ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 3341/2023
30 Απριλίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.J.A.
Αιτητής
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, και/ή μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Χ. Παφίτη (κα) για Γ. Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για τον Αιτητή
Κ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 04/08/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 23/08/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, αντισυνταγματικής και στερούμενης έννομου αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 09/03/2022.
Στις 21/06/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Μετά το πέρας της συνέντευξης, στις 03/08/2023 ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε σχετική Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της αίτησης του αιτητή. Στις 04/08/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου απέρριψε το αίτημα του αιτητή για διεθνή προστασία. Ακολούθως, στις 23/08/2023, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή την ίδια μέρα, αφού κοινοποιήθηκε σε γλώσσα κατανοητή για τον αιτητή κατά την λήψη της, μαζί με την σχετική αιτιολογία αυτής.
Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο τους λόγους ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και την μη επαρκή αιτιολογία. Ενόψει των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τους προαναφερθέντες λόγους ακύρωσης, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε η συνήγορος του αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής δήλωσε, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο, λόγω μίας εμπειρίας που είχε σε μία τράπεζα στην περιοχή Kagara, στην πολιτεία Niger. Κατέγραψε ότι ενώ βρισκόταν στην τράπεζα όπου είχε πάει να κάνει κάποιες συναλλαγές, μπήκαν στην τράπεζα οπλισμένοι τρομοκράτες, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν περισσότερα από 40 άτομα της κοινότητας. Ενόσω η ληστεία βρισκόταν σε εξέλιξη, κλήθηκαν οι αεροπορικές δυνάμεις της Νιγηρίας (Nigeria Air Force – NAF) και συνέλαβαν έναν από τους τρομοκράτες, τον οποίο ο αιτητής αναγνώρισε λόγω του ότι ήταν συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο. Έκτοτε, αυτός τον κυνηγά γιατί ο αιτητής είπε το όνομά του, και ο αιτητής ήταν θύμα επιθέσεων, ενώ ο τρομοκράτης αυτός ορκίστηκε ότι θα τον σκοτώσει (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την συνέντευξη του και αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε στο Emiakuri, Okugbe, Okpela, Etsako West Local Government, στην πολιτεία Edo, ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στην πολιτεία Kaduna, ακολούθως μετακόμισε πίσω στην πολιτεία Edo και το 2008 μετακόμισε στην πολιτεία Niger για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, όπου και έμεινε μέχρι το 2020, όπου και έφυγε από τη χώρα καταγωγής του. Στην πολιτεία Niger δήλωσε ότι κατοικούσε στην περιοχή Bosso Local Government, Mina (ερ. 20 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι αποτελείται από τους πέντε αδελφούς του και τις τρεις αδελφές του, οι οποίοι κατοικούν σε διαφορετικές πολιτείες στη Νιγηρία, ότι η μητέρα του έχει αποβιώσει και ο πατέρας του ζει, και ότι βρίσκεται σε επικοινωνία μαζί τους (ερ. 19 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την εκπαίδευσή του, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από το Ομοσπονδιακό Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Mina, και, όσον αφορά την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι εργαζόταν ως επιδιορθωτής ηλεκτρονικών/ηλεκτρολόγος, διατηρώντας δικό του εργαστήριο (ερ. 18 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, δήλωσε ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2020, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο μηχάνημα ανάληψης μετρητών (ATM) σε τράπεζα στην περιοχή Kagara, μία ομάδα οπλισμένων τρομοκρατών, γύρω στα 100 άτομα, έφτασαν στην τράπεζα, πάνω σε μοτοσυκλέτες, φωνάζοντας και πυροβολώντας στον αέρα. Μπήκαν στην τράπεζα και συγκρούστηκαν με τους φρουρούς ασφαλείας, ενώ ο τοπικός αρχηγός κάλεσε τις αεροπορικές δυνάμεις για να καταστείλουν την επίθεση. Ένας φύλακας ασφαλείας συνέλαβε έναν από τους τρομοκράτες και ο αιτητής, που προηγουμένως είχε βρει τρόπο να καλυφθεί από την επίθεση, είδε αυτόν τον τρομοκράτη που συνέλαβαν και τον αναγνώρισε, καθώς ήταν συμφοιτητής του στο πανεπιστήμιο, τον πλησίασε και είπε το όνομά του. Το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα αφότου είχαν φτάσει οι αεροπορικές δυνάμεις και έδιωξαν τους τρομοκράτες. Λίγες ώρες αργότερα, και αφού η κατάσταση είχε ηρεμήσει, ο αιτητής επέστρεψε στο σπίτι του, στην περιοχή Mina και λίγες μέρες αργότερα, άρχισε να λαμβάνει τηλεφωνήματα από κάποια άγνωστα άτομα, τα οποία του έλεγαν ότι έδωσε το όνομα μέλους τους. Ο αιτητής έτρεξε στην αστυνομία να καταγγείλει ότι τον απειλούν, υποψιαζόμενος ότι τα τηλεφωνήματα ήταν συνδεδεμένα με το περιστατικό στην Kagara, ωστόσο η αστυνομία δεν τον πήρε στα σοβαρά. Μία μέρα, τέσσερεις άντρες μπήκαν στο σπίτι του και του είπαν ότι θα τον σκοτώσουν για να πληρώσει για τις αμαρτίες του, ενώ του ζήτησαν να τους παραδώσει το πορτοφόλι, το κινητό του και τον υπολογιστή του. Καθώς έψαχνε τον υπολογιστή για να τους τον παραδώσει, ο αιτητής προσπάθησε να διαφύγει από την πόρτα, αλλά αυτοί κατάφεραν να τον πιάσουν και προσπάθησαν να του κόψουν τον λαιμό με ένα σπαθί, όμως, καθώς ο αιτητής προσπάθησε να αντισταθεί, αντί αυτού τον πλήγωσαν στον ώμο και έφυγαν. Ο αιτητής πήγε στο νοσοκομείο και στην αστυνομία, και, λίγες μέρες αργότερα, του τηλεφώνησαν και πάλι και του είπαν ότι η υπόθεση αφορούσε το συγκεκριμένο πρόσωπο που αναγνώρισε και ότι την επόμενη φορά δεν θα είναι τόσο τυχερός (ερ. 18-17 του διοικητικού φακέλου).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για το πώς γνωρίζει ότι η επίθεση που δέχθηκε στο σπίτι του ήταν από τους τρομοκράτες, ο αιτητής απάντησε ότι όταν του τηλεφώνησαν, τον απείλησαν λέγοντάς του ότι ταυτοποίησε ένα από τα μέλη τους (ερ. 15 του διοικητικού φακέλου). Ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ρώτησε επίσης τον αιτητή για ποιο λόγο είχε ήδη εκδώσει το διαβατήριό του το 2019, πριν να λάβουν χώρα τα περιστατικά τα οποία περιέγραψε, στην οποία ερώτηση ο αιτητής απάντησε ότι όλοι στη χώρα του έχουν διαβατήριο, ενώ δήλωσε ότι στην Κύπρο ήρθε και για το σκοπό να σπουδάσει, αλλά και για να ξεφύγει από αυτούς που τον κυνηγούσαν (ερ. 15 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν ακόμη τον ψάχνουν στη χώρα του και ότι, αν στη χώρα του ήταν ασφαλής, θα ήθελε να επιστρέψει (ερ. 15 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του αιτητή, κατά το στάδιο της συνέντευξης του, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός που καταγράφει ο λειτουργός είναι ότι ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με περιοχή καταγωγής το Emiakuri, Okugbe, Okpela, Etsako West LGA, στην πολιτεία Edo και είχε τη διαμονή του από το 2008 μέχρι να εγκαταλείψει τη Νιγηρία στο Mina, Bosso LGA, στην πολιτεία Niger. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που καταγράφει ο λειτουργός είναι ότι ο αιτητής διώκετο από μία συμμορία λόγω του ότι αναγνώρισε ένα από τα μέλη της κατά τη διάρκεια μίας τραπεζικής ληστείας.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, ότι ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με περιοχή καταγωγής το Emiakuri, Okugbe, Okpela, Etsako West LGA, στην πολιτεία Edo και είχε τη διαμονή του από το 2008 μέχρι να εγκαταλείψει τη Νιγηρία στο Mina, Bosso LGA, στην πολιτεία Niger, έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή, ότι ο αιτητής διώκετο από μία συμμορία λόγω του ότι αναγνώρισε ένα από τα μέλη της κατά τη διάρκεια μίας τραπεζικής ληστείας, δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες, ασάφειες, αοριστίες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ο λειτουργός σημείωσε ότι παρατηρείται ασυνέπεια και μη ευλογοφάνεια στα λεγόμενα του αιτητή περί αναγνώρισης ενός των μελών της συμμορίας και ότι παρατηρείται μια γενική ασάφεια και μη ευλογοφάνεια όσον αφορά την ισχυριζόμενη δίωξη του αιτητή, κρίνοντας ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το πότε ξεκίνησαν οι ισχυριζόμενες απειλές, τον λόγο που τον απειλούσαν και το περιεχόμενο των απειλών. Επιπλέον, έκρινε ότι υπήρχε αοριστία και ασάφεια σχετικά με τα τηλεφωνήματα που έλαβε και την επίθεση εναντίον του. Τέλος, θεωρήθηκε αντιφατικό το γεγονός ότι ο αιτητής είχε ήδη εκδώσει διαβατήριο πριν από το περιστατικό που τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και ενόψει τούτων ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει ο αιτητής στη χώρα καταγωγής του και λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του αιτητή, έκρινε ότι δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα, την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πολιτεία Niger της Νιγηρίας, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή.
Θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Προχωρώντας λοιπόν στην εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο αρχικά συντάσσεται με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή. Οι μεν δηλώσεις του κρίνονται ως σαφείς και λεπτομερείς, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή γίνεται δεκτός ως αξιόπιστος.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του αιτητή περί του ότι ο αιτητής διώκεται από μια συμμορία λόγω του ότι αναγνώρισε ένα από τα μέλη της κατά την διάρκεια μιας τραπεζικής ληστείας, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτός υπέπεσε σε πολλές ασάφειες, αντιφάσεις και ανακρίβειες, οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του, και δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές λεπτομέρειες και πληροφορίες σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του.
Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του, ενώ οι απαντήσεις του στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις, ασυνέπειες και αντιφάσεις όσον αφορά τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει. Οι εξηγήσεις του στερούνται λεπτομέρειας, καθώς ο αιτητής αδυνατούσε να εξηγήσει επαρκώς πως αναγνώρισε το εν λόγω πρόσωπο – πρώην συμφοιτητή του, μιας και ο ίδιος δήλωσε ότι είχε εγκαταλείψει την σκηνή που μεσολάβησε η ληστεία, όπως επίσης δεν κατόρθωσε να εξηγήσει και πως η εν λόγω συμμορία τον στοχοποίησε. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην Έκθεση - Εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Επομένως, καταλήγω ότι το εν λόγω αφήγημα του αιτητή δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια και περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ του αιτητή εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο συμφωνεί με τα καταγραφέντα στην έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και επισημαίνει περαιτέρω ότι, λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσεως των ισχυρισμών, δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία επιδεκτικά επαλήθευσης από εξωτερικές πηγές.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πολιτεία Niger, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]
Περαιτέρω, σε σχετική αναφορά του ACLED (Armed Conflict Location & Event Data) του Δεκεμβρίου του 2025, καταγράφονται περιστατικά βίας/ασφαλείας σε περιοχές πλησίον των βορειοδυτικών και δυτικών συνόρων της Νιγηρίας (πολιτείες Sokoto και Kebbi), από ‘ηνωμένες’ επιχειρήσεις παραστρατιωτικών ομάδων της ISWAP, όπως οι JNIM και ISSP (οι οποίες δρουν κυρίως σε χώρες της ευρύτερης περιοχής της Ζώνης του Sahel).[2]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα 16/04/2025 – 17/04/2026 στην πολιτεία Niger της Νιγηρίας, καταγράφηκαν 294 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προήλθαν 798 απώλειες. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: 13 ως διαδηλώσεις (1 απώλεια), τα 258 ως πολιτική βία (798 απώλειες), 32 ως εξεγέρσεις (32 απώλειες), 3 ως βιαιοπραγίες (83 απώλειες), 4 ως καταστολές (9 απώλειες), 235 ως τρομοκρατικές δραστηριότητες (698 απώλειες) και 1 ως ξένη στρατιωτική επέμβαση (0 απώλειες).[3]
Δεδομένου ότι ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Niger εκτιμήθηκε στους 6 783 300 κατοίκους,[4] καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής του.
Κατά συνέπεια, η πολιτεία Niger, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[5]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, αρτιμελή άνδρα, διαθέτον μορφωτικό επίπεδο. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Niger.
Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν διαπιστώνω παραβίαση του άρθρου 26 του Ν. 158 (ι)/1999. Εν αντιθέσει, στην βάση των σχετικών με τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας διατάξεων, παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ασύλου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του αιτητή.
Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/2025, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Ο αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με € 1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/
[2] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘Economic warfare escalates as militants expand beyond the Sahel’, 11 December 2025, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/report/economic-warfare-escalates-militants-expand-beyond-sahel
[3]Προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 17/04/2026), COUNTRY: Nigeria, ADMIN UNIT: Niger (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026).
[4] City Population, Niger, 2022 Projection, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA027__niger (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026).
[5] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο