεί να εξαχθούν συμπεράσματα για το τι προκάλεσε τις ουλές αυτές.

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων είναι κατάληξη μου, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα έγγραφα αποτιμώνται σε συνάρτηση πάντοτε με τους ισχυρισμούς του αιτητή και την εσωτερική συνοχή τους, ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στα έγγραφα αυτά και – σε κάθε περίπτωση – όχι τέτοια που θα υπερκέραζε τις σοβαρές και πολλές ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί στο σύνολο του αφηγήματος του αιτητή.

Επί της εξωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή σημειώνω τα εξής.

Σύμφωνα με έκθεση του Amnesty International αναφορικά με το έτος 2023 σημειώνεται ότι εξακολουθεί να υφίσταται η σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης και της Al Shabaab και όλα τα μέρη διέπραξαν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς να επιβληθεί τιμωρία.[1] Στην έκθεση του USDOS αναφορικά με το έτος 2023 αναφέρεται πως οι συγκρούσεις στις οποίες συμμετείχαν η κυβέρνηση, η πολιτοφυλακή και η Αl Shabaab είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, τον τραυματισμό και τον εκτοπισμό αμάχων. Η οργάνωση Αl Shabaab διέπραξε τις περισσότερες από τις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως τρομοκρατικές επιθέσεις κατά αμάχων και στοχευμένες δολοφονίες, περιλαμβανομένων των συνοπτικών εκτελέσεων και των δολοφονιών με θρησκευτικά και πολιτικά κίνητρα, αναγκαστικές εξαφανίσεις, σωματικές κακοποιήσεις και άλλη απάνθρωπη μεταχείριση, βιασμούς και επιθέσεις κατά υπαλλήλων μη κυβερνητικών οργανώσεων και Ηνωμένων Εθνών και εμπόδισε επίσης την ανθρωπιστική βοήθεια, στρατολόγησε ή χρησιμοποίησε παιδιά-στρατιώτες και περιόρισε τις ελευθερίες της έκφρασης, της ειρηνικής συνάθροισης και της μετακίνησης.[2]

Εκ των ως άνω, ως καταγράφουν και οι καθ’ ων η αίτηση, δεν αμφισβητείται ότι τα όσα ο αιτητής αναφέρει περί προσέγγισης του από την οργάνωση Al Shabaab προκειμένου να συμβάλει στη δολοφονία κρατικού υπαλλήλου (εδώ γιατρού) συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες. Όμως εν προκειμένω, πέραν των σημαντικών ελλείψεων που εντοπίζονται στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, δεν αποκαλύπτεται εν τέλει απ’ αυτόν ποιος είναι ο λόγος να στοχοποιηθεί ένας γιατρός και, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός και μόνο του ότι υπάρχουν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την αιματηρή δράση της εν λόγω οργάνωσης, που περιλαμβάνει δολοφονίες αξιωματούχων της κυβέρνησης, δεν αρκεί βεβαίως για να καταστήσει τους στερούμενους εσωτερικής συνοχής ισχυρισμούς του αιτητή, για λόγους που λεπτομερώς αναφέρω πιο πάνω, αξιόπιστους, δεδομένης της συνολικής αποτίμησης των στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση. Ως εξάλλου και στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου, και λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν περαιτέρω στοιχείο ή ισχυρισμός προσκομίσθηκε από τον αιτητή στα πλαίσια της παρούσης, οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, ως υποδείχθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες θεωρώ ορθές, παραμένουν. Σημειώνω ότι ο αιτητής θα μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία προς ενίσχυση των ισχυρισμών του και της αξιοπιστίας του αφηγήματος του στα πλαίσια της παρούσας, όμως ουδέν έπραξε. Αποδοχή λοιπόν των ισχυρισμών του αιτητή θα έβαινε ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση του αφηγήματος του, καθότι τα όσα ανέφερε ομοιάζουν περισσότερο με ένα συνονθύλευμα ασυνάρτητων, γενικόλογων ισχυρισμών, παρά με μια συνεκτική και πλήρη παράθεση ενός βιώματος του αιτητή.

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Mogadishu/Banaadir).

Στην Mogadishu, περιοχή Wadajir, τόπος διαμονής αιτητή, έχουν καταγραφεί κατά τους τελευταίους 12 μήνες (τελευταία ενημέρωση 10/04/26) 39 περιστατικά με 16 θανάτους, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 6 περιστατικά διαδηλώσεων χωρίς θανάτους, 32 περιστατικά πολιτικής βίας με 16 θανάτους, 12 περιστατικά εξεγέρσεων με 11 θανάτους, 8 περιστατικά καταστολής με 1 θάνατο, 1 περιστατικό τρομοκρατικής ενέργειας με 1 θάνατο και 1 περιστατικό στρατιωτικής επέμβασης χωρίς θανάτους. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται περί τα 3 εκατομμύρια κατοίκων. Στην ευρύτερη περιοχή Banaadir, όπου εντάσσεται η Mogadishu, έχουν καταγραφεί 538 περιστατικά, που είχαν ως αποτέλεσμα 232 θανάτους. [3], [4]

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη του ότι το αφήγημα του αιτητή  δεν γίνεται αποδεκτό, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [5] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ). Σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζεται ότι στην ευρύτερη περιοχή καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας, ωστόσο δεν συμβαίνει το ίδιο στην περιφέρεια όπου διαμένει ο αιτητής (Wadajir).

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Amnesty International, “The State of the World's Human Rights; Somalia 2023”, 24/4/24, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/somalia/report-somalia/ (assessed on 18/7/2024)

[2] US Department of State (USDOS), “2023 Country Report on Human Rights Practices: Somalia”, 23/4/24, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/somalia

(assessed on 18/7/2024)

 

[4] Mogadishu Population 2026, διαθέσιμο στο https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/mogadishu (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026)

[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο